Skip to main content

Full text of "[Synagg nen lexen hypo tn login plastheisn, apo ts halses mechri tn kath' hmas chronn"

See other formats


0Ϊ9Ϊΐϊζθά όγ ΐΐπθ ΙηΐθΓΠθΐ ΑΓοίιϊνθ 

ϊη 2010 ννϊΐΐπ ίυηάϊη9 ίΓοιη 

ΙΙηϊνθΓδϊΐγ οί ΤοΓοηΐο 



ΐΊΐΐρ://νννννν.ΒΓθ[Ίϊνθ.θΓ9/άθΐΒΪΙδ/δγη899ηθηΙθΧθηΐΊν01Ι<ουιΤΊ 



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ 



Σ Τ Λ Λ Ο Γ Η 

ΕΚΚΡΙΤΟΝ ΕΠΙΠΗϋΟΝΙΚΟΝ ΞΕΝΟΝ ΤΕ ΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗι ΙΕΤΑΦΡΛίΕΙ 
ΚΑΙ ΠΡΟΤΟΤΪΠΟΝ ΣΪΓΓΡΛΗΛΤΟΝ 

ΕΙ^ΔΙΔΟΜΒΜΗ ΣΥΝΕΡΓΒΙΑι ΤΩΝ Ι^.Ι^. 

ΣΠ. ΒΑΣΗ (καθ. εν τώ Πανεπ. ), Γ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ (καθ. έν τώ Πανεπ.), 
ΑΓΓΕΑΟΥ ΒΛΑΧΟΥ, Σ. Α. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ (καθ. Ιν τ<Γ Πανεπ.), Π. 
ΚΑΡΟΑΙΔΟΥ (καθ. εν τώ Πανε-.^ Α. ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ (καθ. χηςοιλ.), ΣΠΥΡ. 
Π. ΛΑΜΠΡΟΥ (καθ. έν το3 Πάνε- 1, Μ. ΑΑΠΠΑ (δ. (2.), Θ. ΛΙΒΑΔΑ 
(δ. ο.), ϋί. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΫ (ν.οι(). έν τιΓ ΙΙανετ:.), Ι. ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ (χλΗ. 
£ν τώ Πάνε-.), Θ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (υ.λΗ. γυμν), Ν. Γ. ΠΟ 
ΛΙΤΟΥ (καθ. έν τα~ Πανετ:.), Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΙΟΥ (δ φ), ί7. ΡΟ/^ΟΖ 
(δ. ν), Σ. Κ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. εν το ΐίανεπ. \ Ι. ΣΒΟ- 
ΡΩΝΟΥ (διευθ. νομισμ. μουσ. ), Γ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ (^υμ^Άπιά.,/.), ΧΡ. 
ΤΣΟΥΝΤΑ (εφ. τ. άο/.), 4. Φ/^ΙΟΓ (έφ. τ. άρχ.\ Γ. X^ΓΖ/214^Γ/ (καθ. ^/ 
τιΓ Πανεττ. ) κα"ί άλλων λογίιον 

ΙίΠΙιλΠίΛϋΙΛι ΛΕ 

ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ Γ. Χ. ΚΩΝΣΤΑ 

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΜΑΡΑΣΛΗ 
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 8. 



Ι 



ΣΓΝΑΓΩΓΗ 

ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

ΥΠΟ ΤΩΝ ΛΟΓΙΩΝ ΠΑΑΣΘΕΙΣΩΝ 

ΑΠΟ ΤΗΣ ΑΛΩ2ΕΩ2 ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ" ΗΜΑΖ ΧΡΟΝΩΝ 
γ π ο 

ΣΤΕΦΑΝΟΥ Αθ. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ 

ΑΔΡΙΑίΜΟΠΟΛΙΤΟΥ 



ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 

ΤΤΠΟΙΣ ΠΔ. ΣΑΚΕΑΛΑΡΙΟΤ 

Ι9υυ 



<^^''^ 



ι « > 

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ 



ΣΥΝΑΓΩΓΗ 

ΝΕ^Ν ΛΕΞΕΩΝ 

ΥΠΟ ΤΩΝ ΛΟΓΙΩΝ ΠΛΑΣΘΕΙΣΩΝ 
ΑΠΟ ΤΗΣ αλώσεως ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ" ΗΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ 

τπο 
ΣΤΕΦΑΝΟΥ Αθ. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ 

ΑΔΡΙΑΝΟΠΟΛ1ΤΟΥ 



ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ 



^ί]>^ΙΛ 




^1 



■'*ί^^. 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 

ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΔΑΡΙΟΥ 

1900 



ΤΟΙΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΙΣ. 



Εν τγ) «Συναγωγγ] λέ;εων αθησαύριστων» ήν προ δέκα και 
έτιτά ετών έξέδωκεν Ό συγγραα^ευς και ταύτης της βίβλου ομολο- 
γεί Ό ίδιος ') ό'τι το λεξιΟηρεϊν ού αόνον άνιαρΌν, άλλα καί -ως 
και έ-ιβλαβές εΐνε τοις ττερι αΰτο άσ/ολουαένοις, και ό'τι συμβαί- 
νει αυτοΐς μάλιστα το του ρητού εκείνου « άλλοις ύ-ηρετών ανα- 
λίσκομαι». Και ταύτα όμως ψρονώ^^ οέν έπαυσε καθ ' όλον το με- 
ταςΰ οιαρρευσαν χρονικον οιάστημα περί ομοιον και περισσοτέρας 
ένέχον δυσχέρειας έργον ασχολούμενος, εις την συναγωγήν όηλ. 
της ύλης του παρόντος βιβλίου" μόλις οϊ περί τα εσ/ατα του 
βίου του ιδών ό'τι αί συλλεγεϊσαι λέγεις υπέρ τάς έξήκοντα /ι- 
λιάδας έγένοντο και προαισΟανόμενος τον θάνατον, συγ/ρόνως δε 
τιρο^ίύαοί) τυχών άρωγου, του ■/οργΐ''[θΟ, ού το όνομα φέρεται 
άναγεγραμμένον έπι της έπικεφαλί^ίος και τούτου του βιβλίου, 
απεφάσισε καί τύποις να καταστήση αυτό κοινόν των Ελλήνων 
κτήμα, ει και ενόμιζεν ό'τι το ζρ-'^ον οέν ήτο, όπως αυτός το 
ήθελε, πλήρες και τέλειον και ούτε περί του δοτέου αύτω ονό- 
ματος είχε τι όριστικόν αποφασίσει, ούτε τον Πρόλογον, 6ν 
έμελλε να προτάςη, είχε γρά];ει σκοπών να πράξη ταύτα μετά 
την τοΟ όλου ϊρ^(ου τύπωσιν, ήν ήλπιζε να φέρη ζών 6 ίδιος 
εις πέρας. Κακή μοίρα ο θάνατος άφήρπασεν αύτον, ένώ μό- 
λις εί/ε τυπο^θη το 8^^ τυπογραφικον φύλλον, ί\ δε μετά ταύτα 
μήνας ήκολούθησεν τον πατέρα εις τον τάφον καί ο πρωτότοκος 

^) Πρόλογος, σελ. ζ. ση[Α. 



αυτού υίος όστις και ει/ εν αναλάβει μετά τον θάνατον τοΟ συγ- 
γραφέως την έπιυ,έλειαν της εκτυπώσεως. 

Έκ προφορικών του αακαρίτου πατρός υ.ου ανακοινώσεων μοι 
εινε γνωστόν δτι Ό Πρόλογος 'ϊέν εαελλε νά εΐνε [χακρΌς, όιότι 
έ'λεγεν « δ, τι άλλος τις εν Προλόγω ίσως θα εγραφεν, έγω ίπροτί- 
υ.Ύ\σϋί νά έγκατασπείρω έν αυτω τω βιβλίω, ως εκάστοτε ή /ρεία 
το έ/.άλει». Και αληθώς πάαπολλαί εΐσιν αί λέξεις, ας α,ακραϊ 
συνοδεύουσιν σηαειώσεις, εν αίς περΊ πολλών και παντοίων ι,ητη- 
[χάτοίν γίνεται λόγος, δηλοΟται όέ ή έπ' αυτών του συγγραφέως 
ννώαη. Άλλ' δαως, εϊ'τε αακρΌς εί'τε σύντο[Λθς, λίαν ευπρόσδε- 
κτος Οά ήτο ό Πρόλογος, δν δ συγγραφεύς Οά προέτασσε ιχετά την 
του δλου μάλιστα έργου τϋπίοσιν και άπο περιωπής, ούτως εΐ~εϊν, 
ανασκοτ:ησιν αυτοΰ. ίλιοτι [^.0'^οΊ εκείνος ϋα ηουνατο, συντόμως 
αέν, ώς εν Προλόγω, άλλα σαφώς και δεόντως νά έξηγήση εις 
τον άναγνώστην πόθεν δρμηθεις συνέλαβεν έν νώ την συγγραφήν 
του βιβλίου, και αν ευθύς έξ άρ/ής ή σύν τω /ρόνω έπήλθεν αυτω 
ή έννοια, και εντεύθεν ί'σως έ^επήγασαν καί τίνες άνωμαλίαι εις 
τινας τών λέξεων περί την παράθεσιν τών πηγών, τών αρχαιο- 
τέρων των δποίων τινάς ίσως καί δλως αμνημονεύτους άφήκεν'). 
Οτι το Ιρ-^ζΟΊ ΰπελάμβανε χρησιμώτατον, καταφαίνεται έκ τών 
ίχΆστοίγοϋ σημειώσεων. Έν αϋτώ, ώς έν κατόπτρω, ένόμιζεν 
δτι θά καταόει/θη ή εις τά γράμματα και τον πολιτισμον έν γένει 
πρόούοζ του έθνους, μάλιστα κατά τάς δύο τελευταίας εκατον- 
ταετηρίδας, καί σύναμα ψρονών δτι ματαιοπονουσι ώς εναντία τη 
θελήσει του έθνους πράττοντες οί την κατάργησιν της νυν γραφο- 
μένης γλώσσης έπιδιώκοντες καί την έπαναφοράν εις το δημώδες 
ιδίωμα, έπίστευεν δτι πολλής /ρησιμότητος έργον ήτο ή συνα- 



^) Ανωμαλία βεβαίως πρέπει νά θεωρηθί] χαί ή έν τισι λείεσι ύ;;άρ•/ουσα παντελής 
ϊλλειψις πηγών, ήτις παρατηρείται καί έν τί) Συναγωγί) αύτοΰ τών άθησ. λέξεων. Άλ- 
λ' ώς έν τω Προλο'γω της Συναγωγής εκείνης οϋτο) καί έν τώ ΙΤρολο'γω ταύτης θά ήρ- 
κεϊτο πιθανώς ό συγγραφεύς νά διαβεβαιιόση τόν άναγνο')στην ότι καί αί λέξεις αύται άνε- 
γνοίσθησάν ποτέ υπ' αύτοϋ έν βιβλίοις. 



γωγή τοσούτου γλωσσικού υλικού, πλασθέντος, ώς αύτος άλλοτε 
εγραψεν, κατά το εν ήΐΑϊν ζών έΟνικΐν πνεύμα. Τήν αυτήν δ', 
ώς φαίνεται, ήκολούθησε και εν τούτω τω έργω αέθοοον, ήν και εν 
τγ] « Συναγωγή αθησαύριστων λέξεων»" ήραήνευσε δηλ. είτε διά 
της παραθέσεως της άντιστοί/ου φράγκικης λέξεως, είτε και άλ- 
λως, έκείνας υ,όνον τάς λέξεις, οσαι ϊγρτ^ζον κατά τήν κρίσιν του 
ερμηνείας, άφήσας τάς λοιπάς άνερα,ηνεύτους, ώς ευκόλως ουνα- 
μένας νά έννοηθώσιν. 

Ίο ίρ^^ον έξηκολούθησε μετά τον θάνατον του πρεσβυτέρου 
μου άόελφου Αθανασίου τυπούμενον και ή/θη εϊς πέρας υπο τήν 
έμήν έπίβλεψιν, εγώ ο αύτος σύμφωνα, ώς έλπίζο), προς τε το 
περιεχόμενον του βιβλίου και προς τήν έπιθυμίαν του συγγραφέως 
εόωκα αύτω και τον τίτλον. Και ή μεν λέξις Συναγωγή πλει- 
στάκις εύρηται έν αύτω τούτω τω βιβλίω, όπερ μαρτυρεί τρανώς 
δτι τοΟτο το ονο^,χ έμελλε νά οώση αύτος 6 συγγραφεύς εις το 
έργον του, δτι δε περΊ συναγωγής νέων λέξεων, ήτοι λέξεων 
νεοπλάστων, ώς αύται ύπο του συγγραφέως καλούνται, ας έδη- 
μιούργησαν ή έπλασαν οί λόγιοι του Έθνους, άπο της αλώσεως 
και εντεύθεν κυρίως ') πρόκειται, δήλον επίσης εξ αύτου χούτου 
του £ρ^(ου. Εξ αύτου δε τούτοι» του βιβλίου κατάδηλος γίνεται 
και ή σημασία των σημείων των εις πολλάς λέςεις προτασσομέ- 
νων, περί ων ούδεμίαν Ό συγγραφεύς άφήκε σημείωσιν, μέλλων, 
ώς είκος, νά κάμη και περί τούτων λόγον έν τω Προλόγω. 

Και το μεν του αστερίσκου * σημεϊον δηλοϊ, ώς και σημειοΟ- 
ται πλειστάκις οτι ή λέξις δεν εινε νεόπλαστος, άλλ' οτι έν τη 
αρχαία γλώσση έχει άλλην, ή έν τη νεωτέρα σημασίαν, ώς λ. γ. 
αί λέξεις" αριθμητής, έκδοχεύς, έκλογεύς'). Το δε του 

^) Λέγω κυρίως διότι έν τί) Συναγωγή κατε/ιυρίσθησαν καΐ λέ^ΐΐς, Ο-άρ/ουσαι 
μΐίν ηδη και έν τ^ άρ/αια γλώσστ), άλλ' έν αλλτ] σηαασία, ετι δέ και λέξει;, ας Φράγκοι 
κυρίως έξ ελληνικού ΰλικοΰ έπλασαν, έ-^ρησαντο δε ταύταις κατόπιν και "Ελληνες λο'γιοι 
παρ' εκείνων λαβο'ντες. 

'^) 'Τπάρ/ουσιν όμως και λέξεις εις ας, ώς φαίνεται, ό αστερίσκος δι' αλ)ον τινχ 
όίγνωστον προετά/Οη λογον, και ο-/ι ίνα δηλοίθη δι' αϋτοΰ δτι αΰται είνε [^.εν παλαιο'τί- 



σταυρού + σ^)[^ιεΐον δτι ή λέξις είναι νοΟογενής, εν ιχόνον 
ε/ουσα της νυν γρα^ομένης γλώσσης στοιχεΐον, τα όέ λοιπά ςένα,• 
ως λ./, αί λέγεις" άρ/ιδούξ, γ ρανιτόστοίοσις, γριππώοης, 
το δε της ίσότητος = σηαεΐον οτι ή λέ^ις είνε αέν νεόπλαστος, 
άλλ' έπλάσθη ύπο των Φράγκων, χρησιν όέ ταύτης έποιήσαντο 
κατόπιν και ποιούνται και νΟν και οί ήαέτεροι λόγιοι, παραλαβόν- 
τες την λέξιν έτοίαην, οίαι λ. /. αί λέξεις" ανατομία, οολιχο- 
κέφαλος, εθνογραφία. 'Τπάρ/ουσιν ου.ως και λέςεις αίτινες 
κατά την έ[Λήν κρίσιν, ίσως οέ και κατά την του άναγνώστου, 
καίπερ νοΟογενεϊς δεν φέρουσι προ αυτών το του -)- σηυ.εΐον, 
διότι δεν το ν^ζ.'^'^^Ί και εν τω χειρογράφω" ιοχ^το πιθανώτατα τ,^ο- 
ηλθεν έξ αβλεψίας του συγγραφέως υ,έλλοντός ποτέ κατά την 
διόοθωσιν των τυπογραφικών όοκιαίων να επανόρθωση τα τοιαύτα 
τοΟ καλάαου ολισθήματα, ένιαχ^ου όμως το πράγμα -κ^^^ύ^Κ^ι πι- 
θανώτατα και έξ έμης αβλεψίας, μη διορθώσαντος τά τυπογραφικά 
σφάλματα. 

Έν τέλει του [βιβλίου παρεθηκα πίνακα, έν ω αναγράφονται 
κατά κατηγορίας αί πηγαί άφ' ων αί λέξεις ελήφθησαν. Τοιούτον 
πίνακα υποθέτω ο τι και αυτός δ συγγραφεύς θά συνέταττεν ως 
χρήσιμον και οι άλλους μεν λόγους, ους οΙγ,ΐΆξΜ κατανοεί ο ανα- 
γνώστης, μάλιστα 6 όπως έξηγηθώσιν εις τους μη οίκείως ε/ ον- 
τάς τη βιβλιογραφία αί έν τη Συναγωγή άπαντώσαι πλεϊσται 



ραι και καταχε/^ωρισμέναι ή'δη έν τί) Συναγωγτ) των αθησαύριστων λέξεϋ>ν, άλλα [χέ 
αλλην ση^ίασίαν λ, •/_. αί λέίεις έ ξ α [α η ν ί α, έ κ κ α ι δ ε κ ά κ ι ς, σ υ ν α π ο ξ η ρ α ί- 
νεσθαι, ένδιαλύω, θρηνολογώ, όνειροριαντία καί τίνες αλλαι ο/ 1 περισ- 
σότεραι των δέκα. Φρονώ δε δτι εις ταύτας πρέπει νά συαπεριληφθώσι καί αί λέςεις 
ά ν α κ α ι ν ι σ - η ς, α υ τ ο ε ν έ ρ γ ε ι α, θ ε ο β δ έ λ υ κ τ ο ς, - α ν τ ε λ ε ύ Ο ε ρ ο ς καί 
εί' τις όίλλη ταύταις ό[α.οία, αί'τινες -ιθανώτατα έξ όλισθ/ίαατος καλάιχου δεν έ•/ουσι προ 
αυτών το τοΐί αστερίσκου σηαεϊον ώς αί ανω [χνηαονευΟεΐ^σαι, καίπεο επίσης έν τη Συνα- 
γωγτ) τών άΟησαυρ. λέξεων κατακε/ωρισαέναι. Καί αλλαι δέ τίνες δ[Α0)ς λέξεις υπάρ- 
χουσιν, εις ας ό αστερίσκος προετά/Οη ί'να δηλωθτ) οτι αί αΰταΐ λέξεις άνεγνώσΟησαν 
μεν καί εις παλαιοτέρους συγγραφείς κατόπιν, άλλα δεν ε/ουσι κατα70)ρισθη έν τη Συνα- 
γωγή άΟησ. λέξεων, οιαι αί λέξεις αυταπόδεικτος, ά ρ ■/ α ι ο λ ογι κ ώ ς , δια- 
κοατητικός καί τίνες αλλαι επίσης δ/ 1 πολλαί. 



θ' 

συντοαογραφίαι. Διότι αναγράφονται [α.έν έν πολλαΐς λέξεσιν άλ- 
λοτε αέν τζΧ-ίΐρίστερον, άλλοτε δέ ολόκληρα τα των συγγραφέων 
και πηγών έν γένει ονόαατα, άλλα και πολλάκις ούτω συγκε- 
κομαένα έΰέροντο ταύτα έν τω '/ειρογράοω και ούτω συγκεκου.- 
αένα κυρίως '/άριν οικονοαίας /ώρου καΐ έτυπώθησαν, ώστε αδύ- 
νατον να μαντευΟώσι παρά του άναγνώστου του μη οίκειότατα 
τζροζ το βι^λίον έχοντος. Τινές οϊ τών πηγών και δλως ακατάλη- 
πτοι θα έμεναν, ει μη κατά τίνα άγαΟήν τύ/ην δέν ήσαν έμοί 
γνωτται ώς εκ της μετά τοΟ συγγραφέως συμβιώσεως. Ου/ ήτ- 
τον /άριν ακριβείας οφείλω νά προσθέσω οτι ελλείψεις τινάς πεοι 
την άναγραφήν τών παραπομπών πιθανόν νά εύρη ό αναγνώστης, 
αλλά ταύτας όλως ασήμαντους, προελΟούσας όέ εΓτε έ^ ^'^^ί 
αβλεψίας ε?τε και έξ αγνοίας. 

Ώς ο' έν τω κειμένω της Συναγωγής ούτω και έν τοις πίνα- 
ςιν έσημειωΟη τ::/})^ τοις ονόμασι τών λογίων ή τοις τίτλοις τών 
βιβλίων και 6 χρόνος καθ' δν έξεοόΟησαν τά βιβλία ή τά όιάφορα 
έγγραφα και δημοσιεύματα, άφ' ων ελήφθησαν αί λέξεις" άλλ' 
ώς έπι τ^ πλείστον συμπίπτει δ γρόνος της έκόόσεως τών έργων 
προς τον γ^οό-^ον καθ δν συνέγραψαν οί λόγιοι, ων αναγράφονται 
τά ονόματα, σπανίως όε συμβαίνει ν άναγράφηται έργον τι οχ ι 
κατά το έ'τος καθ δ έξεόό,θη το πρώτον ΰπο του συγγραφέως, ου 
και το όνομα συμπαρατίθεται, άλλα κατ άλλο μεταγενέστερον 
τυ/Όν μετατυπώσεως. Και τά μεν της ληξάσης έκατονταετηρίδος 
ετη δηλοΟνται σ/εδον πάντοτε δια δύο μόνον ψηφίων, π. Χ. τά 
έ'τη 1802, 1835, 1895 διά μόνον τών ψηφίων 02, 35, 95, τά 
δε τών άπο αλώσεως μέ/ρι της ΙΗ'^ έκατονταετηρίδος αναγρά- 
φονται είτε 6λόκληρα ώς 1520, 1ϋ95, 1725 εΓτε και συγκεκομ- 
μένα ώς 520, (395, 725. Χάριν δε συντομίας έν τω πίνακι παρά 
τά ονόματα τών λογίων έσημειώθησαν ού/ι ολα κατά σειράν τά 
ετη, καθ' α ούτοι έν τη Συναγωγή αναφέρονται, άλλα μόνον 
ούο τά κυριώτατα, το άφ ημών δηλ. ά-ώζερον και το ήμΐν 
πλησιέστερον. ^ 



Κα•. τοσαυτα αέν έγώ άντι -ζ'^''Κ'^γ^'Λ ν,/ο'^ να ττροτν.^οο τ/;; 

βίβλου. Εύ'/Ο(χθ('. ο' οίτως το έργον ά-οοη ώρέλιαον τω ΕΟνει, 

υπέο ου ιλΟ/Οο•.: αακροϊς καΊ ταλαιπωρίαις έ^εττόνησεν αυτό ό 
συγγραφεύς. 

Έν Ά6>να'.: ΤΛ 1 Ιουλίου 1900. 



Π. Σ. ΚΟΤΜΛΝΟΪΑΗΣ. 



Α 



ά€άθενα, ή. ^. Ν. Βερν. 68. — Μ. 

Ευαγγελ. 88. 

ά^αθμολόγητος, 2. Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 
— Ν. Κοντ. λεξ. 89. —"Αγ. Βλ λεξ. 97. 

ά&ακωτός, 3. η• έ'μπεοο; όλμος, ό. Γαλ. 
ηιΟΓίΐβΓ 3. ρ1α<^ϋβ. Όνοα. ναυτ. 58. — 
Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

ά^απτιστόσαρκος, 2 (!)' Δ. Γουζίλ. 07. 

^Α&άραρχος. ό• άρ•/ων των Αβάρο^ν. 
Δαν. Φιλι-τ:ίο 

^Α€αροσλανοι, οί Κ. Παπαί^ρηγόπ. εν 
Πανδ. 57 

αβάσιμος, 2. Ιωσήφ, άρ-/[αανδρ. της εν 
Λειψία Έλλην καπελ^λας 22. — "Εγγραφ. 
ενοριτών της έν Φιλιττ-ουπόλει Άγ. Κυ- 
ριακής 58. — Θ. Γ. Όρφ. 58. —Ν. Κοτζ. 
58. — Άλ. Καραθεοδ 64. — Π. Καλλιβούρσ. 
71. — Γ. Κωνσταντινίδ. Μακεδ. 74. — Τ. 
Νερ. — Μ. Ν. Ταταρ. 84.— Ν. Κοντ. λεξ. 



89. — Δίον. Ηλιακό::. 92. — Ίω. Ν. Σβορ. 
96 —Π. Καρολίδ. εν Άκρ. 16 Φεβρ. 97. 
— Άγ. Βλ. λεξ. 97. — άβασιμωτάτη ε'ί- 
δηαις. Άκρ. 18 Αύγ. 97. — Ά-εδοκιμά- 
σθη ή λε'ξις τω 1835 ύττό Σκαρλ. Βυζ. "Ιδε 
δμως την εις την λεξ. άθανάσιμος σημείω- 
σίν μου. Πρβλ. δε κα\ άβάσιστος 

ά6ασίμότης, ή. "Αστυ 3 Ιούν. 94. 

α€ασίμως, Ιπί3. 'Ακο. 24 Όκτ. 87. — 
Παλιγ. 11 Αύγ. 89. —• Αγ. Βλ. λεξ. 97. 

ά€άσιατος^ 2. Ν. Κατραμ. 54. — θ. 
Άφεντ. 79. — τό άβάσιστον. θ.'Αφεντ. 54. 

άΘαστάατως, ε-ίρ. Δ. Γουζ. 07. 

ά€§αεΐον, τό. Γαλ Αΐιΐ^α^β, θηλ. Γερμ. 
Α1)ΐ6ΐ. Στ Ξεν. 89. — Π. Καρολίδ. 91. 
= Ά€§ασίδαι οί. Γαλ. Α1)1)&8δϊάβ8, κα- 
λίφαι ''\ραβες, οΊ ί~•> του '.\ββάς, θείου του 
Μωάμεθ βασιλεύσαντες άπο 750 μέχρι 1258. 

^ Α6δελλίδης, ό' ον κύρ. οίκογεν. (*) 



(*) Κατεχωρίσαμεν εν ττ Συναγωγή ταύτη 7:ερ"ί τά 400 τοιαύτα νεότευκτα έν τώ 
καθ ήμίΐς αιώνι ονόματα ( οσα δηλ. ημείς ήδυνήθημεν να συλλεξωμεν), τά -ροελθόντα £κ 
ζήλου κα\ αγάπης προς τον άρ/α'ίον 'Ελληνισμόν. Γνιοστόν δε, ό'τι τον ζήλον τούτον κα"Ί 
την άγάπην μάλλον ενεφηναν τά συγχρόνως άρξάμενα νά λαμβάνωνται Ικ της αρχαιότητος 
ώς βα πτ ι στ ι κ ά, τά Όδυσσεΰς, Άχιλλεύς, Πηνελόττη, "Ομηρος, Χαρίλαος, Λεωνίδας, Θε- 
μιστοκλής, Επαμεινώνδας, Περικλής, Σωκράτης, Φαιναρε'τη, Πλάτων, Αριστοτέλης κτλ. & 
πρότερον επί μαχρούς αιώνας είχαν πεση εις ιάχρηστίαν ώς ειδωλολατρικά. Κα"Ί την μεν 
άνεμφάνισιν τούτων εις τον βίον, επειδή οί καιροί είχαν άλλάξη, ούδε\ς σχεδόν ή πάνυ 
ολίγοι ετόλμων νά κατακρινωσι, περ\ δε των νεότευκτων των ώς οικογενειακών 
εισαγομένων με κατάληξιν άρχαίζουσαν, οί δυσχεραίνοντες προς παν νέον κα\ μόνον τά έκ 
προτέρας συνηθείας επαινοΰντες, έλεγαν συχνά άνευ λόγου• «τά εις ίδης κα\ άδης κα- 
τεργαρε'ων εισιν ονόματα.» θαυμάζοί δ' Ιγώ κα"ϊ απορώ τοΰτο ιδίως, πώς τίνες τών ήμΐν 
συγχρόνων κατεδε'χθησαν κα\ καταδέχονται, τό ίδης μόνον κα"Ί τό ά δ η ς προστιθε'ντες 
εις ξένης λέξεως σώμα νά λέγο;νται βαρβαροϋώνως• Κ,απλανίδης, ΛΙπαλντουρίδης, Χουρμου- 
ζιάδης, Κριεμάδης, Μπουρζουκίδης, ΙΝΙπουφίδης, Καρακατσανίδης, Μουντζουρίδης. Πολύ 
κα/.λίτερα τή άληθεία τά αυτόχρημα Τουρκικά Άζάτη^ς, Ασλάνης, 'Αλτηναλμάζης, Γκαζέ- 
'^Ίί. Γκι,ουμουσγκερδάνης, Μπαλτατζής, Ζαήμης, Ζεγγίνης, Ντεμερτζής, Ίπλικτσης, Ζου- 

[Χ] 



*Α€δηριάς 



'Ά&ραξάς 



^Α€δηριάς, ή• ό'ν. ποιήματος στάλε ντος 
εις τον αγώνα του 1869. 

Ά^δηριτίδαι, οί. Δ. Ν. Βερν. 

'Α€δηριτιχώς. Άκρ. 20 Φεβρ 91. 

^ Α^δηριτισμός^ ό. Λ. Κοντ. λεξ. 89. — 
Σ. Π. Λάριπρ, 95. — Γ. Π. έν "Αστε ι 14 
Ίουν 96. —Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

"Ά^δηριτολόγιον, τό. (κατά το κοιν. 
σκυλολόγι). Άκρ, 9 Δεκ. 94 

"Ά^δηριτοΰπολις^ ή. 'Ε(ρ. Φεβρ. 94. 

ά^δηριτοϋσθαι. άβδηριτώθησαν. '.Ακρ. 
27 Δεκ. 97. 

α6ε§αίωτος, 2. Α. Ρ. Ραγκ. — Άκρ. 3 
Ίουν. 94. 

ά^ελτίωτος^ 2. Τηλε'γρ. 

^Α&ερώφειος^ 2. ( σ/ολή των Ευελπίδων 
εν '.\θήναις, κα\ Έφηβείον αυτόθι ( ουλακα'ι 
οηλ. εφήβων.) κα\ Γυρινάσιον κα\ Παρθενα- 
γωγεων έν Αλεξάνδρεια, πάντα ταΰτα /ορη- 
γι'α του ίζ Ηπείρου Γ. Αβε'οωφ, ως κα'Ί ή 
άνακαίνισις του Παναθηναϊκού σταδίου.) 
'Ακο. 6 Ίαν. 90 και 22 Όκτ. 92 κα^ι 28 
Μαίου κα\ 15 Σεπτ. 94. — Έστ. ίψ. 14 
Μάρτ. 95 — Πρωία 17 Μαίου 97. 
Πρωία 17 Μαίου 97. 

^Α^ερωφΐτις, ή. « 'Αβερωβίτιδα πάσ/ει ή 
Ελλάς». ".\στυ 8 Άπρ 96. 

^Α§ηασινία, ή. Κ. Οικ. 30. — Σκαρλ. 
Βυζ. £ν Πανδ. 51. — Ου:ω γραπτε'α ή λεξ. 
(κα\ κατά τον ιατρον Παρίσην\ κατά τδ 

'Αβασσινδς των Βυζαντινών κα\ τδ Η&1>6θ1ΐ 
των Αιγυπτίων. "Ιδε Καθημεριντ,ν 2 Φεβρ. 
88. — Αΐ5β88ίηϊβιι ε~/ει κα\ τδ ΟοηνβΓδ. 
Ι,βχ. του ΒΓθθ1ΐ1ΐαΐΐ8, 88. — Έσ/άτως δέ 
είδα εν τω παρ' ήμίν Έγκυκλ. λεξ του 
ΒδΓΐΙΐ καΊ ΗΪΓδί, έν άρθρο^ του Π Καρο- 
λίδου γραφην 'Αβησσ υ νία, περ\ ης γραφής 
δ'ϊν αποφαίνομαι ώς αναρμόδιος 

^Α^ησσινιαχός, 3. Έν Ήμιΐί'ύλλω 'Ακρ. 
17 Μάρτ. 96 άν-γνων και 'Αβισσινια- 
κδς κα'Ί 'Αβ ι σσιν ι κ ό ς. 
Ά€ησσινοδίφης, 6. 'Ραμπ. 4 Σεπτ. 88. 



'Α€ησσινοί, οί. Έφ. — 'Ανεγνων έν. Ήμ. 
ούλ. Άκρ 17 Μάρτ. 96 κα'ι 'Αβυσσίνιοι. 

ά€ιομηχάνητος^ 2. ( το'πος ή Ελλάς). 
Φ. Β. έν Άκρ. 12 Δεκ. 94.— "Ιδε χα\ 
τδ έξης• 

ά€ιομήχανος, 2. Σπ. Τρικούπ. 60. — 
Άκρ. 19 Αύγ. 91. 

^ Α^ιταλι^ίδης , ό ό'ν. πατρωνυμικών 
(•=υίδς του Άβι-ΤαλΊβ) ό χαλίφης Άλτ|ς. 
Ίω. Καρολίδ. 84. 

'Α6λα€ίδης, ό• ον. κύρ. οίκογεν. 

ά€ληχρότης, ή. Εύγ. Βούλγ. 

ά€ολιδοσκόπητος, 2. Α. Παπαδιαμάντ. 
έν Έστ. 17 Ίαν. 93. — Αγγελία τις περ\ 
εκδόσεως τϊίς Κολάσεως τοΰ Δάντε, 94. 

ά^ολίδΐοτος, 2. ( πυριτοβολαί, φυσίγγια, 
ίι καΐ άσοαιρα λέγονται). Γρ. Χαντσ. 70. 
— Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

α§ομ€θς, 2. Δ. Γουζ. 07. 

ά€ορ€όρωτος. 2. Άκρ. 

ά€ονλεντος, 2. Άκρ. 20 Ίαν. 96. 

ά^ονλησία, ή. « έν περιπτώσει άβουλη- 
σίας η αδυναμίας της Τουρκίας». Άκρ. 5 

Νο. 95. 

ά€ονλΐΗΟς, 3. ( ψυ/ικα\ παρενοχλήσεις) 
Α. Γ. Μαυρουκάκης έν Άστει 22 Ίουλ. 94. 

Ά&ρααμίδαι, οί. Κ, Κοντογ. 44 — Δ. 
Χαντσ. 

ά€ράγχια, τά. ( ζωολογ.) Π. "ίαρ. 

ά^ραχος^ 2. κοιν. άβράκωτοι?, Γαλ. 3&η3- 
οιιΙοΚθ. Σ/. Αεβ. λεξ. 61. 

ά^ρακοοτίδες ήμέραι, αί Γαλλιστι 83113- 
€α1θί1;ίάβ9, αί παραπληρωματικα\ τοΰ δη- 
μοκρατικού ένιαυτοϋ των Γάλλων, αί θε- 
σπισθεΈσαι τω 1793 ώς εορτάσιμοι. Ε. Α. 
Σΐμ. 47. — Δια τι δεν ήξιώθη αναγραφής ή 
λέξις έν τοις Αεξικο"ΐς τοΰ Ν. Κοντοπούλου, 
89 κα\ τοΰ Άγ. Βλά/ου 97 •, 

^Α€ραμιάδ•ης, 6. ον κύρ. ο'κογεν. 

'Α^ραξάς, οί επώνυμοι τοΰ θεού της έπ\ 
Τραϊανοΰ κα'ι Άδριανοΰ άναφυείσης αίρέσεως 
των Βασιλιδιανών, παριστανόμενοι έπι ψήοων 



λούμης, Καρατζάς. Σιαχίνης, Σακαλής. Σαρής, Ίντζές, Χαστας, Κοτζι,ας, Φουντουκλή 




σκος, Καρακάσσης. Κοραμί/ος, Καραμούζης, Καραστάθης, Καρατάσσος, Ντεληγεώργης, 
ίΝτεληγιαννης κτλ. Εχουν καν ταΰτα λόγον υπάρξεως τον ίστορικδν γενικώς, οτι εισέφρη- 
σαν εις την πολύπαθη ημών πατρίδα μόνα των, χωρΊς νά τά ζητήσωσιν άνδρες όπωςδή 
ε γραμματισμένοι, φρονοΰντες, οτι τδ ί δ η ς προστεθέν εξαλείφει μουντζούρας κα'ι άλλα 



πο 
κακά 



[2] 



Ά€ραξασια6ς 



άγαθογνώμουν 



ώζ άνδρες άλεκτοροκί'φαλοι, ΰφι.ό;:οδες, μετά 
της επιγραφής 'Ιαώ - Άβραξάς συνοδευόμε- 
νοι" δε και υπ' άλλων τινών συμβόλων. 
ώστε διακοίνονται και ε!ς Άβραξοειδεΐς κα\ 
Άβραξαϊστάς. Α Ρ. 'Ραγχ. 66, εν Ιστορία 
της άρχαία^ καλλιτε•/νίας, τόμ. β . σελ. 178. 

Ά€ραξασιχός^ 3. (σύμβολα.) Άθ. 'Ρου- 
σόπ. εν Πανδ 1 Ίαν. 66 

ά€ραχίονα νή-ια, τά. Άγαθάγγελος, 
πρώην Καισαρείας της Φιλίππου, εν τινι αγ- 
γελία περ\ μελλούσης εκδόσεως συγγράμμα- 
τος του τριτόμου, εν Τεργέστη, 41, δ "ίσως 
ουδέποτε εξεδόθη. 

ά^ρεπίδερμος, 2. Άκρ. 8 Δεκ. 85 

ά€ροδάπανος^ 2 Στ. Ξε'ν. 87. 

ά^ροδαττάνως, επίρ. Στ. Ξίν. 

ά€ροδιαιτισμός, ό ι!) Άκρ. 13 Ίαν. 93. 

ά^ροέπεια, ή Άκο. 16 Δεκ. 88 κα\ 14 
Μάρτ. 94. 

άζροεσιής. 2 Έφ. 

ά&ροζνμωτος, 2 Άστυ 19 — 20 Αυγ. 91. 

ά€ροχέφαλος^ 2. (ποιηταί.) Άκρ. 30 
'Απρ 93. 

ά€ρόκοσμος, 6 Μ. εν 'Ακρ. 14 Αύγ. 
94. — Πρβλ. τρνφερόκοαμος. 

ά€ρόλεπτος, 2. Άκρ. 14 'Απρ. 93. 

άέρόλε-υκοί, 2. (δέρμα ) ηΈ-ώ.» 10 Ίαν 
87. — Λ. Κ. εν Άστει 30 Ίουλ. 94, ενεπι-.^. 

ά€ρολογία, ή Δ. Ν. Βερν 66. 

ά€ρολόγος, 2. Ν. 1. Σαρ. 66. — Άκρ. 
19 Σεπτ. 88. 

άβρόλουτοί, 2. (σάρκες.) Ακρ. 23 Ίουλ. 92. 

ά^ρόπλαστος, 2. (σώμα.) «Έφ.» 3 
Μαίου 89. — Ίω. 'Αοσεν. εν 'Ακρ. 26 
Άπρ. 98. 

ά^ρόπνονς, 2 . Έπαμ. 'Αννιν. 83. 

ά€ροποίησις, ή" το ποιε'ΐν τι άβρόν. Έστ. 
εφ. 29 Ίαν. 96. 

ά€ροηρεπέστατος, 3. Νε'α εοημ. 11 
Σεπτ. 85. 

άζροττρόαωπος, 4. Γ. Π. εν Άκρ. 26 
Άπρ. 95. 

&€ρόσαρ>ίος,'2. Χρ. Νικολαίδ. 46. 

ά€ροσταγώς. Στ. Ξεν. εν Βρετ. άστ. 11 
Μάρτ. 92. 

άΘρότεχνος, 2. "Αστυ 18 Ιαν. 94. 

άΘροτικός^ 3. Π. Χιώτ. 

ά€ροτονίνη, ή. (/ημ ) Γαλ. δΕΠίοηΐηο. 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

ά&ρότροπος^ 2. Άκρ. 8 Δεκ. 85. 

ά€ροτυπία, ή Νε'α έφ. 5 Μάρτ. 91. 

ά€ροφρόνως Άν. Κουλουρ. — Σ. Α. Κ. 
81. — Άγ. Βλά/. λεξ. 97. 

ά€ροφροσννη^ ή. Αμερόληπτος τις εν 



ουλλαδίω περ\ Θράκης, 60. — Έπαμ. Δε- 
ληγεώογ." 63.— Ν. 1. Σαρ. 64 —Ι. Περ- 
βάν 64. — Άγ. Βλά/. λεξ. 97. 

ά^ρόφρων, '2. Γ, Σταυοίδ. 60. — Άθ. 
Πετσάλ. 63.— Άγ. Βλάχ. λεξ. 97. 

ά&ροφνΐα. ή. Στ. Ξεν. εν Βρετ. άστ. 14 
Μάρτ. 92. ' 

ά^ρόφνλλος, 2. 90. 

ά€νσσαλέος, 3. Φλόξ, 80. — Χαρ. Άννιν. 
81. — "άουσσαλεωτε'ρα αβύσσου αυξησις». 
Άκρ 9 Ιαν. 94. — Πρβλ άβνσσώδης. 

^Α€νσσινίδες^ αί. 'Άστυ 24 Φεβρ. 96. — 
Άλλ' 'ίδε Άβηοσινία. 

^Δ€υσσινομανία, ή. Άστυ 7 Σεπτ. 86. 

Ά^νσσινόφιλος, 2. Άστυ 2 Φεβρ. 96. 

ά^νσσόσπλαγχνος, 2. (πελάγη) Π. 
Σοΰτσ. 

ά€υσσοειδής, 2. Βήτας έν Άστει 6 Ίουλ. 
96. — Πρβλ. άβνοαώδης. 

ά€υσσόω-ώ. Δ. Πανταζ. 69. — αάβυσσό- 
νονται τά οικονομικά της Ελλάδος•). «Έφ. β. 
29 Μάρτ. 90. 

ά€νσσώδης, 2. Ά/ Παράσ/. 
4- άγαδοκρατεΐσθαι. Άκρ. 13 Φεβρ. 96. 

^ΑγαθαγγεΙικώς. Ίκ Γ. Λάτρ. 55. — 
'Ιδε τά έξης δύο. 

^Αγαθαγγελισμοί, οΊ. "Αστυ 24 — 5. 
Άπρ. 93. 

^Αγαθαγγελισταί, οί πιστεύοντες ε•ς τους 
διαβεβοημενου; /ρησμοΰς ή οπτασίας Αγα- 
θαγγε'λου τινός, τους συγγραφε'ντας δήθεν 
το 1279 μ. Χρ. έτος, διαδοθεντα? δ'μως -/ει- 
ρογράφως παρ' "Ελλησι πρώτον περ\ τους 
χρόνους ^,ς αυτοκρατορίσσης Αικατερίνης 
Β'. της Ρωσσίας κα\ διαλαμβάνοντας άλλα 
τε κα\ περ\ χαταλύσειος του ΤουρκικοΟ κρά- 
τους. Άλ. Σοϋτσ 39. — "Ιδε άρθρον Άγα- 
θάγγελος έν τω νέο) Έγκυκλ. Λεξικω, τω 
έν Αθήναις έκδιδομένω. — "Έτι δε περ\ του 
πρώτου συγγραφέως των χρησμών ΐδε κα\ τα 
υπό Κ. Σάθα έσχάτιυς έν «Άθηναι κα\ Βυ- 
ζάντιον» σελ. ρη'. — ρθ'. γεγραμμένα. "Εκ- 
δοσιν δε οπτασίας άναγράφομεν μίαν, την 
έν έ'τει 1865 έκ του τυπογραφείου Ν. Πάσ- 
σαρη είς 16ον, έ'χουσαν καΙ διαφόρους γρα- 
φάς έν υποσημειώσεσιν. 

άγαθηγέτης. 6. Γ. Σερ. 

'Αγαθίδης, 6. ον. κυρ. οίκογεν. 

άγαθόανδρος σύνοδος ή. Δ. Γουζελ 07. 

άγαθό&ιος, 2. Π. Χιώτ. 59. 

άγαθο€ουλία, ή. Β. Σ. Μαρκεζίν. έν 
Ίίστ. έφ.3 Δεκ. 95. 

άγαθογνώμων, 2. ΙΙλ. Ε. Δρακ. έν 
ΙΙαρν. τεύχ. Σεπτ. 93. 



3] 



^Αγαθοδαιμονιχός 



άγγειο&ριθής 



Άγαθοδαιμονικός, 3. (σύμβολα.) Άθ. 
'Ρουσό-. εν Πανδ. 1 'Ιαν. 66. 

άγα'&οδοζία, ή εν χμ άνθρωπο). Γαλ. 
ορίϊηιΐδπιβ ά&ηε Γ Ιιοπιηΐθ Ήρ. Κ. Βα- 
σιάο. 85 

άγαθοεργικός, 3. (ομάδες.) Στ. Ξί'ν. £ν 
βρετ. άστ. 21 Φεβρ. 92. 

νάγα•&οεργ ο ν μ ε ν ο ι και συνδρ α μ ό- 
μενοι έν Έρμου-ίίλει » Άκρ. 17 Ιουν 
94. — Όποια ^ξ ακολασίας εφημεριδο- 
γραφικϊ|ς κατά^ρησις παλαιών ρημάτων 
κα"ϊ τύπων ! Το συνδρ ά μ ω δε άπο πολ- 
λών δεκαετηρίδων 'πά.ει γόνα κατ' Ινε- 
στώτος ■/ρό'^οχ) /ρησιν . . 

αγαθοεργίας. «Έφ.» 10 Φεβρ. 90. 

άγαθοθελώς. Γ. ΙΤαγίδ. 81. 

άγοθοθνμία, ή. Φίλ. Ίιο. έν ΦυσικιΓ 
δικαίω εκδοθίντι υπό Λ. Οίκ. 

άγαθολογία, ή Π. Βραιλ. 62. — Χρ. 
Παπαδο'π. — Μ Εύαγ. 

άγαθοηιστία. ή. Φίλ. 'Ιω 58. — "Έφ. > 
11 Μαίου 90. - "Αστυ 17—8 Όκτ. 91. 
.- Πρωία 8 Σεπτ. 96. Άγ. Βλάχ. λεξ. 97. 

άγαθόπιστος, 2. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 

Παλιγ. 3 ΙΜαοτ. 87.— Σπ. ίΐαγαν. εν 
'Εστ. έφ. 4 Φεβρ. 95. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άγαθοπίστως. Λεξ. νομοτεχν. 40. — Σπ. 
Παγαν εν 'Εστ. 29 Αύγ. 93. — 'Εστ. εφ. 
25 ΐΜαίου 94. 

άγαβ^οπόνηρος^ 2. 'Ακρ. 20 Ίουν. 87. 

^ΑγαϋΌτιούλειος, 2. Κφις εν Έστ. έφ. 
1 Ιαν. 96. — Γ. Π. εν Άστει 7 Μαίου 
96.— Άκρ. 8 Ίουλ. 96 — Ίδε τά έξης 
τέσσαρα. 

"ΆγαθοπουλίΗος., 3. ^εξυπνάδα κτλ.) 
Πρωία 22 Σεπτ. και 3 λο. 97. 

Άγαθοπουλισμός, 6. ευήθεια, βλακεία 
κατά πλαστόν τι όνομα έν κωμ(οδία, το του 
Άγαθοπούλου. ..'Εφ.» 29 Μαρτ' 88. 

^Αγαθοστουλΐτις, νόσος, ή. οΈ(ρ » 22 
Ίουλ. 90. 

Αγοθόηονλος . ό' όν. πλαστόν εν κω- 
μωδία. 

άγαθοπροαίρετος, 2. Εύγ. Βούλγ. — 
Ιώσ. Μοισ 

άγαθόστρνφνος, 2. (ΰφος άνθοώπου.) 
Άκρ. 9 Φεβρ. 89. 

άγαθόφρονες, 2. Κ Κούμ. — Α Μού- 
στο ξ. 

Αγαθόφρων^ ό όν. κυρ πλαστόν του 
προ του 1821 λογίου ανδρός Κωνστ. Νι- 
κολοπούλου, εν Παρισ οις ζώντος. 

άγαθόψυχος, 2. ο'Εφ » 30 'Ιαν. 95. 

άγαθώνυμος, 2 Θ Άφεντ. 79. —Ώς 



κύρ. μόνον όν. κε"ίται εν το'ίς Λεξ. της 

άρχ•γλ• 

άγάχροτος, 2. Άπόστ. Άρσάκ. έν 'Ερμτ 
λογίο3. 

άγαλλίφωτος, 2. Άκρ. 15 Μάρτ. 94. 
ένθα "ίσιυς έγράφη έν σημασία του μη έχον- 
τος Γαλλικά φώτα πολιτισμού. 

άγαλμάτινος, 2. (εικών.) Παν. Πετρίδ. έν 
Πανδ 1 Σεπτ. 65. 

= άγαλματογραφία, ή. (τών αρχαίων 
Ελλήνων.) Κίβηζβ 

άγαλματοειδής, 2 Ίω. Καρασ. — Παν. 
Πε-τρίδ έν Πανδ, 1 Σεπτ. 65 

άγαλματο•&ήκαι, α: Παλιγ. 11 Μαρτ 94. 

άγαλματοκόσμητος . 2. "Ελλην έν Άκρ. 
4 >Ό. 92 

άγαλματολατρεία, ή. Σ. Α. Κ 45. 

άγαλματόλιθος. 6 κα\ παγοδίτης. (όρυ- 
κτολογ.). Άν. Κορδ. 88. — Κ. Π. Λάμπρ. 
95. — Χρ. Τσούντ ΐν Εφ. Άρ/. Άθην 97. 

άγαλματοχρωμία, ή. Κίβηζβ. 

άγαλματώδης, 2 κάλλος, σάρκες.) Έφ. 
91.— •Ρ. έν 'Ακρ. 24 Μαρτ 94. — Γ. 
Τυπ. Κοζάκ. έν Έστ. είκονογρ. 12 Μαρτ 9ά. 

Αγαμίδης^ ό' όν. χύρ. πλασιόν έν διά- 
λογοι του μακαρίτου Ν. Λούκα αξιανάγνω- 
στα) προ της Αισχίνου του Σωκρατικού εκ- 
δόσεως, 14. 

άγάμως. '.Ακρ. 8 Όκτ. 91. 

άγαναχτησία. ή Άκρ. 9 Ίουλ. 88. 

'άγανόμματος, ω^ αν είποι τις, το άγα- 
νοβλεφαρος». Α. Γ. Κωστομοίρης 87. 
^άγάρ-άγάρ. «Μο\ έπεδειξεν ό έν Βο- 
νωνία καθηγητής της παθολογίας Τϊζζοηϊ 
τά μικρόβια πολλών νόσων, & έκαλλιεργει 
κα\ διετήρει έπι αγά ρ αγά ρ, ή πηκτής». 
θ. Άρετ. 88. — Το ούτω καλούμενον 
προϊόν είναι της Κίνας κα\ Ιαπωνίας• είδε 
κα\ ή λέξις έκε"ίθεν, αγνοώ. 

άγαριχο€όρον . τό' είδος εντόμων. Σκαολ. 
Βυζ. 

άγαριχοειδής, 2. (φυτολογ.) Σκαρλ. λ. 
έν ερμ. 

άγγάρενμα, τό. Π. Σοϋτσ. — Ν. Κοντ. 
λ 89. —Λ. Βλ. λ. 97. 

άγγαρεύσιμος, 2. Άνιτολή. — Παλιγ• 

— Άνατολ. έτ^ιθεώο. — Ν. Κοντ. λεξ. 89. 

— Α. Βλά-/. λεξ. 97. 
άγγαρευτικάς, 3. 'Ακρ 2.ό Μαρτ. 87. 
άγγαρομισθία, ή. Άπ. Κλαύδ. έν Έστ. 

έφ. 16 Αύγ. 94. 

άγγειο§ρίθεια, ή. (ίατρ ). Δ Πετρίν. 

άγγειο€ριθής, 2. (ιστός). — Πρβλ. αγ- 
γΒίοπληϋής . 



[4] 



αγγειογνωσια 



"ΑγγλΙς 



αγγειογνωσια, ή. Γερμ. νΗββηΙίαηάθ. 
Όνομ.«σχ'.•/.όν Γιαννούλη και Χ. Βέρου. 
άγγειογραφήματα, τά. Λ. Λ. Βερν. 67. 
αγγειογραφία, ή. Γρ, Γ. Παπαοόπ 46 

— Π. Καβοαο. 84.— Θ.Σοΰούλ. - Λ. Φίλ. 

— Κ. Δ. Μυλ. 94. 
άγγειογραφιχός. 3. *ΑΘ. Σ. Κουμ. — 

άγγειογραφίκτ,, ή. (τΕ-/νη.) Άλ. θ. Φ'.- 
λαδ. 96. ' 

αγγειογράφοι, οί. Π. Καβοαδ. 84. — Χρ. 
Τσούντ. - Λ. Φίλ. 89. — Κ. Δ. Μυλ. 94. 

άγγειοθραύστης, 6. "Έφ.» 20 ΙΝΙαρτ. 87. 

άγγειόχαρπος μύκης, ό. Δ. Κουτσομητότ:. 

άγγειο*ίΐνητικός 3. (νεΰρα.) Γ. Καρα- 
μήτσ. 79. — ".\τ:υ 1 '.\-ρ. 94. — Άκρ. 
14ιΜα•ύυ 94. 

αγγειοχρνπτόγαμα φυτά, τά. Σπ. ΐΜηλ. 

— Κ. Μη-σό-. — Έγκυκλ. λ. — Α. Βλά/. 
λεξ. 97. 

άγγειολενκΐτις, ή. Α. Ν. Α. εν Έγκυκλ λ. 

* αγγειολογία, ή. (εν τή Ιστορία της αρ- 
χαίας τέχνης). Α. Ρ. 'Ραγκ. 46. — Γ Ά- 
ναστατ^π. 83. Έν τοΙς Λεξ. της ίργ. 
γλ. ή λίξις έ/ει οίλλην σημασ. 

αγγειολογικός, 3 Γρ. Γ. Παπαδόπ. 46. 

άγγειολόγοι, οί. (Ιν τη ίττορία τής αρ- 
χαίας τέχνης). Άλ. θ. Φιλαδ. 96. 

*άγγειομεμ€ράνη, ή. (άνατομ.) Δ. Α. 
Μαυροκορδ. 36. 

άγγειοηλαοτεΐον, τό. Ξ. έν Νέα Πανδ. 
15 Φεβρ. 53. — 'Αγ. Βλάχ. λ. 97^ 

άγγειοπλαατήρια, τά. 'Ακρ. 30 Νο. 93. 

αγγειοπλάστης, 6 Χρ. Τσούντ. 85. — 
Σ. Α. Κ. 87 — θ. Πατζαδημητοακό-. 89. 

— Α. Βλάχ λεξ. 97. 
αγγειοπλαστική, ή. ίτέ/νη.) Αίμ. Νον. 

73.— Στ. Ξεν. — Άλ. Θ. Φιλαδ. 96. — Α. 
Βλ. λεξ. 97. άγγειο-λαστικά είδη μαϊολικης, 
[εκ τής μεγίστης των Βαλεαρίδων νήσων 
Λ1 α γ ι ώ ρ κ α ς παρωνυμούμενα]. Εστ. 
Έφ. 24 Μαίου 95. 

άγγειοηληθής, 2 Γ. Καραμήτσ. 79. 

άγγειοπλύτης, 6 κατώτερος μάγειρος. 
Γαλ. ΐϋ&Γπηίοη. Γ Θεοχαρό-. 34. 

άγγειοποιός, 6. Ξ. Λάνο 40. 

άγγειοστόμιον, τό. Τ. Ε. Δρακ'. 49. 

άγγειοσυσταλτικώς Ρ. Ν. Β έν'Εγκυκλ λ. 

άγγειώματα, τά. (ίατρ.) 'Ιούλ. Γαλβ. 95 

Αγγελίδης, 6 ον κύριον ~ατρωνυμικόν, 
ως ο!κογενειακ(3ν 

άγγελικέλαιον, τό. (/ημ.) Ο. Α. 'Ρουσό- 
πουλ. 89. 

άγγελικότης, η. Σταμ. Δ. Βάλβης 80. — 
Τίΐηββ. έν 'Ακρ. ήμιφΰλ. 8 Δεκ. 96. 

ί 



Άγγελινίδης, 6 ον. κύρ. οικογεν. 

άγγελιογράφος, ό Ακρ. 6 Μαΐου 91. 

άγγελίοδότης, ό. 'Ελ. κωδ. 56. 

άγγελιοδόχος, ό. 

άγγελιοκολληταί, οί, 'Ακρ. 4 'Ιουν. 87. 

άγγελίσκος, ό το κοιν. αγγελάκι Γ. 
Μ. Βιζ. 

άγγελισμός, ό. Π. Π. Συνοδ. εν 'Ακρ. 
9 .λο. 91. 

άγγελοειδώς. Σπ. Παπαγεωργίου έν 'Εοτ. 
29 'Απρ. 90. 

άγγελόκαρδος^ 2 'Ακρ. 19 Όκτ 88. 

άγγελόκρουστος, 2. Εύγ Βούλγ. 

άγγελολάλητος, 2 ^λόγια). Ήλ Ταν- 
ταλ. 55. 

= άγγελολατρεία, ή. Ι. Μ. έν Έγκυκλ. λ. 
— άγγελολογία,, ή. Ι. Μ, έν Έγκυκλ. λ. 

άγγελομανία ή" τό να θε^.η να γίνη τις 
άπό άν9ρώ-ου άγγελος. Έμ. 'Ροιδ. 72. 

άγγελόμορφος, 2. Π. Σοΰτσ. — Α. Ρ. 
■Ραγκ — Σ. Α. Κ. 51 

άγγελομορφωμένος, μτ/. Κορωναίος Ζα- 
κύνθιος 1520. 

άγγελόπλαστη Ι-υ/ή Δ. Ν. Βερν. 

άγγελόπνευστος, 2. (κατά το θεόπνευ- 
στος) "Αστυ 17 Μαίου 96. 

άγγελοποίησις, ή. (των ανθρώπων) Γ. 
Σ. Φραγκούδ. έν 'Ακρ 29 Ίουλ. 96. 

άγγελοφάνεια, ή. Έμ. 'Ροίδ. — Έφ. 
21 Δεκ. ί«9. 

άγγελόψνχος. 2. θ. Βίμπος έν "Αστει 
15-6 'λπρ. 92, 

άγγελτήριος, 2. (επιστολή κτλ.). 'Ελ. 
φιλολ. σύλ Κων)πόλεως 80. 

Αγγλαμερικαναπόστολοι,ο'•.. Κ Ο'χ.37. 

Άγγλαμερικανικός, 3. Ι..\ Σούτζου 31. 

^ Αγγλαμερικανίς, ή Έφ 92 

^Αγγλαμερικανοί, οί. Άδ. Κορ 26 
και 29.— Ι. Α. Σούτζου 31 —Ν. Ι. Σαρ. 
46— 'Αν. ΙΙολυζ 59.— Πρβλ Άγγλοαμε 
οικανοί, 

^Αγγλαμερική, ή. Ιω. Α. Σούτζου εν 
πρυταν . λόγιο 48 

' Αγγλελληνικός, 3 Έφ. 50. 

^Αγγλίζειν. 'Λγγλίζοντίς, οι. Άλ. Σουτσ. 
39. — Βελτίωσις 4 'Ιουν. 53. 

^Αγγλικανικός, 3 Λασκ.κα\ Μυρλ. λ. 82 

Άγγλικανισμός, 6. Λασκ. κα\ Ι\Ιυρ. λ. 82 
= Αγγλικανικός. 3. (δόγμα, έκκλησέα. 
θεολόγοι, πίστι;), Σκαρλ. λ. 56. 

' Αγγλικισμός, ό. (διαλέχτου) Σκαρλ. 
λ. 56. 

'Αγγλίς, ή. (γυνή.) Ν. Δούκ. — Φίλ. 
Ίω. 60. 



5] 



"Αγγλισμός 



αγηματαρχαι 



^Αγγλισμός, ό. Λαακ. και Μυολ, λ. 82. 
— Έστ εφ. 13 Ίουλ. 96. 

'Αγγλιοταί, οί 'Ιω. Κωλ, 41. — Ε». 
του λαοΰ 5 Μα'ου 51 — Ν. Δραγ — Ίω. 
ΙΙύρλ 

^Αγγλοαιγνητιακός-, 3. "Αστυ 3 Μάρτ. 
%._Άκρ 16 Σεπτ. 96. 

"Άγγλοαμεριχανιχός. 3. Παλιγ. 2 
Όκτ. 89. 

' Αγγλοαμεριχανοί, οί. 

' Αγγλοανατεθραμμένος. μτ•/. Έφ 89. 

Αγγλοαυστριαχός, 3 Π. Καρολ. 92. 

Άγγλογαλλίκός-, 3 Γ. Θεο/αρόπ. 34. 

Αγγλογάλλοί^ οί Ν. Δουκ — Ευτερ-η 
1 Μαρτ 55 

'Άγγλογαλλοϊταλοί.ν . Κωνσταντίνου 759. 

^ Αγγλογαλλορωσαιχός, 3. { στόλος. ) 
Π. Καλλιγ. — Άκρ. 3 Νο. 95. 

^ Αγγλοδανός., ό Λασκ. και Μυρλ. λ. 82. 

^ Αγγλοδηγοί, οί Άλ. Σοΰτσ. 

ΆγγλοδημοΗρατιχός, 3. (/αρακτήρ ) 
Άν. Πολυζ. 59. 

'Αγγλοε^ραΐος, ό Άκρ. 30 Αύγ. 96. 

Άγγλοεθνής κυβερνησι; ή του Βήκονσ- 
φΤ|λο. Άκρ. 11 Νο. 94. 

'Αγγλοειδής^ 2 (υφός ) Άκρ. 11 Ίαν. 91. 

^Αγγλοέλλην, 6. Έ^5. 25 Μαίου 93. — 
Άκρ. 27 Όκτ. 94. 

Αγγλοελληνικός, 3. Γ. Πολυμερτίς. 

^Αγγλοενδυόμενον. μτ/. — "Ιδε κα\ 'Αγ- 
γλοομιλοΰν 

Αγγλοηπειρωτιχδν οίκονομικόν πρα- 
κτορε'ον». '.\κρ 14 Ά-ρ. 94. 

Αγγλοϊνδικός, 3 «Έφ » 8 Σεπτ. 91. 

Άγγλοϊονικός, 3, Π Καρολίδ. 92. 

Άγγλοϊόνιος, 2. Π. Χιώ'τ. 87.— Π. Κ. 
Γρατσιάτ. 88. — "Αστυ 7 Μαίου 96 

Άγγλοϊταλιχός, 3 Άκρ. 2 Ά-ρ. 93 

Μ^)'λοκο)'κί«ό?, 3 ι συνθήκη.) Καιοο\ 1 
Ίουν. 94. 

^ Αγγλοχρατεϊσθαι. 'Λγγλυκρατουμε'νη Ε- 
πτάνησος. Γρ. Ξενόπ 89. — «Έο » 21 
Μαίου 95. 

^ Αγγλοκρατία, ή. Γρ Ξενόπ 89. 

Άγγλομάθεια ή. Αιών 13 Ίουν. 87. — 
Παλιγ. 2 Ίουλ 93. — Έμ. Ροίο. εν "Άστει. 

Άγγλομαθής, 2. Παλιγ. 2 Ιουλ 93. 

' Αγγλομανεϊς, οί. Σκαολ. λ. 56. — Συ 
Λε6 λ. 61. 

Άγγλομανέω ώ. Σ/. Αεο. λ. 61. 

- 'Αγγλομανία, ή. Σκαολ. λ. 56. — 
Σ/. Λεβ. λ. 61. — λεα ήμερα. 91. 

'Αγγλομάχος, ό 'Λλ. Σοϊίτσ. 54. 



Αγγλονορμανδός. 6 Λασκ. κα\ Μυρ. 
λ. 82. 

(1^ Αγγλοομιλονν κα"Ί Αγγλοενδυόμενον 
Μάντσεστεο της Ελλάδος αί Πάτραι». Άκρ. 
15 Άπρ. 95 

Αγγλόηαιδες, οί. 'Ακρ. 26 Σεπτ. 87. 

^ Αγγλοπρεπής, 2. Άκρ. 3 Απρ. 93. 

^Αγγλοπροφεοόμενον ό'νομα. Ν. Σπανδ. 

εν Άκρ. 26 Ίουν. 95. 

^ Αγγλορρωσιχός, 3. Επ. Κ. Κυριακ. 92. 

^Αγγλοσάξονες, οί. Κ. Άσ. 58. — Λασκ. 
και Μυρλ. λεξ. ί<2. 

^ Αγγλοσαξονίδες, αί. Άκρ. 29. 

^Αγγλοσαξονικός, 3- Σ. Ν. Βασιλ. 69. 
— Λασκ. κα\ Μυρλ. λ. 82. 

"Άγγλοσχολεΐα , τά. Άκρ 9 Νο. 86 

"Αγγλοτεντονιχός, 3. Τϊηιβδ. εν Άχρ. 
16. Άκρ. 96. 

^Αγγλοτονρχιχός, 3. Άλ. Σοΰτσ. — 
Έστ. εφ. 7 Μαρτ. 95. 

Αγγλότονρχοι, οί. Άλ, Σοΰτσ. 

' Αγγλοφάγος, ό. Μω. Περβάν, 64. — Πα- 
λιγ. 27 :\Ιαίου 92. 

'Αγγλοφθογγέω-ώ. Άλφας εν Άκρ. 13 
Αύγ. 94. 

"Άγγλοφιλία, η. Παλιγ. 16 Μαίου 90. — 
Έπ. Κ. Κυριακ. 92. 

^Αγγλόφιλος, ό. Άκρ. 17 Ίαν. 95. 

^ Αγγλοφο€ϊα^ ή. Άστυ 26 Ίουν. 96. 

^Αγγλόφο€ος, 2. έχων φόβον των 'Άγ- 
γλων Σ/. Λεδ λ. 61. 

Αγγλόφρονες, οί Κ. Κούμ — Άλ. 
Σοΰτσ. 39. — Ίω. Κωλ. 41. — «'Εο.» 7 
Ίουλ 94. —Άκρ. 26 Άπρ 96.' 

' Αγγλοφρονέω-ω. .\. Σπηλιάδ. 

Αγγλόφωνος, 2. Άκρ. 1 Απρ. 91. 

^Αγγλοχΐοι. οί. Άδ. Κορ. 29. 

άγγοφύλαξ, ό. Γαλ. ^αΐάβ ν&ίί•8βΙ1β. 
Σ-/. Λεο. λ. 61. 

άγελαδόχερως ίππουρίτης. ό. (όρυκτο- 
λογ.) Κ. Μητσόπ. εν Προμ. 14 Όκτ. 90. 

άγελαδοστάσιον, τό. Άλ. Γεωογακόπ. 
ε\ Άκρ. 14 Μαίου 95. 

άγεληλάται, οί Μ. Περδ. 

άγελοιοποίητος, 2. Άκρ. 26 Μαίου 92. 

άγελωτοποίητος, 2. Άκρ. 16 Μαρτ. 87. 

άγευσία, ή. θ. Ηλ. 07. 

αγεφύρωτος. 2. Ί. Ί*. Λεο. 41. — Άκρ. 
21 Φεβρ. 96. 

άγεωλόγητος, 2. (κατά τό άγεωμε- 
τ ρ η τ ο ς) Άκρ 8 Νο. 91. 

αγηματαρχαι Ευρωπαίοι, (ο' εν Κρήτη 
των 'ύ μεγάλων δυνάμεα^ν.| 'Ακο. 23 
Μαρτ. 97 



[6] 



αγιαγριος 



άγχνροβολία 



άγιάγριος, 2. Άδ, Κορ 

Άγιασματάριον, τό' δν. βιβλίου εκκλη- 
σιαστικού. Ένετίτ,σιν. 767. 

άγιασματοδόχον άγγε"ίον, τό «Έφ.» 6 
•Ιαν. 89. —Πρβλ. το Ιξτ,ς- 

άγιασματοδοχεΐον, το. Σ/. Λεβ, λ 61. 

— Φλόξ, 80. 

άγιογραφήματα, τά. Σπ. Ζαμπελ. 64. 

— Γρ. Γ. Παπαδόπ. 70. — Δς. εν Άκο- 20 
Νο. 95. 

άγιογράφησις^ ή. Μ. Ι. Γεδ. 85. — Άχρ. 
21 Σεπτ. 87. 

αγιογραφία, ή. ΐτΓ/νη.). Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 
66. -Γρ. Γ. Παπαδόπ. 70. 

αγιογραφικός. 3. Α. Π. Κερ. 85.^ Χρ. λ. 
εν "Αστει 2. Όκτ. 95 

άγιοθέατος θ£α, ή. Καισ. Λατ:. 768. 

αάγιόλεκτος δωδεχάς των μαθητών του 
Κυρίου.» Παπαζαφειρόπ. έν Πανδ. 1Μαρ.64. 

αγιολογία, ή. Ν. Ι. Σπανδ. Ιν Άκρ. 1 
Σεπτ. '^Τ. 

αγιολογικός, 3. Γρ. Ζαλίκ. λ. — Α. Π. 
Κερ. — Λ. Γρ. Καμπούρ. 

άγιολόγιον, τό. Εφ. Άσ. 82. — Άκρ. 26 
Όκτ 96: άγιολόγ. της έχκλησία?. 

άγιόξνλον, τό. Γαλ. 1}θί3 άβ ^αϊ&ο. 
§ΗΓθΐι. 3&ίιιΙ ΙοΪ3.Ν. Κοντ. λεξ. 89. — 'Αγ 
Βλά/. 97. Έν δε Άκρ. 27 Σε-τ. 97• «τά 
άγΐ-όξυλα των τριβέων των ατράκτων» εκ 
τϊϊς ναυτ. ^κθ^σ. του Κανάρη. 

'Αγιοίίετρονπολις, ή. ( — Σαγκτπε'τερ- 
μπουργ.) Εύγ. Βούλγ. 799. — "Ετι χα\ νυν 
στε'ργουσιν οΊ 'Ρώσσοι το Λατινογερμανι- 
χόν δνομα της πρωτευούσης των, εκ σεβα- 
σμού προς τον θεντα αυτό έν έ'τει 1712. Ό 
δε Ε. Β. το μετέφρασε. 

άγιοπλάστης, ό Κ. Οικ. — 2) οι παρά 
τοις Λυτικοίς ε•κόνας αγίων πλάττοντες. 
'Ακρ. 9 Ίαν. 94. 

άγιοποίησις, ή. 'Αδ. Κοο. — Σ/. Λεβ. 
λ. 61. 

αγιοηοΧιτικη της Ιερουσαλήμ μουσι- 
κή, διακρινόμενη της Βυίαντιακης. Ίω. 
Τζετζ. 82. 

άγιορεινόν θηρίον. 'Αδ. Κορ. Ιν Ιπιστο- 
λαΐς. — Ήθελ,ησεν ό Κορ. ν' άποφύγτ, την 
βαρβαροσχημάτιστον κατάληξιν τοΰ άγιο- 
ρ ε ί τ • κ ο ν. Ταύτην τίνες τώρα μετα&ε- 
τοντες τον τόνον γράφουσιν άγιορ ε ι τ ι κ ο ν 
(κώδικα κα\ άλλα) οίον ό Σ. Π. Λάμπρ. 
Άγιοσαββιτική συλλογή βιβλίων. Α. 
Π. Κερ. 94, 

'ΔγιοταφίΗος 3. Άκρ. 21 Μάρτ. 88. 

— Ό κοινός σ/ηματισμος της λέξεως παρά 

ι 



τό) λαο) άπ' αΙώνο)ν είναι άγιοταφ ί τ ι χ ο ς, 
ως ί•Λ τοΰ άγιοταφίτης. 

Άγιοτριαδικόν μοναστήριον. Π. Ξε- 
νάκ. 72. 

αΆγιοφωτΐται δια τί ου καλούνται οι 
ΆγιοταςΤίται παρά των προσβαλλόντων την 
γνησιότητα τοΰ ^ν Ίεροσολύμοις θαυματουρ- 
γουμε'νου αγίου φωτός ;» Κ. 0;κ. 50. (!) 

άγιοφωτοδεϊκται^ οί. (= Άγιοταφ'ΐται. ) 
'Αδ. Κορ. ίν επιστολα^ς. 
αάγιωννμία ή τοΰ Χριστοφ. Κολο'μβου». 
Ανατολή — Ι,' ΟΓΪβηί, εφ. Σύρο^υ 18 Φεβ. 
93. — άγι ο π ο ί η σ ι ς ήθελεν είναι προσ- 
φυεστερα λεξις, τ^ν ίοε ανωτέρω. 

άγκαλιδότενητοι άποστραγγιστηρες, οί. 
Έγκυκλ. λ. 

άγκαλιχώς φιλοΰντες. Ίω. Ίσ. Σκυλ.71 

άγκιστρίς, ή Γαλ. ΟΓΟοΙίβί. Άστυ 17. 
Ίαν. 94. 

άγκιστρίτης 6. Αιμ. Νον. 73. 

άγκιστρόδεμα, τό. Γρ. Χαντσ 47. 

άγκιστρόδισκος, 6 Γρ. .Χαντσ. 47. 

άγκιστροειδώς, Γ. Βώκ. Ιν Άκρ. 7 
Ίουν. 94. 

άγκιστροποιός, 6. Σ/.α^. λ. Βυζ. 62. 

άγκιστρόσχοινον, τό. Άθ. Σακελ. λ. 
έν Ιρμ. 

άγκιστρότροχος, 6. Γαλ. Γοιίβ & 01Ό 
οΐιβΐ. Γρ. .Χαντζ. 47. 

άγκοπέδιον, τό. ( = Γερμ. ΤΙι&Ι^ΓϋΠιΙ; | 
Δαν. Φιλιπ. 

άγκτηρίασμα, τό κοιν. μουρσελάρισμα. 
Όνομ. ναυτ. 58. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. Υπ. 
εν το"ς Λεξ. της άρ/. ό άγκτηριασμός. 

άγκνλοειδώς. Α/. Ποστ. 

άγκνλοθήριον τό Πεντελικόν. (παλαιον• 
τολ.) Ν θ. Σ/ιν. 83. 

άγκυλόκερα, τά. (όρυκτολ.) Αιμ. Νον. 73. 

άγκυλοκόσιος, 6. 'Αδ. Κορ. ε'ν 'Ατ. τ. 
δ'. σ. 21. 

άγκυλοποιός, 6. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άγκνλόπτυγμα, το. Γρ. Χαντσ. 47. 

άγκνλοχειλία, ή. Κ. Λάμπρ. έν Έγκυκλ. λ. 

άγκνριονχον, τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

* άγκύρισμα. τό. Γαλ. ΓβΓοϋΙθίηβηί,. 
Όνομ. ναυτ. 58. — Άγ. Βλάχ. λεξ. 97- — 
Ή λεξ. έν το'ίς Λεξ. της άρ/. έ';|;ει άλλην 
σημασ. 

άγκυροβόλημα, τό. ΙΝ. Κοντ. λεξ. 8ν). 
— 'Αγ. Βλά•/. λεξ. 97. 

άγκνρο6όλησις, ή 'Ελ. κώδ. 54. — Ι\ 
Α. Ράλ. — Ά. Ρ. 'Ραγχ.89. 

άγκνροβολία, ή. 'Ελ. κώδ. 35. — ΙΝ. 
Κοντ. λεξ. 89. —'Αγ. Βλάχ. λεξ. 97. 

7] 



άγχυροβόλον 



αγοροπωλησία 



άγχυροβόλον μηχάνημα, το. Ονομ. 
ναυτ. 58. — Άγ. Βλ. λ. 

άγχνρόδεσμος, 6' το. κοιν. κουλούρι. 
Όνομ. ναυτ. 58. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άγχνροδέται, οί κοιν. μπάτσοι ττ|? άγ- 
κύοαί. Όνομ. ναυτ. 58. — Άγ. Βλάγ. 
λεξ. 97. ^ _ ^ ^, 

άγχνροδετέω-ώ την άλυσιν. Όνομ. 
ναυτ. 58. — Ά. Βλ. λεξ. 97. 

άγχνροδέτησις, ή. Ήλ. Κανελλόπ. 84. 

άγχνρόχριχος, ό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άγχνρομάστης, ό. γαλλιστι άΓϋ^πβ. Σ/. 
Λεβ. λεξ. 61. 

άγχυρόξυλον, τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άγχυρούχημα^ τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άγχυροΰχος τορπίλλη, ή. Άν.Κ.Δαμβ. 87. 

άγχνροφόρα κομβία, τά. Τίπιβ8. εν 
Άκρ. 31 Αύγ. 92. 

άγχυροχυτήριον, τό. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

ά^'κωνοείίοδί. Β. Λάκ. 61. — Τ. Άργυ- 
ρόπ. 84. 

άγλαοηρεπής, 2. Βενιαμ. Συνάδουν 48. 

αγλαοπρόσωπος, 2. Δημ. Γαλαν. 

άγλαότεχνος, 2. (Ελλάς.) Δ. Άλ 
Χαντσ. 54. 

άγλαοφρονέω-ώ. Δ. *Αλ. Χαντσ. 54. 

άγλαόφρων, 2. Δ. Άλ. Χαντσ. 54. 

άγλαοφωνία, ή. Δ. Γουζ. 

άγλαΰνας. μτχ.χρ. άορ. Επίγραμμα ανω- 
νύμου τω 1844, εν τή Χρυσαλλίδι του ετ. 
1866, σελ. 126. 

άγλωσσολόγητος, 2. (κατά τά άγεω- 
γραφητος, άναστρονόμητος.) Δ. Θερ. — Κ. 
Ιίαλαμ. 92. — Γ. 1\. Χατζιδ. 95. 

άγνοια, ή. οκηρύττειν τινά εις άγνοιαν 
επ\ παρανομώ απουσία ίχ των τάξεων του». 
Πρακτικά Ναυτοδικείου έν Έστ. εφ. 12 
Όκτ. 96. — Ή φράσις δεν μοι φαίνεται 
κατάλληλος. 

αγνοΐσμός, ό. (= αγνωστικισμός.) 'Άστυ 
2 Δεκ. 94. 

άγνοϊστής, 6 (= άγνωστικιστής.) 'Άστυ 
2 Δεκ. 94. 

άγνολεξιθήρας, ο Γαλ. ριΐΓΪΒίβ. Σκαρλ. 
Βυζ. 

άγνόμαντις {6 Απόλλων.) Χρ. Κ. Ήλιόπ. 
εν Ποικ. στοά. 95. 

άγνόλενχος, η ον. Περ. Γ. 'Ι'αυτο'π. (ί3. 

άγνόρρευστος, 2 δάκρυα). Άστυ 19 — 
21» Άπρ. 92. —Τπ. παρ' Α'σχύλω το 
άγνόρδυτος. 

άγνοτόχος, 2. (ή Παναγία.) ϋΐΓοΙαηιο 
Γιθ1υΙ)ονΊθΐΊ έν Ανατολή — Γ Οηβηΐ; τη- 
Σύρου, 18 Φεβρ. 93. 



άγνοφνλάχοον, τό. Άδ. Κορ. — "Ιδε 

ζηλοκλείδιον. 

= άγνωστιχισμός, 6. Γαλ. α§ηθ8Ϊϊοί8Πΐβ. 

— "Ιδε τό έξης. 

άγνωστιχιαταί, οί όπαδο\ της σ/ολης ή 
αίρε'σεως, η; εν Αγγλία ηγέτης ό ΒΓ3,<11βγ, 
καθ' ον οΰτε συμφέρον οΰτε ανάγκη είναι να 
πιστεύη τις ε'ς την ΰπαρξιν ή μη θεού. Άκρ. 
29 Δεκ. 88 και 27 Άπρ. 89. 

άγνωατιχός, 3. (δόγμα.) Νε'ον πνεΰμα 
Δεκ. 93. —Άκρ. 1 Άπρ. 95. — Ίδετ6 
άνωτε'ρΐϋ. 

αγογγνστί. επίρ. Ν. 1. Σαρ. 46. — Έγράφη 
δε κα"Ί άγωγγητ"* άνορθογράφως εν Α>ιρ. 
22 Άπρ. 96. Άλλα τι εχρειάζετο ό εις ί 
ούτος τύπος άφοΰ υπ. εν το'ΐς Λεξ. της άρ-/. 
γλ. τό αγογγύστως: 

άγομον, ή κενόν πυοοβόλον, τό. Όνομ. 
ναυτ. 58.— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άγονιμώτερος , επίθ. συγκριτ. Σκρ\π 31 
Δεκ. 96. 

άγονιμοτιοίητος^ 2. 

άγονιμότης, ή. Π. Α. Καβ. 73. — Τπ. 
παρά Πλουτάρχω ή ά γ ο ν ί α. 

άγονότης, ή. Β.Ψιλ. Ιν'Εστ. 5 Ίουν. 94. 

άγονύχλιτοι., ο'ν αιρετικοί τίνες του η'. μ. 
Χρ. αιώνος. Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 

άγοραττωλέωώ. Π. Χιώτ. 87. 

αγοραπωλησία., ή. Γ. Α. 'Ράλ. — Κ. 
Φρεαρ. 54. ~ Κ. Νικο'δ. 62. — Ν. Κοντ. λ. 
89. — Πρβλ. την εξής ά/ρηστοτεραν νυν 
λε'ξιν . κα"ϊ το άγορ ο πωλησία. 

άγοραπώλησις ή. 'Ιω. Σκαλτσ. 65. 

άγοραπωληταί^ οί. Άκρ. 2 Ίουν. 89. 
('άγοραπωλητήριον (= αγοραπωλησία, η 
τόπος άγορας κα\ πωλήσεως;) πρώτον». 
Άκρ 28 Αύγ. 90. — άγοραπωλητήριον εγ- 
γραφον. Άστυ 15 Άπρ. 96. 

άγοραστέος, 3. (ΐ'Εφ.υ 14 Ίουλ. 90. 

αγοραφοβία, ή' ερημοφοβία, ή• όν. νό- 
σου, ην οί Γάλλοι καλοΰσι Γηαίαιίίβ (3"β3ρ»- 
Οβ. Κ. Καοαμήτσ. 79. — Έπ Σταθακόπ, — 
' Εστ. 4 Σεπτ. 88. — Α. Γ. Μαυρουκ. έν 
Άστει 22 Ίουλ. 94. — Την λεξιν λέγει κα- 
κόζηλον ό Γ. Βάφ. εν Έγκυκλ. Λεξ. 

άγορεντρια. ή, Άκρ. 6 Όκτ. 92. — "Ιδε 
κα\ την εξής. 

αγορήτρια., ή. «Έφ.» 9 Ίουλ. 88. — 
Άκρ. 4 Σεπτ. 94. 

αγοροθηραι.^ οί θηρεύοντεί αγορών τό- 
πους, ένθα νά πωλώσι τά βιομη/ανήματά 
των. Άκρ. 21 Μαίου 92. 

άγοροπωλέω ώ. Παν. 15 Νο. 54. 

αγοροπωλησία .1 ή. Ζήσ. Σωτηρ. 49. 



[ 8 ] 



άγοροπωλητικός 



άγροδοτιχόν 



άγοροπωλητικός, 3. (πράξεις.) «Έφ.'» 
29 'λτ.ρ. 90. 

άγοροψηφοπωλεΐα, τά. Στ. Ξε'ν. 91. 

άγραμμάτεντος, 2. Π. Τριανταφυλ. 

άγραμματιπεντως. Στ. Κομμητ. 14. — 
'Τπ. εν το^ς Λεξ. ιΨ^ζ &ρ/. γλώσσης το ίπ'ώ. 
«άγραμμάτιστος, ο/ι άγοάμ^Αατος.» Θ. 
Άφεντ. 68. — Άγ. Βλ." λεξ. "97. 

άγραμματοδιδασκαλεΐα, τά. Άκρ. 5 
Ιουλίου 96. 

άγραμματοδιδάσκαλοι, οί. Άκρ. 5 
Ίουλ. 96. 

άγραμματωσννη, ή. Δ. Ν. Βερν. 68. — 
Ν. Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

— "Αλλοι γράφουσιν άγραμματ ο σ ύ ν η. 6 
Άδ, Κορ. έγραψε που άγραμμα τ ί α ν, λε'- 
ξιν και εν το"!; Λεξ. της άρ-/. γλ. ίιπάρ- 
'/ουσαν. 

άγρανάττανσις., ή• το άναπαύειν τους α- 
γρούς δια του μη σπείρειν εν αύτοίς κατά 
παν έτος. Α. Μηλ. ^ 'Ακρ. 14 Μάρτ. 93. 

— Φοίβος 1 Δεκ. 95. 

ά^ραρχια, ή. — "Ιοε άρουραρ/ία. 

άγραψία τόνων, ή έπ\ των λέξεων. Κ. 
Οικ. 30 — Τοιαύτην έπετήδευσεν ό Μω, 
Βηλαράς τω 1814. 

άγρέπανλις., ή. 'Ακρ. 10 Φεβρ. κα\ 3 
Μαίου 93. εν έπιφυλ. 

άγριανθρωτζιχός, 3. 'Ακρ. 1 Φεβρ. 88. 

άγριανθρωηίσκος, 6 "Αστυ 22 — 3 Νο. 
91. — Ακρ. 23 Δεκ. 9Ι. 

άγριανθρωπισμός, 6. Βυ11-ϋο^, εν 
'Ακρ. 17 Ίαν. 95. 

άγριέλαιον, τό. Κατάλογος έκθετων Δ'. 
Όλυμπιάδος 88. 

άγριχός^ 3. Ίταλ. 3^Γαπο. ο&ιηρβδίιβ 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άγρικοφύλαξ, 6. (= άγροφύλαξ). Λεξ. 
νομοτε/ν. 40. 

^Δγρινιώτισσαι, αι. (γυνα'ίκες). Τ^ίοΐιί έν 
Άκρ. 29 Νο. 96. έν δε "Αστει 10 Ίαν. 97 
έγράφη ελληνικώτερον δήθεν" 'Αγρινιω- 
τ ί δ ε ς. 

άγριοβαρ§αροχοινωνία, ή. 'Ακρ. 4 
Όκτ. 9•-ί. 

άγριογαλη, ή. Άκρ. 24 Φεβρ. 94, έν 
έπιφυλ. 

άγριοεπιθέσεις. αί. 'Ακρ. 3 Όκτ. 90. 

άγριοήθεια, ή. Ίω. Σουτσ. 69. 

άγριοήθοος. Ίω. Σοΰτσ. 69. 

άγριοημίονοι, οί. Γ. Π. έν Άκρ. 24 
Μαίου 94. 

άγριόθαμνοι, οί. Γ. Π. έν Άκρ. 13 
Μαίου 95. 



άγριοθρόως, έπίρ. Στ. Ξέν. 

άγριοχλεισώρεια, ή. Μ-μ έν Άκρ. 16 
Αύγ. 95. 

άγρίοχοχκνμηλέα., ή. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άγριοχομματιχός, 3. (σάλος.) Άκρ. 13 
'Απρ. 95. 

*άγριοχόρδονοι διαδηλώσεις, αί. "Αστυ 11 
Σεπτ. 95. 

άγριοχράμ&η, ή. Νέα Πανδ. 15 Μάρτ. 53. 

άγριοκρανγαί, αί. Έφ. 95. 

άγριόνησσα., ή. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 60. — Ά. 
Μηλ. 90.— Έστ. 31 Όκτ. 93. 

άγριόπαιδες, οί Άκρ. 8 Αύγ. 88. 

άγριοπολιορχηταί, οί. Άνδρ. Καρχαβ. 
έν Έστ. 25 Σεπτ. 94. 

άγριοσταφυλώδες γένος φυτών, τό Λα 
τ'.νιστ\ ΓΪΐ)β8ί&0β&θ, θηλ. Σ. Άριστάρχ. 
έν Έλλην. φιλολ. Συλ. Κωνστπολ. 80. 

αγριότονρκος, ό. Άδ. Κορ. 

άγριότροπος 2. Άδ. Κορ. 32. 

άγριοφιλόδοξος, 2. Άκρ. ^2 Μαίου 96. 

άγριοφοίνικες, οί. Κίμ. Μι/αηλίδ. 91. 

άγριοφωνήματα,τά. «Έφ.» 1 Μαίου 93. 

^ Αγριοχοιροκέφαλος, ό. (!) Ούτω Γερ- 
μανική τις έφημερ\ς (κατά τό της 22 Δεκ. 
85 Δελτίον της Εστίας) μετέφραζεν έπ\ της 
Έλλην. επαναστάσεως τον στρατηγών Γεώργ. 
Καραϊσκάκη ν, υπολαμβάνουσα το ονομά του 
συντεθειμένον εκ των κάρα υ ό ς κ α κ η ς ! 
— Δια τους νεωτέρους των ήμίν ομοεθνών 
ας σημειωθη οτι το περίδοξον όνομα είναι 
ύποκοριστικόν, σύνθετον έκ του Τουρκ. καρά 
(= μαύρος Ι κα\ του "Ισκος, αγνώστου έμο\ 
προελεύσεως κυο. ονόματος, δ ήκουσα κα"Ί 
"Ιτσκος, προφερόμενον έν Σερβία. 

άγριωδώς. Άλ. Καγγελ. 750• — Η λέ• 
ξις έτεθη πρώτον έν τη Συναγωγή μου τών 
άθησαυρ. έκ του έπους του Άκριτου, της 
εκδόσεως Σ. Μηλιαράκη. 

άγρόζονς, ό. «δύο άγρόβοας δεμένους». 
Άδ. Κορ. έν Έπιστολ. 

ά^ρο)'ρα9'?7/Λατα.τά.Γαλ.ρα5'83,^β3.Αίών. 

άγροδεσπότης, 6. Ίω. Πολεμ. έν Νεο- 
λόγο) Κω ν] πόλεως Άθην. 18 Αύγ. 97, έν 
έπιφυλ. 

άγροδοαία, ή. Π. Χιώτ. 

άγροδότης, ό. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — Ίόν. 
κωδ. 51. — Έν τοις Λεξ. της άρχ. γλώσ. ή 
λέξις κειμένη- ώς σύνθετος έκ τών άγρα 
και δ ί δ ω μ ι, έχει άλλην σημασ. 

άγροδοτιχόν, τό. Ίταλ. ροιίϊοηβ άΪΓβΙ- 
Ιαπα. Λεξ. νομοτεχν. 40. — άγροδοτική 
μερίς. Η. Α. Τσιτσέλης έν Καθημερινή; 12 
Ίαν. 88. 



[9] 



άγροζημίαι 



άγχίπτολα 



άγροζημίαι, αί. ""Ακρ. 26 Μάρτ. 90. — 

Έφ. συζητήσ. 17 Ίαν. 95. 

Άγροικογιάννης, ό' ό'ν. κυρ. "λαατον εν 
κοιμωδία. '.•\. Ρ. Ραγκ. 

άγροίΗΟτης, ή. Άνδρ. Π. Κυριαζίδ. 88. 

ά^'ροκαΓΟίκ/α, ή. Ά. Μηλ. 

άγρόχηπος, ό Άκρ. 22 'Ιουλ. 94. 

άγροΗτηματίας, ί. Άκρ. 6 Όκτ. £2.— 
Πρβλ. τα έξης δύο. 

άγροχτήμων, ό. Άκρ. 14 Σεπτ. 80. — 
Παλιγ. 10 Ίαν. 94. 

άγροχτήτωρ, ό. Κ. Κοΰμ. 

ά/ρολι/πτι/ί, ό κοινώς α ε [χ τ: ρ ο ς. Ίόν. 
κωδ. .ΰ1. — Ά. -Μηλιαρ. 90. 

άγροληπτίΗΟς, 3. Ίόν. κώδ. 51. 

άγροληπτιχώς. Γ. Χασιώτ. 

άγροληψία. ή. Ίόν. κώδ. 51. 

άγρόλιθος, 6 Γερμ. Ρβ1(ΐ8ραί,1ΐ. Έστ. 

άγρομέτρης, 6. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άγρομετρία ή. Δωρόθ. Πρ. 04. — Λεξ. 
νοαοτε/ν. 40. 

άγρομίσθωμα, τό. Ίόν. κώδ. 51. 

άγρομίσθωσις, ή Ίόν. κώδ. 51. 

άγρομισθωταί, οι. Καιροί 18 31αίου 94, 
εν έτΓίφυλ. 

αγρονομικός , 3. Γρ. Παλαιολόγ. 28. — 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. — "Εκθεσις επιτροπής 
περ\ γεωογικης μεταοδυθμίσεως, εν'Άστει 24 
Φεβρ. 94. 

'<ά}'ρονόμ(ον ετήσιον "5 το"ίς 100 επ\ των 
δημοσίων γαιών, (όπερ ό'μως δια τοΰ ελεει- 
νού συστήματος της εκμισθώσεως άνερ/ε- 
ται εις 40-45». Άκρ. 28 Ίουν. 97. 

άγροποιΐα, ή. Ίω. Άλεξανδρίδ. 69. 

άγροπνργιον^ τό. Π. Χιώτ. 49. 

άγρόστεμμα τό. (φυτολογ.). Σπ. Μηλ. 

αγροστρατιώταί . οΊ" (= άγροούλακες.) 
Άκρ. 14 Φεορ. 92. 

άγροτισμός, ό Γαλ. ρ&§αηΪ3ΐηβ. Έμ. 
ΊΌίδ. — Έν Άκρ. 15 Μάρτ. 94 κατ' άλ- 
λην 'ίσως στ^μασίαν εγράφη ή λε'ξις. 

αγροφοβία, ή. Έστ. 2 Μαίου 87. — Ίσως 
κατά λάθος άντι αγοραφοβία, τ,ν λεξιν ιδε'. 

άγροφνλαχή, η Έλ. κώδ. 

άγροψνλαχιχά, τί. "Ελλην ίν Άκο. 28 
'Απρ. 91. 

άγρύπνησις ή Άκρ. 22 "Ιαν. 87. 

άγρνπνηταί, οί. Άστυ 7 Άπρ. 94. 

άγρώνης, ό. Λαν. Φιλιπ. 

άγρζονία, ή. τό έ/ει/ τ, ώνε'ίσθαι τάς εν 

Ρ(ϋμουνία καλουμε'ναζ μουσίας. Λαν. Φιλιπ. 

άγρωστεώδη φυτά, τά. θ. Χελδρ. ίν 
Έγκυκλ. Λεξ. — Πρβλ. τάς έξης τρεΐς 
λέξεις. 



άγρωστιοειδής, 2. Ι. Γ. Γεράκ. εν Ποικ. 

στοά 88- — Ητο ομιος ^κε"ί γεγραααενον 
άγροστεοειδη, κατά λάθος, υποθέτω. 

άγρωστιώδες γένος φυτών. Έλ. ϋΐλ. 
Σύλ. Κ(ον]πΰλ. 

άγρωστοειδής, 2. Σκαρλ. Λεξ. εν ερμ. — 
Έν δε Έλλην. Γεωργία, τοΰ 91 κα\ 
άγρωστώδης είδα γεγραμμε'νοΛ 

άγυιέμπορος, οι. Άκρ. 27 Αύγ. 87. 

άγνιόηαις . ό' παιδ\ τοΰ δρόμου, τουοκο- 
βαροαρικώς σοκακόπαιδο. Π. Καβ. 73 — 
Δ. Πατσόπουλ. 86. —Άκρ. 26 Άπρ. 92. 
— Ή λεξ. εποιήθη κατά συνήχησιν προς τό 
της κοινής άγ ιοπαΐδι, ο ε/ει την πη- 
γήν του βεβαίως από των ά γ ί ων, καθώς 
κα'ί τά ά γ ι ο γ δ ύ τ η ς, ά γ ι ο κ ε ρ ι κα\ 
ε'ί τι άλλο. Έν ττ| του Α. Φραντζή Ιστο- 
ρία της άναγεννηθείσης Ελλάδος, τη Ικδο- 
θείση εν έ'τει 1839, ευρίσκω άγυιοπα- 
τ ε'ραν καλούμενον τόν επ"Ί της εισβολής τοΰ 
Ίμπραιμη ε?ς την Πελοπόνησον τω 1824 
άγυρτεύσαντα κακόν εκε'ίνον καλόγηρον, τον 
κα\ Παπουλάκην (πρόδρομον τοΰ άλλου έν 
ετει 1851 Παπουλάκη), και ά γ υ ι ο π α- 
τε'ρισσαν την σύντροφον αύτοΰ γυναίκα. Ό 
Φραντζής βεβαίως έξεπίτηδες ούτως έγραψε, 
μη θεΤνων να γράψη ά γ ι ο π α τ ε ρα , ών 
αυτός μέλος τοΰ ίεροΰ κλήρου. 

άγνρτενμα^ τό. Δ. ίΝ. Βερν. — Τοΰτο 
ορθόν, ό'/ι δε τό αγύρτη μ α, δ είίρηται 
έν τόμω ιβ'. των υπό Κ. Κούμα Ίστοοιών 
των ανθρωπίνων πράξεων. 

άγυρτισμός, ό. θ. Γ. 'Ορφ. 58. 

άγνρτολογήματα, τά. «Έφ.» 26 Σεπτ. 
90, και 28 Ίαν. 92 κα\ 13 Όκτ 94. 

άγυρτολογίαι, αί. αΈφ « 23 Ίουν. 90. 

άγυρτολόγοι, οί. (άνθρωποι.) «Έφ.» 27 
Φεορ. 92. 

άγυρτοττατριώται, οί. Άκρ. 17 ί\ο. 9^. 

άγνρτοτνραννοί. οί 'Λκρ. 9 Ίουν. 93. 

άγυρτοφωνή, ή. Άκρ 13 'Οκτ. 90. 

άγχέβολον οπλον, τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άγχε^ολοποιεΐον,τ^' άγχεβολουργε"ίον, τό. 
Γρ. Χαντσ 47. 

άγχεβολοττοιΐα, ή. Γρ. Χαντσ. 47. 

άγχεβολοποίός, 6. Γρ. Χαντσ. 47. 

άγχεμαχοστοιός, ό. Γρ Χαντσ. 47 κα\ 70. 

άγχοττλοία^ ή. 'Κλ. κώδ. 

άγχιπρόθεσμος, 2. (οάνειον.) Αιών. 

άγχίπτολα, τά τής Κωνσταντινουπόλεως. 
Κωνστάντιος 6 από Σιναίου, 52. — Ούτω 
μετεβλήθη ;σοσυλλάδο>ς τό παρ' Αίσ/ύλω 
κα\ Σοφοκλε'ί περιττοσύλλαβον άγχίπτο- 
λις. 



[10] 



αγχιστροφια 



ά δαμαντοηελεκητος 



αγχιστροφια, ή "Αστυ 2 Σεπτ 94. 

άγχοβις, ό' ον. ιχθύος ί έγκρασί/ολος ) 
κο'.νώς άντζουγα. Έγκυκλ. λεξ. πρακτικ. 
γνώσεων, εν Άθήν. 93. 

άγχος, τό. Σπ. Μαυρογε'ν. 85. 

αγχώδης, 2. (αίσθημα.) Π. Κ. Άποστολ. 
έν "Λστει 21 Δεκ. 93. 

' άγωγενς, 6 κοινώς άγο^γιάτης. Ακρ. 8 
Μαίου 93. — Ή λεξις οεν εΤχε το πάλαι 
ταύτην την σημασ. 

άγωγιαστήριον, τό. Π. Καλλιγ. — Γ. 
Α. 'Ράλ. 

άγωγιατικός, 3. ( γραμμάτιον.) Ν. Πα- 
ζαδόπ 

άγωγικότης. ή Γαλ. οοη(3υο1;ΐΙ)ϊ1ϋ:β. — 
Σ/. Λεδ. λεξ. 61. — "Ιδε κα\ τάς εξής δύο 
λ3ξει?. 

άγωγιμότης. ή. Φύσις. — Π. Δαμουλιάν. 
εν Πλάτιονι, 90. 

άγωγότης, ή. 

άγωνιόνενρον, τό' γένος Οαενοπτεοίον. 
Σ/. Λεδ. λεξ. 61. 

άγωνιστΖτις νόσος η ψύ/ωσις, ή καταλα- 
βοΰσα τους "Ελληνας τω 1896. Άκο. 1 κα\ 
27 Άπριλ. κα\ 13 Μα'Όυ 96. 

αγωνιώδης, 2 Έφ. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άγωνιωδώς. Σ~. Παγαν. 88. — "Αστυ 
12•|ουλ. 94. — Άγ.Βλ. λεξ. 97. 

άγωνόβιος. 2. όμοΰ μετά τοί3 βιοπα- 
λαιστής.) Άλ. θ. Φιλαδ. εν Έο. άρ/αιο- 
λογ. Άθην. γ'. -ερ. 94. 

άγωνογραφία, ή- Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 

άγωνόδειρον, τό' γένος κολεοπτε'ριον. 
Σ-/. Λεβ. λεξ. 61. 

άγωνοδιχέ<ο-ώ. άγωνοδικήσαντες. 'Ηρ. 
Μητσό". 65. 

άγωνοδιχία, ή. Πρόγραμμα Δοσιείων 
διαγο^νισμών υπό του προς διάδοσιν των 
Έλλην. γραμμάτ. Συλλόγου. 72. — Έν 
Άκρ. 19 Όκτ 97 εγράφη άγονοδικε ί α. 

άγωνόδίΗος, 2. (επιτροπεία.) Δ. Στ. 
Μαυροκοοδ. 72. — Βλ. Σκορδ. 84. — Π. 
Ψαρ. 84. — Έστ. δελτ. 6 Δ^κ. 87. —Έν 
το"?ς Λεξ. τίΊς άρ/. γλώσ. εΰοηται μόνον ό 
ά γ (» ν ο δ ί κ η ς ( ούσιαστ. ι ο κα\, νυν εν 
χρήσει, οίον έν Άκρ. 9 Μαίου 95. — Άγ. 
Βλ. λεξ. 97. 

αγωνοεορταί, αί. Γ. Π. εν "Αστει 14 
Μάρτ. 96. 

άγωνομανία, ή Άκρ. 28 Μάρτ. 96. — 
θεοτούμπης εν 'Κστ. εφ. 28 ΪΝΙαίου 96. 

άγωνοττάτωρ, η• άθλοπάτοιρ, 6 Ιν Γερ• 
αανί'α Αηκϋ. 'Αν. Γ. Γεννάδ. 88. 

άγωνοφύλαχες , οί. 'Ιάκ. Πολυλ. 77. 



*άδαημοσύνη, ή. Α. εν 'Ακο. 24 Όκτ. 
94.— "Αγ. Βλ. λεξ. 97. — Την λεξιν ταύ- 
την έ'χουσι τα Λεξικά της ίργ. γλώσσης 
μόνον ε κ της Όμηρου Όδυσσει'ας Ω, 241, 
ώς διάφορον γραβήν προτιμηθέΐσαν ύπο τοΰ 
ΒυΙηΐ&ηη, άντι της Ικεΐ άδαημο ν ί η ς. 

; άδαϊτις \ ή• νόσος ϊππων. Άκρ. Ίουλ. 97. 

άδαχτύλωτος, 2. (πτερυξ.) Σ/. Λεδ. λ. 
61, έν ερμ. 

αδαμαντάχτινες σχαυοοί, οί. Ν. Ι. 
Σαρ. 39. 

άδαμαντεμπορία,Ύ\. Ε. Α. έν Όμήρω 77. 

αδαμαντέμπορος, ό. Έστ. 

Άδαμαντίδης, 6' ό'ν. κύρ. ο'κογεν. 

άδαμαντιχά, τά κοιν. διαμαντικά. Κ. 
Κούμ. 

^ Αδαμαντΐται, οί του έν Μήλω δήμου 
Αδάμαντος κάτοιχοι Κοήτες, οί συνοικι- 
σθέντες αυτόθι το5 1844.' Άκρ. 24 Σεπτ. 92. 

άδαμαντοβριθής, 2. ( δώρον.) Άκρ. 13 
Μάρτ. 89. 

άδαμαντογλνπτιχή, ή. (^εχνη.) Ε. Α. 
έν Όμήρω 77. 

άδαμαντογλνφος, 6. Σκαρλ. Βυζ. - — 
Άγ. Βλ. 97. 

άδαμαντοειδής , 2. Άν. Κ. Χοηστομ. 
87.— Άκρ. 1 Σεπτ. 95. 

άδαμαντοθήχη, ή Φλόξ. 80. — Άρ. 
Προδελ. 87. 

άδαμαντοθήραι, οί. Ε. Α. έν Όμήρω 
77. — « Εφ.» 15 Ίουν. 87. 

άδαμαντοθηρευταί, οί. 

άδαμαντοχέντητος, 2. ( ένδυμα.) Άκρ. 
17 Μάρτ. δ". 

άδαμαντοχλότΐοι, οί. Έστ. 20 Αύγ. 89. 

άδαμαντοχόλίητος, 2. Ί«). Φιλήμ. — 
Π. Σοΰτσ. 64.— Ήλ. Τανταλ. 68. —Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άδαμαντόχονις, ή. Ε. Α. έν Όμήρω 77. 

άδαμαντοχοπεΐον, τό. Έφ. 

άδαμαντοΗΟπία, ή. «Έφ.» 1 Μάρτ. 89. 

άδαμαντοχόποι, οί. Ε. Α. έν Όμήρίο 77. 

άδαμαντοχόπται,οί. Ε. Α.έν Όμηροι 77. 

άδαμαντοχοπτιχός, 3. Ε. Α. έν Ό- 
μηρο) 77. 

άδαμαντοχόσμητος, 2. Άγ. Βλ. έν 
Χρυσαλ. 64. 

άδαμαντόλιθοι, οί. Άκρ. 21 Όκτ. 95. 

άδαμαντόμνλοι. οί. Ε. Α. έν Όμηρο» 77. 

άδαμαντοτταγής, 2. ( ανάκτορα, τά' στέρ- 
να φίλ(ον.) 'υλ. Τανταλ. έν Νέα Πανδ. 57. 

άδαμαντοπαραγωγιχά πειράματα τοΰ 
Μουασσάν. 'Ακρ. 24 Σεπτ. 93. 

άδαμαντοπελέχητος, 2. Κ. Ν. 'Ράδος 90, 



[11] 



άδαμαντοηεηασμένη 



αδήλωτος 



άδαμαντοηεηασμένη μελάνη, ή. Καλλι- 
ρόη Παρρεν εν Άκρ. 6 Μαίου 96• 

άδαμαντόηλεχτος, 2. (στέμμα.) Α. Μι- 
^αλόπ 76. 

άδαμαντοηλοφόρος, Λ. Γουζ 07. — 
'Πμελήθη ή δάσυνσις της συλλαβής τόπλ. 

άδαμαντοηοιεΐον, τό. Νε'ον πνεύμα 94. 

άδαμαντοηοίκιλτος, 2. Χρόνος. — 
Άκρ. — Ν. Χ. Άποστολ. ίν Έστ. 14 
Νο. 93. 

άδαμαντοηράσινον , τό. Ρ. εν Έστ 
εικονογρ. 26 ΛΙαρτ. 95. 

άδαμαντοπούλεΐον, τό. Νε'α 'Κφ. 31 
Λεκ. 89.— Άγ. Βλ. λ, 97. 

άδαμαντοηώλης, 6. Λ. Ξεν. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. 

^Δδαμαντοηωλίδηε, 6• ό'ν. κύρ. οικογεν. 

άδαμαντόσηαρτος, 2. Άκρ. 3 Ίαν. 92. 

άδαμαντοσπορά, ή. Γ. Π. εν Άκρ. 22 
Μαίου 94. 

άδαμαντόστιχτος, 2. «Ε©.» 8 Ίουλ. 
89. — Άκο. 14 Ίουλ. 91. —Άστυ 22 
Νο. 94. 

άδαμαντοστόλιστος, 2. Κ. Άσ. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. —Άγ. Βλ. λ. 97. 

άδαμαντοσύν&ετος, 2. Κ. Κούμ. 

άδαμαντότροχον ά'ρμα, τό. Κ. Νικολόπ. 

άδαμαντουργεΐον, τό. Άκρ. 28 Μαίου 89. 

άδαμαντουργήματα^ τα. Ν. Γ. εν Ό- 
μήρω 76. 

άδαμαντονργία, ή. Άκρ. 85. 

άδαμαντουργός, 6 ρΈφ β 15 Ίαν. 87. 
—Άκρ 28 Μαίου 89. 

αδαμαντοφόρος^ 2. (κόνις. πεδία, έδα- 
φος.) Εστ. — Άκρ. 21 Ίαν. 93. — Άστυ 
17 Ίαν. 95. 

άδαμαντόφορτος,'ί. (στολή.) Άκρ. 21 
Άπρ. 96. 

άδαμαντόφνλλος Σαλισμπουρία, ή. (φυ• 
τολογ.) Ε. Ν. Γ. εν Όμήρο) 78. 

άδαμαντόφωνος, 2. Άκρ. 5 Μάρτ. 89. 

αόα^ααντοφώτίστοί, 2. Ιιο. Φραγκιάς 88. 

άδαμαντόχρονς, 2. Άστυ 8 Ίουν. 94. 

άδαμαντωρυχεΐα,τά• Ε Α. εν'Ομήρω 77. 

^Αδαμίδης, ά' ό'ν. κύρ. οικογεν. 

"Αδαμΐται^ ο\ από Αδάμ άνθρ(ι)ποι, οί ου 
διακεκριμΕνοι εις έθνη. Άκρ. 21 Αύγ. 95. 

'^15α/*οε^3^5?ένδύ^οθαι. Άκρ. 25 Ίουλ. 92. 

άδάνειστος, 2 Ίω. Ν. Λεβ. 69. 

^ Αδανσονία δακτυλωτή, ή (φυτολογ.) 
Λίμ Νον. 73. — 'Ίδε κα\ βαοβάβ.' 

άδαηανητεί, επίρ. Άκρ. 28 Ίουλ. 92. 

Άδδι,σώνειος νόσος. ή. Γ. Καραμήτσ. 79. 

άδελέαστος, 2. Άκρ. 1 Όκτ. 91. 



άδελτιογράφητος, 2. ( βιβλία.) Χαρ. Με- 
λετόπ 81. 
άδελφικότης, ή. "Αστυ 26 — 7 Μάρτ. 93. 

— Τΐιηβδ. έν'Ακρ. 17 Ίουν. 96. 
αδελφιαμός, 6. Κ. Κούμ. — Π. Χιώτ. 
αδελφοί εν στεμματι ( οί βασιλείς.) Άκρ. 

17 Όκτ. 96. — Ή φράσις κατά τα λ έν 
Χριστο) άδελφο\» έποιήθη. 

άδελφομαχία, ή. Σπ. Τρικούπ. 

άδελφοξυλοφορτοδότης, 6. Έμβαλω- 
ματης 9 Όκτ. 90. 

άδελφορονμοννοελληνιχαΐ ερωτήσεις. 
Σπ. Ν. Καραβιάς έν Άκρ. 5 Ίουν. 95. 

άδελφοσκοτωτίΗοι πόλεμοι, οί Άκρ. 
26 Μαίου 91, έν έπιφυλ. 

άδελφοσφαγία, ή. Φαίαξ έν Έστ. ί<ΰ. 
5 Ιουν. 95. 

άδελφοτρανματισμός, ό. Άκρ. 8 Δεκ. 87. 

άδελφοφάγος, 2. "Αστυ 31 Όκτ. 91. 

άδέλφωμα, τό. Έφ. 90. 

άδενιχός, 3. Γ, Καραμήτσ. 79. 

άδενίσκος, 6 Ο. έν Νέα Πανδ. 1 Μαοτ. 
58.^— Αιμ. Νον. 73. — Π. Ψαρ. 84. 
= άδενΐτις, ή• ό'ν. νόσου. Λ. Καραλίβ. — 
Έστ. 88. 

= άδενογραφία, ή. ϋβΐιβ^αβ λεξ. Γραικ. 
κ. Γαλ. έν λέξει άδήν. 
= άδενόκαρηος^ο (φυτολογ.) Θ. Χέλδρ.89 

άδενοκυστώματα^ τά. ( 'ατρ.) Γ. Καραμ. 

άδενοκντταρα. τά. Θ. 'Αφεντ 54. 

— άδενολογία, ή. Γ. Δ. 'Αργυροκαστρ. 
785 — ϋθΐίβηΐΐβ λεξ. Γραικ. κ. Γαλ. έν 
λέξει άδήν. 

άδενοαάρκωμα^ τό. Έγκυκλ. λεξ. 
--= άδενόστνλος, ό. Έγκυκλ. λεξ. 
= άδενοτομία, ή. Ββ1ΐΘς[υθ λεξ. Γραικ 
κ. Γαλ. έν λέξει άδήν. 

άδενοφαρνγγειος μυς, ό. ϋβΐιβςΐΐθ λεξ. 
Γραικ. κ. Γαλ. έν λέξει άδήν. 

άδενοφόρος., 2. ( φυτολογ.) Αατ. §1αη- 
ϊΙαΙίίβΓα. Θ. Χέλδρ. έν Έγκυκλ. λεξ. 
= αδενώματα^ τά. Α. Πετρίν. 

άδεξιότης, ή. θ. Γ.Όρφ. 59. — Ε Καστ. 
73. —Άκρ. 24 Φεβρ. 89. 

άδεσμεύτως. Ά. Τ. 'Ραγκ. 

— άδεσμία, η βαλσαμώδης ((ουτολογ.) Θ. 
Χε•).δρ. 89. 

άδευτέρωτος, 2. Κ. Οίκ. 33. 

άδηλητηρίαστος, 2. Θ. Όρφ. 68. — Έφ. 
* αδήλωτος^ 2. ( εμπορεύματα έν τελιο 
νείοις. γα'αι κτλ.) Έλ. κωδ. — Άκρ. 13 
Φεβρ. 94. — Ή λεξ. παρ' ' Ησυχίω έχει 
διαφόρους άλλας και δη παραδόξους σημα- 
σίας. 



[12] 



άδηλωτοφάγοι 



άδιαφθορότης 



άδηλωτοφάγοι., οί. (;) *Ακρ. 4 'Ιουλ. 90. 

άδημαγώγητος, 2. Άκρ. 25 'Ιαν. 96. 

άδηφαγικώς. Πς. εν Άκρ. 10 Ίουν. 96. 

άδιαβατότης, ή. ( το χών σωμάτων άοια- 
)(ώρητον, ως νυν ίκο του Ευγενίου λέγε- 
ται.) Χρ. Άκαρν 

άδιάγραπτος, 2. αΈφ.» 9 'Ιαν, 90. — 
"Αστυ '^ή Σεπτ 94. 

άδιάδυτος, 2. Φίλ. Ίω. 61. 

άδιαζεύκτως. Κ. Παπαορηγόπ. 73. 

άδιαζήτητος, 2. Εύγ. Βούλγ. 

άδιαθέρμαντος, 2. 

άδιάθερμος, 2. Β Λάκ, 61. Έγκυκλ, λεξ. 

αδιαθεσία, ή. Χρ Άν. Παρ[Α. 58. — Κ. 
Ξανθόπ. 62. — Χρυσαλ. 63. — Ν. Κοντ. 
λεξ. 89. 

άδιαθετέω-ώ κοιν. εΤμαι ανήμπορος. Ν. 
Κοντ. λεξ. 89 — Παλιγ. 7 Αύγ. 87. — 
αδιαθετούσα, μτγ. Άκρ. 23 'Απρ. 95 εν 
έπιφυλ. 

' αδιάθετος. 2. (κοιν. ανήμπορος.) μετάφρ. 
τοΰ Γαλ. ϊηάΐδροβό. 'Αγ. Βλ λεξ. 71. — 
Ν Κοντοπ λεξ. 89.— Ή λεξ. εν ττ) πα- 
λαιά γλο'^σστι δεν εΤ/ε την σημασ. ταύτην, 
την δε του πρ\ν η διαθεσθαι τα εαυτού τε 
λευιήσαντος εΤ)^εν ηδη άπό των Βυζαντινών 
χρόνων, καθ" α που εσημείωσεν ό Κοραής, 
δι ο κα\ επί'ρασεν εις τους νεωτέοους ημών 
κώδικας, ως κα\ ή φράσις• οί εξ αδιάθετου 
κληρονόμοι, οί αΐ) ΐηίβδίΒ,Ιο Λατινιστί. 

άδιάθλαστος^ 2. Ά. Σπαθάρ. 86. — Τ. 
'Αργυρόπ. 91. 

άδιαιρετότης, ή. Χρ. Άκαρν. 

άδιακανόνιστος. 2. Αιών 22 'Ιαν. 87. 

άδιάκανστος. 2. Κ Ζε'γγελης ίν Άκρ. 
10 'Ιαν. 96. 

άδιακήρυκτος'• 2. (πόλεμος) Λεξ. νομο- 
τε/ν. 40. 

άδιακόρευτος, 2. Εύγ. Βούλγ. 

άδιακώλυτος, 2. 'Ακρ. 22 Όκτ. 93. 

άδιαλάλητος, 2. Κ. ΙΝΙάνο^. 

άδιαλνσιμος, 2. Λ Πετρούλ. 67 

άδιαλυτότης, ή. Θ, ΊΙλ. 

άδιαμαρτνρήτως. Πατρ'ίς Βουκουρεστίου 
εν Βρ. άστ, 6 ΙΜαρτ. 92. 

άδιάμαχος, 2. (χώρα.) Κ. Αυγέρης εν 
Άκρ. 1 'Ιαν. 98. 

άδιαμέλιστος, 2. Στ. Σταθόπ. 54. 

άδιαμνημόνευτος, 2. Σπ. Ζαμπ. 64. 

άδιαμοίραστος . 2. Γρ. Ζαλίκ. λεξ. 

αδιαμόρφωτος, 2. Δ. Πανταζ. — Δ. Ι. 
Μαυροφρ 60. 

αδιαμφισβήτητος, 2. Γ.Μ.Βιζ. — 'Ακο. 
10 Μάρτ. 93. 

[ 



άδιαμφιαζητήτως. Άκρ. 21 Νο. 94. 

άδιανόθεντος, 2. Εύγ. Βούλγ. 782. 

άδιαντρόπως. Άστυ 30 'Ιουλ. 91. — 
"Επρεπεν ύπο λογίου να διασχηματισθη 
οίίτω το κοινολαϊκον άδι ά ν τ ρ ο π α, ου 
άμφίβάλλεται ακόμη άπο τί μαλλ\ είναι ή 
σκούφια του ; 

άδιαπαιδαγώγητος, 2. Παλιγ. 30 Όκτ. 
89. — Α. Σ. ένΆκρ. 2 Μαίου. — Δ. Βρά- 
τιμ. εν "Αστει 21 'Οκτ. 97. 

άδιαηεραίωτος, 2. Ί. 'Ρ. Νερ. 41. 

αδιαπέραστος, 2.'Ρ. Βελ . — Σκαρλ. λ. 56. 

— Κλ 'Ραγκ. — Άκρ. 22 Μάρτ. 93. — Άγ. 
Βλ. λεξ. 97. 

άδιαηλανητικοι φακοί, οί. Κ. Ζε'γγελ. 
92. — Πρβλ ά π λ α ν η τ ι κ ο ί. 

άδιάηλεκτος, 2. (κόμη.)'Ρ, Βελ. 

άδιαπνεύστως . [= ερμητικώς, ώς λέγουν 
άλλοι.) Ίω Όλ — Σπ. Μηλ. — Άρ. Π. 
Κουρτ. 92. 

άδιαπόρθμητος, 2. ( θάλασσα.) Γ. Παρα- 
σκευόπ. εν 'Άστει 16 Άπρ. 98. 

άδιατιότιστος, 2. 

άδιάπρακτος. 2. (σφάλμα). 

άδιάπτνκτος, 2. Δ. Ί. Μαυροφρ; 

άδιασάλεντος, 2. Εύγ. Βούλγ. — Νεα 
εφ. 15 Άπρ 92. — α'Εφ.» 4 Άπρ. 94. 

— Άστυ 3 'Ιουλ. 95. 
άδιάσ§εστος, 2. Έστ. 
άδιάσκεπτος, 2. Έλ. φιλολ, σύλ. Κ]λεως. 
άδιασκόπευσις, ή. Γρ. Χαντσ. 70. 
άδιασκοπεΰω. Γρ. Χαντσ. 70. 
άδιάαπαρτος. 2. Σχ. Λεβ. λεξ. 61. 
άδιάσφαιρος, 2. (υφασμα.Ι Άκρ. 22 

Μάρτ. κα\ 2 Άπρ. 93 κα'ι 6 Άπρ. 94. 

αδιατάρακτος, 2. Άγ. Βλα/. λεξ. 97. 

άδιαταράκτως. Άκρ. 9 Μάρτ. 95. — 
Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άδιαταραξία, ή. Φίλ. Ίω. έν Φυσ. δικαίο), 
εκδ. Λ Οίκ. 

άδιατήρητος, 2. Μ. Στ. Μαλαίας, 61. 

άδιάτρητος, 2. Σκαρλ. λ. 56. Αΐών. — 
Ν. Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άδιατροφία, ή. (του σώματος). Ακρ. 
20 Δεχ. 93. 

άδιάτρωτος, 2. Σπ. Βασιλ. 

αδιαφάνεια, ή. 
=άδιαφανής,2.'ΐ. Ε. Δοακ. 49. — Χρ.Τσούντ. 

— 96. Άκρ. 20 'Ιαν. 96. — Πρβλ. το έξης• 
άδιαφεγγής, 2. (^5άκελλος. Άκρ. 20 

Ίαν. 96. 

άδιάφενκτος, 2. Άνών. μετάφρ. « Ανα- 
λογίας της θρησκείας» τοΰ Βουτλε'ρου, 44. 

άδιαφθορότης, ή. Δαν Φιλιπ. 

13] 



άδίαφιλονείκητος 



άδυναμίΗος 



άδιαφιΐονείχητος, 2, Έλ. κωδ. 

άδιαφιλονειπήτως. Μετάφρ. υποκόμ. 
Πραζελον, ε'ν Πανδ. — Άγ Βλ'. λεξ. 97. 

^Αδιαφορίδης, ό' ον. κύρ. πλαστον 

άδιαφορότης, ή. (= αδιαφορία.) Εύγ. 
Ηούλγ. — "Κ/ει ό αυτός και την ά δ ι α φ ό- 
ρια ν, τήν κα\ εν τοις Λεξ. της άρ/. γλώσ. 

άδιαφώνητος, 2. Άχρ, 12 Μαίου 90. 

άδιαφώνως. Άδ. Κορ. 26. 

άδιαφώτ^στος■,2. Άν. Διορι. Κυρ. — Άρ. 
Ί. Προόελ 74 

άδιαχωρησία, ή. Εύγ. Βοΰλγ. 05. - — 
ΙΙρολ. άδια/ωρητ ό τ η ς. 

άδιαχώρητον, τό. (των σο^μάτιον.) Εύγ. 
Βούλγ. 766.— Βεν. Λεσβ. 20. — Ν. Κοντ. 
λεξ 89. — Άγ Βλ. λεξ. 97. 

άδιαχωρητότης, ή. Θ. Άφεντ, 5Ί. 

άδιάψυχρος, 2. "Ελλην εν Ή[Αΐφύλ. Άκρ 
14 Σεπτ. 97. 

άδιδακτόριστος, 2. Σ. Α. Κ. 87. 

άδιάσδυτος, 2. Αν. Κ. Χοηστ, 87. — 
'Ακρ. 26 Μάρτ. 96. 

άδιεκπεραίωτος, 2. Α. Ρούκ. εν «Έφ.» 
30 Ίουν. 92. 

άδιερμήνεντος, 2. Ί. '1\ Νερ.41. 

άδιενθέτητος, 2. Έο. 91. 

άδιεναρινήτως. Γο. Ξενότ:. εν ".Αστει 15 
Ίαν. 96. 

* άδιχαιολόγητος, 2. ό μη ζερ\ λόγους 
τοϋ δικαίου διατρίύας ( κατά τό άνιατρολό- 
γητος κττ.) Σ. Α. Κ. 62. — ΟΊ πολύ πλεΐ- 
πλεΐστοι χρώνται τη λέξει κατά την εν τοΙς 
Λςξ. πάλαιαν σηαασίαν, ο•.3ν Λεξ. νου.οτε"/ν. 
40.— Άκρ. 2 Μαίου 88. 

αδικαιολογήτως. Μελισσουργός εν Πα- 
λιγ. 21 Απρ. 90. — Γ\ανονισμ6ς Πανελλην. 
γυμναστικού συλλόγου 91. 

αδικαίωτος, 2. Λ. Ρ. Ραγκ 51. 

άδικαρπαζοκλέητης, 6. Χ. Λ. Μεγδ. 
— Ό Γρ Χχντσερη; θά χό εγραφεν άδ ι - 
■/ α ρπαζοκλ:πτηί. 

άδικηγόρος δικηγόρος, ό. Άκρ. 12 Αυ- 
γούστου 91. 

άδικηματικός, 3. Ίταλ. (ΙβΙϋίυΟΒΟ. 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άδικοθανατέω-ώ. άδικοΟανάτησεν {= ά- 
δικα άπεθανεν.) Ίάκ Πολυλ. 89, εν με- 
τάφρ. Άμλε'του τοϋ Σε'κσπηο. — Άγ. 
Βλά/. λεξ. 97 

αδικοκρατία, ή. Λιομ. Κυρ. 

άδικοκρισία, ή. Μ. Θεοτ. 

άδικοπαθέω-ώ. 'Λκρ. 4 Αύγ. 92 κα\ 3 
Ίαν. 95. 

αδικοπραξία, ή. ^Μυρία ό'σα» 85. 



άδικοπράττω, ήδικοπράττει ί/ρόνου πα- 
ρατατικού.) Π. Χιώτ. 49. — Οΰτως ό Χιώτ. 
έγρα•Ι/ε κα\ άλλα, οίον ίεροπράττω. άκτο- 
φυλάττων, μτ/. Έν το"ίς Λεξ. της άρ-/. υπ 
τό άδικοπρ α γ ε ω. 

άδικοσφαγμός, 6. Γ. Ίω. Άναγνωστόπ. 
εν Σίοτηρία 19 Μαίου 97. 

άδικοφυλακίζεσθαι, Άκρ. 7 Μάρτ. 93. 

άδιοικησία, ή. ".λστυ 9 Μαίου 95. 

άδιοράτως, επ'.α. Άκρ. 2 Ίουν. 98. 

άδυιλογράφητος, 2. ό ου μαθών δι- 
πλογραφίαν. Ψαμπ. 

ίίΟ,δυιΚος διπλωμάτης, ό.» Άνώνυμ. ίν 
δράματι «.Χαρίδημος ό Σάμιος» 32. 
= άδιπόκηρος^ ό Γαλ. αάϊροοΪΓβ. "Ιδε 
λιπόκηρος. 

αόό^^αταδόγματα,τά. 'Ρ. Ν.Καμπηλ. 97. 

άδηλότης, ή. Άκρ. 24 Άπρ. 95. 

άδοξόσοφος, 2. Ααν. Φιλιπ. 

άδοξοσόφως. Λαν. Φιλιπ. 

^Αδοσίδης, ό' όν. κόρ. οικογεν. 

άδοσίλογος, 2. Άκρ. 15 Μάρτ. κα\ 18 
Μαίου 94. 

άδουλωσία, ή. Σιγίλλιον πατριαρ/. Κων)- 
πόλεως. 1614. 

νάδραματονργητον τοϋτο»• όχι καλώς 
δεδραματουργημενον. Σ. Α. Κ. — άδραμα- 
τούογητοι κα^ ακίνητοι ύποχριταί. θ. Βελ- 
λιαν. εν Έστ. 21 Λο. 93. 

άδρανότης, ή Χρ. Άκαρν. 

άδραφαξιώδες γένος φυτών. Έλ. φιλ. 
Σύλ. Κο)ν)πόλειος. 

άδρογραμμένο βιβλίο (!) Άκρ. 20 Μάρτ. 
97. — Πρόοδος της γλώσσης ταϋτα κατά 1. 
^Ι'υγάρψ> κα\ Άλ. Πάλλην 

άδρόκαρπος, 2. Άγ. Βλ. εν Άστει 19 
—20 Όκτ. 92. 

άδρόκοκκος, 2. Α. Φ:λ. 88. 

άδρομελής, 2. (άνήρ.) ^\ρ. Προβελ. 87. 

άδρομία, ή. έΤ-λειΙ/ΐς δρόμων, δηλ. οδών. 
Άκρ. 17 Φεβρ. 96.' 

άδρομισθούμενοι,μτγ^ Άκρ. 14 Αύγ. 94. 

άδρομος, 2. Ιφάραγξ.) Γ. Χ. Ζαλοκ. 58. 

άδρομΰσταξ, έπίθ. Ά. Μ. Άντ. 81. 

άδροπεταλώδης, 2. Ίω. Ολ 

άδροπληρόνω -ομαι. Άκρ. 9 Ίαν. 90 
κα\ 14 Αύγ 94. 

άδροποιέω•ώ. .Χειρόγρ. των ε'ς τον σύλ- 

λογον Κοραην σταλεντων τοϊ 1891. 

άδροπνρηνος, 2. Ίιο. Όλ. 

άδροσος, 2. Άκρ. 1 Ίαν. 91. 
άδρότεχνος, 2. Π. Κ. Άποστολίδ. 91. 
αδρωμα. τό, Σπ. Μηλ. 

= άδνναμικός, 3. Έρμ. λογ. 16. — Γ. 

14] 



άδυναμωτιχός 



αεριογονος 



Καραμήτσ, 79.— θ. Άφεντ. εν Παλιγ 22 
'Ο/.τ. 90. — άδυνααικα! -αθήσεις. Άντ. Ε. 
Παπαδάκ εν ΈστΛ'φ. 24 Ίαν. 91.— Πρβλ. 
το έξης- 

άδνναμωτιχός, 3. (αεσα. φάρμακα.) Ίω. 
Άσάν. εν Έρμτ, λογ. — Α. Πύο. 31. 

αίυνατΟΓ575, ή. Γαλ. ΐηιρθ88ίΙ)ΐ1ϊίΗ Εύγ. 
Β. Δελοιν. 63. — Έστ. 9 '.Λ-ο. 89.— Ίιο. 
Σκαλτσ. 93. ΈΙ/Ε'/θη ή λεξ εν «Έο.• 5 
Μάρτ. 93. ' ' 

αεβ^ος, 2. βάεθνον έθνος, άεθνος, δν 
μας έπιτρε'τζηται γ, λεξις, είναι ή δικαιοσύνη, 
071 μ()νον ά;:οόσ(ο;:ος.» Κ Ο^κ 30. — Άκρ 
7'Όκτ. 88. ' 

άειαγάπητος^ 2. Άκρ. 31 Λίκ. 91.(*) 
«άειαχίνητον, τό, ο/ι άεικίνητον.» Άκρ. 
4 Δεκ. 94. 

άεί€ίος, 2. Φίλ. Ίω. εν «Ήμερολογίω 
Άττικω» 87 

άει^οηθήτρια Παναγία, ή. Άκρ. 16 
Φεβρ. 93. 

άειγαληνια κύματα του Ε'ρην. Ώκεανοΰ. 
ΤϊΐηβΒ. εν Άκρ.' 1 Μαίου 98. 

άειέσπερος, 2. (βυθο"ϊ γης.) Δ. Γουζ. 07. 

άειζωώδης, 2. (<ίυτολογ.) Σγ. Λεβ. 
Λεξ. 61. 

άεικινεΐσθαι άεικινούμενος. Αστυ 17 
—8 Αύγ. 91. 

άείχλανστος. 2. Άστυ 19— 20Άζρ. 92. 

άειχλεής, 2. Ίώσ. ίΜοισ. 

άείκρουστον όργανον, τό. Έστ. εφ. 22 
Μάρτ. 9δ. 

άειχνμαντος, 2. Δ. Α. Άντωνακότ:. εν 
Άστει 12 Δεκ. 94 

άειλαμπώς. Κ. Οικ. 42. 

άειμαχία, η. Ίκ. Γ. Λάτρ. 5δ. 

άειμειδής, 2. Άκρ. 28 Σεπτ. 94. 

άειμέριμνος, 2. 'Ακρ. 6 Απρ. 87. 

άεομνηστία, ή. 'Ιώσ. ίΜοισ. 

άείμολπος, 2. (ποίηαα.) Ίω. Καρασ. 

άειμούρμονρος επικριτής δημοσιογρά- 
φος. Άκρ. 13 Δεκ. 93. ' 

άεινεφίς, ή. Στ Ξε'ν. εν Βρετ. άστ. 27 
Δεκ. 91. — Το άρσεν. επίθ. άεινεφής υπ. 
εν το"ίς Λεξ. της άρχ. γλ. 

άειπερίεργος, 2. Στ. Ξεν. εν Βρετ. άστ. 
6 Φεορ. 92. 

άειπόθητος^ 2. Ν. Δραγ. εν Πανδ. 1 
Νο. 62. 



άείπονος, 2. (ζωή.) Άγ. Βλ. 92. 

άειπράσινος, 2. Δ. ΓουΓ. 07. — Εα. 
'Ροίδ. έν Έστ. 93. 

άειροονάονσαι κρηναι, αί. Ν. Δούκ. 

άεισάλεντος, 2. Χαρ. 'Άν. 

άείσειστος, 2. Ά. 'Ρ 'Ραγκ. 

άεισχίαστος, 2. 'Ακρ. 24 Αυγ. 88. 

άεισκότεινος, 2. Στ. Ξε'ν. έν Βοετ. άστ. 
27 Δεκ. 91. 

άείσοφος, 2. Ίώσ. Μοισ. 

άεισταγής, 2. (δάκρυα.) Άο. Ι. Προ- 
οελ. 72. 

άειτάραχος, 2. Σπ. Παγαν. έν 'Εστ. έο. 
17 Μαίου 94. και 22 Άπρ. 9δ. 

άειφαγία, ή. «ήθε'λετε να ψηφισθη νόμος 
ξενηλασίας, νόμος ά ε ι φ α γ ί α ς όλων των 
κατελθόντων ε'ς Αθήνας πλουσίων•» Άκο. 
2 Μαίου 92. 

άειφάγος, 2. 'Εστ. εφ. 31 Δεκ. 94. 

άειχρονίως. Μ. έν Νέα εφ. 5 Μάρτ. 97. 

άελλοφόρος, 2. (υψη). Π. Τριανταφ. 

άελλωδίδαί, οί' γένος της τάξεως των 
νηκτικών πτηνών. 'Εγκυκλ. λεξ. πρακτ. 
γνώσ. 93. 

άεραγώγ^ον, τό. 'Εγκυκλ. λεξ. — άερα- 
γώγιον, Γαλ. ηΐίΐηοΐιβ ίΐ νεηΐ:. Άγ. Βλ. 
Λεξ. 97. 

αεραγωγός, 6. Γαλ. ροΓίβ - νβηΐ. Γρ. 
Χαντσ. — Τ. Άργυρόπ. — Σπ. Παγαν. — 
άεοαγ. σωλήν. Άκρ. 31 Ίουλ. 9δ. — Αγ. 
Βλ. λεξ. 97. 

άεράκατοι, αί. Άκρ. 81 Δεκ. 88 κα"Ί 6 
Άπρ. 9δ. 

άερανΓλί'ο, ή. Α. Δαμασκ. — Τ. Άργυρόπ 

άεργοληψίαί, αι. 'Ακρ. 9 Ιαν. 94. 

άεργοαιόλεμος, ο. (τ^αρ' άεργων). Άκρ. 
26 Ίαν. 86. 

άερεισπνοή, ή. Γ. Ν. Πιλάβ. 90- 

άερεπίπεδον, τό. μηχάνημα, έ'/ον σ/^ημα 
πτηνοϋ. Πρωία 16 Δεκ. 96. 

άερηθμός, ό. α'Όμηρος». 

άεριαγα>γός, ό. (σωλήν). « Έφ. « 2δ 
Ίαν. 90. 

'άερίδες, αι. (ίρυτολογ.). 'Εγκυκλ λεξ. 
■ — Κείται μέν ή λέξ. παρ' ΊΙσυ/ίω, άλλα 
κατ' άλλην σημασ. 

άεριχώτατος, 3. '.\λ. Σοΰτσ. 39. — Ό 
θετικός βαθμός είναι ανέκαθεν έν κοινή χρήσει. 

άεριογόνός^Ί. Γαλ. §&ζο^έηβ (υλη φιά- 



(*) "Αξιον παρατηρήσεως είναι οτι ένώ τό άε'ι δεν παρέμεινεν εκ παραδόσεως εις 
ήσιν, οΊ λόγιοι μας κατεσκεύασαν εξ αυτοΰ συνθέτους λέξεις 3δ, τάς ενταύθα 



γραμμενας, ίσως δε και αλλάς. 



εις κοινην 
άναγε- 



[15] 



άεριο8οχεΐον 



αεροδρόμια 



λη) Άν. Κ. Χρηστ. 87. — Συμβόλ. φωταε- 
ρίου Ιν Αθήναις, 87. — Κ. Κοντοπ. λεξ. 89. 
-'.\γ. Βλ. ^εξ. 97.^^ 

άεριοδοχεΐον, τό. "Οθ. Ά. 'Ρουσοπ. 89. 

άεριοειδής, 2. Γαλ ^αζβϋΧ κα"• σ&ζβϊ- 
ίοηηβ. Σ/.αολ. λεξ — Ν. Κοντοπ. λεξ. 8^. 
— Άγ. Βλ.'λεξ. 97. 

άεριοθέρμαι. αϊ. "Αστυ 7 — 8 Ίαν. 92. 

άεριόλοντρα, τά. "Αστυ 7 — 8 Ίουν. 9'<ί. 

άεριομέτρης, 6 Γαλ. ΟΟΙϊίρΙβυΓ 3. §&ϊ' 
Ν. Κοντ. λεξ. 89. 

άεριομετρία, ή. Γαλ. ξΖζοταβίήβ. Ν 
Κοντ. λεξ. 89. 

άεριομέτριον^ τό,Γαλ. §8,ζοιηβί;ΓΘ.Σκαρλ 
λεξ. 5ϋ. έν ίρμ. — Άλλ' ό αύτος μεταφράζει 
τό 1)αΓ0ΙΙΐέίΓβ βαρόμετρον /.α\ τό ΙΙιβΓΠΙΟ- 
ΐηϊ;ΐΓβ θερμομετρον.'Ίσως λοιπόν σφάλμα τυ- 
πογραφικό ν τό άεριομε'τρ'. ον, εξω άν κα\ 
άλλος τις των ημέτερων μετε/ειρίσθη τον 
τύπον τούτον. 

άεριόμετρον, τό, Γαλ. ^αζοίΉβίΓβ. Κ. 
Α. Ίσηγόν. 74. - — Συμβόλ. οωταερίου εν 
Αθήναις 87 Ν. Κοντοπ. λεξ! 89. — Άγ. 
Βλ. λεξ. 97. — "Ιδε άεροφ υλάκιον. 

άεριομηχαναί, αί. Άχρ. 2 'Ιουν. 94. 

άεριόμορφος, 2. Δ. Κοκίδ. 76. 

άέριον, τό. Γαλ. §£ΙΖ. Σκαρλ. Λεξ. εν 
ερμ. — Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 

άεριοπαραγωγός, 2. (εργαστήριο ν). 

άεροπηγαί, αί Άν. Κ. Χρηστ. 77. — 
Πανελλήν. σύντροφ. 91. 

άεριοποιεΐον, τό. Γαλ. αδΐηβ α §Ά7.. 
ι\. Κοντοπ. λεξ. 89. 

άεριοποιέω -ώ. Γαλ. ^ΰ,ζβϊΠβΓ. Σκαρλ. 
λεξ. εν ερμ — 'Αν. Κ. Χοηστ. 87. — 'Αγ. 
Βλ λεξ. 97. 

άεριοποιήσιμος, 2. Γαλ. ^3,ζβίβ&1)1θ. 
Σκαρλ. Λεξ. 

άεριοποίησις, τ\. Γαλ. σαζβίβοαίίοη. Ν. 
Κοντοπ. λεξ. 89. — Έγκυκλ. Λεξ. Άγ. 
Βλ. λεξ. 97. 

άεριοποι-ητικόν κατάστημα. ".\νων. αί 
ίΝεαι Άθηναι. 1860. 

άεριοποίός, 2.Γαλ.ΐ5αζβΐίβΓθ. Σκαρλ. Λεξ. 

άερίοσχόπιον^ τό Γαλ. §Μ0800ρ Δ. 
Νίτσου εν 'Κομ. λογ. 19. — Ν. Κοντοπ. 
λεξ. 89. 

άεριονχος., 2. Γαλ. οοηίθηαηί; (Ια §αζ. 
θ Άφεντ. 76. — Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. — 
Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

αεριοφόρος, 2. (σωλήν). Συμβόλ. φω- 
ταερίου δήμου Άθην. 87. — Ν. Κοντοπ. 
λεξ. 89. 

άεριοφυλάπιον ^ τό, Τ. ΆργυροΛ. 84. 

[16 



— Συμβόλ. φωταερίου δήμου Αθηναίων 87. 

— "Ο. Α. 'Ρουσόπ. 89, (όστις κακίζει τήν 
λεξ. άεριόμετρον) — Άγ. Βλ λεξ. 97. 

άεριόφως, τό. Έφ. Κυβ. — Ν. Κοντοπ. 
λεξ. 89. — Προμ. 92. —Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

— Πρβλ. άερ ό φ ω ς. 
άεριοφωτιστικός, 3. οΈφ.» 9 Μάιου 89. 
άεριοφα>τοποιεΐον, τό. Γ. Χ. Κ. εν Προμ. 

22 ΐΜαρτ. 92. 

αερισμός, 6. Σπ. Παγαν. — Ν. Κοντοπ. 
λεξ. 89 — Ά ν. Βλ. λεξ.^97. 

άεριστήρ, 6. Γ. Ν. Ζαβιτσ. 78. — Ακρ. 
3 'Ιουν. 97 κα\ 11 Ίαν. 98. 

άεριστήριον, τό Γαλ. (ίνβηίαΐΐ. νβηΐί- 
ΙίΐίΰΐΐΓ. Άγ. Βλ λεξ. — Ν. Κοντοπ. 
λεξ. 89. 

άεριστιχός, '•]. (μη/ανή^ '.\γ. Βλ. λ. 97. 

άερίφρων, 2. Άντ. Πολυλ. 59. 

άεριώδης, 2. ^σώμα κττ.). Τ. Νερ. 67. 

— Ά9. Σακελ. Λεξ. εν ερμ. λέξεως άερ ι ο ς. 

— Αίόίν 21 Δεκ. 87. — Κ. Μητσοπ. έν 
Προμ. 26 Αύγ. 90. - Τηλ Κομν. 91. 

άερο€αίνει. ψυ/ή ώς νέφος Άλ. Σοΰτσ. 

— συννεφάκια άεροοαίνουν ανερμάτιστα. 
31. ιΜητσάκ. εν Άκρ. 3 Ίαν. 95. 

άερο§αρόμετρον^ τό. Ν. θεοτ. 
άερο§ασία, η. Άκρ. 11 Άπρ. 87. — 
ΊΙλ ΤσιτσεΤ.. έν «Καθημερ.» 12 Ίαν. 88. 

— Αστυ 10 Ίουλ. 94. — Χ. Παπαμάρκ. 
97. — Πρβλ. τό έξης. 

αερομαχία, ή. Στ. Ξεν. εν Άκρ. 88. 

άερο§ατΐΗΟς^ 3. Κ. Κουμ. — Δ. Πύ^. 
36. — θαυμάσιος κόσμος, Σεπτ. 90. 

αερόβιος, 2. Ήο. Μητσόπ 81. — Ν. Κον- 
τοπ. λεξ. 89. — Έγχυκλ. Λεξ. — Άν. Κ. 
Χρηστ. 96. 

άερόγαμα, τά, (φυτολογ.). Έγκυκλ. Λεξ. 

άερογεμής^ 2. (ενδύματα δια ναυαγούς). 
Άκρ. 16 Φεβρ. 95. 

άερο}'εννΐ7τος, 2. (σκέψις).Άκρ. 11 1\ο.95. 

άερογόνος^ 2. (κάμινος). Έγκυκλ. Λεξ, 

άερογνωσία, ή. Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 
= άερογραφία, ή. Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 

άεροδείκτης, ό. Α. Γαζ. — Ί1 λεξ. δεν 
είναι κυριολεκτική. 
= άερογραφΐΗΟς^ 3. Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 

άεροδιάλυτον, τό. Γαλ. (1β1ί(ΐιιβ8€βηοβ, 
θ. Γρ. Χαντσ. 47. 

άερόδιφρος, 6. 'λ/.ρ. 30 Δεκ. 88. 

άεροδοχεΐον, τό. Ξ. Λάνδ. 40. 

άεροδόχος. 2. (κύστις. γ.\>'1ίλτ\. θύλοκοι.) 
Αίμ. Νον. 73. 

αεροδρόμια, η. Χρ. Καλωτ. 79• — Άγ. 
Βλ. λεξ. 97. 



άεροδρομιχος 



αεροοίΗΟΐ 



άεροδρομικός, 8. Άκρ. 14 Φίορ. 89 
κα^ί 5 "Ιουλ. 97. 

άεροδρόμων, 6. Γερμ. Ιιαίίδβ^ΙβΓ. Άκο. 
14 Φεορ. 89. 

άεροδροσίζεσθαι. Γ. Π. εν Άκρ. 10 
Μαίου ^.5. 

= άεροδυναμιχή, ή. Τ. Άργυρο-, εν 
Έγκυκλ .\εξ. 

άεροεξαγωγός, 6 (υοραυλ.) Γαλ. νβη- 
ίοπδβ. Άν. Ιούλης 84. 

αεροθάλαμος, ό. (των τοοπ'.λλών.) Άκρ. 
10 "Οκτ. 97. 

άεροθεραηεία, ή. Β. Π. εν Έγκυκλ. 
Λεξ. — Έλλην εν Άκρ. 14 Όκτ. 92.— 
Π. Νιρβ. εν Άστει 30 Σεπτ. 94. 

άεροθεραττεντικός, 3. ιδρύματα). "Αστυ 
4 — 5 Άπρ. 93. 

άεροθερμαγωγός, 2. (θεομάστραι, Ιστίαι) 
Ν. Β. Σάλιο 93. 

άεροθέρμανσις, ή. Έγκυκλ. Λεξ. 

άερόθερμος, 2. [κλίοανοί) Στ. Π. Έμ. 
Γιάννο-. 

άεροθλιητιαός, 3. (μ,η/αναί). Τ. Άργυ- 

ρόπ. 84- — Πρδλ. άεοοκαταθλι- 

/ • 

πτικ ο ς. 

άεροκαηνοδόχος , ή. Έστ. έο 10 
Φεβρ 95. 

άεροααίων. ατ/. (λύ/νος) Τ. Ε. Λρακ.49. 

άεροκαταθλιτιτιχός^ θερα-ευτικος λου- 
τήο. «Έα•.» 7 Αύι". 92. — 'Εφ. συζητήσ. 10 
Ίουλ. 94.— Άκρ 21 Μα;ου'95. 

άεροκατάττοσις, ή. Γ. Ν. Πιλ. Ιν Έγ- 
κυκλ. Λεξ. 

αεροαατοπτρισμός, ό Γαλ. ιηΪΓ&σβ. 
'Iο^. Πύρλ. — Ό αυτός ε/ει κα\ το άερ ο- 
κά το— τρικ ή, ή, — αρα— ς'μ— ων 7:ερ\ του φυ- 
σικού ταύτου οραινοαΕνου εις Διόδωοον Γ, 
50, 51. 

άεροχέλητες, οι. Άκρ. 31 Δεκ. 88. 

άερόκενος, 'ί. Έλ. '/ρον. 2^. — θ, Άρετ. 
— άεοόκενον, τό. Ξ. Λάνδ. 40. — Άγ. Βλ, 
λεξ. 97. 

άεροκι§ώτίον, τό. Αν. Σούλης 84. 

άεροΗΐνεΐται σημαία. Ίω. Ζαμπ. 

άεροκοπανέοι -ά>, άεοοκοπανοΰντες.'Άστυ 
22 ΐλ'ο 94 κα- 28 Αύγ.' 96. 

αεροκοπανίσματα, τά. Έστ. Ιο. 10 
Σεπτ 9ό. 

άεροκοπανισταί, οί Άκρ. 21 Σεπτ. 91. 
— "Αστυ 25 Αύγ. 94. 

άεροκοπανιστικός, 3. Άκο. 21 Σεπτ. 
91. — ι\£α εφ. 23 Αύγ. 94. 

άεροκοπέω-ώ. δϊΐΏΪα εν Άκρ. 5 
Φεβρ. 94. 



άεροπόπος, 2. Άκρ. 

άεροκοπτήρια^ ίγε'νοντο τά καπνοκοπτή- 
ρια. «Χώρα» 4 Όκτ 87. 

άεροκτίζΌο,άεροκτισμε'νοι λίθοι Άλ.Σοΰτσ. 

άεροκν§ερνησία, ή. Παλιγ. 3. Μαίου 93. 

αερολέβητες, οί. Κ. Μητσόπ. εν Προμ. 
9 Φεβρ. 92. 

άερολεωφορεΐον, τό. Άκρ. 30 Δεκ. 88 

άερόληπτος, 2. (^ωααντισμός). Γ Β. Ιν 
'Άστε 4 Αύγ. 94. 

= άερόλίθοί, οι. Έρμ λογ 17.• — Β. Ι. 
Κιατίπ. 37. — Ίω.Πύολ.— Ι.Μ. 'Ραπτ. 68. 
— Γ. Φίνλαϋ 69. — 'Στ. Λελ. 79.— Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άερολογέω-ώ. Άκρ. 8 ΐΝο. 87. — Κ. 
Παλαμ. 93. — Γ. Π. εν Άστει 9 Φεβρ. 96. 

άερολογήματα, τά. Άκρ. 10 'Ιαν. 89 
κα^ι 7 Λύγ. ^δ. — Πρωία 16 Αύγ. 96. 
= άερολογία, ή. Ά. Γαζ. — Ν. Κοντ. λ.89. 

άερολογικός, 3. Άκο. 8 Νο. 87. — 
Έ-ιΟεώρ. 19 Άπρ. 95. ' 
= άερολόγος, 2. Έφ. 89. 

άερόλοντρον, τό. Θ Άφεντ. 76. — Άν. 
Κ. Δαμβ. — Ι. Ν. Πιλάβ. — Ν. Έπισκο- 
πόπ. εν 'Άστει ■.2 Αύγ. 96. — Άκρ. 24 
Ίουλ. 9^. 
= άερομαντεία, ή Άθ. Σταγ 

άερομετέωρα, τά. Ν. Κ. !\1άκ. Ιν Έλ. 
φ.λολ Συλ. Κ πόλεως. 

= άερομετρία, ή. Δ Κοκίδ. 90. — «κατά 
άερομετρίαν.» Άθ. Παπ. Κεραμ. 
= άερόμετρον, τό. Ν. Κοντ. λεξ. 89. — 
Άκρ. 21 Άπρ 94. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άερομηχανή. ή του Μοντγολφίί'ρου. Κ. 
Κούμ. 12. 

άεροναυαγοί, οί. 

άεροναναρχος, 6. (κωμικ.) Σκρ\π 14 
Αύγ. 94. 

= άεροναντης, ό. Α. Γαζ. 799- — Έρμ. 
λον. 11. — Ν. Δοαγ. 51. — Σκαρλ. λεξ. 
56. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

αεροναυτικός, 3. αεροναυτική, ή. (τε'- 
■/νη.) Ξ. Λάνδ. 40. — "Ομηρος 74. — Έστ. 
26 Μάρτ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

αεροναυτιλία, ή. 

άερονεφοκολυμ§ητά προοίμια. Ά. Ρ. 
Ί'αγκ. 60, οΰτω μεταφράσας τάς εν Ει- 
ρήνη Αριστοφάνους «Ινδιαεριανερινηχε'τους 
άναβολά;ο.. 

άερόνεφος, τό Παλιγ. 26 Φεβρ. 93. 

άερονοτιδόμετρον, τό. Ν. θεοτ. 

άερονοϋς, ό. Άκρ 11 Μάρτ. 94. 

άερόοικοι, οί. Γεομ. ί.αί11ι;ΐιΐ8βΓ Ν. 
Χλωρ. έν Προμ. 27 'ίαν. 91. 



[17] 



αεροοργανα 



αεροτονον 



αεροοργανα, τά. Λ. Ξε'ν. 
άερο3ζαγής^ 2. ;^κονιοί(7.ατα.) Άν. Κ. 
Δαμβ. 85. 

άεροπανήγνρις, ή. Γάεροστάτων άνυ- 
ψουμενιον.) «Έίί.» 23 Όκτ. 88. 

αεροσιαραγωγός μη/ανή, ή. Άκρ. 28 
Μαίου 89. 

άεροπεταστής, ό (γυμναστικ.) Ίιο Φωκ. 
83. — "Άστυ \•2 Μάρτ. 94. 

άεροττετ ο ν ντα περιατίρια είς το θεα- 
τρον. Γ. Τερτζ. 53. 

άεροπιεστικός, 3. (συσκευή.) Άκρ 3 
Σεπτ. 91. 
άεροπιστολισμοί, (Λ. Άκρ. 6 'Ιουλ. 91• 
άερ ό πλάνα, τί' ~λαναεριοι συσκευαί, αϊ 
κατά τον "Οθ. Λίλιεν θαλ. Άκρ. 13 'Ιαν. 
94. — Έν δε Άστει 10 Λεκ. 94 κα\ 6 
Οκτ. 95 άεροπλάνον, τό• μηχάνημα 
άεροπορίίχί. — "Ιδε κα\ τά κατωτέρω τέσ- 
σαρα. 
αεροπλανής, 2. Ίω. Καρασ. 67. 
άεροπλάνης ητο;, 6' άερόστατον, οΰτιος 
ονομασθ'εν ΰ~ο τοϋ έοευρόντος αυτό εσ/άτως 
έν Βουλώντ, της Γαλλίας δόκτορος Τισσε'. 
Άκρ. 13 Σεπτ. 96. — Άεροπε'της λέξει αρ- 
χαία θά ώνομάζετο προσφυε'στερον, ένω Γ/ει 
κα\ σ/ημα "τηνου. 
αεροηλάνητος, 2. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 75- 
άεροπλάνον, τό• τιτητική μη/ανη νεα 
έφευρεθεΊσα υπό των Γάλλων Σερε κα\ Λα- 
τεν (άλλα καταπεσοΰσα ε?ς την θάλασσαν!) 
"Αστυ 15 Λύγ. 97. 

αερόπλαστος, 2. Ίω. Καοασ. — Ά. Τ. 
'Ραγκ. 75. 

άεροπληθής, 2. σφαίρα.) Έστ. 16 Δεκ. 
88. — κεροπληθή κα'ι κυματίζοντα μανίκια 
έσθήτων. Ίίστ. εφ. 13 Ιαν. 96. 
αεροπλοΐα, ή. Πρωία 17 'Ιουν. 97. 
άερόπλοιον, τό. Κ. Α. 'Ισηγόν. 74. — 
Προλ. άερόσκαφον. 
-άεροπνέοντας, [χτγ. Λ. Σολομ. 

άερόπνενστος 2. "Ελλην έν Άκρ. 1 
Ίουν. 98. 
άερόπνοος, 2. Δ. Πετρούλ. 67. 
άεροποιέω-ώ. Γαλ. οοηνβΓίΪΓ βη ίνίΓ. 
Ν. Κοντ. λεξ. 89. 

άεροποίησις, ή Γαλ. ίΐόπβο&ίϊοη. Ήο. 
Μητσόπ. — Ν. Κοντ. λεξ 89. 
άεροποιητικός, 3. , μη/ανή.) Έστ. 5 
Ίαν. 92. 

αεροπορία^ ή. Άδ Κορ. 780. — Δ. 
Στροΰμπ. 64. — Είρ. Άσ. 74. — Ν. Κοντ. 
λεξ. 89. 
αεροπορικός, 3. Άκρ. 4 Όκτ. 95. 

[18 



αεροποριστικαι μη/αναι, αι των ουτών. 
«Έφ.» 21 Άπρ. 8 '. 

άεροπότης Τππος, ό Γ. Ν. Πιλάβ. έν 
Έγκυκλ. λεξ. — άεροπότης εν γενικωτέρα 
σημασία, σκ(οπτικώς. "Αστυ 23 Αύγ. 94. 

άεροπύκνως σκεπασμενον ή κλεισμενον 
τι. Άθ. Σακελ. λεξ. εν έρμ. — Πρβλ. άε- 
ροστεγώς. 

άερορρεύματα, τά. Ν Κ. Μάκ. έν Έλ. 
φιλογ. Συλ. Κπόλεως. 

άεροσίφων, ό. μη'/άνημα έν ατμοπλοία) 
Γαλ. ροηιρβ & ?άχ Όνομ. ναυτ. 58. — 
Λ'. Κοντ. λεξ. 89. 
άερόσκαφον, τό. Άκρ. 31 Δεκ. 88, 
άεροσκόπος, δ Σ. Κριτσίλ. έν Έστ. 11 
Σεπτ. 88. 

αεροστάθμη,, ή. ον. οργάνου. Δ. Κοκίδ. 
έν Έγκυκλ. λεξ. 
άεροστάθμησις, η. Δ. Αίγιν. 95. 
άεροστασία, ή. Φ. Α. Βουτσινάς έν 'Ο- 
μήρω 73. 

άεροστατέα>-ώ' «οΊ έφ ημών άεροστα- 
τοΰντες». Εύγ. Βούλγ. 791. — «άεροστα- 
τεί έν δωαατίω δυσωδία.» Δ. Σ. έν Άκρ. 
25 'Οκτ:'95. ' 

= άεροστάτης, 6. Πρβλ. άερόστατον. 
= άεροστατικός, 3. (_μη-/ανή. σφαίρα. 
ΰΐ/ωσις. ό/ήμ»τα.) Έφημ. Μαρκιδ. Που- 
λιού 791.• — Δημ. Γαλαν. — Φιλολογ. τη- 
λέγρ. 17. — Ίω. Βηλαρ. — Σκαρλ. λεξ. 
56• — Δ. Στροΰμπ. 64. — άεροστατική, ή. 
Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άεροστατικώς' ^κατά τά• ταχυδρομικώς 
κα\ τηλεγραφικώς.) Άκρ. 16 Όκτ. 93. 

άεροστάτις σφα'ίοα, ή. Έφημ. Μαρκιο. 
Πουλιού 79 1 . 
άεροστατοδρομία, ή Άκρ 14 Φεβρ.89. 
άεροστατοειδή μανίχια γυναικείων έσθή- 
των "Ακρ. 8 Ίαν. 97. 
= άερόστατον, τό. Πανδ. 50. — Σκαρλ. 
λεξ. 56 έν έρμ, — Σ. Ι. Τσιβανόπ. 67. — 
Τ. Άργυρόπ. 84. — Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Άγ. Βλ. λεξ 97. — Έφ. 98. 

άεροστεγώς, έπίρ. Ήρ. Μητσόπ. — Δ. 
Πετρούλ, 67. — Π. Ξανθάκ. 72. — Α. 
Σκαθάρ. 86. 

"Άεροσχίστης 6' όν. κύρ. έν Μυθιστο- 
ρήματι Χρυσαλ. 64. 
άερότηκτος, 2. (/^ηΐ-*••) Άν. Κ. Δαμβ. 85. 
άερότονον, τό τουφέκι με αέρα. Κ Βαρδ. 
12 — Γρ. Χαντσ. 70. — Ν. Κοντ. λεξ. 
89. — Ή λέξ. ώί ίπί^. οργάνου κείται έν 
το"ίς Λεξ. της άρχ, γλώσ κατ ' άλλην βέ- 
βαια σημασίαν. 

] 



αεροτροφος 



άη&ιοζΐοία 



άεροτρόφος, 2. εγκέφαλος.) •Έφ. » 5 
Άπρ ^ . 

άεροτνλη, ή. Γίρμ.. Ι,ηίΊ:ραβ"βΓ. Σ-, 
Κρ'.τσ'λ. ον Έγκυκλ. λεξ. 

άερονφαντος, "? Άκρ 'β Αυγ. 91. — 
Α. Καικαο. εν Έστ. ε'κονογο. 1 Φεορ. 95. 

Άεροφίλη. ή ό'ν άεροττάτου εν Άκρ 

(ι Ίουν. 9Τ. 

άεροφίλημα φευγάτο !) Κ. Παλαμ. 
εν 5Κστ ;φ' 'Τ 'Ιουλ. 4. 

άεροφιλίκη Εταιρία, προς έ'ρευναν των 
ϋηλών στο(•)μάτων τη; ατμοσφαίρας. Άκο. 
;»:■! Σε-τ. 93. 

^Αερόφιλος. ό" ον. Γαλλικού αεροστάτου. 
"λκρ •? .Μαοτ. 93 και ') Αύγ. θ'ί. 

άεροφι?^οσοφνΗΟς, ;•!«Έφ. » "ί Μάρτ. 92. 
- άεροφόρος, ".'. Ελ. Χρον. 25. — Α?μ. 
Νον 73 — Γ. Καραμήτσ. 9. •— Σπ 
Παγαν. 

άεροφορτηγίδες αί. Άκρ 31 Δεκ. 88. 

άεροφράκτης^ 6. Λημος εν Άκρ. 12 
Οκτ. 9 

σ,εροφνλάΗίον :ό. Άστυ 1 2 Μάρτ. 94. 

άεροφνσαλίδες, α;. Σπ. Γούζ. 

ό.εροφνσημα, τό. 'Ιούλ. Τυ—. 

άερόφωνον, τό" ον. μηγαντ^ί Έδισώνος. 
Τιμ Άρ^\^ρό- εν Έγκυκλ. λεξ. 

άερόφως, τό. (μετά των ήλεκτρόφι^ς κα\ 
κηρόφ(ι);.) Χρυσαλ. 1 'Ιαν 6•. — "Ηλιο; 
Ίω Πύρλα Ι Δεκ. 88. — Ίσως• ετυπώθη 
κατά λάθος ούτως άντι άερίόίοως. 

άεροχρώματος, . ί=τιΠ του Ομήρου 
ήεροειοή:. "Ιάκ. Πολυλ. 80. 

άερωδώς. ΙΝ. Έττισκοπο'π. εν Άστει 26 
Μαίου 9 ι, 

άετηδόν, έ-ίρ. Σπ. Ζαμττ. 

άετίνα, ή. θηλ. τοΰ άετοί. Ά 'Ρ• 
Ταγκ. 60. 

ηετοείδής 2 Ίω. Πύρλ. 90. 

άετοχόσμητος, '2. Γ. Χρυσοβ. 

άετομάχος, ό. (Γωολογ.) Έλ. φιλολ. 
Σύλ. Κ πόλεως. — Ν.'Κοντ. λεξ. 89. 

άετόπτερος, 2. (Νίκτ;) ή. Άλ. Σ. Κα- 
σοάγλ. 85. 

Άετονπολις 6 Βώλος. Άκρ. '6 'θκτ. 93. 

άετωματιχός^ 3. (διάφραγμα.) Άθ. 
'Ρουαόπ. έν Έφ.» 1δ Σεπτ. 95. 

αετωματικώς 6ροφόω-ώ. Άθ. 'Ρουσόπ. 
εν (. Έφ.ΐ) 15 Σεπτ. 95 

άετωμάτιον, τό. Σ. Α Κ. 

άετωματοειδής, 2. Δ Φίλ" Ρ9• 

^Αζανιάς, ή• βίβλος -ίρ\ της Αρκαδι- 
κής χώρας Άζανίδος, υπο Γ. Παπαν- 
δρέου 86. 

[19 



άξημιώτως Σπ. Παγαν. εν'Εστ. ί<ΰ. 19 
Αύγ. 9.^. 

αζητησία ή. ποαγματειών έν τώ έμπο- 
ρίω. Ίω Σοΰτσ. 69 — Ν. Κοντ λεξ. 89. 

— Άγ Βλ λεξ 97. 

άζητητί έπίρ Άρ. Ν. Πετσάλ εν Άκο. 
Γ Ίουλ. '.'5. 

-Υάζιμονθιααός, 3. Γαλ. αζίιηιΐί&Ι. Άγ. 
Β . λεξ '7. 

^άξιμονθικη ^.^^'^.ζ^ί\ Άκρ. >* Φεβρ. '8. 
= άζίμονθιον, ή άτζιμοϋθον, τό' (αστρο- 
νομική λεξις έκ της Αραβικής γλώσσης. 

.Ακρ. Σεπτ 89. — Άγ. Βλ λεξ. 9'. 

άζνγόθρησκος, ?. Π. Καλλιγ. 51. 

άζυμοσφραγΐδες, αί. τα κοινώς μπουλ- 
λίνια. Άκρ. 8 Άπο. 9ΐ κα\ 9 Φεβρ. 92 

άζωγράφητος, 2. Ν. Κοντ. λεξ. 89. — 
Άγ ' Βλ. λεξ. 97. 

άζωενώσεις, αί. (χημ.) Σπ. Οίκ. έν Άκρ. 

^Αζώηρος Κουσταλλίδης. όνόμ. κύοια 
πλαστά. Γ. Γ. Ραζης 94. 

άζωηχόζ, ή- προζωι'κός, 3. (περίοδος. 
πλανήτη; στρώμα γης. — /ε'ρσωμα. θάλασ- 
σαι.) Λαν. Πετροΰλ 67. — Κ. Λίητσόπ. 

άζωογόνητος^ 2. Φήμιος εν Πανδ. 1 
Νο 68. 

άζωολόγητος, 2 (κατά τό' άναστρονό- 
αητος ) Λ\ Χλωρ 89. 

άζωταγωγά, οΰτως ειπείν, μικρόβια, 
τά. Σπ. Χασιώτ εν «Έφ.» 21 Φεβρ. 90. 

— άζωτιχός, 3 (αήρ. τροφαί.) Ά. Γαζ. 

— Άθ. Λιαμαντόπ. — Περ. Γρηγοο. — Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. Άγ. Βλ. λεξ. )7. 

άζφτομονοξείδειον . τό. Έγκυκλ. λεξ. 

άζωτοξείδιον, τό. Έγκυκλ. λεξ. 

άζωτοξειδνλιον, τό. Έγκυκλ λεξ. 

άξωτοπνρίτιον, τό. Άν. Κ. Χρηστ 87. 
= άζωτος, 2 ( πνεϋμα, αήρ), Γαλ ξ&ζ 
38θ1;β Ά Γαζ. — Κ Άσ. 43 : άζωτον, τό 
κα\ παυσίζωον. — Ν. Κοντ. λεξ. 89. Άγ. 
Βλ. λεξ 97. 

άζωτουρία, ή. Β έν Έγκυκλ. λεξ. 

αζωτούχος, 2. Τ. Ε. Δρακ. 49. — Αιμ. 
]\ον.'73. — Θ. Άοεντ. 76. —Ήο. .Μη- 
τσόπ. — 81.— Π.' Ψαρ. 84. — Άν. Κ. 
Χρηστ. 87. —Άγ. Βλ. λεξ. 97. — άζο- 
τυ/ότερος, 3. "Ελλην εν Άκρ. 9 Ίουν. 98. 

άζωτώδες οξύ, τό. Έγκυκλ. λεξ. — Ν. 
Κοντ'. λεξ. 89 — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άζωχρώματα^ τά. Σπ. Οικ. 

άηδιαστιχός. 3. Άν. Λασκαράτ. 86. — 
Μ•:φ. Φεβρ. ί<2. — "Αστυ 14 Μάρτ. 95. 

άηδιαστός^ 3. 90. 

άηδίοζωίαγ ή. Άκρ. 6 Φεβρ. 94. 



άηδονισμδς 



^ΑΘιγγανίΗος 



άηδονισμός, ό. Ε(χ. 'Ροίδ. 

άηδονόστομος, 2. Άλ. Σοΰτσ. 

άηδονόφωνος, ?. 'Λκρ. 3 Νο. 90. 

άηττησία, ή. Κ Κούμ.. 

άηχία, ή Μ. Κυαγ. 

άηχοποίησις, ή. (φθόγγου ή γράμι^α- 
ματος.) Ι']. Μτΐουντωνας 91. 

άθάμ€ωτος, 2. (όμματα.) "Αστυ 21 
Ίουλ. 98. — 'Γπ. εν. τοΐς Λεξ, της άρχ. 
γλ. έττίθ. άθαμβής κα\ άθαμβος. 

αθαμνος, 2. ( δρος.) Δαν. Φιλιπ. 

^Αθανασιάδης^ 6' ό'ν. κύρ οίκογΕν. 

Άθανασιανοί, οί του μεγάλου Αθανα- 
σίου όπαδο'. Ι. Ν Βαλ, 71. 
« άθανάσιμα κα\ συγγνοιστά αμαρτή- 
ματα », τά. Άόρατ. πόλεμ 796. — "Αν τις 
την λεξ ταύτην ψε'γτ), ώς καΙ την αβάσι- 
μος, τον ερωτώ" ψί'γει κα\ το θ έλεος 
ά θ ε λ ε ο ς του Αισ/ύλου και το α ν ό- 
σ τ ι μ ο ς τοΰ 'Ομήρου και τό ά χ ρ ή σ ι- 
μ ο ς κα\ το άθεμ^λιος κα"ί άλλα τοι- 
αύτα, ίυρισκόμενα εν το'ις Αεξικοΐς της άρ• 
)'αίας ; Παρατηρώ δε, οτι κοινώς την σήμε- 
ρον άθανάσιμα λέγονται παρά των 
όλως αγραμμάτων τά θανάσιμα αμαρ- 
τήματα, κατά περίσσειαν τοΰ α, όπερ προσ- 
θέτουν, νομίζω, ένεκα τοΰ συνηθέστατου 
αύτο'ΐς ά'γ ιος αθάνατος κα\ τοΰ ονό- 
ματος τοΰ άγιου Αθανασίου, ουτιο κα\ ά- 
θανάσιμος ε^^θρός λέγεται κοινώς. 'Ιδε Πα- 
λιγ. 11 Αύγ. κα\ 21 'Οκτ. 93 εν επι- 
ουλλίδι 

άθανατομαχία, ή. (κατά το γ ι γα ν- 
το μα )» ία. Γ ή των εν Παρισίοις τεσσαρά- 
κοντα ά θ α ν ά τ ο) ν της Ακαδημίας μελών 
μά/η, όταν άντιπαραγγελλουν θεσιν κενω- 
θε"ίσαν έν αυττ]. «Έφ.υ 29 Άπρ. 90. 
= αθεϊσμός, ό. Μελε'τ. 728- — Δοσίθ. Ίε- 
ροσολ. — Χρ. Άκ. 786. — Εύγ. Βούλγαρ. 
Ν, Δούκ. 14. — Ν. Αογάδ. 30. — Ε. Α. 
Σΐμ. 35.— Χ. Παμπ. 52. Ν Κοτζ. 58. 
— Δαμ. Χριστοίπ. 74. Ίω. Σκαλτσ. 93. 

άθεΐσταί, οΊ. Ίω, Σκαλτσ. 93. 

άθεΐστικός, 3. Α!ών 

άθέλγητρος, 2. Άγ. Βλ λεξ. 63.— 
Άρ 1. Προβελ. 70. 

αθεμάτιστα οήματα, τά. (γοααματικ. 1 
Άν. Σκιάς 9Ι.' 

άθεμελιωσία, ή. Ν. Κοτζ 78, έν Ιστο- 
ρία της φιλοσο'.». τόμ. δ'. σελ. 431. 

αθεμελιώτως. Γεομ. οΐΐηο ΟπίΠίΙ. Έομ. 
λογ. 16. 

άθεμιτόγαμος, 2. Κ. Οικ. .ί?. 

άθεμιτονργημα^ τό. Εύγ. Βούλγ. — Λ. 



Τ. 'Ραγκ. 47. — Σπ. Τρικούπ. 60. — Κ. 
Παπαρρηγόπ. 72. 

άθεολόγητος, 2. 

άθεοφο€ία, ή. Εύγ. Βούλγ. 

άθέρμαστος, 2. (οικία.) Άκρ. 12 Φεβρ. 
94 — 'Γπ. εν το^ς Λεξ της άρ•/. άθε'ρμ α ν- 
τος εστία, έκ τοΰ Λισ/ύλου. 

άθεροσπερμοειδη ουτά, τά. Σ/. Λεβ. 
λεξ. 61. 

άθερωματίΗΤ) άποσύνθεσις αρτηριών, ή. 
Άκρ. 14 Αύγ. 92. — Πρβλ. γλώσ. αθή- 
ρ 10 μ α τ ώ δ η ς- 

ά&εσμοθέτητος, 2. 

ά'&εσος, 6 ουκ έχων θεσιν ώς υπάλλη- 
λος. Άκρ. 10 Ίουλ. 91. 

άθέτωσις, ή• ον. νόσου. Γ. Καραμήτσ. 79. 

Αθηναΐξεσθαι• διαμε'νειν έν Αθήναις. 
Άκρ. 26 Οκτ. 95 Άθηναίζονται οί πλεΐ- 
πλε"ίστοι τών της Ελλάδος νομομη/ανικών. 

'Αθηναϊκότης, ή. Ποωτεύουσα 20 Όκτ. 
88. — \\κρ. 22 Ίοον. 91. 

Αθηναιοδίφης, δ. Άστυ 8 Όκτ. 93. 

^Αθηναιόκοσμος, ό• κόσμος (άνθρωποι 
εν Αθήναις). Άκρ. 14 Μάρτ. 94. 

^ Αθηναιοτνφία, (κατά τό ί π π ο τ υ- 
φ ί α.) "Αδ. Κορ. 29. 

Αθηναΐσμός, ό. Δ. Μ. Καλλιφοον. εν 
Άκρ. 11 Ίαν. 89. 

Άθήνειος, 2. (φρόνησις.) Αικατερίνη 
Σούτση 10. 

«'./1θι;ν?;σι Σαλικαΐς, Η&ΐαβ αά δα1ΐο&ιη>>, 
Έπ\ βιβλίου τοΰ Δ. Ν. Καρακάσση Σια- 
τιστεως 760. 

Άθηνογενής, 2. έν Άθήν. γεννημένος. 
^ιι^Ε βΓΠΠίΐ έν Άκρ. 25 Δεκ.95. 

^Αθηνογνώστης^ό. «Έφ.» 17 Ίουλ. 88. 

^ ΑθηνοΗτόνος, 2. (κονιορτός.) Άκρ. 3 
Σεπτ. 91. 

Άθηνολάτρης, 6 Έστ. 7 Όκτ. 90. — 
Αυποΰμαι, ό'τι δεν έπλασα εγώ την λε'ξιν, 
άλλα μ' επρόλαοεν άλλος. 

"Άθηνόπαιδες, οΊ. Άκρ. 10 Αύγ. 94. 

Άθηνοπαρίσιοι, οι. Άδ. Κορ. 
νΑθηνοσωτήριον, άν όχι κα\ εΟνοσωτή- 
ριον φώνημα . Άκρ. 4. Νο, 88. 

Αθηνοφιλής, 2. υπό τών Αθηναίων φι- 
λοΰμενος. ΐ' Ίίφ » 9 Μαίου 88 κα\ 1 Άπρ. 31. 

άθηρωματώδης, 2 Ίω. Όλ. — Κ. 
Δηλιγ. 

άθηρωματωδώς . Κ. Λάμπο. έν Έγκυκλ. 
λεξ ΜΊ1. 

"Αθιγγανίζειν. Άκρ. 13 Δεκ. 23. 

^ Αθιγγανικός, 3. Α. Φραβ. 88. — Άκο. 
22 Μάρτ. 21. 



[20] 



Άθιγγάνη 



Αίγινίζω 



^Αθιγγάνη, ή κοιν. Τσιγγάνα. Σπ. 
Ν. Βασιλ — "Ιδε και το έξη;• 

"Άθιγγανίς,Ί]. Άκρ. ?2 Μάρτ. 91. 

"Άθιγγανοθίασος, 6. Έλλην εν Άχρ. 30 
Άγο 91. 

αθλητιαότης, ή. Άκρ. 86. 

αθλητισμός, δ. (!) Άκρ. 13 Ίουν. 94. 
"Αστυ .^ Νο. 9 , ένθα συζεύγνυται μετά 
του Ελληνισμού. — Λ. Βιχελ. εν Έστ. 
εικονογρ. 7 Μαίου 95. — Άλ. Θ. Φι- 
λαδ. 96. 

αθλήτρια^ ή Ήλ. Τανταλ. — Έφ. 91• 

άθλητίσταί, οί. (!) "Αστυ 4 Μάρτ. 9δ. 

άθλητΐτις, ή• ον. νόσου ( ! ) Έστ. εφ. 
25 "Απρ. 96. — Πρβλ άθλομανία 

^Αθλίόσιη, ή. διαστροφή τοϋ ονόματος 
Κ α λ λ ι ό ;: η ς, της ποτέ εν Β'.ε'ννη έκδι- 
δομόνης• Ελληνικής εφημερίδος. 'Αδ. Κορ.20. 

αθλοδοξία, ή. Δ Θερ 

άθλοθέτημα, το. Π Χιώτ. 65. 

άθλομανής^ 2. Θεοτούμπης έν Έστ. έφ. 
23 Μαίου 9Η. 

άθλομανία^ ή Θεόκρ. Χ. Μυριανθούσ. 87. 
— ■ Άκρ. 2-•. Άπρ. 9Η 

άθλοπαιδιαί. αί. Έφ. 5 Άπρ. 96. 

άθρεψία^ ή' ον νόσου ( = ατροφία.) Ακρ. 
30 Μαίου 86.— Άν. Ζίννης 93 

άθλοττάτωρ, ό. Ίδε άγωνοπάτωρ. 

άθρησκία. ή. Π. Ξενάκ. — Έν τω ]Ν 
Κοντοπ λεξ. 89, εγράφη άθρησ κ ε ί α. 

άθυμόκαρδος, 2. Δ. Γουζ. 07. 

άθύμωσις, Ύΐ.'ΑΒ Χριστόπ. 33• — Τό θΰ- 
μωσις μόνον κε'ίταιεν το'ίςΛεξ. τη? άρ/.γλωσ. 

άθνρματικός, 3. (είδωλα.) Άκρ. 19 
Όκτ 88. 

άθνρματογραφία, ή. Φ(ι)στηρόπ. 

άθνρματοειδής, 2. (ΐ'Κω.» 18 Άπρ. 
89. —Γ. Β. έν Άκρ. 11 Μαίου 96. 

άθνρματοποιΐα^ ή. κατασκευή παιγνι- 
δίων διά τα παιδία. Έφ. 

άβυρματθ3τοιοί_ οί. Αγ. Βλά/ εν "Λστει 
25 Μαίου 97 έν έπιφυλ. 

άθνρματοπώλαι^ οί. «'Κο.β 28 Δεκ. 
Άκρ. 15 Ίαν. 94. ' 

άθνρματοπωλεΐα, τά. .λ. Φραβ., 88. — 
Άκρ. 1 Ίαν. 95. 

"Αθωιχός, 3. χλιορΊς κτλ.) Μ. Ι. Γεδ. 85. 
• — Προλ. 'Αθωτικός. 

^Αθώνειος σ/ολή, ή. "Α. ΓΙ. Βρετ. 57. 

Αθωνιάς Ακαδημία, η σ/ολή ή άπό 
1753 έως 1758 διαρκέσασα. Εύγ. Βούλγ. 
— Δ. Θερ. 89. — Άθωνιάς /ερσόνησοις, 
φρουρά ή έν Καουαΐς (τω Πριοτάτω ) Άστυ 

30 Ίουλ. 95. 



Άθωνιχός, 3. ( μοναί. χειρόγραφα κτλ.) 
Σ. Π. Αάμπρ. 80. 

Άθωνίτης, 6. (μονα/ός ) Κ. Οίκ. 64. 
— Σ. Π. Λάμπρ. 80. — Άθωναις ιερά α- 
κρόπολις Έστ. έφ. 20 Ί•>ν 95. 

άθωόμορφος^ 2. Στ Ξεν. 91. 

άθωράκωτος, 2* πλοΐον, ου οί ίστο\ δεν 
έ'/ουν θωράκιον. 'Ονοα. ναυτ. 58. Ν. Κοντ. 
λ.'89. — Άγ. Βλ. 'λ. 97. —Κοινώς τό 
πλοΐον, ου τό σκάφος δεν εΤναι περιβεβλη- 
μένον θώρακι μεταλλίνοι. Ήλ. Κανελλόπ. 
90 έν Έγχυκλ. λεξ. 

άθώρηξ. έπίθ. Δ. Γουζ. 07. 

άθωώσιμος, 2. Κ. Ξανθόπ 88. 

άθφωτικός, 3. ι άπόφασις ετυμηγορία.) 
Έφημ. 

άθωωτικώς. Έστ. 16 Φεβρ. 92. — 
Άκρ. 10 Δεκ. 97. 

^Αϊ&αζίδης, ό' δν. κύρ. οίκογεν. — Ίσως 
τό Τουρκ. ά'.βά ( = κυδώνι ) ε/ει ίι λες. 

αΙγάγρε*ον δεομα, τό. Γαλ. ο1ΐ3,ΐηοΪ8. 
Σ-/. Αεβ. λεξ. 6ΐ! 

αίγαγρο§υρσοδέψης, ό. Γαλ. ο1ι&ιιΐθΪ8Ϊ- 
βυτ. Σ/. Αεο. λεξ. 61. 

αίγαγροθηρενταί^ οί. Άκρ. 26 Φεβρ. 
94, έν έπιφυλ 

αίγαγροσκυτική, ή Γαλ. οΐΐίΐιηοίδβπβ. 
Σχ. Αεβ λεξ. 61. 

ΑίγαϊκαΙ νήσοι, οί. Άλ. ΊΓψηλάντου δια- 
κήρυξις 21. 

ΑίγαιοπελαγικαΙ νήσοι, αί. Π. Χκότ. 63. 

ΑΙγαιοστελαγΐται, οί Έγγρ. Κυβερνήσ. 
24. — Π. Σοφιανόπ. 39. — Π. 1. Χαλκιόπ. 
52. — Παρ» τω Ραρβ κεΊται ή λεξ. με πα- 
ραπομπήν Βραί. ( — μεταγενέστεροι) κα\ 
εν έρ(ι)τηματίκόν. 

ΑΙγαιοπελαγΐτις, ή. (/ώρα.) Π. Χιώτ. 
59. — Αίγαιοπελαγίτιδες, αί. ( γυναίκες ) θ. 
Βελλια-. 89. 

Αιγιακός, 3. της πόλειος Αιγίου. Άκρ. 
12 Ίαν. 88. 

Αιγιαλείδης κα\ Αιγιαλίδης, ό" όν. κύρ. 
οίκογεν. 

αίγιδο^όσκητος, 2. Ι. Πολυλ. 75. 

αίγιδο€οσκός, 6. Γρ. Ζαλικ. λ. 09. 

αίγιδοφόρος, 2. ( = αιγίο/ος. "Ομ.) Άθ 
Χριστό- —1. Πολυλ. 81.— Άκρ. 11 "Ιαν. 94. 

Αίγινήτεια, τά έν έ'τει 1856 άτακτή- 
ματα φοιτητών, ένεκα τών ερίδων τοϋ Δ. 
Λίγινήτου κα\ τοϋ Γ Μακκα. Ίω. Πανταζ. 
89 έν Χρονικω τη? α'. πεντηκονταετίας τυΰ 
Ίίλληνικ. Πανεπιστ. 

Αίγινίζω, ' ορονώ τά τών έν Αίγίνη τώ 
1827. Σπ. Τριχούπ. 



[21] 



ΑΙγιοφιλης 



αίθεριούμενον 



Αίγιοφιλής, 5. εν Αιγίω της Ά/α'α; 
ϋ'.λούμενος. 'Α/.ρ. 25 Αύ 89. 

αίγληέντως. "Ακρ. 30 Ίουλ. 94. 

αίγοβοσκός, 6. Ν. Στζηλ '.'β. — 'Κ». 
1(1 Μαΐου 3. - Άγ. Βλ. λεξ. 9'. 

αίγό€νρσα ης. ή. Κ. Ιίροκ. 5ίι. — Χρυ- 
σαλ. 6Ί — Α Ι. Άντ. -1. 

αίγοζνρσονργία, ή Φο^ιτηρο';:. 

αίγοδέρματα, τά. Ήμερολ. Άνατολ. ί^3. 

αίγοει,δέστεροι των αιγών άνθριοτζοι ο\ 
[ίΛά~τοντες τά φυτά. ΙΝεα εφ. 

αίγοθηλίδαι, οί. ( τττηνολογ.^ Φ. Ι. εν 
Ίνγκυ/.λ λρξ. 

αίγόθριξ. το'./ος, ?. επενδύτης. Ν. Αραγ. 

αίγοπάμηλος, ό. ( άλλως λάμας, ό. Κ 
Κούμ. — Άδελφ Καττετ 1. 

αι,γοαλέπτης ό κοιν. κατσικοκλεφτης. 

αίγόκλημα, τό. Ταύτης τής λέξεως της 
σεσιγημενης ε'ν το"ΐς Λεξ. της άρ/. ε'ίκασεν ό 
Άδ. Κορ. τω 18 Μ ( κα\ 18-Ί* εν Άτ. τόμ. 
β .) δτι είναι -αραφθορά τό αγιόκλημα 
της κοινής ημ ■ ν γλώσσης, όνομα φυτοϋ. 
διότι κα\ εν τω παρακμάζοντι Λατινισαω 
έκαλε"ίτο αυτό Ο&ρπίοΐίαπί κα\ Γαλλιστι 
νυν καλείται οΗθΥΓβ-ίβαΐΙΙβ, κα'ι Γερμανι- 
στι ΟβΪ8ΐ)ΐ3,1:ί:, ϋ πάντα σημαίνουσιν α ι γ ό- 
φ υ λ λ ο ν. Παράβαλε κα'ι οσα ό Γ. Ν Χα- 
τζιδάκης έγραψεν εν Φιλίστοργ. τόμ 1 ι σελ. 
Ο, τζερΊ του πώς δια παρατυαολογίας έ- 
γινε τό α'γόκλημα ά γ ι όκλημα. 

αίγοκλιματώδη φυτά, τά. Θ. Χελδρ. εν 
Έγκυκλ λες. 

αίγόμαλλος-, '. . (κάπα. Χρ. Πε3. 

αίγοπάτητος, ''. (ατραπός.) Γ. Κωνσταν 
τινίδ. ΑΙακ. >9. 

αίγοποίμνιον. τό. Έφ. 89. — Παλιγ, 28 
Μαΐου 9;'. 

αιγοπρό€ατα, τά• κοιν. 'γιδοποόοατα — 
Ά. Φραντζ. 39. —Ν. Θ. Σ/ιν. '85. — Α. 
Μηλιαρ 90. 

αίγοστάσιον, τό. Ακρ. 3 Φεβρ. ^4. 

αίγοτροφία, ή. Κ. Α. Σ"ίμ. 54. — Στ. 
Σταθόπ. 54. —Μ. Δημ. 87. 

αίγόφνλλον, τό. Άδ. Κορ. — "Ιδε α ί- 
γ ό κ λ η μ α. 

αίγοφωνία, ή. Ίο). Ολ. 

ΛΙγνπτηΐς γη, ή. 'Ρεντγκιν εν 'Ακρ. 8 
Ίουλ. 96. 

Αιγυητιάδης^ ό" ο ν. κύρ. οικογεν. 

Αίγνπτιακότης, ή. ( τΌϋ Κε'κροπος ) Σ. 
Λ. Κ 84. 

ΑΙγυπτιοαρα6ΐΗΟς^ 3. Λημ. Ματζα- 
ράκ 66. 

ΑΙγυπτιολογέω-ώ , Κυρ. Λαμπρύλ. 70. 

[22 



Αιγυπτιολογία, ή. Π. Καρολ. Ιν Έγκυκλ. 
Λεξ — 'Α'.ρ. ^ί Φεβρ 93. 

Αίγυπτιολογιχός. '}. 

Αίγνπτιολόγοι οί. Κ. Σ/ιν. Ί5. — 
Φίλ Ίω. 6ΐ.— Σπ. Π. Λάμπρ. 87 — 
Ίω. Πανταζ. 89. — 'ΑΘ. Σακελ. '.ίΟ.— Β. 
Ψιλάκ. 9Ί 

ΑΙγνπτιοσημιτιχός, 3. (όαοεθνία.) Κ. 
Μ. Μητσοπ. 9- 

ΑΙγνπτιότεχνος. '. Ν. Έπισκοπ. εν 
"' λσ:ε• ' Ά-ρ. 6. 

αιδεσιμολογιότης, ή. Διονύσιος "Εφέ- 
σου. Ι . 

αίδεσιμολογιώτατοι ποεσβύτεοοι, οί. 
Έρμ λογ. 2.— Ελ, οίλ.Σύλ Κ'^τπλ. 71. 

αίδεσιμοσοφολογιότης^ ή. "Εγγρ. κοι- 
νότητος Μελενίκου, 3 ι. 

Αίδήψειος, . (ύδατ».) 'Ακρ. 27 Αύγ. 89. 

αίδοιΐτις φλίψ, ή. Ίω. Όλ. — ') αι- 
δοιίτις, ή' ό'ν νόσου. Την λεξ ώς σημαντι- 
κήν νόσου αποδοκιμάζει Ιν τώ Έγκυκλ 
λεξ. δ Κ Π Λάμπρ. 

αίδοιολάτραι, οι. Άδ. Κορ "5 — "Ιδε 
ό ν ο λ ά τ ρ α ι κα"ί την εκεί σημείωσίν μου . 

αίδοιόφντον δικτυώδες, τό. (είδος μι 
κροοίου ) " Γαληνός - 

Αϊεϊαονονοϊονϊσμός , 6 κατά "Ερα- 
σαον, βόσσιον, Έννίνιον κΜ λοιπούς διφθογ- 
γισαός. Κ. ()ικ. 30. 

αίθαλίζουσα ( ολόξ, λυ/νία.) Ξ. Λάνδ. 
40. — Κ. Ζεγγελης εν \\κρ.Ί(Ι Ίαν. 96. 

αιθαλίνη. ή. Γαλ. ΟΓέοδοίβ. Σ/. Λεο. 
λεξ. Η . •■ 

αιθάλιον, τό. ό'ν ζωυφίου, Ν. Χ. 'Απο- 
στολιδ. Χ 

αίθαλοχάπνιστα γυαλιά οιά τά μάτια. 
•Ακρ 16 Μάρτ. 95. 

αίθαλόχρους, 2. Θ. Άφεντ. 54. 

αίθάνη -/λωριοΰ/ος, ή. , γτ]^ ) Γ. Δ. 
Κρίν 0. ■ ' " 

αίθάνιον, ήτοι όδρογονοΰ/ον αιθύλιον. τό. 
"Αν. Κ. Χρηστ. 87. 

αιθερέλαιον, τό- 'Ακρ. 13 Σεπτ 94, εν 
έπιφυλ. 

αίθερίζειν. α'θερισθεντες. ( ίατρ.) θ. Ά- 
φεντ. 76. 

αίθέρινος, 3. Ά Σπαθάρ. 86. 

αιθεριοελαιώδης, 2. θ. Άφεντ. 76. — 
Προλ αΐΟερ ο ε λαιώδ 

αιθεριοποιονσα τε'γνη. 'Ακρ. 3 Ίουλ. 88. 

αίθεριότης, ή Τϊΐηβδ. εν 'Ακρ. δ 
"Απρ. 98. 

αίθεριούμενον έριον (εν τή πιλοποιία.) 
Α. Σ. εν Άκρ 3 Ίουν. 94. 

] 



αιθερισμος 



α ίθνλοϊσατίνη 



αίθερισμός, 6. Θ.Άβεντ. 76. — Έγκκ/.λ. 
Λεξ. 

αίθερίτης, 6. ( = μετεωρίτη;, ούοανόλι- 
θοί.) Κρίσεις βιβλίων τοΰ 1887. — Άλλ' 
'ίδε Προ'μηθ. 8 Ίουλ. 90. 

αίθερογείτων . 2. ( "Ολυμττος.) 'Ιιοάν. 
Καρασ. 

αίθεροείμων, 2. ( = ολόγυμνος.) Δημ. 
Γαλαν. 

αίθεροελαιώδης, 2. 'Ιω. Όλ. 

αίθεροθεϊκός, 3. Ξ. Λάνδ. 42. 

αίθεροκρατέω-ώ' κρατώ τι εν τω α?- 
θφι Π Σοΰτσ. 

αίθεροχρημνίζομαι. Π. Σοΰτσ. 

αίθερόλαμνα οτεοά, τά. Δ. Σολ. 

αίθερομανεΐς, οι. "Αστυ 9 Ά::ρ. 91. 

αίθερομανία, ή. Άκρ. 22 Όκτ. 90. 

αίθερόμορφος, 2. "Ελλην εν Άκο. 5 
Νο. 92. 

*αίθερομπεκρολογέω-ίο. « Έφηα. » 7 
Ίουλ. 91. 

αίθερονά φ της Ίάσωνας, 6 (νε'ος χρό- 
νος : ) Στί'ύ. Μαρτζώκης εν Παλιγ. 1 'Ιαν. 
78, έν ε'κοσαατί/01 —οιήματι δ επιγράφει 
Λυτός 6 -οιήιας• «στί/οι βάρβαροι! -> 

αίθερόπλαστος, 2. Δ. Νικολ. κα"ί Χ. 
Γρηγ. 08 — Δ. ΒικεΧ —Άκρ. 25 Αύγ. 92. 

αίθεροποιέω-ώ' αιθεροποιηθήσεται το 
εογον τοΰ δεί~νου. Αιών. 

αίθεροποίησις, η. Γαλ. θίΙΐθΓΪβαΙϊοη Γ*ί. 
Κοντό-, λ. 89. 

αιθεροτζολικός, 3. (ο/ήματα.) Δημ. 
Γαλαν. 

αίβεροπόλος, 2. Δημ. Γαλαν. 

αίθεροσιοσία, ή εν Ίρλανδίοτ άπο τοΰ 
1840 εθιζομενη. 'Ακο 22 Όκτ. 90, και 
18 Φεβρ. 93. —"Αστυ 9 'Απρ. 91. 

αιθεροπόταί, οί. Φαρμακευτ. δελτ. 72. 
—Άκρ. 90. 

αίθεροποιεΐα, τά. Άκρ. 18 Φεορ. 93. 

αίθεροστάσιος, 2. Δημ. Γαλαν. 

αίθεροτραφής, 2. Δ. Λ. Βερν. εν Νία 
ΙΙανδ. (33. 

αίθερονφαντος, 2. Άκρ. 4 Δεκ. 91. 

αίθερονχος, 2. ^ '/ημ•) 'Ί"• Πύρλ. ' 

αίθίνη, ή. (/ημ.) 'Αν. Κ. Χρηστ. 87. 

Αίθιοπίσκος, ό ( ύποκορ.) 

Αίθιοποκρατία, ή. Ιν Αιγύπτω ποτέ. 
Δ. Λ. Βερν. 07. 

ΑΙΘιοποφανής 2. Σ/. Λεο. λεξ. 61. 

αίθοκίτρινος, 3. ΆδελφοΊ Καπετ. 10. 

αίθοκόκκινος. 3. Δ. Γουζ. — Άδελφ. 
Καπετ. Ιϋ. — Σκαρλ. Βυζ. 

αίθόλευκος, 2. Σκαρλ. Λεξ. 56, εν έρμ. 



αίθουσάροον, τό (υποκορ. τοΰ α"θουσα.| 
>ί£α εφ. 17 Ίουλ. 86. — «Έο.» 28 Όκτ. 
89. — "Ιδε κα\ τό έξης* 

αίθουσίδιον, τό. «Έφ.» 31 Μαίου 91, 
έν επιφυλ. 

αΐ&ονσιακόν (!) καθεστώς, τό. ϋ&Γίΐ- 
ηιοί: έν Άκρ. 24 Ίουλ. 94. — Πρβλ. ε π ι- 
σ κ ε ψ ι α κ ό ν 

αίθόφαιος, 2 Άδελφο^ί Καπετ. 10. 

αίθρίασις, ή. Έστ. εφ. 4 Νο. 94. 

αίθριοκνανος, 2. Έρμ. λογ. 21. — 
Πρβλ. α•θρ ο κ ΰανος. 

αίθριότης, ή. Χ. έν Έστ. 27 Μαίου 00. 

αίθρο§ήτωρ "Αβαρις. ό Εύγ. Βοΰλγ. 772. 

αίθροκνανος άμοίεσ.ς, ή. Άκο. 20 
Αύγ. 96. 

αίθνιώδες ^ΐ'νος, τό (ζο^ολογ.) Λατ. ^ίΐΐ- 
Ιίηαΐίΐ Σ. '.λριστάρ/. εν Έλ. φιλολογ. 
Συλ. Κστπλϊίιΐς 84. 

αιθυλαιθήρ, 6. ( /ημ.) Ό. Α. Ί'ουσ. έν 
Έγκυκλ. λεξ. 

αίθυλαίνη, ή Γαλ. όΐΙι^Ιί'Πβ, η• αιθυ- 
λένιον, τό κα"Ί έλαιογόνον άεριον — σαζ 
ο1ι§ίΐίΐιι{:. Γ. Α. Κρίν. 

αίθυλαίνιον, τό. "Ο. Ά. 'Ρουσ. 81. 

αίθνλαινοδιαμμίνη . ή. "Ο. Ά. 'Ρουσ. 81. 

σ.ίθυλαινοδιαμμίνοδι^ενζονλιον, Ό. 
Α. Ί^ουσ. 81. 

αΙθυλαινοδι€ενζοϋλοδιαμμίδιον, τό. 
Ο. Α. Ί'ουα. 81. 

αίθνλαινοξείδιον, τό. ί/ημ.} Άν. Κ. 
Δαμο. 

αιθυλανδενδίον, τό. Ό. Α. Ί'ουσ. 81. 

αίθνλένιον, ήτοι* αιθενιον, τό. Τηλ. 
Κομν. 84. — Άν. κ. Χρηστ. 87. 

αίθυλιδαίνιον γλωριου/ον,τό, Β. Πατρίκ. 
έν ΊΊγκυκλ. λεξ. 

αίθυλι δ ε νικός^ 3. (ένίοσις.) Ό. 'Α. 
'Ρουσ. 81. 

αιθυλικός, 3. ( αιθήρ. πνεϋμα κτλ.), θ. 
Ά*εντ. 76.— Όθ. Α. Ί^ουσόπ. 81.— 
Σπ'. Οίκ. 

αίθύλιον, τό. (/^ιμ) — Λάνο 42. — 
Ά ν. Κ. Χοηστ. 87. 

αίθνλιοϋχος, 2 ( χημ.) Τηλ. Κομν, 84. 

αίθυλλαίνη, ή. { χημ.) Γ. Α. Κρίν. 80. 

αίθνλλαινικός, 3. ( /ημ.) Γ. Α. Κρίν. 80. 

αιθνλλιδαινικός, 3. ( /ημ ) Γ. Λ, Κρίν. 80. 

αΙθνλαινογαΧακτικόν οξύ. Γ. Α. Κρίν. 80. 

αιθυλοζρούμίδιον , τό. Έγκυκλ λεξ. 

αίθυλοθεεϊχός^ 3. Έγκυκλ. λεξ. 

αίθυλοϊνδικόν, τό. Σπ. ϋϊκ. 

αιθνλοϊνδοξυλικον οξύ, τό. Σπ. Οικ, 

αίθνλοϊσατίνη, ή. Σπ. Οικ, 



[23 



αίθυλοξείδιον 



αιματομετρον 



αίθυλοξείδιον, τό. Ξ. Λάνδ. 42. 

αίθυλοξυϊνδέλαιον, τό Σπ. Ο'κ, 
αίθυλόπνενμα, τό. Έγκυκλ. λεξ 

αίθνλοχλωρίδιον, τό Έγκυκλ. λε^ 

αίθυλοψενδοΐσατίνη, ή. Σπ. 0!κ. 

αίθυλοψενδοϊσατινιαδν κάλι, τό. Σπ. 
0!κ. 
Αίπιάδης. ί. ον κύρ. οϊκογεν. Έφ. Ίουν.93. 

άϊλαντοί, ό' ον. φυτοΰ ξενικού. ( δ/ι άϊ- 
λανθο;.) θ. Χε'λδρ. εν Έγκυκλ Λεξ. 

αίλονρίδιον, τό. Μ. Μητοάκ. εν Άκρ. 
5 Φεορ 93. 

αίλουρίΗος., 3. (γένος.) Σ. Α. Βάλβ. Ιν 
Προμ. ',ΐυ. 

αιλουροειδής, 2. Αιγιναία, 31. 

αίλονροειδώς. Άκρ. 24 Φεβρ. 94 εν 
έ-ιφυλ. 

Αίλονροχριομαχία, ή" δν. συγγραφής 
τίνος Φράγκικης. "Ιδε Θ. ϋαπαδημητρακο-. 
Βάσανον των περΊ της Έλλην. προφοράς 
'Κοασμ.ι/ών αποδείξεων, σελ. ιστ' προλόγου, 

α'ιλουρόπαρδος, 6. Φραγκιστι ]ΐθΐι&ι•. 
Σ. Α Βάλο. έν Προμ. 90. 

αίλονρότιγρις, ή. Φ Α. Β. εν η Ομή- 
ρω•ι 74 

αίλουρόθαμνος, ό. ( όρυκτολογ.) Γερμ. 
Κιιίζβηαιι^'θ. Κ. Μητσόπ. 90. 

αίμαθίδρωσις, ή. Σ/. Αεδ. λεξ. 61. — 
Γ. Βάφ. 

αίμανθές, τό" γένος φυτών βολοοειδών. 
Ί'. Σ. Λ. λεξ. 

αΐμαρθρον, τό. { -/ειρουργ.) Κ. Λάμπρ. 90. 

αίματαδελφοί, οι ϊουοκιστι κάν-καρντά- 
αηδες Γ. Μ Βιζ. 

αίματάλενρον, τό. Γερμ. Βίαΐΐυβίιΐ. Ί'. 
Δημητρ. εν «'Κφ.β 22 Φεορ. 9θ. 

αίματάνθραξ, 6. ("/ημ. 'Αν. Κ. Χρηστ. 
— Ό Α. ΙΌυσ. 

αίματεγκέφαλον, τό. ή αίματεγκεφα- 
λος, ό. Κ. Λάμπρ. εν Έγκυκλ. λεξ. 

αίματεΐνη, ή. ( '/ημ.) Αν. Κορδ. 
= αίματέμεσις, ή. Έρμ. λογ. 16. — θ. 
'Αφεντ. 76.• — Γ. Καραμήτσ. 79. — Έπ 
Σταθακόπ. 89. 

αίματέμετος, δ. Άκρ. 20 Μάρτ. 96. 

αίματέρυθρος, 2. Σπ. !\1ηλ. 

αίματηρότης, ίΐ- ΤϊΐΏβ3. εν 'Ακρ. 10 
ΙΜαίου 9«. 

αίματηρώς. "Αστυ 8 Φεορ. 97. 
*■ = αιμάτινη, ή. ( /ημ.) Σπ. Γούζ. — 
Ώς επίθ. κοινόν ή λεξ. ευρηται κα\ εν τοΙς 
Αεξ. της άρ-/. γλ 

αίματο^άτζτιστος, 2. 'Αλ. Σοϋτσ. 

αίματο&αφέν. μτχ. Άκρ. 25 Φεβρ. 97. 



αίματο€αφής,1.^ Γ. Όρφ — "Αστυ 29 
Όκτ. 9δ. — Α. Π. Κ. Ιν Έστ. εο. 1 

Αύγ. 95. —"Αγ. Ν. Κοντοπ. λεξ. 89.— 
"Αγ. Βλά/. λεξ. 97. 

αίματό^ιον, τό. (παράσιτον ζωον.) Π. 
και Φ. Ι εν Έγκυκλ λ. 

αίματο§ρέχεσθαι . Λ. ΜπεΤ.. εν 'Ακρ. 4 
Μαίου 97. 

αΙματό§ρεκτος, 2. Ι. Σ. Καλογερόπ. 39. 
'Α Τ. 'Ραγκ. 75. — 'Αχ. Παρ — Σπ. 
Παγαν 88. — Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 

αί/Ματό^Όλα, τό. Γ. ΪΝ. Π. έν Έγκυκλ. λ. 

αίματογενής, 2. (ίκτερος.) Γ. Καραμήτσ. 
79. — Ε. Σταθακόπ. — αίματογενε'ΐς θεσμοί. 
Νεα εφ. 8 Ίουλ. 91 

αιματογλευαωματίνη, ή. 

αίματόγραπτος, 2. ( συνθήκη, κτλ.) 'Αλ. 
Σοϋτσ. ο5. — Ίω. Βαρελ. 82- — Πρβλ. αί- 
μ ο γ ρ α φ τ, ς. 

αίματοδιάλυσις, ή. Έγκλ. λεξ ΝΓΠ. 

αίματοδιψία, ή. αΈφ.» 28 Αύγ. 89 

αίματόδραμα, τό. Άκρ. 11 'Απρ. 95. 

αίματοειδίνη, η. ( /ημ.) Σπ. Γούζ. 87. 

αίματοζωάριον, τό κατά τόν 8&νβΐαη 
υ.ικοόοιον τοΰ ελείου πυοετοΰ ... Ακρ. 9 
Σεπτ 91 

αίματοθυσία ή. Άκρ. 25 Μαίου 91 κα\ 
21 Μάρτ. 93. 

αίματοχαθαρτιχός, 3. 

αίματοχεφαλία, ή. Σ/. Λεο. λεξ. 61. 

— αίχατοκ-ήλη, ή. Γρ. Ζαλίκ, λεξ. — Γ. 
Καραμήτσ. 79. 

αίματοκηλίδες., αι. Άκρ. 19 Μαίου 88. 
αίματοκοιλία, ή. Κ. Λ. 90. 
αίματοκόκκινος, 3. 'Αλ. Σοΰτσ 5δ. 
αίματόκολπος, ό. (/ειρουργ.) Κ. Λ. 90. 

— Ποολ. α ι μ ό κ ο λ π ο ς. 
αίματοκρυσταλλίνη, ή. "Ιδε αιμο- 
σφαιρίνη. 

αίματοκυλισμός, ό "Αστυ 17 Όκτ. 95. 
αίματοκνλιστος, 2. 'Ακρ. 25 Ίουλ. 92. 

— αίματοκύστις, ή. Κ. Λ. 90. 
αίματοκντταρα, τά. 
αίματοκνψέλαι, αί. Σπ. Γούζ. 87. 
αίματολιπής, "2. 'Άστυ 11 — 2 Σεπτ. 91. 

= αιματολογία, η. 'Ακρ. 6 ΐΜαρτ. 91. 

αίματολουσία, ή. Νε'α εφ. 22 Σετττ. 91. 

αίματόλουστος, 2. Δ Κ. Β. έν 'Ακρ. 
27 Αύγ. 96. 

αίματόλουτρον, τό. Γερμ. ΒΙαΛαιΙ. 

αίματομανής, 'Ι. Έστ εφ. 'Ίΐ Φεβρ. 97. 

αίματομελαγχολικός, 3. Απ. Με- 
γακλ. 44. 
= αιματομετρον, τό, Γαλ. 1ιύιιιαΙοηΐι;4.Γ6 



[24] 



αιματοννησοί 



αιμοσφαίρια 



και 11Θ111α^;οά^ηίιη101ηβ^^β. Σ/. Λεβ. λεξ. 
61. — 'Ρ. ΛΊ/.ολαίδ. 

αίματόννησοι, αι. Ίω. Όλ. 

αίματοξνλίνη , ή. (/ημ.) Αν. Κορδ. — 
•ρ. Νικολαίδ. 89. — ΙΙ.' Μανοΰσ. 95. 

αίματόξνλον, το. Γαλ. Οατηρβοΐιβ. Α. 
Σπαθάο. 86. — θ. ΧεΙοο. — Ν. Κοντό-. 
λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

αίματοπαγής^2 (θρόνος.) Ά. 'Ρ. 'Ραγ/. 

αίματοπλήμμνρα,τ\. Άκρ. 20Όκτ. 91. 

αίματοποιΐα, ή. Λ Α. Μαυροκορδ. 36. 

αίματοπότιστος, 2 Άκρ. 86. — 
'Ραμτ:. 86. 

αίματόσττνσις, ή. Έρμ. λόγ. 16. — 
Πρβλ. αίμοπτνσία. 

αίματόρρειθρα, τά. Σ. Α. Κ 51. 

αίματοστάζειν. 'Αλ. Σοΰτσ. 39. — Ίω. 
Καρατ. — "Αστυ 31 Δεκ. εν έπιφυλ. 

αίματόσταατος, 2- (κατάρα.) 'Αλ. 
Σοϋτσ. 53. 

αίματοσύγκρουσις, ή. Λεξις *0δ !\Ιε- 
λα/ρινοΰ αντί του ττόλεαος, έν "Αστει 30 
'Απρ. 98, ένθα κα\ πλε^σται άλλαι του αυ- 
τού παραδόξου άνδρος νςαι λέξεις, ας δεν έ- 
κρινα -εριλητττ-'ας εν τϊ) Συναγωγτ) μ.ου 
ταύτη. 

αίματοσφαίρια, τά. Αιμ. Νον. 73 — 
Κ. Β εν Έστ. 20 'Απρ. 86. — Πρβλ. 
αιμοσφαίρια. 

αίματότνπος,'Ί. ('ί/νη.) 'Α.'Ρ. 'Ραγκ. 75. 
= αιματουρία, ή. Λ. Καραλίβ. — Γ. Μ. 
Καραμήτσ. 78. 

αίματονριχός, 3. ( πυρετός, διάόροια.) 
Λ. Καραλίβ. — Α. 'Αντωνιάδ. 0ΐ. — 'Ακρ. 
19 Δεκ. 96. 

αιματοφάγος., 2. 'ΑΘ. Χριστό-. 

αίματοφλεγματίΗος, (έκκρισις.) Έλ. 
/ρον 25. 

αίματοφο^ία, ή. Κ. Π. Λάμ-ρ. εν Έγ- 
κυκλ. Αίξ. 

αίματοφόρος, 2. (αγγεία.) Θ. Ήλ. — 
2. (κατα-ότια.) Άκρ. 24 Ίαν. 95 

αίματοχολεριχός, 3. ( κρασις.) 'Ονειρο- 
κριτ. 79. — Προλ το έξης. 

αίματοχολΐΗΟς,3. 'Αποστ. Μεγάκλ. 44. 

αίματόχροη βαφή, ή. Δ. Σολ 23. — 
Κ. Άσ. 43 : αίματό/ροος. — 'Γπ. τί» αίμα- 
τοχροώδης κα\ το αί μ ό /ρους Ιν τοΤς Λεξ. 

αίματοχντικός, 3. Άκρ. 10 Αύγ. 88. 
Αίμιλιανίδης, 6' ον. κυρ οϊκογεν, 
αίμοβλάσται, αί Σπ. Κανέλλης 87. 
αίμοβορία, ή. Α. Φραντζ. 39. 
αίμοβρεγμένος. μτχ. 'Αρ. Ι. Προβελ. 70. 

[25 



αίμογραφής 2. Ν. Ζενευρ. 48. 

αίμοδηλητηρίασις,τ] Ο. 'Α. 'Ρουσ. 90. 

αίμοδιψία, ή. Άκρ. 25 'Ιουλ. 92. 

αίμοδιψώσα' μτχ. Άκρ. 14 Σεπτ. 91. 

αίμόθρεπτος, Ί. Ί". Δ. Μαργ. 79. 

αίμοθώραξ. ο. Έγκυκλ. λεξ. 

αίμοκηλΐδες.. αί. Ίω. Όλ. 

αίμοχηλίδούτος, 2. Ά Ι. 'Αντ. 

αίμόκολτιος, 6. Γ. Καραμήτσ. 79. 

αίμοκυττάρια, τά. Δ, ΙΝ'. Παπαβασι- 
Ιότζ. 82. 

αίμολαίμαργος, 2. Δ. Γουζ. 07. 

αίμομανής, 2. Δαν. Φιλιπ. 

αίμομετάχυσις , ή. Έγκυκλ. λεξ. 

αίμομήτρα, ή. Γ. Καραμήτσ. 79. 

αίμομιγής, 2. (ορρός.) Θ. 'Αφεντ. 54. 

αιμομικτικός., 3. (γάμοι,) Ίω. Παδοβ. 
67. — "Ακρ. 11 Μάρτ. 94. 

αίμομιξιακός, 3. ( βεοήλωσις.) Εύγ. 
Βούλγ. 

αίμομνζησις, ή Ίω Όλ. 

αίμοπεριτόναιον, τό. Κ Π. Λάμπρ. εν 
Έγκυκλ. λεξ 

αίμοττληθής, 2. Θ. 'Αφεντ. 54. 

αίμοποιητικός, 3. Β. Παντ. εν Έγκυκλ. 
λεξ. — 'Γπ. Ιν τοις Αεξ. της αρχ. γλ 

τό α ί μ ο π ο ι ό ς. 

αίμοηοτικός^ 3. Άκρ. 3 Μαΐου 91. 

αίμοπότης, 6. Περ. Καλαθ. 78. 

αίμοπότιςίύσαα., ή. Ά. Ί*. 'Ραγκ. 75. 

αίμοπτνσία, ή. Κ. Άσ 53, προτιμών 
ττ,ν λεξ. ταύτην της α Ί μ ο π τ ύ σ ε ω ς, ην 
όμως βλεπιο οτι έ/ουσι τά Λεξ. της άρχ. 
γλ. εκ του Γαληνού κα\ μετεχειρίσθησαν 
άλλοι τε κα\ ό Θ 'Αφεντ. τω 76. 

αίμοπτνω. αίμόπτυσεν. Π. Σοϋτσ. — 
'ΐω. Φραγκ 77. 

αίμορμήσεις, αί. Β. εν Έγκυκλ. λεξ. 

αίμορροϊδικοί, οΊ. Γ. Μακκας 74. — 
Φοϊό. 1 Αύγ. 95. 

= αίμορροοφιλία, ή. θ. Άφεντ. 54. — 
Γ. Καραμήτσ. 79. 

αίμορρόφος, 2. Άκρ. 13 Δεκ. 86. 

αίμοστάζων, μτχ. Π. Σουτσ. — Φωτεινή 
01/.. — Ειρ. Άσ. 85. 

αίμοστασία, ή. Γαλ. δίβ^η&Ιίοη άβ 
8ϋη§. Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. — "Άστυ 10 
Νο 93. — Έν το"ίς Λεξ. της αρχ. κεααι 
τό α ί μ ό σ τ α σ ι ς, ως όν. βοτάνης μόνον. 

αίμόστικτος, 2. Αιών. — Άρ. Ι. Προ- 
βελ. 70. 

αίμόστρωτος. 2. (πεδία Άρεως\ 

αιμοσφαίρια, τά. Τ Ε. Δρακ. 49. — θ• 
Άφεντ. 75. — Γ. Καραμήτσ. 79. — Δ. Χασ, 



2β' 



αίμοσφαιρίδια 



αίρηλααία 



Δ. Ν. Παπαβασιλόπ. 82. — Τ. Νικολ. 

αίμοσφαιρίδια^ τά. Δ. Ν. Παπαβασι- 
λόπ. 82. 

αιμοσφαιρίνη^ ή' αίματοκρυσΓαλλίνη, ή. 
( /ημ ) Θ, Άβεντ. 76. — Δ. Πατταβασι- 
λόπ. 82. — Β. 'Πατρ. εν Έγκυκλ. λεξ. 

αίμοσφαιρινονρία, ή. Γ. Καραμήισ. 
79. — Ίο). 'Γρικαλίαν. — Μ. Χατζημιχ. 95. 

αίμοσφαιρινονρικός, 3. (πυρετός.) Γ. 
Καραμήτσ. 79. — "Ιθ5 και το έξης. 

αίμοσφαιριονρικός, 3. ( πυρετός.) Σπ. 
Κανέλλης• 

αίμοφάγος, 2. 'ΑΘ. Χριστόπ. 33. 

αΐμοφθαλμία ή. Σ'/. Λεο. λεξ. 01. 

αιμοφιλία, ή. ( ιατρ.) Σ π. Γουζ. 87. 

αίμόφιλος, 2. (ίατρ.) Άκρ. 2 'Ιουλ. 96. 

αίμόφλνξ, ( κατά το ο ι ν ό ο λ υ ξ.) Δαν. 
Φιλιπ. 

αίμοφο6ία, ή. Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 

αιμοφνής, 2. (πέλαγος.) Κ. Κούμ. 

αίμοχάρεια, ή. Β. Άοεντ 79. — ρ ί α. 
Στ Ξεν. εν Βρ. άστ. 3 Δεκ. 91. 

αίμόχριστος, 2. Άκρ. 26 Μάρτ. 9δ 

αίμοχρωστικός, 3. Γ. Καραμήτσ. 79. 

Αίνιάν^ δ" ον. κύρ. οικογεν. 

αινιγματικότης, ή. Ϊίηκ3 εν Ήμιούλ. 
Άκρ. 22 Δεκ. 96. 

αινιγμανοθέται, οί. Ιίύγ. Βούλγ. 

αΐνιγματολογία. ή. Ίώ;;. Μοισ. 

αινιγματολόγος, 2. (ή Σφίγξ.]Άδ. Κορ.30. 

αινιγματοποιήτρια, ή. Άναστ. ίεο. 
Ο'κ. 1ί. 

αΐνικτικός, 3. Ίταλ. ίιΠαδίνο. Λεξ. νο• 
μοτεχν. 40. 

αίολις ή θολωτή και δενορόνωτος• είδος 
μαλακίων. Έγκυκλ. λεξ. 

Αίολισμοί, ο;. Κ. Ο'κ. 30. — Δ. Ι. ΛΙαυ- 
ροφρ. 60 

Αίολοαχαϊκός^ 3. ' αιών ) Σ. Ι, Τσιβα- 
νόπ. Ν6. 

Αίολοβιομήχανοι, οι εν όδώ Αιόλου τη 
εν 'Λθήνα'.ς. 'Λκρ. 9 Φεβρ. 9(3. 

ΑίολοδωριεΖς, οί. Κ. Κούμ. 

Αίολοδωρίξων . μτχ. Σπ. Τρικούπ. — Δ. 
Ι. Μαυροφρ. 60 

Αίολοδωρικός, 3. 'ΑΘ. Χριστόπ. 05. — 
Κ. Μαυρογιάν. 41. — Δ. Ν. Βερν 63. 

ΑΊολοδωρισμοί, οί Σπ. Τοίκούπ. — Π. 
Χ'.ώτ. 59, 

ΑΊολοπνλη, ή ον. αγγείου. Κ. Κούμ. εν 
τΓ, φυσικά, του, σελ. 81. — Δ. Στρουμπ. 
58. — Ό Ίω. Πύρλ. έ'γραύε' που' Α•ολό- 
πυλον, τό, — 'Λλλ' 'ίδε το έξης. 

Αίολόσφαιρα, ή. ( φυσικ.) Ά. Σπαθάρ. 



86. — Παρ' Ούϊτρουβίω (1, 6, 2.) ή λε'ξις 
Αβοΐί ρίΐ&β κείται αμφιβόλου γραφής, ως 
ονομασία αγγείων η σκευών πειραστικών 
της του άνΕμου ουσίας κα\ δυνάμεως. 

Αιολοφόρμιγξ , ή. Γαλ. ΙιαΓρβ βοϋβηηβ. 
\ί. Α. Σ"!μ 35. — Ίδε κα\ τό έξης• 

Αιολόχορδον , τό. Κίτσ. Λάΐ^αοος 90. — 
Κ. Ι. ΙΙρ. εν Έστ. 12 Αύγ. 90." 

αίολοχρωσία, ή. Φλοξ 80. 

Αίττος, ους, τό' «ορός εν Χίω παρά τον 
ποταμόν Βαροάσι.» Α. Μ. Βλαστ. εν Χια- 
κο"ίς, τόμ. β'. σελ. 45. — 'Ανάγνωθι ό'λην 
την σελίδα καΙ τά πολλά εκεί εξ Ιταλικού 
τίνος /ειρογράφου μυθώδη, εις έί βεβαίιυς 6 
Βλαστός γράφων τω 1 840 δεν έδιδε πίστιν. 
— '() Κοραής εν ττ, Χιακη του άρ/αιολογία 
τ<ί) 1830 δεν ε/ει τό όνομα τοΰτο, οϋτε ό 
Μουστοξύδης εν ταΐς εν ττί Αιγιναία προσθή- 
καις του ε'ς τά του Κοραή. Τό δε οτι ό Θ. 
Γ. Όρα>ανίδης τω 57 εν ττ- Χίο) δούλη του 
ε/ει γράψη αυτό τετράκις δεν σημαίνει νο- 
μίζω, τίποτε. — Κα"Ί εν τω παρ' ήμ"ίν εκδο- 
θε'ντι Έγκυκλ. λεξικιο του Βατί κα": Ηϊΐβΐ; 
έτε'θη ύπο Α. Κ. Χ. τό ό'νομα, άλλ' άνευ- 
πηγης άρ/αιοτε'ρας. "Ωστε «ναφε χα"! με 
μνασ' άπιστε^ν» άναγνώστα! Άλλ' όμως 
ας ε'ίπω, οτι αίπος ώς γενική ονομασία υ" 
ψους, βουνού, κείται εν τοΙς Λεξ. της άρ/- 
γλώσσης εκ του Αισχύλου, Ευριπίδου κα"Ί 
άλλων. 

αιπύορνις, ό. ( παλαιοντολογ.) Έστ. 15 
Μάρτ. 87. — Ν. 'Αποστ. 90. 

αιρεσιαρχία, ή. ]Ν. Ι. Σαρίπ. 53. — 
"Αστυ 25 — 6 Μάρτ. 93. 

αίρεσιαρχικός, 3. Ν. Δούκ. 14. 

αίρεσιάρχις, ή. Άκρ. 13 Μάρτ. 91. 

αίρεσιμότης, ή• ( = εκλεξιμότης.) Έρμ• 
Λούντζ. .ί6. 

αίρεσιολόγος, 6. Γρ. Ζαλίκ. λ. 

αίρεσιόφρων. 2. Ιίύγ. Βούγ. 

αίρετικότης, ή. (ε'ν ττ* θρησκεία.) Άκρ. 
19 Δεκ. 96. 

αίρετοκρισία, ή. Γ. Ζαλίκ. λ. — Λεξ. 
νομοτε/ν. •Ί0. — Ίκ. Γ. Λάτρ. — Σκαρλ. 
λ. 56. — Κ. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

αίρετοκρισιακός, 3. ( άπόφασις.) Ν. Πα- 
πνίδόπ. 

αίρετοκριτής, ό. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Σκαρλ. λ. 56. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

αίρί^λασί'α. ή. [εκ της α'ίρας = σφύρας 
σιδηρουργείου.] Γρ. Χαντσ. 70. — "Ιδε κα\ 
τάς επομε'νας εξ λέξεις, ών αγνοώ την εν 
τω πραχτικώ βιω τύ/ην. 



[26] 



αίρηλατεΐον 



αίσθητισμος 



αίρηλατεΐον, το. Γρ Χαντσ. 70. 

αίρηλάτης, ό. Γρ. Χαντσ. 70. 

αίρηλάτησις. ή. Γρ. Χαντσ. 70. 

αίροκοπεΐον, τό. Γρ. Χαντσ. 70. 

αίροκοπία, ή Γρ. Χαντσ 70. 

αιροκόττος, ό. Γαλ. πι&ΓΐΐηοαΓ. Γρ. 
Χαντσ. 70. 

αισθαντικός^ 3. Άλ. Κάλφογλ. 797. — 
Α. Γαζ. — Λ. Ν. Δάρβ. 1800. — Χρ. Περ. 

— Φ. Φουρν. — Π. Πετρίδ. 27. — 'Α. 
Ποθητ. 37. — Σκαρλ. λ. 56- μεθ' Ιρμη- 
νεία; διττής δβΠδϊίίί και δβΠδΛΙβ. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. —Άγ. Βλ. λ. 97.— Ήλε'ξ. 
τώρα έπεσε σ/εδόν εις ά/ρηστίαν, παρευδο- 
κιμηθεΐσα ύ-' άλλων, ως κα\ ή έξης• 

αίσθαντικότης, ή. Ά. Γαζ. — 'Ιω. Ά- 
σάν. εν Έρμτ, λογ. - — Σπ. Ζαμπ. 59. 

αισθηματίας, 6 Χ. "Αννιν. εν Μη γάν. 
81. — ίλ. Κοντ. λ. 89. — .Νεα Έο.' — 
Άκρ. 15 Αύγ. 96. — Άγ. Βλ. λ. 97.' 

αίσθηματίδιον, τό. Λ. Ένυάλης 88.— 
Πρβλ. αισθημ ά τ ιον. 

αίσθηματίζω' αισθηματικώς ζω, διάνο - 
οΰμο.1 κα'ι πράττω. 'Ακρ. 7 Ίουλ. 86. 

αισθηματικός, 3. Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. — Ύπ. εν το'ις Λεξ. της 
Λργ. γλώσ. τό επίθ. α'σθημα τ ώ δ η ς. Ό 
δε Κ. Κούμας• αισθηματικήν έπιστήμην ώ- 
νόμαζε την υπό του Β&απί^αΓίβη πρώτον 
κληθεΐσαν Αβδίΐιβίίΐί. 

αισθηματικότης, ή. Κ. Σίττλ. 89. — ίΝ. 
Κοντ. λ. 89. — Εύαγ. Γ. Ζαλοκ. 90. — Νί'ον 
πνεΰμα, Δεκ. 93. — Σ. Κ. Σακελλκοόπ. 94. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
αισθηματικώς. Ν. Κοντ. λ. 89. — Αγ. 

Βλ. λ. 97. 

αισθημάτιον τό. Κλ. 'Ραγκ. 77. 

αισθηματισμός, 6. 'Ακρ. 21 Νο. 86. — 
■Αρ. Ν. Τούκ. εν'Εστ. 87. — «Έφ.» 22 
Μαίου 95. 

αΙσθηματοΘριθής, 2. 'Ακρ. 10 Φεβρ. 86. 

αίσθηματογραφία, ή. "Ελλην εν 'Ακρ. 
10 ι\ο. 92. 

αίσθηματολογέω-ώ. Έστ. ίο 23 Απρ. 
96.— "Ακρ. /» Αύγ. 96. ■ , 

αίσθηματολογήματα τυπικά. Έιτ. έφ. 
9 Σεπτ. 95. 

αισθηματολογία . ή. 'Αν. Άναγν. ■ — Μ. 
Βρατσάν. — "Εμ. 'Ροίδ. εν "Αστει ΐ9 Μάρτ. 
94. — Πρωία ν9 Μαίου 97. 

αισθηματολογικός, 3. 'Ακρ. 19 Απρ. 
86. — «Έφ.ο 1 Αύγ. 89. 

αίσθηματολόγος, 2. ( πολιτική κτλ.) 
Άχρ. 12 Αύγ. 96. 



αισθηματόμετρον, τό. Ν. Έπισκοπόπ. 
εν Άστει 4 Φεβρ. 94. —'Ακρ. 18 Αιγ. 95 
εν έπιφυλ. 

αιαθηματοηνικτικός, 3. ( άτμοσ'φαφα.) 
'Ακρ. 25 Σεπτ. 95. 

αισθηματοφάγος, 2. (καρδία.) 'Αναγν. 
Μπαζώτος εν Χαλασια^ς κα\ φουρτοΰναις. 

αισθησί§ιος, 2. (ό Βόσπορος.) Σπ. Μαυ- 
ρογίν. 84. 

αίσθησιλογία^ι ή. Δ. Χαντσ. 

αίσθησιλογικός, 3. ( γνώσις των ό'ντίον.) 
Λ. Χαντσ. 

αίσθησιλόγος, 6. Γαλ. 5βηδΐι<ι1ί3ίβ. Δ. 
Χαντσ. - — Πρβλ. τό έςη?' 

αίσθησ ι ο λόγος, 6. Γαλ. δβηδϋ&1ϊ«1θ. 
Ν. Σ. Δαμασκ. 65. — Ίγν. Μοσχ. 74. — 
Πρβλ. αισθητ ι σ τ ή ς. 

αϊσθησιόμετρον, το του ΤνβΙ)6Γ. Γρ. 
Ξενόπ. εν Έστ. 19 Ίουλ. 92. — Π. Νιρβ. 
εν Άστει 24 Μάρτ. 95. 

αισθησιφανώς. Δ. Χαντσ. 

αίσθητίξονσα φιλοσοφία. Περ. Γρηγο- 
ριάδ. εν Αθηναίοι, 79. 

= αισθητική επιστήμη, ή περ\ της του 
καλοΰ θεωρίας. 'Ερμ. λόγ. 21. — Ν. Κοντ. 
λ. 8).— Άγ. Βλ. λ 97. — Και άλλοι των 
ημέτερων κα\ ό Ήρ. Βασιάδης έν Ελλην. 
φιλολ. Συλ. Κστπλ. τόμ. ις'. σελ. 280, 
δυσηρεστουν ταύτη ττΐ υπό του Γερμανού 
Βαυηι^ίΐΓίοη πρώτον περ\ τα με'σα του 
παρελθόντος αιώνος είσα/θείση είς την φι- 
λοσοφικήν γλώσσαν λε'ξει' άλλα δεν κατί- 
σ/υσαν να τήν έκδιώξοισι της κοινής /ρή- 
σεως^ άφοΠ τήν μετα/ειρίζονται καΙ οί 
Γάλλοι γράφοντες αυτήν 6δ1:1ΐ6ίίθ{Ιΐθ κα\ οί 
Γερμανοί Αβδ^:11βί;^^^. Πρβλ. κα\ αισθημα- 
τικό;. 

αίσθητικισμός. 6. — Πρβλ. αισθητ ι - 
σ μ ό ς. 

αίσθητικολογικός, 3. ( φύσις τοϋ αν 
θρώπου.) Άν. ΙΙολυζζ. 36. 

αίσθητικολόγος, ό τζζρι αισθητικής != κα- 
λολογίας ) λεγιον κα\ γρά-ώων. Άλ. θ. Φι- 
λαδ. 94. — Άκρ. 31 Μάρτ. 95. 

αισθητικότης, ή. Στ. Καραθεοδ. ΚΊ. — 
Φοιβαπόλλων εν Φιλολ. Τηλεγρ. 17. — 
'Ερμ. λόγ. 18. — Βεν. Λε'σβ. — Κ. Κούμ. 
— Ν. Σπηλ. — Σιβι 36. — Ά. Τ. 'Γαγκ. 
66. — Άν. Άναγν. — Αιμ. Νον. 73. — 
Περ. Γρη ορ. 80. — Π. Μ'αρ 84. — Ν. 
Κοντ. λ. ' 89 — Π. Καρολίδ. 92. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

αίσθητισμός. ό Γαλ. δβπδααΐϊδίηο. Χ. 
Παμπ. 52. — Ειρ. Άσ. 63. — Ίω. Σοΰτσ. 



27 



αίσθητιστης 



αιτιασιμοτης 



69. —Σπ. Βασιλ. 69. — Ίγν. Μοσ/. 74. 

— Δα[Α. Χριστόπ. 74. — Περ. Γρηγορ. 80. 
αίσθητιστής^ 6. Γαλ. 8βη8αα1ί8ίβ. — Σ. 

Δ. Βάλβ. εν Προμ. 30 Ίουν. 91. 

αισθητιστικός, 3. ( φιλοσοφία.) Κ. ΓΙ. 
Άττοστολίδ. 8Β. 

αίσθητολογία, ή. Φραγκιστί' ρΐΐόηοΐο- 
ξΐβ. Σ/. Λεζ. λ. 61. 

αίσθητολογικός^ 3 . Φραγκ. ρΐιόηοίηβ- 
ηο1ο^ίΓ|ηβ. Σ/. Λεδ. λ. 91. 

αίσθητοπιστία, ή Φραγκ. ρΙιβηοπίθηΕ- 
ΙϊδηΐΘ Σ/. Λεβ. λ. 61. 

αίσθητόπιστος, 2. Φραγκ. ρΐαέηοίηβ- 
ηίΐΐίβίβ. Σγ. Λεβ. λ. 61. 

αίσθητοστοιέω-ώ. Φίλ. Ιω. — 'Λρ. 
Σπαθάκ. 79.— Ν. Πετρής. — Ν. Κοτζ. — 
Γ. Μιστρ. — 'Γ. Ν. Καμηλ. 97. 

αίσθητοποίησις, ή. Χρ. Παπαδόπ. 80. 

— Κ. Σ. Ξανθοπ. 86. — Γ. Μ Βιζ. 88. — 
Γ. Μιστρ. 94. 

αίσθητοσιοιητικός, 3. Κ. Σ. Ξανθόπ. 86. 

αίσθητότης^ ή. «αισθητότητος ηθικής αρ- 
μονία.» Δ. Νίτσοο εν 'Κρμϊ) λογ. 

αίοθητοφροσύνη, τι. θ. Καίρ. 51, ^ — 

αίσθητόφρων )>. Θ. Καίρ. 51. — Ν. 
Καποογιολδάσης εν Άκρ. 55 Αύγ. 87. 

αίσιοδοξέω-ώ. Άκρ. 11 Μαιοο 96. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. — "Ιδε κα\ τάς εξ% οκτώ 
λέξεις. 

αισιοδοξία, ή. Σ/. Λεβ. λ. 61. — Δ. 
Βικελ. — Π. Κ. Άποστολίδ. 86. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ Βλ. λ. 97. — Πρβλ. κα\ την 
ου καλήν λε'ξιν αισιοδοξισμός. 

αισιοδοξικός, 3. ( έποπτείαι.) Στ. Δ. 
Βάλβ έν Προμ. 21 Όκτ. 90. 

αισιοδοξισμός, ό. Ν. Ι Σπανδ έν Άκρ. 
8 ^Απρ. 96. 

αισιόδοξος, 2. Σγ. Λεβ. λ. 61.— Δ. 
Βικελ. — Δ. Πινιατ. ' 86. — Ν. Κοντ. λ. 
89.^ — Άγ. Βλ. λ. 97. 

α'ισιοδόξως. Άκρ. 28 Δεκ. 86. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

αίσιομανής^ 2. Έστ. εφ. 9 Άπρ. 97. 

αίσιομανία, ή. Έστ, εφ. 9 Άπρ. 97. 

αισιοφρονέοί-ώ. Α!ών. 

αίσιοφροσύνη, ή. Σχ. Λεβ λ. 61. 

αίσιόφρων, 2. Σγ Λεβ, λ. 61. 
«Αισ κ νλος παρ' ήμΐν εγράφη, φρικτον 
ε'.πε'ΐν, 6 Αισχύλος έν ονόματι της επιστή- 
μης, ώσε\ μη καθ' εκάστην ήκούομεν σ/ώρα 
μου, δ θεός σ/ωρεση σου.» Γ. Ν. Χατζιδ. 
έν Άθηνας τόμ. η'.' τοΰ ετ. 96, σελ. 163. 

— Δικαιότατα εφριξεν όΓ. Ν. Χ. διότι, προσ- 
θέτω έγώ, έν ονόματι της επιστήμης, ( ένε- 



κα δηλ. των κοινώς προφερομένων σκολειό, 
σκίζο), σκοιν\ κτλ.) θα ήναγκαζόμεθα ίσως 
να λέγίομεν κα\ άγιος ισ κ υρός κα\ παρά• 
σ κ ου κύριε κα\ τόσα άλλα κακά κα\ Ίιυγρά. 

αίσυλουργεΐς θήρες, οΊ. Εύγ. Βούλγ. 
772. — Τπ. έν τη άργοιία. γλώσση το αί- 
συλοεργος•, βεβαίως καλλίτερον έ ίθετον. 

αίσχογραφίαι. αί. Νέα έφ. 

αίσχρηδονίαι, αί. Ν. Σπηλ. 26. 
" αισχρο€αρ6αρολογία, ή. (έλάττιομα φυ- 
σικον των "Οθιομανών.») Χρ, Περ. 

αισχροβιότης, ή. 'Λδ. Κορ. 21, 

αισχρογενής, 2. Ν. Ι. Σαρ. 

αίσχροήθεια, ή. Φίλ. 'Ιω. έν Φυσ. δι- 
καίίο, έκδ. Λ. Οικ. 

αισχροκερδικός, 3. ( επιχειρήσεις.) 'Λκρ. 
29 Ίουν. 95. 

αίσχροκερδοκακότροπος, 2 Χ.Δ Μεγδ. 
ναισχροκέφαλος^ Ί. "Ιίρα 11 Νο, 86» 

αισχρόνεοι κακόγηροι. 'Ιιο. Βηλ. 

αίσχροστλοκία, ή. Φλοξ 80. 

αίσχρόφνλλα^ τά. ( εφημερίδων.) 'Άσ:υ 
12—3 Ίαν. 92, 

Αίσχυλοφανής, 2. Ιω. Ίσ. Σκυλ. 

αισχννίτης, 6. (όρυκτολογ.) Άν, Κορδ. 
— Κ, Μητσόπ, 90. 

Αιοουιΐδης^ ό' ον. κύρ. οϊκογεν. 

Αίσωπος, ^. ον. κύρ. οικογεν, 
((Αισώστον νίκη καλούμενον χιορίον τι Αί- 
τωλικόν.» Άναστ. Γόρδιος (■,) τω 1719; 
παρά τω Θ. Α, Χαβέλλα, 83, εν Ιστορία 
Αιτωλών, βιβλ. β'. σελ. 30. — Άλλα 
τοϋτο είναι ασυγχώρητος παραποίησις ξε- 
νικού ονόματος πόλεως έν Δαλματία, τοΰ 
Σεμπενίκου. ο άφοΰ οπωσδήποτε κατά 
τον μέσον αιώνα εισεφθάρη εις τάς Έλλη- 
νικάς χώρας μετ' άλλων πολλών, ευρίσκε- 
ται έτι κα\ έν τω δήμιο Πέτρας της Βοιω- 
τίας, Σομπονΐκος σημειούμενον έν τη 
Απογραφή τοΰ 1889. Κα\ πολεμικόν δε 
πλοΐον, κανονιοφόρος της Αυστρίας Σ ε μ- 
π ε ν ί κ ο καλούμενη εις Πειραιά κατέπλευ- 
σεν. ("Ιδε Καιρούς της 16 Όκτ. 95.1 αύτη 
εκείνη, ήτις παρά την Κρήτην αρχάς Μαρ- 
τίου τοΰ 1897 παραβιάζουσα το διεθνές δί- 
καιον έκανονοβόλησε κα\ έβύθισεν έλληνικον 
ίστιοφόρον ίδιωτικόν πλο"ίον. "Αστυ 7 Μάρτ. 
97. — Άκρ. 8 Μάρτ. 97, — Παράβαλε 
τούτοις κα"ϊ τά σημειωθέντα μοι έν λέξει 
Α ί τ Ο) λ ι κ ό ν 

αίτιάσιμος, 2. Ίταλ Ϊηιρα1;α1)ί1β. Λεξ. 
νομοτεχν. 40. 

αιτιασιμότης, ή. Ίταλ. Ϊπιρΰ1:&1)ϊ1ί1^. 
Λεξ. νομοτεχν. 40. 



128] 



αιτιαστής 



άπαιροφιλοτιμία 



αΐτιαστής, 6 Λεξ. νομοτεγν. 40. 

αίτιατοίοσνντακτος, ".'. ( γραμματ.κ.) 
Λ. ΙΜαυροφρ. — Κατεκρίθη τω 1845 ή λί'- 
ξις υπό Γ. Χρυσοβεργη, ως επ\ το Γερμανι- 
κώτερον εσ/ηματισρ.ί'νη. 

αιτιατίΗοσχημάτιστον το μ α ς της λα 
ουμενης γλώσσης. Κ. Κούμ. 12. 

αΐτιατιχότης, ή. Γαλ οαιίΒαΙΐίό. Θ. 
Παπάζ. 49. 

αΐτιατιχοφανη επιρρήματα, τά. 

« αίτιατικοφωνονμεναι δοτικαΐ πτώ- 
σεις, ώί εν τω" σας έδωκα το βιβλίον. Οί 
'Ιταλο\ κα"Ί οί Γάλλοι αιτιατικοφιονουσι κα\ 
αύτο\ τάς δοτικάς τιον.» Άνώνυμ. έν Έρμη 
λογίω, 18. 

αιτιογένεσις, ή. ί\όσου.) Λιευθυντής 
Δρομοκαϊτείου εν Πρωία 28 Μάιου 98. 

αίτιολογημένως. Σ Α. Κ. εν Χρυσαλ. 
66. Δεν έγραψα έκε"ί η τ ι ολογημενως, ώς 
δυσάρεστων τω ιωτακισμω ενίοτε κα\ έν 
τισιν. "Οστις δ' εγζι οίλλους έρο^τας, πλα- 
τεία κελευθος ! 

α'ιτιολόγημα, τό. Γ. Τερεζ. 64. 

αίτιολόγησις, ή. Έλ κώδ. 

α^τ^ολογ^σταί, η ορθολογισταί οΊ. Φυλ- 
λάδιον (ΐ'Απάντησις εις τά υπο Ν. Βάμβα 
κατά Θ. Κα'ρη.» 51 . 

αίτιότης, ή. Φίλ Ίω. — Ν Κοτζ, 58 
— Έμ. Τοίδ. 77. — Σταϋρ. Λελ. 79. 

Α^τωλ^κιώτης, 6 κάτοικος του « Αιτίο- 
λικοΰ.» Άκρ. 6 Φεβρ. 98. — "Ιδε το έξης 
«Αιτωλικόν κα\ κοινώς Άνατολικόν, 
τό. μικρά πόλις κτλ.» Άν. Πολυζ. 
59. — Αιτοίλικον έπ\ ξηροΰ νησιδρίου λέξις 
ήτις συνεκόπη άπο Ανατολικού εις Ά ν - 
τελικό ν Θ. Α, Χαβέλ. 83, έν Ιστορία 
Αιτωλών, σελ. 83. — Ό δε Σπ. Τρικούπης 
έν τόμ. γ'. σελ. 278 της γ'. έκδο'σ. της 
Ιστορίας του της Έλλην. επαναστάσεως 
λέγει, ό'τι τό Ανατολικό πρώτος ό 
Μελέτιος έν τη τω 17 "2 8 έκδοθείση 1'ειογρα- 
φία του τό ώνόμασεν ό'λιος αδικαιολογήτως 
Αιτωλικόν, κα\ διά μακρών έλέγ/ει την με- 
ταβάπτισιν ταύτην κα\ άλλας πολλάς όμοίας 
εν Ελλάδι υπο τών άρ"/ών γενομενας. 
ΑίτωλοΆκαρνανία, ή. Σπ. Τοικούπ. 60. 
Ίω. Περβαν. 64. — ι.'Κφ» Ιΐ'Όκτ 90. 
Αίτωλοδωρικη /ώρα, ή Ο Μ. Γ. Φι- 
λιππίδ. τίο 1879 έγραψεν, ό'τι τό Λιδιορίκι 
είναι παραφθορά έκ του Α^τωλοδωρική. ά- 
κολουθήσας 'ίσως άλλων προτέρων γνώμην. 
Άλλα ταΰτα πολΰ δυσευκρίνητα. 
Αιτωλός, ό.ό'ν. κύρ. οικογεν. 
αίφνιδιότης, ή. 'ΐω. Ίσ. Σκυλ. 46. 

[ 



αίχμηρότης, ή. Σ. Α. Κ. έν 'Αρ/αιολ. 

Έφ 'ΑΘ. 72. 

αίχμοειδής, 2 Σ. Α. Κ έν 'Αρ/αιολ. 
Έφ. 'ΑΘ. 72. 

αίωνιαΐος, 3. ( δένδρα. Ελλάς.) Θ. Γ. 
Όρφ. 52. — Π. Θεοδωρίδ. 52. 

Αιωνογραφήματα τά• της έοημερ. Α•ώ- 
νος. 'Ακρ. 19 Οκτ. 87. 

αίωνόερως, 2. "Ελλην έν 'Ακο. 16 
Ίουν. 98. 

αίωνόκρνσιτος, 2" κρυπτομενος αιώνας 
ό'λους, ό'πως η Αμερική. 'Αλ Σοΰτσ. 52. 

αίωνομήκης 2. Στ. Λραγ. 88. 

αίωνοφάγα έ'ίΐνη. Ήλ. Σ. Σταθόπ. 87. 

αίωραγών, 6. (γυμναστ.) Γ. θ. Παγ. 55* 

αίωραλλαγή, ή. (^ γυμναστ.} Γ. Θ. Παγ. 55. 

αίωραρτήματα, τά. ( γυμναστ.) Γ. Θ. 
Παγ. .^5. 

αίωρητήρ, 6. Γαλ. ,ΐδΟβηδβαΓ. Άκρ. 10 
Μαίου 89. — "Ιδε κα\ υψιελάτης. 

αίωρητικός^ '3. ( δύναμις.) Έστ. 31 
Όκτ. 93. 

αίωρίσματα, τά. (γυαναστ.) Γ. θ. 
Παγ. 55. 

αΙωρο§άδιαις, ή. (γυμναστ ) Γ.Θ.Παγ.55. 

αίωροθέσιον, τό κοινώς <ριλαρετο, Γαλ. 
1β 1)ίΐδ1;ίη§α§θ. Όνομ. ναυτ. 58. — Ν. 
Κοντ. λεξ. 81^.— 'Αγ. Βλ. λεξ. 97. 
* Ακαδημαϊκός, 3. συζητε'.ν άπό γενι- 
κής κα\ Ακαδημαϊκής απόψεως. Σπ. Πα- 
γαν. έν Έστ. έφ. 26 Αύγ. 95. — «αυτά 
έ/ουν 'Ακαδημαϊκήν άξίαν συζητούμενα.» 
Άκρ. 23 Σεπτ. 95. 
' Ακαδημκϊκότης^ ή. Κίρις έν Έστ. έφ. 

16 Όκτ. 95. 

^Ακαδημαϊκώς συζητεΐν τι. Έστ. έφ. 

17 Δεκ. 'ό'ί. 

Άκαδημεικός^ 3. Γ. Ν. Χατζηδ. έν 

Άθηνας τόμ. ζ'. 

^ Ακαδημιάρχης, 6. Ματθ. Καουοούλ. 
16:^1. — Α. II. Βρ. 54. 

^ Ακαδημιοδιδάσκαλος, ό. Κ. Α. έν 
Έρμ. λογ. 21. 

άκα&αγίαστος^ 2. ( γη) Κστ. 85. 

άκαθαρσιοβριθής , 2. Άκρ. ο Σεπτ. 92. 

άκαθαρσίτης, ό. 

άκαθαρτο^ιοιεΐν. - εΐσθαι. (/ημ) "Όθ. 
Ά. ΊΌυ^όπ. 

άκαθαρτοποίησις, ή. ( /ημ) "Οθ '.\. 
Ί'ουσόπ. 

άκαθιέρωτος, 2. 'Αλ. Σοϋισ. 52. 

άκαιροτοπίαι, αί θ. 'Αφεντ. 68• 

άκαιροφιλοτιμία, ή. Άνώνυμ μετάφρ. 

'./νΙΑί'.ΙΙΛΤΙΛΙΐ Λ'λ 



ίαλλουστίου 43, 



29] 



ακαΗοσννη 



αχαταηονήτως 



άκακοσύνη, ή. 'Ιω. Βηλ. 
ακαλαισθησία, ή. Άκο. 18 Όκτ. 86. 

— Γ. Π. =ν "Λστει 14 Μάρτ. 96. 
ακαλαίσθητος, 2. 'Κφ. 85. — Α/ρ. 86. 

— Αιών 6 Φεορ. 88 ■ — Πρβλ. το κατιο- 
τ;ρ(ι) άκαλλιαίσθητος. 

άκαλαισθήτως, Άκρ. 14 Μάρτ. 96. 
άκαλημερησία^ 7], Τοξότ. 30 Μάρτ. 97. 
άκαληφοειδη, τά. (οατολογ.; θ. Χελδρ. 

-^Σπ. Μηλ. 

άκαλλιαίοθητος, 2. Γαλ. βίΐηδ §οη1;. 
\. Παμπ. 5'λ 

άκαλλιεργησία, ή, "Κφ. 8 "Ιούν. 91. 

ακαλλιέργητος, 2. Σκαρλ. λεξ. 56. — 
Π. Περβ. 61. —Ν. Κοντ, λ. 89. 

ακαλλιτέχνητος^ 2. Ν. Ι. Σαρ. 68. — 
Άκρ. 17 Όκτ. 91'. 

άκαλλίτεχνος, 2. "Αστυ 20 Μα'ου 91. 

άκαλπον υπουργιών, ο ώι; ά/ρουν ήτοι 
ύπηρεσιακον, δεν θα θε'σιτ) δια τά μ.ελη του 
κάλπα: εν ταΐς μελλούσαι; βουλευτικα■ΐ^ έκ- 
λογα1?. — 'Πκοΰσθη λεγόμενον τη 12 Ίαν. 
95 "ίσιο; δε που κα\ έγράφη. 

άκαμπτότης, ή. Έφ. 94. —"Ακρ. 13 
"Απρ. 98. — Τπ. εν τοΙς Λεξ. τ. αρχ. ή 
άκαμ ψ ία. 

ακανθισΐον νεϋοον της ια'. συζυγίας. 
Α?μ. Νον 73. 

άκανθίδιον, τό. Σ. Δ. Βάλβ. 90. 

άκανθίτης, ό. (ορυκτολογ.) 'Αν. Κορδ. 88. 

άκανθοανχενικός. 3. (άνατομ.) Δ. Α. 
Μαυροκορδ. 3ί:'>. 

άκανθόθαμνος, ό. 'ΑδελφοΊ Καπετ. 11. 

άκανθοϊνικός, 3. Δ. Α. Μαυροκορ. 36. 

άκανθόκλαδος, 2. θ. Χελδρ. 93, εν 
Έγκυκλ. λεξ. 

άκανθοκοίλης^ ό. "Αδελφοί Καπετ. 11. 

ακανθοκοκκοφόρον οραγκόσυκον, τό 
Π.^ Σ. Συνοδ. 

άκανθολείμων, 2. ( φυτολογ.) θ. Χί'λδρ. 

άκανθόλιθος, ό. ( χημ. ) "Ο. 'Α. Ί'ουσ. 89. 

ακανϋόμηλον, τό '( φυτολογ.) Θ Χ=λδρ. 

άκανθόπλενροι ί/Οεες, οί. Κ. Μητσόπ. 89. 

άκανθοπτερύγιοι Ι/Βίιες, οι. Αιμ. Νον. 73. 

άκανθοσίκνος, 6. Θ. Χε'λδο. 

ακανθόστομοι κνίπες. (μετάφρ. των «ό- 
ξύστομοι εμπίδες» τοϋ 'Αοιστοοάνους. "Α, 

Ρ. 'Γαγκ. ΠΟ. 

άκανθοφύλλωμα, τό. Γαλλ. πηΟθίΐα 
ίΐ'ΙΊφ » 1,") Μαίου 89. 

άκανθοχοιροφάγος, 2. "Αστυ 11 "Οκτ. 95. 

ακανθών, ό. Α. Μ. Βλαστ. 40. 

άκανονικότης, ή. 'Ακρ. 9 ΐΝο. 89. — 
Ίδε κα\ τό έξης. 



άκανονιστία, ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
'Ιγν. Μοσ/. 74. — Κ. Δ. Ζεγγελ. εν Προμ. 
Νο. 90. 

άκαρδία, η. Γερμ. Ηβιζίοβί^ΐίβϊΐ:. Κ. 
Κούμ. 

άκάρδως. έπφ. 'Ιιο. 'Αρσε'ν. εν Άκο 26 
"Απρ. 98. 

άκαρίασις^ ή• ό'ν. νόσου αμπέλων, κοινώς 
καροϋλες. Ε. Πονηρόπ. 88. — έπ"ι ζα,'ων. Κ. 
Μητσόπ. 92. — δένδρων ^ άπιδε'ας ) Έλλην. 
γείοργία, 94. 

Άκαρνάν, ό ον. κύρ. οίκογεν. 

άκαροειδής. 2. 'Ο Ά. Ί'ουσόπ. 90. 
— Κ. Μτ,τσόπ. 92. 

άκασσιτέρωτος, 2. Π. Καλλιβούρσ. 52. 
"Εκθεσις άστυϊάτρων εν Άκρ. 8 Ίουλ. 97. 

άκατά&ρεκτος, 2. Άκρ. 84. — Αγ. 
Βλ. λεξ. 97. 

άκατα^ρεξία, ή. Άκρ. 12 Μαίου 91. 

άκαταδίωκτος, 2. Ν. Δραγ. - — Χάων εν 
Έσ:. εφ. 7 Δεκ. 94. . — Τριβωνιανός εν 
'Κστ. εφ. 28 Φεβρ. 96- 

άκαταδιωξία, ή. Άκρ. 85 καΐ 14 
"Ιαυν. 93. 

άκαταζήτητος, 2. "Αδ. Κοο. 16. — Ν. 
Κοντοπ. λεξ 89. — "Αγ. Βλ. λεξ. 97. 

άκατάθλιπτος , 2. "Ακρ. 27 Μάρτ. 94. 

άκατάκτητος. 2. Π. Τοιανταω. — Σχ. 
Λεβ. λεξ. 61. 

άκατακάθιστος, 2. (τόπος, κτίσμα.) 'Ακρ. 
10 Ίουλ. 91. 

άκαταλείτττως. ( = αδιαλείπτως.) Π. 
Χιώτ. 

άκαταλογισία, ή. "Ακρ. 10 Αυγ. 88 χα"ί 
28 Μαίου 93, και 1 Ίαν. 95. — Δεν θα 
ήτο όρθότερον τό άκα ταλογιστία; 

ακαταλόγιστος, 2. Άρ. Βαλαωο. — Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97.' 

άκαταλυσία, ή Γρ. Ζαλίκ. λεξ. 

άκαταμάλακτος, 2. Εύγ. Βούλγ. 

άκαταμαχήσιμος, 2. Άκρ 13 Φεβρ. 86. 

άκαταμαχήτως. "Εφ. 18 Νο. 94. 

άκατάμετρος, 2. Άλ. Σοΰτσ. 55. — 
' Γπ. = ν το1ς Λεξ. τ. αρχ. άκατα μετρητός. 

άκαταμετρήτως. Κ. Παλαμ. εν Έστ. 22 
"Ιαν. 95. 

άκαταμηνυσία, η. Ίταλ. ΐιι&ηθίΐηζ& άί 
(Ιϊηηηοία Λεξ. νομοτεχν. 40• 

άκαταμ7)νυτος, 2. Λεξ νομοτεχν. 40. 

άκατανάλωτος , 2. "Πλ. Σταθόπ. 51. 

άκατανικητοος. Παλιγ 12 Δεκ. 94.— 
Άκρ. 1 1 "Ιαν. 95. εν επιφυλ κα"ι 9 Αύγ. 96. 

άκαταπονησία, ή. «Έφ » 21 Φεβρ. 91. 

άκαταπονήτως. Καιρο\ 3 Μαίου 91. — • 

30] 



ακαταρτισια 



άχοσαινιστύύξ 



Άκρ. 17 Ίουλ. 91. — «Έφ.» 16 Ίουν. 92. 

ακαταρτισια πνευματική, ή. "Αστυ 24 — δ 
Σεπτ. 91. 

άκατασίγητος, 2. Άκρ. 5 Ίουλ. 86. 

άκατάσταλτος, 2. Άκρ. 22 Σεπτ. 96. 

άκατάστρεσττος,2 Σ. Α. Κ. — ΙΝΙ.Π.Βρατσ. 

άκατασύντριτττος, 2. Δ. Ν. Βερν. 67. 

άκατατρόπωτος, 2. Δ. Γαλαν. — ' έγ- 
γραφα Ζακύνθου 21. 

άκαταύγαστος, 2. Σχ. Λεβ. λεξ. 61. 

άκατάφθαστος, 2. Αν. Πολυζ. — Σ. 
Α. Κ. 51. 

άκατεργασία, ή. Έστ. εφ. 26 Ίουν. 94 

άκατεργαστεργάτης 6. (αδαμάντων.) 
Γαλ. ΙίπιίθαΓ. «Έφ.» 30 Μαίου 89. 

άκατεργάστίος. Δημ. 'Αλεξανδράκ. 92. 

άκατίόξενκτος, 2. (γέφυρα ) Άν. 
Κορδ. 83. 

άκατΐται, οι. Γαλ. 1β8 οΙιαΙοαρΐβΓΒ. 'Ο- 
νομ. ναυτ. .'')8. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άκατοικήσιμος, 2. Άκρ. 21 Αύγ. 86. — 
«Έφ.» 4 'Απρ. 89. 

άκατονομάστως. Άστυ 8 Ίουλ. 91 — 
Άκρ. 18. Νο. 94. 

άκατοπτρικός, 3. ( οουκτολογ.) Άν. 
Κορδ. 88. — Κ. Μητσόπ. 90. 

άκέδρωτος, 2. Όνομ. ναυτ. 58 

άκεναφθαίνη, ή.(/ημ.) Γ. Α. Κρίν. 80• 

άκεραίωσις, ή. 

άκεραιωτικός^ 3. 'Άστυ 3. Φεβρ. 97. 

άκερδόσκοτζος, 2. Στ. Ξε'ν. εν Βρετ. 
άστ. 5 Φεβρ. 92. 

«άκεστορίδες γίγνονται αί Αιτα^ι το"ίς ά- 
μαρτάνουσιν .) 1Ν. Δούκ. — Τπ. εν τοΊς Λεξ 
της άρ/. ά κ ε σ τ ρ \ ς κα\ ά κ έ σ τ ρ ι α. 

άκεφαλοκύστεις^ αί. Θ. Άφεντ. 54. 

άκηφίεγη όπλα, τα παρ' άλλων κληθε'ντα 
βελονιοτά. Κλ. 'Ραγκ. 77, εν Προλο'γω ενς 
Ίουλιανόν τον παραβάτην, σελ. λα'. λέγων, 
ίίτι αυτός εχάλκευσε' ποτέ την λείιν. 

άκιγκλίδωτος, 2. ( άνδηρον.) Ίίο2. 30 
Αύγ. 97. 

ακιδογραφικός. 3. ( επιγραφή.) Δ. Γρ. 
Καμπούρ. εν Έστ. 8 Ίαν. 93. 

άκιδόρραμφος, 2. Σχ. Λεο. λεξ.- 61. 

άκοδοφόρος, 2. Γρ. Χαντσ. 70. 

άκινητοΐίοιέω-ώ. ακινητοποιείται τό 
'/ρηματικόν κεοάλαιον. Άκο. 22 Φεβο. κα"ι 
1'9 Μάρτ. 93. ■ 

άκινητοποίητος, 2. ( φρουρά.) 'Ακρ. 

άκινητότης. ή. Χρ. Άκαρν. 

άκκίστρια^ η. Άστυ 28—9 Νο. 92. 

"Άκκραϊατί. έπίρ. Κατάλογ. Ίίθν. 'Αθην. 
βιβλιοθήκ. 83. 

[31 



άκλιμάκωτον^ τό. ' οικοδομής.) δηλ. το 
μη εχειν κλίμακα. Σ. Α. Κ. 92. 

άκλίτως, Γ. Χρυσοβ. 39. 

άκλόνως. Ν. Α. Σοΰτσ. 

άκμαιόσωμος, 2. Άκρ. 29 Άπρ. 89. 

ακμαιότης, ή. Ίώσ. Μοισ. 

άκμίτης^ 6 ( ορυκτολογ.) Άν. Κορδ. 88. 

άκμονοθέσιον, τό. Γαλ. δΐοοίί. Σ/. Αεβ. 

λ. 61.^ — Τά Λεξ. τ. αρχ. γλ. εχουσι τό 
άκμόθετον, δ κα\ ό Γρ. Χαντσ. τω 
1870 παρεδεχθη, προσγρά(ί-ων έ'τι κα'ι τά 
αά κ μ ο θ ε τ η ς. ό• η• ά κ μ ο ν ό θ ε τ ο ν, 
το του κεράκμονος, Γαλ. 1)1οο (.Ιθ 1)ϊ§0Γηβ.» 

άκμονοθήκη, ή. Γαλ ο1ΐί),1)θίϊβ οΐια- 
νοΐίβ ή δαΐ3θί1^β. Γρ. Χαντσ. 70. 

άκοινολόγητος, 2. Σπ. Τρικούπ. 60. 

άκοινοποίητος, 2. ( διορισμός κττ.) 
"Εγγραφ εν τοίίς Έμ. Ξάνθου Άπομνημο• 
νεύμασι της Φιλικής Εταιρίας. 

άκολάστησις^ ή. Φλόξ. 80. 
* ακολλος. 2. ( υοασμα λινοϋν ) Ίω. 
Βενθ. εν Φιλολ. Συνεκδ. 49, σελ. 117, — 
'Άλληί σημασίας ητο εν ττ] αρχ. γλ. τό 
Ιπίθ. τοΰτο. 

άκολονθητής, ό. 

άκόμ^ωτος, 2. κοιν. άκούμπίοτος. «Έφ.» 
18 Όκτ. 86. 

ακομμάτιστος, 2" εις κόμμα πολιτικόν 
μη ανήκων, ( = άφατρίαστος.) — τό άκομ.- 
μάτιστον. οΈφ.« 10 Ίουν. 91. — Παλιγ. 
13 Μάρτ. 95. — Άστυ 24 Φεβρ. 98. 

άκομπάστως, Κ. Ν. Κωστής. 

άκομπία, ή. Δημ. Γαλαν. 

άκονητικός, 3. (ιμάντες.) Λου. Πα. Ίω. 

άκονίορτος^ 2 (λεωφόρος.) Άκρ. 8 
Αύγ. 96. 

άκονίστρια, ή. Έστ. — Κανονιχόν θά 
ήτο τό ά κ ο νή τρία, υπάρχοντος £/ το'ίς 
Λεξ. της άρ/. γλ. του άκονητής. Καθ' όσον 
δ' εγώ ήξεύρω, κοινώς λεγομεν κα"Ί τώρα 
ακόμη άκ ο ν ώ, δ/ι ακονίζω. Ίϋν τούτοις 
δεν αποσιωπώ, ό'τι αμφότερους τους τόπους 
εχουσι τά Λεξ. του Σκαρλάτου, κα\ του Κον- 
τοπούλου κα\ του Βλάχου. 

άκονιτίνη, ή. (χημ.) θ. Άοεντ. 76. — 
Γ. Ζαοιτζ. 

άκονόλιθοι^ οι. Γ. Φίνλαϋ 69. 

άκοντιστήριον , τό. ( γυμναστικ.) Γ. θ. 
Παγ^1^ν 55. 

άκοόμετρον, τό. όργανον Ιφευρεθέν υπό 
Άλφρ Ζαλούχου. Άκρ. 18 Αΰγ. 87. — 
Έγώ θά τό έγραφα άκ ο υ όμετρον. 

όκοσκινίστως. Στ. Ξεν. έν Άκο. 23 
Όκτ. 92. 



ακοσμισμος 



άκριδοφθόρος 



άχοσμισμός, 6. ]Ν Κοτζ. 

άαοσμίως. Δ. Γρ. Καμπούρ. 73. 

άκοσμοχοσμία, ή. 'Ιώσ. ΙΜοισ. 

άκοτνλήδονα ουτά, τά. Θ Γ. Ορφ. — 
Αιμ- Νον. 73. 

-\-άκονμπάρωτοι ψήφοι, αϊ εν βουλευτι- 
κά"!; εκλογαΐς διδόαεναι άνευ κουμπαοτας. 
Άκρ. •?7 ΐΜαρτ. 95." 

άκονόμετρα, τά. Π. Νιρβ. εν "Αστει 24 
ΙΜαρτ. '.^ϊ). 

ακονσα ι. Αημ. Μουρούζης 25. — "Εστω 
άναγεγραμμί'νη εδώ και ή διφθογγογραφη- 
με'νη αυτή προστακτικής κατάληξις ρημάτ(ον 
ενεργητικών -/ρόνου αορίστου. Εισή/θη δε 
ύπο λογίιον ( προ πόσων δεκαετηρίοοίν α- 
γνοώ) θελόντων ν' άποφύγωσι την άρ"/αϊ- 
χην εις ο ν κατάληξιν την καταστασαν άήθη 
εις τά ώτα τοϋ λαοΰ. Παρά -:ι~> αύτω Μου- 
ρούζη εν ταΐς ποιητικαΐς μελεταις του τα^ίς 
εκδοθείσαις τώ 1825, εν Παρισίοις ευρον 
κα\ τά* έ'νωσ α ι, καταούθισαι, όδήγησαι, 
στείλαι, τυράννησαι, ίίμνησαι, χύσαι. Ήτο 
δε ό άνήρ ό/ι αγράμματο; τις, άλλα συγ- 
κεκροτημενος με Έλληνικήν κα\ άλλην πολ- 
λήν παιδείαν. 

άκουσιεκονσίως. Σ. Α. Κ. 86. 

άκονσίως του, τιον. Άκρ. 4 Αύγ. 94 
κα\ 14 Μαίου 95. — Την τοιαύτην μετά 
γενικής πτώσ. σύνταξιν του επιρρήματος 
τούτου αμφιβάλλω αν εί•/αν οι παλαιο'Ί εις 
χρησιν. Τά Αεξικά σιγώσι. κα\ παρατηρώ, 
δτι το ά κ ο υ σ ί ω ς των εγράφη εν τη 
'Αχροπ. τω 95 άοαιοίς γράμμασι. 

άκονστήρ, 6. όργανον σεισμικόν. Γαλ. 
αηκουΙΙαίβυΓ. Ί. Φουστάν. 86. 

άκραδάντως. Έο. 13 Ίαν. 95. — Άγ. 
Βλ. λεξ. 97 

άκραιγιαλία, ή. κοινώς άκρογιαλτ,ά ή, το 
ά/.ρογ";άλι. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άκραίχμια, τά. ( κεραυναγωγών.) 

άκραίφνεια, ή. Χ. Παλαμ. έν Άκρ. 20 
Αύγ. 97. 

άκρασιατικός, 3. (/ώρα.) οΈφ.» 8 
Ίουλ. 91. 

^ Ακρατίδης, 6 δν. σκωπτικόν. "Ορα Λίξ. 

Κλληνολατιν. ()υλερ{•/ου της 4ης ύπ' εμοΰ 
εν.δόσ. τοϋ 1873 ίν λέξει ΒίΙ)6ηιΐ3 Σ.Α.Κ. 

άκραφετέω-ώ. Όνομ. ναυτ. 58. — Ν. 
Κοντοπ λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 
* άκρέμονες γραμμάτων κεφαλαίων οί εν 
Ιπιγραφαΐς τών μεταγενέστερων /ρόνων. 
Λατ. &ρίοβ3 Σ. Α- Κ. 74. 

άκρέμπνον. το της εύλογι,άς. Τοί. Κόκ- 
κων, 31, εν Αιγιναία. 



άκρεονργητος, 2. Π. Βεργ. 

άκρεωφαγία, ή. Πλ. Ε. Δρακ. εν Παρν. 
τεύ/ει Σεπτ. 93. 

άκρήλεκτρον καπνοσωληνες, οί* τά ε- 
■/οντα κε/οιμπαρε'νιους ιμαμεδες τσιμπούκια. 
Δαν Φιλιππ. — Πρβλ άκροκαπνοσωλήνιον. 

άκρι^αγόραατος^ 2. 'Ιώσ. Μοισ. 

' Ακρίζιάδης, ό' δν. κύρ. οικογεν. 

άκρι&οαγοραστής, μτ/. Στ. Ξεν. 88. 

άκρι^όγραμμα, τό. Άο. Κορ. εν Άτ. 
τ. Β. σελ. 26 έπρότεινε την λε'ξιν με το 
η'ίσιος» διά τί» τών Γάλλων ρΓθθθ3 νβιΊ)3,1, 
άλλα δεν εμβηκεν εις /ρησιν. 

άκρι&ογραμματικίξω. Ίώσ. Μοισ. 

άκριζοδικαίως. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Ίκ Γ. Λάτρ. — Άστυ 24 Αύγ. 94. — 'Γπ. 
έν το^ΐς Λεξ. τ. άρ/. γλ. τό έπίθετον. 

άχρι€οδικία, ή. Ημερα Τεργέστης 92. 

άκριΘοεπέω-ώ. Αλφ. εν Άκο. 22 
^\θίατ. 94. 

«άκρι^οδιορθωθέν βιβλίον.» 'Επ\ τοϋ βι- 
βλίου• παρακλητικόν συνταγμάτιον κτλ. 
Ένετίησιν. 1770- 

άκρι€ολογήματα, τά. Ά. Τ. 'Ραγκ. — 
— Άγ. Βλ 66. — Σ. Κ. Σακελλαρόπ. 94. 

ά.κρι§ολογιστής, ό. Ν. Βάμβ. 

άκρι§ολόγως. Ίίστ εφ. 11 'Λπρ. κα\ 5 
Νο. 94. 

άκρι&όμετρον , τό. ( ναυτ. πυροβολ.) 
Γαλ. έίίΐΐοη "Ονομ. ναυτ. 58. 

άχρι^οαιραξία, ή. Άκρ. 6 Όκτ. 92. 

άκρι§ορρημοσύνη, ή. Γαλ. ρΓβοΐδϊΟΠ. 
Κ. Άσ 43.— Γο Γ. Παπαδόπ. 57. — Άο. 
Ινυπρ. 68. 

άκρι§οσοφία^ ή. Κ. Άσ. 43. 

άκρι€οτεχνία, ή. Κ. Άσ. 43. 

άκρι§ωτικά όργανα, τά. Γαλ. Ιηδίηΐ- 
ηιβηίδ (1β νβνίβοαΗοη (3β νϊδίίβ. Όνομ. 
ναυτ. 58. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άκριδικός, 3. ( επιδοομή ) Άκρ. 8 
Σεπτ. 91. 

άκριδίνη, ή ( /ημ ) Γ. Χ Κ. εν Προμ. 
19 Άπρ. 92. ' 

άκριδοδίώκτης, 6. Άθ. Σακελ. λεξ. 
εν 'έρμ. λέξεως• παρνόπιος. 

άκριδοείδής, 2. (έντομα.). — 2) στήριξίς 
τις εν τή γυμναστικτ,. Ίω. Φωκ. 83. — 
Άκρ. 17 Μαίου 94 ' 

άκριδοκτόνος , 2. ( έλ.αιον.) Άκρ. 30 
Μαίου 93. 

άκριδοπαγίδες, αί• οΤας κατασκευάζουν 
έν Κύπριο. Λ. Ξί'ν. έν Άκρ. Σεπτ. 86. 

άκ(ίΐδοφθόρος, 2. ( μικρόβιον.) Άκρ. 8 
Σεπτ. 91. 



[32 



άκριδωταΐ 



άκρολεξι?ίόν 



άχριδωταΐ πτέρυγες, αί τής βελάδας τ7,; 
φραγκική;, ήτοι του οράκου. Άκο. 20 
'Ά-ρ. 90 

^Αχριτικός κύκλος δημοτικών ποιημάτων 
υπόθεσιν έ-/όντων τον βίον κα"Ί τά κατορ- 
θώματα τοΰ μεσαιωνικού τ,ρωος Βασιλείου 
Διγενή Άκριτα τοΰ έπικληθε'ντος ουτιο 
« τοΟ χρυσοδούλλου ένεκα τοΰ όίρ/ειν ει; 
τάς ά κ ρ α ς. » τά σύνορα δηλ. τή; "Ρω- 
μανίας ( = τοΰ Βυζαντινοΰ κράτους ) 
προς τήν Συρίαν. "Ιδε περ\ των ποιημάτων 
τοΰ κύκλου τούτου τά: συγγραφάς άλλων 
τε κα"Ί τοΰ Σάθα κα\ τοΰ Ι,β^ΓΕΙκί. Έκτεν£- 
στατον δε ποίημα περ\ αύτοΰ λογιωτατί- 
στικον στι/ουργηθέν εις 3094 πολιτικούς 
στίχους τω 1670 ύπό Ιγνατίου Πετρίτζη, 
Χίου, εξεδόθη ύπό Σπ. Π. Λάμπρου τω 
1880^ Ιν ΟοΠβοίϊοη (3θ Γοιη&ηβ ^γθοβ εν 
Παοισ. — Ν. Γ. Πολ. 80 — Έστ. έ•ώ. 
Δεκ. 96. 

άκριτο€ουλία, ή. Ε. β. Δελόιν. 63- 

άκριτολογία, Τι. Άκρ. 88. — Παλιγ. 18 
Μαίου 92. — «Έφ.» 28 Μάρτ. 93. 

άχριτολόγος, 2. Αδ. Κορ. 

άχρίτομύθως. ε~ίί. Παλιγ. 4 'Ιουλ. 94. 

— Τπ. Ιν τοΤς Λεξ. της άρ/ γλ. το Ιπί- 
θετον 

άχροατέος. 3, ( μαθήματα. )'.\ν. Σκιάς Ιν 
Παλιγ. 1 Φεορ. 93. 

άκροάτρια, ή Έστ. Οκτ. 91. — Α. 
Πδμ. εν Άκρ. \ Άπρ. 92. — Άστυ 16 
Δεκ. 93 

άχρό^αθρον, τό. ( γέφυρας.) Άν. Σού- 
λης 85. — Πρβλ. άκρο στήριγμα. 

άχρο^ασίαϊ, αί. Ν Γ Πόλ. 89. 

άχρο^ατηδόν, ί~ίί. "Αστυ 2 Ίουλ. 94. 

άχρο&ατήματα, τά. θ. Βελλιαν, 89. — 
Α. Σ. έν ".λκρ. 2 Μαίου 96. 

— άχρο^άτης, δ. Σκαρλ. λεξ. 56, Ιν εομ 

— Ίω. Φωκ. 83. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 
άχρο^άτιδες, αί. Έοανιστης εν "Αστει 3 

Μαίου 95. 
άχρο&ολιστιχός, 3. -Ν. Κοντ. λεξ. 89. 

— Άγ. Βλ. λεξ. 97. 
άχρο6ολιστιχώς. Θ. Α. Χαβελ. 83. — 

Ν. Κοντ. λεξ. 89. —Άκρ 28 Μαίου 89. 
αΈς-,χ 1 Άπρ. 91. 

άχρο€ρογχΐτις, ή• δν. νόσου. Π. 1. έν 
Έγκυκλ. λεξ 

άχρογείσιον, τό. ( άρ/ιτεκτον.^ Γρ. Ι'. 
Παπαδοπ. 51. 

άχρογενής, 2. (φυτόν. σπόρος.) .Α;μ.Νον.73. 

άχρογεφύρωμα, τό. Γαλ. οαΐέθ (άβ 
ροΐιΐ). Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

[33 



άχρόγραφον, τό. Ν. Παπαδόπ. 17, εν 
μεταφράσει τοΰ Γαλλικού Ιμπορικοΰ κωδι- 
κός, σελ. 61. 

άχροδέα, ή" ι =κοιν. άμορόζα.) Όνομ. 
ναυτ. 58. —Ν. Κοντ. λεξ ' 89. — Άγ. 
Βλ. λεξ. 97. 

άχροδετέω-ώ (κοιν. δε'νω τήν άαορόζα.) 
Όνομ. ναυτ. 58.— Ήλ. Κανελλόπ. 87. — 
Άγ Βλ. λεξ. 97. 

άχροδετιχός, 3• (τύλος ). Ήλ. Κανελ- 
λόπ. 87. 

άχρόδομος^ ό. «ταράτσα τ,τον υψηλός 
άκοόδομος κτλ.» Α. Παπαδιαμάντ. εν Έστ. 
28 Ίουλ. 9». 

άχροδωμάτιοι λίθοι, οί Άντ. Βάλληνδ. 
^ν ΙΙανδ. 56. 

άχρόηΧοί., οί. Γαλ. ίΐΐ^αΐΙΙβίίβΒ, άς φο- 
ροΟσιν οί ά;ιωματικο\ τοΰ Εί£ΐΙ-Γη8.]θΓ. Γρ- 
Χαντσ. 70. 

άχροζνγίς, ή Παλιγ. 18 Φεβρ. 94. — 
Τά Λεξικά της άρ/. γλ ε/ουσιν εκ τοΰ 
Ή συ/ίου τά άκροζύγια τοΰ βοεικοΟ ζυ- 
γού τά με'σα, ήγουν ζεύγλη. 

άχροθίγια(;) τοΰ κοινωνισμοΰ, τά. Χ, 
Α. Ήλ.όπ. 94 

άχροθιγίσματα, τά (!) Ν. Ι. Σπανδ Ιν 
Άκρ. 5 Άπρ. 93. 

άχροχαηνοσωλήηον, τό" ό Τουρκιοτ\ 
ΐμαμές τσιμπουκίου. Δαν. Φιλιπ — Εκφρα- 
στική αέν ίκανώς ή λεξις, άλλα μακρά. 

άχροχέραμος ή' 1 αλ. ιιηΐβίίχβ. Αγ. 
Βλ. λίξ. 97. 

άχρόχοπτρον , τό Γαλ. ΓΟ^ηοίτ. Σ/. 
Λεβ. λεξ. 61. — Πρέπει νά ευρέθη κα"ι άνθρω- 
πος δυνάμίνο, νά προφε'ρη την λ=ξιν ταύτην. 

άχροχορδόνες., αί. (σκωπτικώς άντι άχρο- 
•/ορδόνες ϊνεκα τοΰ περιλαλήτου πολιτικού 
Κορ δο νιου) Άστυ 3 — 4 Μαίου 92. 

άχροχόσμημα, τό. Ά. θ ΜΙπ. λεξ 95. 

άχρόχρημνον, τό. ( γεωλογ. ) Γερμ 
8θ1ΐϊθ1ΐΙθη1ίθρί, — στρωματοκεφαλον. Κ. .Μη- 
τσόπ. έν Π ομ. 23 Αύγ 92. 

άχροχυ6όλιθος, 6' (οίκοδομ.) Γαλ. ρ&νό 
άβ 1)0Γ(3ιΐΓβ Άγ Βλ. λεξ. 97 

' Λχρολαμία ή. (κατά το '.Ακροκόρινθος). 
Έφ. 89. Άκρ. 28 Άπρ. 91. Ίδε και Α- 
κροναυπλία. 

άχρολεΐνη, ή. (/ημ.) "Οθ. Α. 'Ρυυσόπ 
έν Άκρ. 2 1 λ'ύ. 87". 

άχρολεξίδες, αί' Γαλ. ΙβΗπθδ Ϊηί1ϊίΐ1θ8 
(Ι'ιαη ΐηοί. Γ. Χρυσοόέργ — Λεν μοι φαί- 
νεται ή λεξις εκφραστική τοΰ πράγματος. 

άχρολεξίχόν είδος στί/οίν. Άδ. Κορ 
έν Πιολόγω ίκδόσεως Αίσωπείων μύθων. 

] 



άπρολύχνιον 



ακρονρίορον 



άπρολύχνιον, τό. Γα). 1)βΟ Σκαρλ. λεξ. 
56.• — Έν τα'ΐς εφημερία; λέγεται τώρα πολύ 
συ'/νά τό 1)βΟ άττλώς' ίάυ.φος. 
= άχρομεγαλία^ ή' ον. νόσου, ιΟπερτρο- 
«ία; των άκρων μελεττ,θείση; υηΐ τοΰ Βε- 
ρολιναίου ιατροΰ Γεράρδου ). Έστ. 9 'Ιουλ. 
90 — "Ιδε κα\ Έστ. εφ 9 Φεβρ. 95, 
ένθα άναφΕρεται έργον τοΰ ημέτερου Δ. Χα- 
σιώτου (ΐπερ\ άκρομεγαλ ε ί α ζ•>. 

άκρομήρεια, τά. Β. Άποστολίδ. 88. — 
Ή λε'ξ εν τω βησ. τοΰ Ένρ. Στεφάνου 
ως αμφιβόλου άναγνώσειος έσημειώθη. 
Ακροναυπλία, ή. Χρ. Λ'ικολαίδ. 46. 
— ΐ\. Σπηλ. 52. — Σπ Τρικούτ:. — Ακρ. 
4 ΐνίαίου 97. 

άχρονοήμων, 2. (= άκρόσοφος 
τοΰ Πινδάρου.) Ι. Γ. Γιαννοϋκος έν Ηβΐ- 
\&Β, πεοιοδικ»»^ Άμστελοδάμου, ετ. ε'. 
τεύ-/, δ'.' 189.ν 

Άπρόττεδον^ τό η κώμη Βουρν({βα, ή 
παρά την Σμύρνην. Ίκ Γ. Λάτρ. ; 66. 

άχρόπλενρα, τά. Γαλ. (^ηβπββ (1θ 

ί1&8ί|ΐιβ8. 'Ονομ.ναυτ. 58. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άχρόπλιον^ τό. ( ίππολογ ) Γ Ν. Πι- 

λάβ. '.ΙΟ. 

άπροπλοΐα. ή. Μταλ. 0£ΐ1)θΗ&§^ίθ. Λεξ. 

νομοτε/ν. 40. 

άκροπλοΙΉός, 3. ( ίμπόριον.) Λεξ. νο- 
μοτε/ν. 4(1 
άκροηοδιαΐος 3. ( δρχησις.) Άκρ. 10 
Αύγ. 92. 

^Ακροηολιάς. ή' επιγραφή παρωδίας 
έστι/ουργημενη; εν Νίκελ 27 Αύγ. 94. 

ΆκροποΙικός, 3' της εφημερίδος Άκρο- 
πόλειος. οΈφ.» 7 Άπρ. 9.'. • — ό'ν. 

ΆκροτνοΧιορκία. ή επιγραφή κ(ομι/οΰ 
διαφοριδίου έν Νίχελ 27 Αύγ. 94. 

^Ακροπολισμοί, οΐ" καμώματα της εφη- 
μερίδος \\κροπ(5λεοις. «"Κφ •• 3 Ιαν. 95. 
' Ακροπολιστής, 6 γράφτον έν τη εφη- 
μερίδι "Ακροπόλει. Άκρ. 26 Ίουν. 96- 

^Ακροηολιφιλής, 2. ( 6 Στεφ. Ξένος.) 
Πιθηκμαν Ιν Άχρ. 27 *Απρ. '.ι4. 
άκρόπυργος, 6. 'Αν. Κορδ. 83. 
άκρορραχία, ή" τό μεταξύ των οφρύων 
όρεινί)ς -/ώρας. Στ. Σταθόπ. 54. 
άκρορρεηής, 2 (τρυτάνη.)Γρ Χαντσ. 70. 
ακροσιγαροσυλλέκται, οι. Μταλ. τηοζ- 
ζοη8π. 'Ακρ. 1 1 Αύγ. 92 —Πρβλ. άποσι- 
γαροσυλ. 

άκροσιφώνιον, τό' Γαλ. Ι&ιοθ (1θ 1)07- 
αιι. Γρ Χαντσ 70. 

άκροσκαφίδιον . τό εν τη μυλιοθρικί). 
Σ/^ Λεβ. λεξ ένλ 1)&1)ΐΠ&Γά. 



άκροσκήνιον, τό. (σκηνής στρατιωτικής). 

Σπ. Τρικούπ 

άκροστεφής^2 Γΰίλ. ΓΓβίΙθ. Γρ.Χαντσ.70. 

άκροστήριγμα, τό, (γέφυρας). 'Αν. Σούλης 

84. — -"Ινχθεσις μη/ανικών της Κυβερνήσ. έν 

Άκρ. η Ίαν. 93." 

άκροστίλ^ονσαι δια ττ|ς σ/ισμης του 
κουμπάροι πεντάραι. Γ. Μ. Βιζ. 88. — Κυ- 
ρίο)ς έποίουν τοΰτο οΊ λεπτοί ποτέ τί;ς Τουρ- 
κίας αργυροί παράδες 

άκροστιχίζονσι κανόνες οί έν Ικκλησια- 
στ!κο"ίς βιβλίοις. Βαοθολ Κουτλουμουσ. — 
Α. Π Κερ. 94. 

άκροστνλιον, τό τοΰ έν Αθήναις Όλυμ- 
πιείου. Σιβι. 36. 
άκροσυγγενικός, 3. "Κφ. 
^Ακροσύριοι, οΊ κοινώς Επάνω Συρια- 
νοί. Στ. Ξεν. έν Βρετ. άστ. 91 — Έκεΐ κα\ 
ή Επάνω Σύρα έγράφη Άκρο συ ρου (κατά 
γεν. πτώσιν.) Ή δε ονομαστική πτώσις, 
ερωτώ έγώ, πώς θα έγράφετο ύπό τοΰ 
Ξένου ; 

άκροσνρτης, 6 κοινώς καδοσύρτης. 
'Ονομ. ναυτ. 58. — "Ηλ. Κανελόπ. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άκροσφάλεια, ή. (— τό άκροσφαλές.) 
Άκρ. 9 Μάρτ. 94. 

άκροσφήνιον, τό. Γαλ. οΙβΓ (1θ νοαίθ 
βΙΟ.) Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άκροσχοίνιον , τό τοΰ άρτέμωνος. Γαλ. 
οοΓίΙα^θ άθ ραΐίΐη. ^αΓ&ηί άβ ραΐαη. Γρ. 
Χαντσ. 70 

ακροταγεΐς, οί. ( = άκρουλάμιοι.) Γρ. 
Χαντσ. 70 

άκροτάρσιον, τό. Γαλ. ροϊηΐ (1θ ϊίΐΓ- 
Γθί. Ν. Γ. Πιλάβ, 90. 
απροτίχνία. ή. Κ. Άσ. 58. 
άκροχοίχια τά. Ίταλ. ΟΟΓβίθ. Άνδο. 
Μουστοξ. 

άκρότοιχοι, οΊ. Ά. Γελβεοτ, έν 'Κστ. 
1.^ Δεκ. 94. 

ακροτος, 2. ( πυρίτις.) Έστ έο. 13 
•Οκτ. 95. 
άκροτύμ^ιος, 2. ( στήλη.) Σκαρλ. Βυζ. 6.'. 
άκρότυπος, 2. Γαλ Γαάϊΐηβηί&ΪΓβ. Ν. 
Πίκκολ. 

άκρότως. Στ. Ξεν. έν Βοετ άστ. 4. 
Φεβρ. 92. 

άκρονΧάμιΟί, ή• άχροταγεΐς ( ατρατιώ- 
ται.) Γρ Χαντσ. 60. 

άκρονραιον, τό. Γαλ. Ια ςΐΐβαβ άβ 
ΟϋΙδδΒθ. Γρ. Χαντσ. 70. 

άκρονρωρον τό της Καρτερίας τοΰ "Α• 
στιγγος κα\ τό της .Ν^υαρ/ίδος τοΰ ΐΝΙια- 



[34] 



^ Λκροφάληρον 



αχτινομυκουσις 



οΰλτ), & διατηοοϋντοι ίν τώ Μουσείο) της 
εν Αθήναις Έθνολογ. κα\ Ίστορι/.ης Ε- 
ταιρίας κα\ άπεικονίσθησαν εν Έστ. ε«. 2δ 
Μάρτ. 96. 

α^Αχροφάληρον θα ονομασθί; προσε/ώς 
ή Καστίλλα.υ «Έφ.» 7 κα\ 26 Μαίου \9 
Ίουν. 91. 

άαροφιλότιμον , τό Κ. Άσ. 56. — ά- 
κροφιλότιμοί, 2. Παλ'.γ. 13 Ίαν. 95. — 
Άκρ. 16 Άπρ. 95. 

άπρόφνξ, η' κορυφοδολος, 2. ( φυτο- 
λογ.) Γαλ. &0Γ0[)θ1:3ΐβ Σπ. Μηλ. 

άχροφνσιοφόρα περίίέυτα σιομια, τά. 
Κ Μητσο^:. 76. 

άκρόφωνα, τά των Α'γυπτ. ίεοογλύΰιον. 
Δ. Ν. Βερν 67. ^ 

άκροφωνίΗον σύστημα των εν Αϊγύπτω 
(ίωνητικών ίερογλύφο^ν. Δ. ΪΝ. Βερν. 67. 

άκροχειρίδες, αϊ ( -/ιτωνίου ) Άκρ. 1 
Όκτ. 96. 

άχροχειρίδίον, τό. ( υποκαμίσου.) Γαλ. 
ροϊ^ηβί.. Σκαρλ. λεξ. 56. — Βασιλ. διάτ. 
εν Πρωία 5 Άπρ. 97. 

άχροχήλιον, τό. (όδοπ.) Γαλ. Γηαθοίι•. 
Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άκρνατάλλωτος, 2. Άν. Κ Χρηστ. 87. 

— Ν. Κοντ.λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 
άχρωμιαΐος, 3. ( άνατομ.) Λαμ. Γ. 
άπρωμιαχός, 3. (αρτηρία.• Δ Α. Μαυ- 

ροκορο. 

άχρωμιοχορακοειδής, 2. (σύνδεσμος.) 
Δ. Α. Μαυροκορδ. 

αΗρωμιΟΗοραχοείδίτης, 2. ( σύνδε- 
σμος.) Δαμ. Γ. 

άπρωνυχί, επίρ. Φλόξ 80. 

άχρωννχιον, τό κοινώς δόντι της άγκυ- 
ρας, Γαλ. 1)θθ ά'&ηοΓβ. Όνομ ναυτ. 58. 

— Άγ. Βλ. λεξ. 97. 
άκρωρειογραμμή, ή. Γαλ. Ιϊ^ηβ άβ 

ίαϊΐθ 'Αν. Κορδ. 83. 

^Ακρωτηριάς, ή• 'Αγγλ. 0&ρίο\\'η. 'Αν. 
Πολυζ. 59. 

άχρωτηριαστήρ, 6. 'Ιω. Όλ. — θ. 
'Αρετ. 66. — Έγκυκλ. λεξ. — άκρωτηρια- 
στής δε έν Άκο. 23 Όκτ. 86 κα\ 31 
Δεκ. 90. 

άχρωτηριαστιχός, 3 'Αγ. Βλ. 77. 

άχταίοειδής, 2. ( φυτολογ.) Σ/. Λεβ. 
λεξ. 61. 

άχταρχεΐον^ τό. Νομοσ^εδιον Κυβερνή- 
σεως εν Άκρ. 18 Όκτ. 92. ' 

άχτάρχης, ό. Έλ. κώο. 

άχτεμηορία, ή. Ίταλ. θ&1)θΐΒββϊο 
Έλ. κωδ. 



άχτινιδιωτά, τά. ( ζωολογ.) Λατ. γ&- 
(ϋοΐ&η». Ήρ Μητσόπ. 81. 

άχτινό^λητος, 2. Έστ. 28 Μαίου 89. 

άχτινο&ολενς. 6. ( τοΰ θερμαντικού.) 
Έστ. 

αχτινο6ολή, ή. 'Ιιο. Καρασ. 67. 

άχνινο€όλημα, τό. Ήμερολόγ. Νε'ων Ι- 
δεών 82. — Ν. Κοντ. λεξ. 99. — 'Ακρ. 19 
Μαίου 89. — «'Εο.υ 12 Φεβρ. 90. — ' 'Αγ. 
Βλ. λεξ. 97. 

άχτινο€ολισμός^ ό. Εύγ. Βούλγ. — Δεν 
είναι καλλίίον ή παλαιά ακτινοβολία ; 

άχτινογενής 2. Κλ. 'Ραγκ. 77. 
* άχτινογραφία, ή κατά τον 'Ρε'ντγεν φω- 
τογρά'^ησις. Έσπεο. Άκο. 15 Άπρ. 97. — 
Άστυ ' 29 Σεπτ. 97. —Ή λεξις εγενετο έν 
Γερμανία δεκτή, εΤναι δε μετάφρασις τοΰ έν 
Γαλλία παραδεκτού γενομένου ό^ρου Γ&(1ϊθ- 
^Γ3ρΗϊβ. — Τι δε ?|το ή άκτινογραφ ί η, ή 
έν το"ίς μαθηματιχο'ΐς συγγράμμασι τοΰ πα- 
λαιού Δημοκρίτου τασσομένη παρά Διογε'- 
νει το} Λαερτίο) (9, 7, 13,) αγνοώ, ε- 
πειδή δεν ηύκαίρησα, νά έξετάσο) τι λε'γουσιν 
οί νεώτεροι οί περί των τοΰ Άβδηρίτου σο- 
φού συγγραφών έκδόντες βιβλία. 
= άχτινογράφος. 6 &οΙϊηο2Γ8ρ1ιβ. »- 
οΙϊηοιπθίΓβ θΠΓβ^ϊβίΓβαΓ. Άγ. Βλ. 
λεξ. 97. ^ 

άχτινοΘάλαμα, τά είδος πρωτοζαίων. Π. 
Ψαρ. 84. 

άχτινο•Θ•εραπεία 'Ι'εντγκειος της τυφλό- 
τητος, ή εν τοΤ εργαστήριο) τοΰ 'Εδισσων 
εν Άμερικί δοκιμασθε'ίσα ( ε! αληθεύει.) 
Άκρ. 17 Νο. 96. 

άχτινόχογχα, τά. (ζωολογ.) Ν. Χ. Άπο- 
σιολίδ. εν «Έφ.» 5 Νο. 87. 

άχτινοχρινίτης, 6 εΤδος ακτινωτών. 
Κύρ. έραν. 

άχτινόχνΗλος, 6. Κ. Μητσάκ. έν 
Έγκυκλ. λεξ. 

= άχτινόλιθος, 6. (όρυκτολογ.) Γρ. Χαντσ. 
47. — Κ. Μητσόπ. 

άχτινομέτρης, 6. Γαλ. &Γΐ)3ΐθ8ίΓΪΐ1θ. 
Σ-/. Αεβ. λεξ. 61. 

άχτινομετριχός, 3. ( παρατηρήσεις.) 93. 

— άχτινόμετρον, τό. Γρ. Ζαλίκ. λεξ. — 
Άκρ. 21 Ίουν. 95. — Αγ Βλ. λεξ. 96. 

άχτινομνχητίασις, ή κατά τον Α11)βΓΐ 
»ο1;ίηοιη7οσ8θ. Έ»ημ. εταιρίας ΟγίΞΐνής. 

— Άκρ 14 Ίαν. 87. — Πρβλ. τά; Ιξής 
δύο λέξεις. 

άχτινομυχήτωσις, ή. Γ. Βάφ. ίν Εγ- 
κυκλ. λεξ. 
= άχηνομύχίοσις, ή" δν. νόσου. Γ. Ν. 



[35] 



ακτινοσποττεια 



αλατογόνος 



ίΐιλάβ. ^ν Έγχυκλ. λεξ• —Π. Τοντόπ. ^ν 
Άστει 14 Φεβρ. 98. _ 

αΗτινοσχοηεΐα, τά. ( και άκτινοσκόπιον ) 
Πρ.οΐ'α 12 Ίουλ. ί(8. 

άΗτινοσχοηιχόν μη/άνημ.α, ( το κατ' 
έφαρμογήν των άκτίνΐυν του 'Ρί'ντγεν, δι' 
ου εξελέγχονται τά νενοθευμενα τρόφιμα.) 
Πρωία ΐ2'"ιουλ. 98. 

άπτινοσΗΟΤιΐΗός, 3. — "Ιδε άκτινοσκο• 
π ε"ί α. 
άχτινοσχοπιπώς. ίπίοίημ. Άκρ. 25 
Μαίου 98. 

άχτινοσπόποί, οί. Άκρ. 25 Μαίου 98• 

άχτινόστεητος, 2. Π. Τριανταφ. 70. 

αΗτινοατέφανος, 6. (της δόξης.) Τΐηΐ68 
έν ■Λκρ. έν 10 Μαίου 98. 

άκτινοστέφανος, 2. Ά. 'Ρ. Ταγκ. 45. 

αΗτινοστεφής, 2. Χ. "Αννιν. εν "Αστίΐ 
27 Ίουν. 97. 

άχτινοσνλλεχτος^ 2. Γ. Βεντότ 790. 

άχτινοσφίγχτης, η• κνημισφ ή• κνη- 
μοσφ. 6. Γαλ. 8βι•Γθ-Γ3,Ϊ8, Γρ. Χαντσ. 70. 

άχτινοτρέμειν. Γ. Παράσ/ 

άχτινοΰφαντος , 2. ( εσωτερικός κόσμος 
}•,μών! ) Πίτρ. Άποστολίδ. εν Έστ. 13 
Ίουν. 93. 

άχτινοφιλημένος μενεξίς, ό Άχ. Πα- 
ράσ/. έν Έστ. εικονογρ. 5 Φε6ρ. 95. 

άχτίνοφρν, τό. ( ζωολογ.) ΙΝ Χ Ά- 
ποστολίδ. 88. 

άχτινοφωνία, ή Γαλ. Γίκΐΐορίιοηίβ• 
Φύσις. 

άχτινοφωτισμένος μτχ (πρόσιοπον.). 

αχτινοφωτογραφήματα. τά. Άκο. 2 
Νο. 96 

άχτινοφωτογραφϊα, ή Φύσις. — Άκρ. 
2 Νο. 96. 

άχτινόω-ώ. άκτινϋ)μενος ( μενεξες. άνά- 
δλίμμα.) Ά/• Παράσ-/. εν Έστ. 24 Νο. 
91. — Άκρ. 'ν7 Ίαν. 95. 

άχτό^αρις, ή• Έγκόλτ:. ναυτ. ήμερολόγ. 
του 97. 

άχτογραφϊα, ή. '\μ. Ν. Βαλ. 71. 

άχτοδίφαι, οί. Τουρκιστ\ άραϊτζήδες. 

άχτοπλενστης 6. Σ•/ Λεβ λεξ. 61. 

άχτοηλ,οεϊς, οί. Γαλ. οαΙ)θίθΐΐΓ8. Άν. 
Κορδ. 83. 

άχτοπλοέω-ώ. Α. Π. Κουρτ. 87. 

άχτοηλοΐα, ή. Έλ. κωδ. — Γ. Λ. 'Ράλ. 
— Στ. Σταθό-. 54. 

ά>-το7τλοϊχός, 3. Άν. Κορδ. 83. 

άχτοπλοϊχώς. Ά. Μηλ. 90. 

άχτοταινία, ή. Γαλ. ΟΟΓοΙοη ΙϋίοΓαΙ. 
Άν. Κορδ. 83, 

[ 



36 



άχτοφύλαχες, οί Άκρ. 3 Όκτ 92. — 
Πρδλ. παραλιοφύλακες. 

άχτοφυλαχή, ή. Σ/. Λεβ. λες. 61. — 
Άκρ. 9 Αύγ. 96. — Πρωία 80. Ίουν. 98. 
άχτοφνλάττων, μτ/. (!) Π. Χιώτ. 63. 

αχτύπητος Καμπανίτης οΐνος (ό Γαλλι- 
στι ηοη ίΓ&ρρέ V ) θ. Πα-άζ. 49. 
= άχυανοψία, ή. Άν. Κοοδ 

αχνχλος, 2 ι ποδήλατον.) Άκρ. 8 
Ίαν 92 

άχνρολέχτως Άδ, Κορ. 

άχνρολογιχός, 3 Περ. Γρηγορ. 80. — 
Έλ. φιλολ. Σύλ. Κ)7:όλε(θί 81. 
άχυρότης, ή. Έλ. κωδ. — Γ. Φεδερ 46. 

άχύρτίοτος, 2. Παν. Ματαρ 

άχυρώσιμος, 2. Σκαρλ. λεξ. 56. — 
Έφ. 92 

άχνρωτιχός, 3. Σκαρλ. λεξ. 56. — 
«Ίίφ..- 20 Μαίου 95. 

άχύολυσία, ή Χρ. Πα~αδ07τ. 

άλαζαστρώδης, 2. Ίω. Ίσ Σκυλ. 47. 

' Αλαγονιαχή Ι'νωσις, ή Παλιγ. 5 
Μαίου 90. 

άλαζόν πνεύμα, τό. Έστ. έφ. 18 Άπρ. 
95, έν έπιφυλ. — Τά Λεξ. της άρχ. γλώσ. 
ε/ουσιν έπίθετον αλαζονικός* ώστε δεν ητο 
χρε'α να πλασθη 4λλο άδοκίμως. 

άΧαζόφρων, 2. Λ. Βικ=λ. — "Ίσως δεν 
έπρεπε να λείπη έκ της λέξεως ή συλλα- 
βή ν ο. 

άΧαμψία, ή ( αδρανών ομμάτων.) Δς έν 
Άκρ. 24 Όκτ. 96. — 'Γπ. έν το'ΐς Λεξ. 
της άρ/. γλώσσης άλαμπία έκ τοϋ Φω- 
τίου, ει γνήσια ή γραφή 

άΧάνθαστος. 2. Άθ. Πάρ. 785, — Ίώσ. 
Μοισ — Θ. Μανυύσ. — Π. Βράϊλ. 58.— 
Κ Οίκ. — Φίλ. Ίω. 58. — Ά. Φατσέας 
62. — Ζ. 'Ρώσ. 68. — Άν. Λ. Κυρ. 74. 

— Δ. Ν. Βερν. 84 — Τό έπίθ. τοΰτο έψέ- 
"/θη που υπό Κ. Σ. Κόντου. Τό δε αλάθη- 
τος είναι μεν παλαιόν κα\ πολλο\ τό μετα- 
χειρίζονται κα\ τώρα άντι του αλάνθαστου 
διά τε ■:όν πάπαν 'Ρώμης κα"! δια τίνα ια- 
τρικά, αλλά δεν εύ•/αριστε"ί 5λον τον χόσμον. 

αλάνθαστους. Χρ. Πεί — Ζ 'Ρώσ. 63. 

— Γ. Νικολαίδ. 74. 
άλαταηοθηχάριος., 6. Έφ. Κυβ. 
άλαταπο'&ήχη, ή Δαν. Φιλιπ. 
άλάτειος, 2. Εύγ. Βούλγ. 
άλατέμηορος, 6. Άκρ. 10 Άπρ. 86. 
άλατίνιστος, 2. ( κατά τό ανελλήνιστος.) 

Π Καρολίδ. 92. — Άκρ 
άλατογόνος, 2. ('/^Ι-'••) ^• Λάνδ. <0. — 
1. Άφεντ. 76.— Τηλ.' Κομν. 8ί. 



άΧατοδοχεΐον 



^Αλ€ιονις 



άΧατοδοχεΐον, τό. Γο. Ζαλίκ. λεξ. — Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άλατοδόχη, ή. Έφ. 

άλατοειδής, 2. Ά ν Κ. Λαμδ. 8.τ. 

άΧατοζνγιον, τό. Β. Λακ. 61. — 'Λ. 
Δαμασκ. — Πρβλ. άλοστάθμιον. 

άΐατοθειονχος, 2. ( ΰδατα.) Νί'α έφ. 23 
Ίουν. 88. 

άλατοχονία ή Κ. ϊΜητσόπ. 90. 

άλατομέτρης, ό. Γαλ. ίΐηιϊηθίΐΓ. Σκαρλ 
λεξ 56, έν έρμ. 

άΧατόμετρον, τό. Άκρ. 6Νο.91. 

άλατομιγής. 2. Κ. Μητσόπ 90. 

άλατόπαστοί, 2. ( Ι/ιυμία ) Άκρ 7 
Αύγ. 88. 

«λατοίΤί/^Ία, τά. Α. Μ. Ίδρωμ. 

άλατοηοιήσιμος, 2. ( βάαεις εν τη /η- 
με'α.)Σ/. Λεβ λεξ. 61 

άλαΓοπύκνωσίρ, ή "ΟΘ.'Α. 'Ρουσόπ.θΟ. 

άλατορνχεΐον, τό. Κ. Κούμ. 

άλατοστάθμιον, τό• ( = άλατοζύγιον.) 
Ι'ρ. Χαντσ. 70. 

άλοτριίεΓον, τό. 'Ιω. Καρασ. 

άλατονργεΐον, τό. Κ. Κούμ. 

άλατονργία, ή. Ξ. Λάνδ. 40. 

άλατοΰχοί. 2. Άλ. Σταμάδ. 66. — Α?μ. 
Νον. 73. 

άΧατοφόρος "/ώρος παράλιος, κοινώς 
τηγάνι καλούμενος. 'Ακρ. 

άλατοφύλακες, οΊ. Έφ. Κυο. 85. 

άλατοχημεία, η. Έγκυκλ. λεξ. 

άλατόω-ώ, άλατωμενα μέταλλα. Κ. 
Βαρδ. 12. 

σ.λατοονία, ή. Δαν. Φιλιπ. 

άΧαφνραγώγητος, 2. Κ. 0•κ. — Κλ. 

Ραγκ. 77. 

^ΑΙ&αναρχηγός, ό Ν. Σπηλ. 

.^Λέαν(^α>. Ίώσ. Μοισ. — '.Λλβανίζον- 
τ£ς, οι. Έφ. 88• 

^Αλ&ανίς, ή. ( γυνή.) Γρ. Γ. Παχταδόπ 
έν Πανδ. 66. 

^Αλ€ανισμός, ό. Άκρ. 9 Νο. 86. — "Αοτυ 
20 Μαρτίου 9ο. — 'Ρ>φ. 8 Δεκ. 9.5. 

^Αλ&ανισταί, οί. ( = 'Λλβανολόγοι, έν ττ, 
γλωσσολογία κα\ άλλίτίς κατά τήν τοϋ ΙΙαν- 
σλαβιστα\ πολιτικήν σημασίαν.) ΓΙ. Κουπιτ. 
67. — Παλιγ. 5 Φεβρ. 9ί. 

Α1€ανιστί. :\ .V .Χέόυ.. 48. — Ίιυ.Ίσ.Σκυλ. 

Άλ^ανιστικός, ό. Παλιγ. 5 Φεβρ 94 

^ Αλ&ανιτοχωρΐται, οΐ. 'Ακρ. 12 Ίαν. 93. 

^ Αλ€ανο€λαχι.χός, 3. Αιών 6 Ίαν. 87. 

Άλ^ανό^λαχοι. οί. 'Ακρ. 28 Φεβρ. 9Ί. 

^ Αλ&ανόγλωσσοι, οί. Ίιο. Ίσ. Σκυλ 80. 
— 'Ακρ. 20 Όκτ. 95. 



Άλ€ανοδίδάσχαλος, 6. «Έφ.» 14 
Ίαν. 90. 
^Αλ€ανοέΧληνες, οί. 'Ακρ. 31 Αύγ. 89. 

— *()δ. Ίάλ. έν 'Ακρ 21 Όκτ. 9ό. 
Άλ&ανοεΧληνιχός, 3. Σπ. Τρικούπ. 
Άλ^ανοκτόνος, ^. Κ. Σάθ. 66. 

^ Αλ^ανολαλεΐν . 'ΑλβανολαλοΟντες, οί. 
Σ;:. Τρικούτ:. — 'Ακρ. 1 Ίουν. 94. 

^Αλ€ανολογία, ή. Έλ. ςίΐλολ. Σύλ. 
Κ πολ. 67 

Αλ€ανολόγοι, οί. ( γλιοσσολογ. ) Ι\Ι. 
Δήμ. 77. 

Άλ^ανομάθεια, ή "Αστυ 13 Ίουλ. 98. 

Άλ€ανομαθής, 2. "Αστυ 13 Ίουλ. 98. 

Άλ^ανομαπεδονία, ή• όν. εφημερίδος, 
ην Στέφανος τις Δάντζας έξέδιδεν έν Βου- 
κουρεστίο) μετά τά 1885. Άκρ. 3 Μάρτ. 94. 

ΆλΘανομείραχες, οι. "Ελλην έν 'Ακο. 1 
Ίουν. 98. 

^ Αλ€αν07ταιδες, οι. Έστ. έφ. 20 Όκτ. 95. 

Άλ€ανοποιμενικός, 3. ( προεΤ,ευσις.) 
Άκρ. 21 Ίουν. 94. 

^ Αλ^ανοτζοιμήν, ό' ποιμην Αλβανός τό 
γένος. Παλιγ. 2 Σεπτ. 88. 

Άλ&ανορωμοϋνοι, οι. Έστ. έ'ί. 5 
Δεκ. 95. 

"Αλβανός, Ο' όν. κύρ. οικογεν. 
Αλ&ανοσλα€ιχά διαμερίσμ.ατα της Μα- 
κεδονίας. Γ. Σίοτηριάδ. έν Έστ. έο. 8 
Όκτ 95. 

' Αλ€ανοσυνδεσμικαι ιδέαι. Όδ. Ίάλ. 
έν 'Λκρ. 21 'Οκτ. 95. 

' Αλ€ανότονρΗον. οί. Άν. Πολυζ. 76. — 
'Ίδε κα\ Τουρκαλβανοί, δ καΙ συνηθέστερον. 

^ Αλ&ανοφορονντες, οί. Σπ. Τρικούτ:. 
Αλ6ανοφραγΗθτονρΗΐΗΟς, 3. Έμ, 
Ί'οίδ. 93. 

Αλ&ανόφρονες, οί. .Αναστάσιος Κου- 
λουριώτης έν '\Οήναις οικών. 

Αλβανόφωνοι, οί. Α'ιόν. — Ν. θ. Σ/ιν, 

Άλ^ιγαΐοΊ οί ~αρά Γερμανούς μ^ν Α11)ί- 
^βηθθΓ, -αρά Γάλλοις δε ΑΙΙ^ι^θοίδ. Περ\ 
(Τιν "ίδε Κ. Άσωπίου έν Λόγο) — ερ"! Αλε- 
ξάνδρου τοϋ μεγάλου μακράν σημεί(οσιν έν 
σελ κθ'. — λα'. τ% έκδ. 58. 

Άλ€ίγειοι, οί. ταύτό τιο άνιοτεριο. Άν. 
Πολυζ. 

— άλ€ινισμός, ό' οκ νό^ου ά-ο/ριοματι- 
ζούσηί το δέρμα κα'ι σ•/ηματιζούση: λεύκας 
( ίΐΙΙ)α8 = άλφοΰς) κηλίδας έπι τοΰ προσιο- 
που. ".■νστυ 17 Ίουν. 96. 

Αλ^ιονικώς. Άκρ. 2 Μάρτ. 93. 
Άλξίονίς., ή. ( = Άγγλίς.] Τίιηβδ. έν 
Άκρ. 31 Αύγ. 92. — θ. Βελλιαν. έν «Έφ.» 



[37] 



^Αλ^ιωνίΗος 



άλεξίγρονθος 



1 Ά~ο. 94. — Τ. Μιταν, έν "Αστείος ήμ'- 
φύλλ(;)' 22 Ίουν 96. 

Άλ6ιωνίΗΟς, 3. ( ολεγμα.) Γ. Ι. Βα- 
σματζίδ ίν Παρνασ. Νο. 94. 
= αλ}'ε^(θα, ηί. ή. Σπυρ. Άσάνης και Ί(ον. 
Σπαρμιώτης 7'.-)1. — Κοσμ. Μπαλάν. Βασι- 
λόπ. 798. — Μι-/. Χοισταρης 05. — Χο 
Βάφ. 37. —Άγ. Βλά/. λεξ. 97. 

^άλγε6ραΪΗΟς, 3. Ν. Κοντό-, λεξ. 89. — 
Πρβλ. άλγεό ρ ι κ ό ς. 
-\-άλγβξραϊσταί, οΊ Πάνο. 15 Νο. 5ί. 
-\-άλγεξρΐΗΟς, 3. Α Λαμασκ. 74. — Ν. 
Κοντοτ:. λεξ. 79. — Άγ. Βλ λ. 97. 
~\^αλγεζρίΗως. Αιμιλία Κτένα Λεοντιά; 
74. — Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. — 'Αγ. Βλά/. 
λεξ. 97. 

Λ-άλγεΘρολογ^χός^ 3 (ίξισωσις.) Δ. Ν. 
Βερν. 68. 
-'τάλγεΘρολογίΗώς. Λ. Ν Βερν. 6ί^. 

άλγεινοενφρόσυνος, 2. Τΐιηεδ. εν 
'Ακρ. 5 Ά7:ρ. 98. 

άλγεινότης , γ,. Ν. Κωστής 49. — Γ. 
Καραμήτσ. 79. 

• ^Αλγησιθέα ή Τερψιθεα γραμματική του 
Νεοφ. Αούχα » 'Αο. Κορ. 

αλγητέον. Ν. Δοάκ. 

άλγο&ρίθής, 2. 'Ακρ. 17 Ίουλ 94. 
άλγόμετρον ήλεκτρικόν, τό. "Αστυ 9 
Άπρ. 96 

άΧγοπληγής, 2. Δ. Α. 'Αναστασο'π. εν 
Πρωία 19 'ΑΓ.ρ. 96, εν 
. άλδεϋδαμμωνία, ή ί /ημ ) "Οθ. Ά. 

Ρουσό::, 81. — "Ιοε και άλδευδικός 

άλδεϋδη, ή. (χημ.) Γ. Α. Κρίν 80. 

άλδεϋδιχός, 3. ( ρίζα. αμμωνία.) Στ:. 
0•κ. — "Κγκυκλ λεξ 

άλδεϋνοφαινόλια,, τά. ;^ /ηυ^•) Γ. Λ. 
Κρίν. 80. 

αλεηλάτητος, 2. Έφ 25 Μαίου 91. 

άλειμματοδόχη, ή Άγ Βλά/. λεξ. 97. 

άλειμματοδόχειον, τό. Γρ. Χα-τσ. 47. 

αλειμματοχηρεϊον, τό { έργαστήριον 
δηλ. ι 'Ιίλ. /.ωο. 

άλειμματοπωλεΐον , τό 'Ακρ.] 7Ά;:ρ.92. 

άλ ε ι φοΘαφή, ή Φλοξ 8θ'. 

άλειφοχάρτια, τά. Ν. Δούκ. — "Ισως εί- 
ναι τη; συνήθειας ή λεξις. 

αλεχτοριδοειδή, τά γένος ;:τηνών Έα 
Σ. Αυκούδ. εν 'Κστ. 10 Ό/.τ 93. — Πρβλ. 
αλεκτορ ι δ ώ δ η ς. 

άλεΗτοριδονχος, 2. Άκρ. 3(» Μαίου 93. 

άλεχτοριδώδης, Ι. 'Αγ.' Βλάχ λεξ 97. 

άλεπτοροειδή, τά γένος πτηνών. Αιμ. 
Νον. 73. — Ποθ. Ψαρ. 84. 



άλεχτοροχέφαίοι 'Αβραξας, οί. Ά. Ρ. 
'Ραγκ. 66. — Άθ Σ. 'Ρουσό;τ εν Πανδ. 1 
'Ιαν. 66. 

άλεχτοροχράξιμον, ατός, τό. 'Ακρ. 23 
Φεβρ 92. 

άλεχτορομοχία, ή. Ν. Δοαγ, 51. — Ειρ. 
Άσ. 80. 

άλεχτοροτροφεΐον, τό ΕΙο. 'Ασ. 80. 

άλεχτρνονιχός, 3. Ν. Δραγ. 51. 

άλεχτρυονομαντεία^ ή. Άθ. Σταγ. 

^Αλεμανίζοί. Κυρ. ΙΝΙελίρ. 36 

Άλεξανδράχειον, πτω/οκομείον εν Κα- 
λάμαις. Βιβλιον περ"Ί αύτοΰ ύττο του ιατρού 
Γ. '!. Χρυσοσ:τάθου έν ετει 1878. "Ιδί κα\ 
Πανελλήν. σύντροφον του 1891. 

"Άλεξανδρίδης, ό. ον. κύρ. οικογεν. 

^ Αλεξανδρινίζοντες ποιηταί. Σ. Κ. Σα- 
κελλαρό-. 94. 

^ Αλεξανδρισταί^ οι. κατά 'Αλε'ξανδρον 
τον Ά«;ροδισι:α οιλοσοοοΰντες. Έμμ. 
•Ροίδ. 89. 

^Αλεξανδρίτης, ό. ( όρυκτολογ.) Κ. Μή- 
τσο- 89. 

άλεξηλίδιον^ τό. ( υ;:οκορ.) Άκρ. 18 
Α-:γ. 88. 

άλεξηλίοειδής, 2. ( άκακίαι.) 88. 

άλεξήλιον, τό. Σ/ Αιβ. λεξ. 61. — Έφ. 
Κυβ. — Φαίδων εν ΚαϊΙαμία Δ. Κορομηλα 
72. — Ε^ο. Άσ. 74. — Ν Π. Παρίσ. 86. 
— Ν. ΚοΟτο-. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άλεξηλίοφόρος, 2. 'Ακρ. 27 'Απρ. 91. 

άλεξήνεμον, τό. Γαλ. ρϋΐίΐνβηί Ν. 
Κοντό-, λεξ. 89.— *Αγ Βλά-/. λεξ. 97. 

^Αλεξιάδειος θίασος υποκριτών θεάτρου 
από του θιασάο/ου '.\λεξιάδου ούτω κλη- 
θείς Φ ένΆκ'ρ";Ί Ίουν. 89. 

^Αλεξίάδης^ 6' όν. κύρ. οι-/.όγεν, 
άλεξι§άσανος, 2. Κλ. 'Ραγκ. 
άλεξι^άσχανον. τό ο έ/ει συνήθως μορ- 
φήν οφθαλμού. "Αστυ 16 Αύγ. 95. 

άλεξιβρόχιον^ τό Άγ. Βλ. λεξ. 97. — 
Πρβλ άλεξ ί β ρ ο / ο ν κα\ άλεξιβρο- 
/ ί ς, ή. Ινίτα δε γενεσθ •■ εκλογή. 
άλεξι§ροχιοφόρος . 2. 
άλεξι^'ροχίς, ή "Αλφας εν 8 Απρ. 94. 
άλεξί^ροχον, τό. 'Αδ. Κορ. 29- — Έλ 
κωδ.— Σ/. Λεβ λεξ. 61 — Ν. Κοντοπ. 
λεξ. 89. — 'Εστ. εο. 8 Δεκ. 95. — Άγ. 
Βλά/. λεξ. 97. 

άλεξί€ρωμος, 2. ( άίοιματικά ) Παλιγ. 
28 Μαίου 3. 

άλεξίγρονθος, 2. «ή πριγκιπική του ι- 
διότης ουδαμώς τω ε/ρησίμευοεν ώς άσπ\ 
ή άλεξίγρονθον.» «Έφ.» 20 Άπρ. 90. 



[38; 



άΧεξιθάνατος 



άΚε 



εφαΧοζ 



«άλεξίηχον, το' μηχάνημα ίσγίτωζ ίοευ- 
ρεθεν προς άπαλλαγτ,ν η άνακούο'.σιν εκ 
τοϋ θορύβου τοϋ Εν ταίς μεγά/αις -όλεσιν. 
κληθ'εν ύτ:6 των Φράγκ(ον ά ν τ ι φ ώ ν, άλλ' 
οΰδ'εν σ/εοον κα\ οι' αΰτοΰ επτυγ/άνεται. ■> 
Άκρ. 1Γ) χ\ο. 95. 

άλεζιθάνατος,2. Ι. Γαλάτ εν Έλ. οιλολ. 
Συλ. Κΐπόλεως 64. 

' ΑΧεξιθερεία., ή' ον. έπαύλεως αποκρου- 
ούσης τα τοΰ θί'ρου; δεινά. Έστ. εφ. 30 
Αύγ. 94. 

άλεξίπαπνον, τό ( δια τάς καπνοδό- 
χους.) οΈφ.» 12 Φ;δρ. 92. 

άλεξιχεραύνιον, τό. Π. Καλλιβούρσ. 52. 
Άγ Βλάχ. λεξ. 97. — "Ιδε κα\ το έξτ];. 

άλεξιχέραυνον , τό. Άδ. Κορ. — Έφ. 
Κυβ. — Σχ. Λεδ. λεξ. 61. — Α. Σπαθάρ. 
86. — Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. — Άγ. Βλάχ. 
λεξ. 97. 

άλεξί^εραυνοποιοί, οί."Αστυ 18 Νο. 94. 

άλεξίΜίνδυνος, 2. (<ραν(5ς.) α'Ε-ώ.» 30 
Αΰγ. 89. 

άλεξικόραπον σίδηρον, δ κρεμώσιν. . . 

άλεξιχ . . . σάηιον, δ. «Έφ.» 30 Αυγ. 89. 
-\-αΧεζίμοντρον καπελλο τοΰ συρμού. Ή- 
μερολόγ. Μη χάν. 83. 

αΧε^ίναρπα. τά. Έφ. 

αΧεζίνερα μεια, τά κατά τΐ^ς βρο^^ης ττίς 
βλαπτούσης την £ν το^ίς άλωνίσις στα- 
φίδα. Άκρ. 9 Αύγ. 92. 

αΧεζίνοοον . τό Σπ. Παγαν 

αΧεξίξνΧον^ τό. ή ράβδος των δημοσιο- 
γράφων κατά των αντιπάλων των Γορύλ. 
Ιν Άκρ. 1 Φεβρ. 94. 

αΧε^ίηο,ΧΧον , τό* ον. παιγνίου. Σ. Μα- 
νασ. εν Έλ. φιλολ. Συλ. Κστπλ. 73 — 4. 
— Πάντα τά βνο'ματα παιγνίων 6 Σ. Μαν 
έξίλλήνισεν ούτω, μεταβαλών τά εν κοινή 
τοΰ λαοΟ χρήσει. 

άλβ|ίϊτί;Αον, τό. Γαλ. ραΓΕΟΓοΙίβ. Σχ. 
Λεβ λεξ. 61. 

άΧεξίπνίΗτρον, τό• (όμοΰ μετά τοΰ σω- 
σίβιο ν). Άκρ. 6 Φεβρ. 94. 

άΧεξιπόΧεμος, 2. (ό Αλέξανδρος δ Γ'. 
της 'Ρο^σσίας). Μιχ. Κοινσταντινίδ. εν Άκρ. 
12 Δεκ. 95. 

άΧβξιττονοχίφαΧος^ 2. 'ή ρεπούμπλικα, 
ε!δος πίλου). Άστυ 17—8 Μαίου 92. 

άΧεξίπτοατος, τό Γαλ. ρ^ταοΐιαίβ. 'Ι. 
Ι. Σκυλ.; — Ε?ρ. Άσ. 74. — Άγ. Βλ. λ. 
97. — Πρβλ. χαλασίπτωτον. 

άΧβξίηνρον, τό. Γαλ. ρΑταίβιΐ. Σχ. Λεβ. 
λ. 61 (έν δε Άγ. Βλάχ. λεξ. 97: ^ΟΓ&η 
ς^^Γάβ-ίβα). — Γ. Σ. Πόγγης 66. — 'ϋς επίθ. 

[39 



άλεξίπ. (χρηματοκιβώτιον. άποθηχΛΐ). Έ». 
1 Μάρτ. 90.— Άκρ. 24 Ίουλ. 91. 

αΧεξίρρνπον, τό εις τά βιβλία τιθιμενον. 
Βλ. Σκορδ. έν Πλάτωνι, 84. 

(^άΧεξίσεισμος, ( αν επιτρε'πηται ή λεξις) 
οικοδομική, ή». Έφ. — Πρβλ. αντισει- 
σμικός. — άλεξίσεισμα, τά. Άκο. 10 
Μαίου 94 

άΧεξίσχονον έπανωφόριον, τό, Μ. Άρ- 
γυρόπ. έν Έδδομάοι 9 Μαίου 87. — Τοι- 
αΰται νοθογενοΰς συνθί'σεως λέξεις ύπάοχου- 
σι και άλλαι έν ταύτη τη Συναγωγή,. κα\ 
χείρονες μάλιστα, ώςή έκριζοντυλίνη 
κλ. Τιν^ς 6^μως αυτών δια τό σκοπίμιος κω- 
μικόν δ έμφαίνουσι, πρέπει, νομίζω, νά υπο- 
φέρωνται, ως ή άντιμούτσουνος κα'; 
ε'ίτις άλλη. 

άΧεξίταχον, τό άλεκον την τα/είαν έκ 
τοΰ ύψους κατάπτωσιν των άεοοστάτων. 
Άκρ. ,^8. 

*άΧίξιτορπιΧΧο&όΧα άμφί ληστοα , τά. 
Έστ. έφ. 21 Μαίου 96. 

άΧεξιφέψαΧον, τό έν τάΐς πεδοκαμίνοις 
κα\ ταΐς όρεοκαμίνοις. Γρ. Χάντσερ. 4 7. 

άΧεξίφθορον, ιό (οδόντων). Μπε'λλης 
έν Παλιγ. 1 Όκτ 93. 

άΧεξιφΧόγιον^ τό. Γαλ. έοΓαη. Έστ. — 
"Ιδε κα'ι τό έξης. 

άΧεξίφΧογον, τό. Γαλ. οογεπ. Άγ. Βλάχ. 
λ. 71.— Ν. Κοντ. λ. 89. 

άΧεξίφωτον, τό. σκέπασμα λυχνίας. Φλόξ 
80. — "Αγ. Βλάχ. 88. — Παρατηρώ, ό'τι ό 
"Αγ. Βλάχος ουκ ολίγας λέξεις άς ιΐχέ ποτέ 
μεταχειρισθη δεν τάς κατεχώρισεν ύστερον 
ε?ς τό έν έτει 97 εκδοθέν λεξικόν του, εαε 
διότι δεν τάς ενέκρινε πλέον μετά δευτέρας 
σκέψεις, ε'τε δι' άλλον τινά λόγο , άγνω- 
στον έμοί. Τοΰτο δ'ε κα\ έπ"Ί άλλων έκδόν- 
Γων βιβλία παρ' ήμ"ίν δύναται νά λεχθη. 

άΧεξιχάΧαζον, τό Γαλ ραΐ"£ΐ^ΓΟΐθ. Απο- 
θήκη των ώφελ γνώσ. 47. — "Ομηρος. 

άΧεξιχόΧερος, 2. Έστ. έφ. 21 'Ιουν.96. 

άΧεξιώ^οΧον, τό" δν. παιγνίου Σ. Μα- 
νασ. έν (ϊλ. φιλολ. Συλ. Κστπλεως 73 — 4. 
«άΧεξντΐήρετα δο/ε'-α γάλακτος, διότι 
δέν ε'σρέει ε'ς αυτά 'ύοωρ κα'ι κιολύουσι ττ,ν 
άπιστίαν κα\ οολιότητα των ύπηρετοιών. 
Άκρ. 27 Ίουλ. 85 η 88. — Έπλά^η ή 
λεξις κατά συνέμφασιν προς τό άλεξιπύ- 
ο ε τ ο ν φάρμακον. 
— άΧεηίσανρος, 6. (ζωον^ Σχ. Λεβ. λ 61. 

άΧεηοθηρία, ή" θήρα αλωπεκών. Άστυ 

2 Άπρ. 89. 

=άΧεποΗέφαΧος^ ό. (ζωον). Σχ.Λεβ. λ.61. 

] 



άλεπονδονεύρωσις 



' Αληπασσαδιπότητες 



άλεττουδονενρωσις, ή ^ν Ιαπωνία κα- 
λούμενη κίχζουν τσούκι. "Αστυ 30 Μάρτ. 94. 
— αλέπυρον, τό' γί'νος ©υτ£5ν. Σγ. Λεβ. 
λεξ. 01. 

άλευρεμπορικός, 3. ; οίκος κτλ.). .\κρ. 
2 Όκτ 9 1;. 

άλενρεμπόρι.ον, τό Παλιγ. 25 Ιουλ. 94. 

άλευρέμηορος. 6. '.\κρ, 28 Μαΐου 91. 

άλενρο€ιομηχανία, ή. Άκρ. 18 Μαρτ 
87. — Έστ. Ίψ. 2 Φεβρ. 95. 

άΧενρο^ιομήχανος, 6. Άκρ. 13 Μαρτ 
87. —Άστυ 14 Νο 97. — Πρβλ άλευρο- 
μή-/ανοι. 

άλενρόγαια^ ή• μαγνησία, ή. ( '/ημ.) 1^• 
Κούμ 12. — Κ. βαρδ. 

άλευροειδής, 2. Άστυ 3 Μαρτ. 91. 

άλευροχοσχινιστήριον, τό. ( δωμάτιον.) 
Σ. .\. Κ δ1. 

άλενρομαντεία, ή. Άθ. Σταγ. 

άλενρόμετρον^ τό. Στ. Π. Έμ. Γιάν- 
νο-. 83. 

άλευρομήχανοι, οι. ^\στυ 22 Ιαν. 94. 

άλενρόπαστος, 2. ( κεφαλή κτλ. Ι Έμ. 
Τοίδ. 77. 

άλευροποίησις, ή. Πρακτικά βουλής 92. 

άλενροποιητικός, 3. (βιομηχανία.) 
Πρακτ. βουλ?ις 92. 

άλευροποίοί, οί. Άκρ. 13 Μαρτ. 87. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άλενροπωλεΐον, τό. Ν, Κοντ. λ. 89. — 
Άγ. Β/, λ. 97. 

άλενρορρόη. ή ^ν μεταλλοπλυσίοις. Κ. 
Μητσόπ. ίν Έγκυκλ. λεξ. 

άλενρόστρωτος, 2. Α. Ι Κ(ίκκος 89. 

άλενροαωΧηνες, οί' τα Ίταλιστ\ μακα- 
ρόνια Άν. Κορδ. 88. — ^Άς φάγη τους 
σωλήνας τούτουί 6 ποιητής της λέξεως 
έγώ θα τρώγω μακαρόνια, καθώς δεν θα 
πιω ποτέ κα'ι νηφοκοκκόζωμον, άλλα καιρεν. 

άλευροφάγος, 2. (ζωολογ.) Άδ. Κορ. 
32. —Π. «Γαρ. 84. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άίενρωδώς. Θ. Άφεντ. 76. 

άλενρωτιχη σκιίνη, ή άλευρώνουσα δηλ. 
Άχρ. 5 Άπρ. 95. 

άλεωρίον δικαιώματα, τά. Γαλ Ιιαίϊββ. 
Έλ. κώδ. 43 — Έν τ^ΐς Λεξ. της άρ/. 
γλώσ. ενίρηται ή άλεωρία. Ίδε Σκαρλ λεξ 
56 έν ερμηνεία των λέξεων 1)&1Ϊ8β, θ καΐ 
1)&1Ϊ8ΘΓ, ρήμ. 

άλζαρίνη, ή. Ι/ημ.) Σπ. Οίκ. 

άληείνη^ ή• (=Μαΐΐνθίη.) ( /ημ.) Σίΐ. 
υ'κ. έν Άκρ. 4 Ίαν. 88. 

άληθάργητος, 2. ( αίγλη, ευγνωμοσύνη.) 
Κλ. 'Ραγκ. 89. 



«αληθειογράφος ό θεόκλ. Φαρμαχίδης. 
Κ. Οίκ. 52. — Ώς γνωστόν, ό Φαρμ. εΤ/ε^ 
έ/.δώση τω 52 την συγγραφήν του λΟ συνο- 
δικός τόμος, η περ\ αληθείας.» 

άληθει,οζήτης, ό. Κ. Άσ. 43. 

άληθεστάτως. Λ. Μαζαρ. Γ.6. 

άληθινότης,ί[. Γερμ. ^Βΐΐιΐι&ίϋ^^βϊΐ. 
Φίλ Ί(ο. έν Φυσ. δικ. έκδ. Α. ϋϊκ. 

άληθισμός,. 6. Γαλ. νθΓΪίίοίΐΙίοη. Άδ. 
Κορ. 16. 

άληθολάτρης, ό. όμοΰ μετά τοΰ φυσιο- 
λάτρης.) Άκρ. 29 Ίουλ. 98. 

άληθοΧογήματα, τά Πχτρινός εν Άχρ. 
22 Μαρτ 91. 

άληθοίογία, ή. Λ. Γουζ. 07. — Αημ. 
Γαλαν. — Λεξ. νομοτε/ν 40 

άΧηθολόγος. 2. (ελευθερία.) Άλ. Καγκελ 
750. ■ — Δημ. Γαλαν. 

άληθοποίησις, ή Λεξ. νομοτε/ν 40. 

άληθοποιητής . ο. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άληθοτρόηως, Λ. Γουζ. 07. 

αληθοφάνεια, ή. Κ. Άσ. 53. 

αληθοφανής, 2. Α. Μουστοξ. 

άληθοφο^ία, ή. Π. θ Κολοκοτρ. έν 
Άκρ. 26 Αυγ. 91. 

άληθοφωνήσεις, α'ι. Ν. Λογάδ. 33. 

άλήμων ώ. Ό Σκαρλ. Βυζ. έν τω Λεξικω 
του της καθ" ήμας Έλ. διαλ 35 ούτως έ- 
γραψε τό κοινώς παρ' ήμ"ίν γραφόμενον έπίρ. 
άλλοίμονον, κρίνας αυτό παρεφθαρμένον έκ 
τοΰ έν τη Γαλεομα/ία «Ίαλέμων ώ ». τοΰ 
Θεοδώρου Προδρόμου. Ούτω κα\ έν τω Γαλ 
Έλ. λεξικω του, 56. — Άλλα πόσους έ- 
πεισεν ; 

-\-' Αληπα σ α δισμοί, οί' Άκρ. 31 Μα'ουΟΙ. 
-[-Άληπασαλι.ΗΟς, 3. (στρατός κτλ ) Σπ. 
Π Άραβαντ. 95. — Ή γραοή αυτή διά τοΰ 
λ προ τοΰ ικός, ην πλεονάκις οίίταις απήν- 
τησα έν τώ τοΰ Άραβαντινοΰ βιβλίω, είναι 
Τουρκική. Πρβλ. τά γ/ωστά επίθετα Σταμ- 
πολλής, Ίσμυρλής, Γκιριτλί, Νταγλή, μπε- 
λιαλή, κτλ. 

-Ι^^Αληπασιάς, ή. ποίημα ελληνιστί του 
Χατζή Σε/ρέτη. Άναγν. Μπαζωτος έν « Χα- 
λασια'ίς κα\ φουρτούναις ». — Σπ: Π. Άρα- 
βαντ. 95. 

-{-^Αληπα σ ίζοντες, οΊ. Σπ. Τρικούπης. 
-]~Άληπασίσμός^ 6. Λ. Κ. Παπαγεωρ- 
γίου 89. 

-^-^Αληπα σ σ αδιπός, 3' κοιν. Άληπασ- 
σ ι ά δικός. Άν. Ι. Κουλουρ. 76. — Ά. Πε- 
τρίδ. 95. — "Αστυ ,' Ίουλ. 95. 
-{-^Αληπασσαδικότητες.) αί. Άκρ. 26 
Σεπτ. 92. 



[40] 



Άληττασσαδικώς 



άλλαξθ3τιστέω•ώ 



-{-^Αληπασσαδιχώς. Παλιγ. 10 Μο, 93 

— Άκρ. ^5 Ίουλ. 94. 

-\-^Αληπασ σικώς. Β. Ι. Κιατίπ. 37. — 
"Εγραψα εδώ τα έννοα ταΰτα παράγο>γα Ικ 
τοΰ δνο'αατύς του εξωλεστάτου Άλη πασσ^,ϊ 
των Ιωαννίνων, δτ:ως τα ηϋρα με εν ή ^α.ε 
δύο σίγμα. Προτιμώ δε ττ,ν δια δύο, κα\ 
μάλιστα με την προσθήκην τοΰ ιώτα, προς 
άπόδοσιν, κατά το ήμΐν δυνατόν, της ξενικής 
προφοράς τοΰ πασσια. 

άλησμονητέος, 3. Ίω. Φιλήμ. 34. 

άλησμονήτως. "Εγγραφον Συλλόγου 
Παρν. 91. 

άληστικαι μη/αναί, αι. Ίω. Σοΰτσ. 6.1. 

— 'Ορθοτε'ρα θα ητο ή γραφή άλεατικαί, 
καθώς κα\ κοινώς λε'γομεν τά αλεστικά* ή 
κα\ ταΰτα θά μας τά τρε'ψοίσί τίνες η τά 
έτρεψαν ήδη εΙς άλ);στικά, 'ίνα άληστος μέ- 
νη ή μνήμη των ; 

άλιελέφας, 6• ζοΐον άμφίβιον τών αρκτι- 
κών ^ωρών. Λατινιστ\ γραφόμενον, Ιη- 
ο1ιαο1ιιΐ8 ε'κ τοΟ τοί/ας έ'/ειν. Σ. Ε. Ν. ίν 
'Ομήρω, 76. 

άλιεύτρια, ή. Γ. Α. Γερ. 50. 

— Άλιζοί άνεμοι. Α. Φατσ. 62. 
άλιθόστρωτος, 2. (έδαφος). Άδ. Κορ. — 

Άκρ. ?2 Νο. 95. 

"άλίκόνοξείδιον, άλικων όξύ,το'. Κ. Βαρδ.12. 

άλικόρη, ή' ον. ζώου. Αιμ. Νον. 73. 

άλίνιτρον, τό' (= νιτρική πάτασσα). Κ. 
Βαρδ. 12. 

άλιατηγαί, ή' άλών πηγαί. Θ. Άςίεντ. 76. 

— Άκρ. 19 Ίουλ. 89. 
άλιρραγής,ίδος,τ]. (φυτολογ.ΙΘ Χϊ'λδρ.90. 
άλιρρα>'ώίί;, τά, (φυτολογ.' Θ. Χέλορ. 90. 
Άλΐται οί• δπαδο\ αιρεσιώται τοΰ Άλή 

εν τη ΛΙουσουλμανική πίστει. 'Ικ. Γ. 
Λάτρ. 55. 

άλιτροφροσννη , ή. Φίλ. Ίω. 

άλιώδες οξύ, τό. Κ. Βαρδ. 12. 

άλιωρός δ επιστάτης αλιείας Γαλ. 
^&ι•ι1β-ΐ)ίίθ1ιβ.. Σ/. Λεο. λεξ 61. 

άλιωτίς, ή" είδος κογ/υλίου. Σκαρλ. Βυζ. 
= αλκάλια κα\ άλκάλεα, τά. αλκάλι, εως, 
τό, Ξ. Λάνδ. 42. — Ίω. 'ϋλ. 53. — Ίω. 
Γ. Ίωάν. 69. — Στ. Καρτούλ.'77. — Γ. • 
Α Κρίν. 80. — Άν. Κ. ΧρησΓ. 87. 
-\ άλκαλίζνγον, τό Α. Σπαθάρ. 86- 
-\- αλκαλικός. 3. Άν Κ. Χρηστ. 77. — 
άλκαλικώτερος, ο. Θ. Άφεντ. 76. 
-\-άλκαλικότης, ή. θ. 'Αφεντ. 76. 
■]-άλκαλικώς. Θ. Άφεντ. 76. 
-{-άλκαλιμετρία, ή. Κατάλογ. εκθεμάτων 
Δ'. Όλυμπιάδ. 

[41 



= άλκαλιοϊσατίνη ^ ή. Σπ. 0?κ. 
-^-άλκάλισις, ή. Θ. Άφεντ. 76. 
+ άλκαλοειδή^ τά. Ξ. Λάνδ. Ί2. — θ. 
Άφεντ. — Γ. Α. Κρίν. — Άν. Κ. Δαμβ. 80• 
-{-άλκεσίφρων, 2. Μην. Λΐιν. 30. 

^Αλκι&ιάδειος, 2. 'Ακο. 5 Άπρ. 96. 
ί^Άλκι^ιαδικός ήτο μόνον ό Αλκιβιά- 
δης, ούτε αριστοκρατικός, ούτε δημοκρατι- 
κός.» Κ. Άσ. 58. 

-\-άλκολοειδής, 2. Έστ. 13 Μάρτ. 94. 
-\-άλκοολιζόμενοι. μτχ. Γ. Β έν Άχο. 
13 Μάρτ. 9Ί. 

-^αλκοολικός, 3. ( διδασκαλία Ιν τοΐς 
σ/ολείοις της Γαλλίας.) Βουλεβαοδιέρος ίν 
Άκρ. 13 Δε/.. 97. 

-\-άλκοολισμός, 6 Γ. Β. έν Άκο. 13 
Μάρτ. 94. και 18 Δεκ. 97. 

άλκνόνια, τά. ( κοραλλιολογ.) ίν Έπε• 
τηρ. Παρνασσού ε'τ. α'. 97. 

άλκυονίδαι, οί. (πτηνολογ.) Φ. Ι. έν 
Έγκυκλ. λεξ. — Πρβλ. άλκυον ο ε ι δ ή. 

άλκνονίτης, ό' ον. λίθου. Σκαρλ. λ. 56. 
έν έρμ. 

άλκνονοειδη πτηνά. —/. Λεβ. λ. 61, 
ίν ερμ. — Έγράφη δε και άλκυονώδες γέ- 
νος πτηνών, υπό Σ. Άριστάρ/. έν Έλ. φι- 
λολ. Συλ. Κστπλεως 84. 

άλλαγιεμπόριον, τό. Ίταλ. &§§Ίοί&ξζϊο. 
Λεξ. νο οτε/ν. 40 

άλλάγιον^ τό. Ίταλ. &^^ίο. Λεξ. νου.ο- 
τε-/ν. 40. 

άλλαλεναρίζοντες. μτ/. Μην Μιν. 30. 

— Το β'. α της λέξεως δωρίζει. 

= άλλαντοΐς, ή ( άνατομ.) Δ. Λ. ΛΙαυρο- 
κορδ. 36. — Δαμ. Ι\ 43. 

άλλαντοκομ&ολόγιον, τό «Έ».» 29 
Δεκ. 91. 

άλλαντοπωλεΐον, τό. Δ. Στροϋμπ. 58. 

άλλαξιθρησκεία, ή. Έπ. Σταματ. 69. 

— Πρβλ. άλλας ο θ ρ. 
άλλάξιμος, 2. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 
άλλαξοαμαξία, ή «Έφ.» 18Φεβρ. 92. 
άλλαξογλωσσία, ή. Έφ. 
άλλαξοεθνία, ή. Άκρ. 12 Δεκ. 86. — 

«Έφ.» 23 ΛΙαίου 91. 

άλλαξοθρησκεία, ή. Βενεδ. Ινωνστανιι- 
νίδ 44. — Χρυσαλ 

άλλαξοκυριαρχία,τι Άκρ. 17Ίουν. 90. 

άλλαξοπατριαρχεία, ή. Κ. Κούμ. 

άλλαξοπατριαρχεύειν. Τψηλάντ. έν 
«Τοίίς μετά τήν ά'λο^σιν κτλ.ΐ) 

άλλαξοπιστέω-ώ. Κ. Παπαιί. — Σπ. 
Τρικούπ. 60 — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άκρ. 
23 Όκτ. 94.— Άγ. Βλ. λ. 97. 

] 

3 β' 



άλλαξοπίστησις 



άλληλεξαρτησία 



άλλαξοηίστησίς, ή. Κ. Σάθ. Ιν Χρυ- 
σαλ. 66. 

άλλαξοηιστία, ή. Κ Π«;:α^. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Άκο. ?3 Όχ.τ 94• — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άΧλαξόπιστος, ?. Άγ. Βλ. λ. 71. — Ν 
Κοντ. λ 87. — Είναι \'σως της συνήθειας 
ή λεξις, ο/ι δε κα\ αί δύο προηγούμεναι. 

άλλαξοστιχία, ή. < ^ν τί] μετρική.) Κ. 
Άσ. 53. 

άλλαξοφρόνημα, το'. Στ:. Τρικούττ. 37. 

άλλαξοφρονήσας, μτγ. Π. Τριανταφ. 

άλλαξωνυμία, ή. Άκρ. 16 Δεκ 86. 

άλλεοτρόπως. Εύγ. Βούλγ. 775. — Ίώσ. 
Μοισ. — Το αλλ ο ι ο τρόπως υπ. εν το"ίς 
Λεξ. της άρχ. γλ. 

άλληγορίΗΟηθιχός, 3. Γ Ν. Χατζιδ. εν 
'Κγκυκλ. λ 

άΧληλαγαηασθαι. άλληλαγαπώμενοι. 
Άκρ 14 Μάρτ. 95. 

άλληλαμοι€αιοαναιρονμενοι. μτ/. (!) 
Άκρ. 2 Αύγ. 96. 

άλληλαναιρεΐσθαι άλληλαναιοοϋνται κα- 
ταθέσεις μαρτύρων. Α'ών. 

άλΧηλαναίρεσις, ή. Παλιγ, 4 Νο. 86. 
— Α!ών 12 Μαίου 87. —Άκρ. 24 Ίαν. 
90. — Πρβλ άλληλ ο α ναίρ. 

άλληλαναιρετα<6ς, 3. Άκρ. 22 Άπρ. 95. 

άλληλανάμιξις^ ή. "08. Α. 'Ρουσό-. εν 
Έγκυκλ. λεξ. 

άΧληλανάπτυξις, ή. Έκάεργος Ιν Ήμι- 
φύλ. Άκρ. 24 Νο. 96. — Πρβλ. άλλη- 
λ ο α ναπτύσσεσθαι. 

άλληλανταγωνισμός . ό. Άκο. 30 
Σεπτ. 92. 

άλΧηλαντιδαμαλισμός, ό. Α. Καραλίβ. 
ίν Χρυσαλ 66. 

άλληλαντίδρασις, ή. Αιών. 

άλληλαντίθετος,2. Ί Καμ^τάν. εν Άκρ, 
30 Άπρ. 8«. 

άλλΐ7λαίτά}'εσ0α4. άλληλαπαχθε'ντες. άλ- 
ληλαπή/θησαν. Άκρ. 16 Φεβρ. 87 κα\ 
22 Ίαν'. κα\ 2 Ίουλ. 95. — Ίδε χαΐ αλ- 
λ ηλ ο α πάγ. (*) 

άλΚηλαπάτη, ή. Άκρ. 11 Ίουν. 96. 

«'Εφ.β 4 Δεκ. 97, 



άΚληλαπόδοσις, ή. Φαίαξ Ιν Έστ. ίψ. 6 

Άπρ. 9.'. 

άλληλαρπαγή^ ή. Άστυ 3Π Αϋγ 94. 

άλληλασπάζεσθαι. Γ. Σουρης. 

άλληλασπασμός οΊ. «Έφ » 30 Μαίου 91. 

άλλι/λασφαλεία*, αί. Γ. Α. 'Ράλ. 68. — 
Άγ. Ηλ. λ. 97. —Πρβλ. άλληλοασφ. 

άλληλασφαλιστιχός, 3. ( εταιρία ) Α. 
Γ. Ίίπειρ. 88. 

άλληλαφοαιονσθαι. άλληλαΦωσιώθησαν. 
Άκρ. 3 Μαρτ 93. 

άλληλεγγνάομαι-ώμαι. Έλ. κώδ — Σττ. 
Τρικούπ. (]0 

αλληλεγγύη, ή. Ίω. Ζωγρ. 81. — Α. 
Κουτσουβ. 87. — Ν. Κοντ. λ. 89. — «Έφ.» 
7 Μουν. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άλληλεγγνησις, ή. Φ Φουρν. 25. 

άλληλεγγυότης^ ή. Αεξ. νομοτε/ν. 40. 
Ν. Κοντ. λ. 89. — «Έφ.» 30 Ίουν, 89. 

— Έπιθεώρ. 20 Μαίου 93. 
άλληλεγκλήσεις. αί. Άκρ. 19 Σίπτ. 88. 
άλληλεθνής, 2. ί δίκαιον, μετακοινωνία. 

πολιτική, κτλ.) Κ. Άσ. 53. — Διομ. Κυρ. 

— Σο^κρ. Τσιβαν<5π. 67. —Άγ. Βλ. λ. 97. 

— Πρβλ. άλληλ ο γ ε ν ή ς κα'ι διεθνής, 
εξ ών το πρώτον δεν εύδοκίμησεν, ώς φαί- 
νεται. 

άλληλεθνισμός, 6. η κοσμοπολιτισμιίς. 
Έθν. άγιογη 1 Μάρτ. 98. 

άλληλεαλέγεσθαι Κ Δ Ζ. έν Προμ. 12 
Μαίου 91. 

άλληλεχμετάλλενσις, ή. Άκρ. 20 
Μάρτ. 89. 

άλληλεκμηδενίζεσθαι. Άκρ. 8 Δεκ. %. 

άλληλεχτιμασθαι. άλληλεξετιμήθησαν. 
Άκρ. 1 Άπρ. 93 και 19 Άπρ. 96. 

άλληλέλεγκτος, 2. Άκρ. 30 Αύγ. 87. 

άλληλέλχεσθαι, άλληλελκόμενος. Δ Κοκ δ. 

άλληλελχυστιχός, 3. Ν. Α. Σοΰτσ. 

άλληλέμτττωσις, ή. Δαν Φιλιπ. 

άλληλένδεσις, ή. Α. Μ. Βλαστ. 40, 

άλληλενέργεια, ή. Ν. Δούκ. — Ν, Κω 
στης. — αΈφ.» 4 Μάρτ. 94. 

άλληλεξαρτασ&αι. Άκρ. 19 Ίαν. 93. 

άλληλεξαρτησία, ή. Σ. Α. Κ. 45. — 
Πλ. Ε. Δρακ. 89. 



(*) ΤοιαΟτα ρήματα βαρύτονα κα\ σύνθετα Ικ του άλλη λοιν ίνώ διι^λου δίν ύπαρ- 
χο υσιν εν το"ίς Λεξ ττ,ς αργ^ γλώσσης συνετέθησαν, πολλά ύπο των νεωτέρων λογίων, 
μάλιστα των έφημεριδογραφούντων, καθώς φανονται εν ταύτη τή Συναγοίγή, Ιν δε κα\ 
ύπ' αύτου του Κοραή, το ά λληλοφ ο νεύεσ θ α ι. Περισπώμενα δ^ έν το'ίς Λεξ. της 
αρ/αίας ύπαρ/^ουσι μόνον οκτώ, έν ταύτη δε τη Συναγωγή 63'. κα"Ί ή πληθώρα αΰτη I- 
πί|λθε πάτε; μετά την άπο αιώνων έ'κλειψιν του αλλήλων Ιν το'ίς στόμασι τοΰ λαοΰ. 

'[421 



άΚληΧεξευτελισμός 



αλληλογραφία 



άλληλεξεντελισμός, 6. 'Α/.ρ. 14 Μαΐου 87 

άλληλεξηγεΐσθαί. ( παθητικώς ) Σπ. Κ. 
Παπαγεωργ. 90. 

άλληλεξολοθρεύεσθαι. Άκρ,29 Δεκ 86. 

άλληλεξοντονσθαι. «Έφ.» 4 Φεβρ. 90. 

άλληλεξόντωσις, ή. Έω 91. — Άκρ 
■!ΰ Ίουν 96. 

άλληλεξν&ρισίς, ή. Άκρ. 9 Φεβρ. 94 

άλληλεξώσεις, αί. ( εθνών.) Δαν. Φιλιπ. 

άλληλεηάλληλος, 2. Δ. Νίτσου έν 
Έρμί) λογίω. 

άλληλεηαλληλουχία, ή Στ. Καραθεοδ. 
63 έν Έλλ. φιλολ. Συλ. Κσζπολ. 

άλληλέπαρσις, ή• ό'ν. παιγνίου Σ. Μανασ. 

άλληλεπηρεάζεοθαί, οΈφ.» ?8 Φεβρ. 90. 

άλληλεπί^λεψις, ή. "Αστυ "27 'Οκτ. 95. 

άλληλεηι€ονλή^ ή. Άκρ. 23 Μάρτ. 97. 

άλληλεττιδειχννω. «Έφ.» 11 Ίουλ. 9?. 

άλληλεπίδρασις , ί). Φίλ, Ίω. 48. — Π. 
Καλλιγ. — Ίιο. Καρασ. 67. — Δ. Κοκίδ. — 
Γ. Μ. Βιζ 88. 

άλληλεπιδράω-ώ. Δ. Κοκίδ. — Χρ. Πα- 
παδόπ. — θ Δόμιν. 90. 

άλληλεπιθέσεις^ αί. Άρ. 0!κ, — Π, 
Γρατσ. — Λ Π Νάκ. 93. —Άκρ. 11 
Σεπτ. 95. — Πρβλ. άλληλο επ ίθεσις. 

άλληλεηίθετος, 2. Χρυσαλ 66. 

άλληλεηικείμενος.[ίτ'/. «Έφ.» 1 Μαΐου 
89. — Π. Παμπούκ. Ιν Άκρ. 21 Δεκ. 91. 

άλληλεηίχουρος, 2. (εταιρία.) Βασ. 
δίάτ. 11 Ίουν. 60. — 'Αγ. Βλ. λ. 97.— 
"Ιδε κα\ άλληλ ο β ο η θ η τ ι κ ό ς. 

άλληλετζιστολογραφία^ί). Φ. Φουρν. 25 

άλληλεπιτίθεσθαι. Άκρ. 10 Ίαν. 86. 

άλληλερεθισμός, 6 'Άστυ 9- — 10 Σεπτ. 91 

άλληλερωτάσθαι. άλληλερωτώμενοι Έφ. 
87 και 92. 

άλληλενλά^εια, ή. Πλ Ιί. Δρακ. έν άγ- 
γε).ία έκδόσειος βιβλίου του, 6 Ίαν. 91. — 
Έκάεργος εν Άκρ. 28 'Οκτ. 96. — Μαλεας 
έν 'Άστει ■■• Αυγ. 98. 

άλληλεχές, τό ( = άλληλου/ία.) Ιίύγ. 
Βούλγ. 

άλληλεχθαιρόμενοι. μτχ. ΤΐΐηβΒ έν 
Άκρ. 8 Μάρτ. 98. 

άλληλεχθρεύεσϋ•αι Κ Παλαμ. έν Έστ. 

16 Φεβρ. 92. 

άλληλισμός, 6 Χριστόδ. Νικολαιδ 46. — 
Άλ. β. Φιλαδ. 96. 
άλληλοαγκαλίζεσθαι. «Έφ.» 4 Μαίου 91 

άλληλοαδρανονντες. μτ/. Ακρ. 20 
Φεβρ 93. 
άλληλοαίσθητος, 2. Ν. Έπισκ έν Άστει 

28 Μαίου 94. 



άλληλοαιτιώμενοί. μτ/. Φαίαξ έν Έστ. 
έφ. 30 'Οκτ. 95. 
άλληλοαναίρεαις, ή. Σπ. Παγαν. 88. 

— Πρβλ άλληλ α να ίρ. 
άλληλοαναπτνσσεσθαι. Άκρ. 5 Δεκ. 88. 
άλληλοαηάγεσθαι, άλληλοαπή-/θησαν. 

Άκρ. 1θ Άπρ 90. 

άλληλοατιογνμνονσθαι δια των τυ/η- 
ρών παιγνιδιών. «'Κφ.» 7 Νο. 88. 

άλληλοαποκαλεΐσθαι. Άκρ. 1 Φεβρ. 92. 

άλληλοαηοκαλύπτεσθαι Άκρ. 110 
κτ. 97. 

άλληλοαττωθονμενοι. μτ/ Γ. Β. έν 
Άκρ. 15 Μάρτ. 95. 

άλληλοαρωγή, ή. Έστ. έφ. 1 Αύγ. 94. 

— Δεν τους έ'φθασεν ή αλληλοβοήθεια! 
άλληλοασελγεϊν. Κί'κρο•!/21 Φεβρ. 88. 
άλληλοασφάλεια^ ή. Στ Ξε'ν. 92. 
άλληλο^ι^ρωσπόμενοί, μτ/ Στ. Ξε'ν. έν 

Βρετ. άστ. 21 Δεκ. 91. 

άλληλο&λέπεσθαι. Άκο. 18 Αύγ. 87. — 
Άστυ 23—4 Μάρτ. 93. 

αλληλοβοήθεια, ή Λ. Μέλας 79. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. — Πρβλ άλληλο προστάτευσις. 

άλληΧο&οηθε'ισθαι. Δ. Βικε^. — Ν. Ι. Σαρ. 

αλληλοβοηθητικός, 3 εταιρία, τρά- 
πεζα κττ.; Νεα έ-ώ. 16 Μαίου 88. — «Έφ.» 
8 Άπρ. 90. — ίΐοΐιΐ έν Άκρ. 6 Δεκ. 96. 

άλληλοΘρέχεσθαι. «Έο.» 23 Ιουλ. 94. 

— Πρωία -8 Ίουλ. 93. 
άλληλό6ρωτος, 2 (θυμός) Μ. Γ. Σ/ιν. 
42, έν έπιγράμματι εις τους Ζωσιμάδας, ένθα 
ηρμοζε μάλλον τό άλληλοβόρος τών Λε- 
ξικών της άρ/. γλώσσης, ό'περ ομιυς δεν προ- 
σεδε/ετο τό άρ/αϊκόν μέτρον. 

άλληλογελασ•0•αι. Άλ. Σοΰ;σ. — Άκρ. 
25 Αύγ. 92. 
άλληλογενη συμβόλαια, τά. Κ. Κροκ 56. 

— Πρβλ. άλληλεθνης κα\ διεθνής. 
άλληλογέννητος, 2. Ι Κ. Καμπούρ. 81. 
άλληλογνωρίζεσθαί. Σπ. Παγαν. έν 

Έστ. 29 Αύγ. 63. — έκδρομα\ άλληλο- 
γνωρίζουσαι τον λαόν μας. "Αστυ 27 

Ά-ρ• '^6• 

άλληλογονικός, 3. Φίλ. Ίω. 

άλληλογραφενς, 6. Φ. Φουρν. — Α. 
Μ. Βλαστ 4Θ. 

άλληλογραφέω-ώ. Έλ. κωδ. Α. Μ. 
Βλαστ. 40. — οήλληλογράφ ει όδεΐνα.» 
ν. Χιώτ. 87. — Τον τύπον τούτον τοΟ πα- 
ρατατικου οεν προσοε/εται το ους μου, 
κα\ ας είναι όσον θέλει κανονικός κα\ Ατ- 
τικός. 

' αλληλογραφία, ή. Γαλ. ΟΟΓΓθΒροη- 



[43] 



άλληλογραφιχόν 



άλληλοεπιθεωρεΐοθαι 



άβηοο. Άδ. Κορ. — Σκαρλ. λ. 56. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. — Την νεωτερικήν σΓ,μασίαν δεν 
φαίνεται νά εΐχεν ή ϋζις το πάλαι, άλλα 
τίνα πολύ διάφορον της σημερινής. 

άλ?^ηλογραφ^κόν μέλος, τό. Γαλ. ηΐθΐη- 
1)Γβ 00ΓΓ63ροη(1αη{;. Άδ. Κορ. 15. — Λεν 
έ'μεινεν εις κοινην χρησιν ή λί'ξις, άλλα τό 
άντεπιστε'λλ ο ν. 

άλληλογραφικώς. «Έφ » 17 ΙΜαρτ 92. 

άλληλογρονθοκοπεΐσθαι «Έφ." 15 
Αύγ. 89. — Άκρ. 8 Άπρ. 92.— "Αστυ 17 
Ίαν. 94. 

άλληλογρονθοΗοπήματα, τά Άκρ. 29 
Μαίου 97. 

άλληλοδακνόμενοι, μτ/. Άκρ. 15 
Μάρτ. 87. 

άλληλοδανείζεσθαι. 'Ιίητ:. 17 ΙΜαρτ. 91. 

— Γρ. Ξενόπ. εν Ίίστ. εφ. 11 Μουλ. 94. 

— Φ. Β. εν Άκρ. Λ Ίαν. 96. 
άλληλοδείχνουν. Α Καρκαβ. εν Εστ. 

εφ. 2•.' Φεβρ. 95. 

άλληλοδένεσθαι. « νά άλληλοδεθοΰν.» 
Άκρ. 28 Λύγ. 95. 

άλληλοδέρεσθαι. άλληλεδάρθησαν. Άκρ. 
20 Αύγ. 87, εν δ^ 6 Νο. 91: άλληλοε- 
δάρησαν. ■ — εν δε 1 Φεβρ. 94: άλληλο- 
δαρώ σι. 

άλληλόδεσμος^ ό. "Ονομ. ναυτ. 58. — 
Άγ. Βλ. λ. 97 

άλληλοδετέω-ώ. (κοιν. μποτσάρίο.) 
'Ονομ. ναυτ. 58. — ■ Ήλ. Κανελλόπ. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άλληλοδηλητηριάζεσθαι. 'Άστυ 22 — 3 
Όκτ. '.)1. 

άλληλόδηξις, ή. Χ. Χρηστοβασίλ. ε'ν 
Άκρ. 24 Μαίου 92. 

άλληλοδια€ολαί, α'ι 'Κστ. εφ. 18 Αύγ. 74. 

άλληλοδιαδέχομαι. Σπ. Τρικούπ. 60. • — 
Δ. Βρετόπ. εν 'Ομήριο, 73. — Θ. Κτένας εν 
'()μήρ(ο, 78. — Σ. Μαγγίν. 86. 

αλληλοδιαδοχή, ή. Περ. Γρηγ. 79. — 
Χρ. ΓΙαπαδόπ. ',ΙΗ. — Άλ. Θ Φιλαδ. 96. 

άλληλοδιαδοχία, ή. Θ. Αιβ. 

άλληλοδίαδοχίχός, 3. Άκρ. 2 Νο. 87 

αλληλοδιάδοχος, 2. Ν. Α. Μαυροκορδ. 
7υ2. — Ίο). Ν Λεβ. 869. — Έν τοΙς Λεξ. 
της αρχ. γλ. τό επίρρημα μόνον κείται, ο 
κα\ νΰν εύ/ρηστεΐ. 

άλληλοδιαμάχη, ή. Άκρ. 2 Μάρτ. 91. 

άλληλοδιαμαχόμενος. μτ/. Άκρ. 13 
Ίουλ. '.)6. 

άλληλοδιαπληατίζεσθαι. Εφ. 90. 
^ άλληλοδιαφθειρόμενοι μτ/. Άντ. 

Ροτν, εν ΙΙανελ συντο. 92. 



άλληλοδιαφθορά, ή. Άκρ. 8 'Ιουν. 93. 

άλληλοδιαψενδεσθαι, ( παθητ.) Έφ. 

άλληλοδιδάατης^ ό. Στ. Μ. 'Ράδ. 64. 

άλληλοδιδαΗτικός., 3. ι μέθοδος, σχο- 
λείον.) Έρμ. λογ. 10. —Γ Κλεόβ. 20. — 
Ίίι). Κόκκων. 30. — "Εκθεσις άγωνοδίκου 
"Επιτροπείας 72. 

άλληλοδιδακτικώς. Ν. Λραγ. 79. 

άλληλοδιδασκαλεΐον, τό. Γ. Κ(ι)νσταν- 
ηνίδ. 50.— Πανδ. 62. 

άλληλοδιδασκαλία^ ή. Άδ. Κορ. — 
"Εγγραο. Έλλην. κυβερνήσ. 24. 

άλληλοδιδασκόμενοι. μτχ. Ν. ΙΝικη- 
τόπ. 35. — Κωνστ. Μπογιατζόγλ. 38. 

αλληλοδικαζόμενοι βουλευταί, οι. ( έν 
ττ, εξελέγξει των εκλογών.) Φαίαξ Ιν Έστ. 
έφ. 14 Άπρ. 95. 

αλληλοδιορθόνονται. Άκρ. 21 Αύγ. 87. 

αλληλοδιπλογραφία, ή. Α. Χαρίσης 87. 

άλληλοδιώκεσθαι. «Έφ.» 23 Όκτ. 88. 
— Π μικρούλα" διήγημα, έν Άθήν. 93. — 
άλληλοδκο/νόμενος. μτ/. Μ. ΙΜητσάκ. έν 
Άκρ. .3 Ίαν. 95. 

άλληλοδολοφονία,Ύ\.α\ί.'ΰ.^^ 17 Μαρτ,9Ι. 

άλληλοδονλεία, ή. Μαρούλλης 90. 

αλληλοδράνεια, ή. Στ. Λ. Βάλβ. έν 
Παρν. Άπρ. 94. 

άλληλοειδοηοιεΐσθαι. άλληλοειδοποιή- 
θησαν. Άκρ. 23 Νο. 86. 

άλληλοεκδικεΐαθαι. Δ. Ζ. Σακελλάρ. 95. 

άλληλ ο ε Η ε ρνώντο. Μ. Μητσάκ. έν 
Άκρ. 4 Ίαν. 95 

άλληλοεκριζόνονσι τάς κόμας τιον γύ- 
ναια. Άκρ. ν'7 Όκτ. 91. 

άλληλοελέγχεσθαι. άλληλοελεγ/όμενοι. 
Άκρ. 7 Άπρ 88.— Άστυ 3 Μάρτ. 96.— 
Πρβλ. το κατωτέρω" άλληλ ο ε ξ ε λ έ γ χ. 

άλληλοενάγεσθαι. Άκρ. 7 Ίουλ. 96. 

άλληλοεννοεΐσθαι. Γ. Σ. Πόγγης 66. 

άλληλοεξάρτησις, ή. 'Εστ. έφ. 17 
Μάρτ. 94 . 

άλληλοεξελέγχεσθαι. Άκρ. 11 Όκτ. 97. 

άλληλοεξετάζεσθαι.\\•/.ρ. 13 Μάρτ. 93. 

άλληλοεξευτελίζεσθαι. άλληλοεξηυτελι• 
σμενο;. Παλιγ. 5 Σεπτ. 89. — «Έφ.» 14 
Ίουν. 91. — Άκρ. 12 Άπρ. 92. 

άλληλοεξευτελισμός,ό. Άκρ. 9 Φεβρ. 96. 

άλληλοεξηγεΐσθαι. Γ. Σ. Πόγγης (ί6. 

άλληλοεξουδετερονσθαι. Άκρ 8 Δεκ. 87. 

άλληλοεπαληθευόμενοι, μτ/ Άκρ. 7 
Άπρ. 88. 

άλληλοετζηρεάζω . - ομαι. Άν.Σούλης84. 

άλληλοετΐίθεσις, ή. Λκρ. 3 Νο. 94. 

άλληλοεττιθεωρεΐσθαι. Λ. Ν. Στούπ. 84. 



[44 



άλληλοεπιτήρησις 



άλληΧομηδενίξεσθαι 



άλληλοεπιτήρησις, ή, Γ. Β. εν Άκρ. 8 
Σεπτ. Ρ6. 

άλληλοερωτάσθαι. να άλληλοερωτηθώ- 
μεν. Φ. Β. εν Άκρ. 15 Δεκ. 96. 

άλληλοζηλενεσθαι. Ν. Ι. Σπανδ. εν 
Άκρ. 12 Ίουλ. 95. 

άλληλοζηλοτνπεϊσθαι/Α/.ρ. 19Αεκ 85. 

άλληλοζήτησις, ή. \ρ. Πα-αδότ:. 

άλληλοθαυμάζεσθαι «Έφ.» 20Μα. 90. 

άλληλοθαυμασμός, 6. "Αλοας εν Άκρ. 

3 Φεβρ 94. 

άλληλοθαυμασταί. οί. Ν. Ι. Σαρ. 76. 
— Τρίκ-τράκ. 12 Όκτ. 86. 

άλληλοθανμαστίΗός, 3. Άκο. 17 
Μάρτ. 87. 

άϊληλοθεάσθαί. άλληλοθεώνται. Άκρ. 2 
Ίουλ. 89. — Πρβλ. άλληλοθειυρε'ίσθα'.. 

άλληλοθεσία. ή. ( πλοίίον.) 'Έγγρα» Α. 
Παλάσκα κα\ δύο άλλων πραγματογνωιι,ό- 
νων. 76. 

άλληλοθεωρεΐσθαι δια βλήψατος. Άκρ. 

4 Μαίου 93. 
άλληλοθρυμματίζεσθαί. Άκρ. 18 

Σεπτ. 94. 

άλληλοθυσιάζεσθαί Λ. Ήλιακόπ. έν 
Παρν. 9*. 

άλληλοθωπενεσθαι. Άκρ. 3 Αύγ. 86. 
->Γάλληλοκα§αλλικενσϋ'αι. "Αστυ 26 
Ίαν. 96, εν επιφυλ. 

άΧληλοκαλεΐσθαι άλληλοκαλούμενοι. 
ολληλεκαλοϋντο. Άκρ. 7 Φεβρ. κα\ 1 
Μάρτ. 94, εν επιφυλ. 

-\-άλληλοκαννι€αλισμός, ό. Άκρ. 14 
'Ιουν. 94. 

άλληλοκατα^ροχθισμός, ό "Αστυ 9 
—10 Ίουν. 93. 

άλληλοκαταγγελία, τι.Ά'Λρ. 13 Ίουν. 92. 

άλληλοκαταγγέλλεσθαί ' άλληλοκατηγ- 
γελθηααν. άλληλοκαταγγελθε'ντεζ. «'ίΐί).)) 8 
Ίουλ. 91.— Άκρ. 29 Φεβρ. 92. — 'Άστυ 
3 Μάρτ. 96. 

άλληλοκαταδιωκόμενοι. μτ/. Άκρ. 95. 

άλληλοκαταδίωξις ή. Άκρ 16 Φεβρ. 87 

άλληλοκαταργεΐσθαι. άλληλοκαταργού- 
μενοι νόμοι. «Ίϊο.» Φεβρ. 91.' — Άκρ. 
11 Νο 92. 

άλληλοκαταστρέφεσθαι. Ι. ΙΜεσσηνί-. 
Ιν Άκρ. Ι Δεκ. 92. 

άλληλοκατηγορεΐσθαι. Ι'ερ. ΙΜαυρογιάν. 

αλληλοκατηγορία^ τ,. Νικηφ. Γλυκ. 

άλληλοκλέσττεσθαι, άλληλοκλεπτόμενοι. 
Άκρ. 17 ιΝο. «6 κα• 7 Μαΐου 89 και 2 1 
Δεκ 91. — Προμηθεύς Βώλου Ίουλ. 92. 

άλληλοκλοττι']., ή Άχρ. 2 Μάρτ. 90. 

[ 



«άλληλοκοινο^ουλεντικόν κατά το αλ- 
λ τ} λ ε θ ν ε ς δύναται να /αρακτηρισθτί το 
Ιν 'Ρώμτ) Συνεδριον της ειρήνης, επειδή 
συνήλθον έν αυτω βουλ£υτα\ κα'ί γερουσια- 
στα'ι πολλο"Ί εκ πάσης /ώοας.» «•Εϊ5.» 28 
Όκτ. 91. 

άλληλοκοινωνία, ή. Ν, Χ. Άποστολ. 

άλληλοκόλακες , οί. "Αλφας εν "Ακρ. 3 
Φεβρ. 94. 

άλληλοκοττεΐσθαι . «Έφ.» Ίουν. 89. — 
άλληλοκόπηααν '\. Τσικόπ. 91. 
-\-άλληλοκοροϊδεία, ή. Άλοας έν Άκρ. 
22 Φεβρ. 94. 
-^άλληλοκοροϊδενεσθαι.' Κν.ρ. 6 Μαίου98. 

άλληλοκρατεΐσθαι. άλληλοκρατούμενοι. 
Ί(.).Κ Καμπούρ.78.— Κυ•];ελη 20Ίουν. 86. 

— Άρ. Προβελ. 88. — 'Λ)^. Άγαθον. 90. 

— Πρω-α 22 Φεβρ. 97. 
άλληλοκρεονργεΐαθαί. άλληλοκρεουρ- 

γούμενον κράτος. Άκο. 17 ^ο. 86 κα\ 8 
Όκτ. 90. 

άλληλοκρεονργία^ ή. «Έφ.» 21 Αύγ. 91. 

άλληλοκρίνεσθαι. Έιο. 95. — Έστ. έίί. 
21 'Οκτ 97. 

αλληλοκτνπώμενοι. ατ/. Τίιηηη έν 
Άστει 29 Όκτ. 95. 

άλληλοκυνηγήματα, τά. Άκρ, 7 Νο. 94. 

άΧληλοκυτάζεσθαι. άλληλεκ υ τ τ ά/θη- 
σαν. Άκρ. 18 Μάρτ. 94 και 7 Φεβρ. 95, 
έν έπιφ. 

άλληλολακτιξόμενοι. ατ/. Άκο. 13 
Μαρτ.89. 

άλληλολατρεία, ή. Άνδρ. Λασκαράτ. 89. 

άλληλολατρενεσθαι.^ ^1τ\^ 23-4 Μάρτ. 93. 

άλληλολιθο&ολεΐσθαν. («Έφ.» Όκτ 93. 

άλληλολογχίζεσθαι. άλληλοελογ/ίσθη- 
σαν. Άκρ 29 Δεκ. 90. 

άλληλολούεσ'&αι (ϋβρεσι ) ΙΝΙποεμ έν 
Άκρ. 5 .\ύγ 9ί. 

άλληλολυθέντες μτ/. Σπ Τρικούπ 

άλληλολωττοδυσία, τ\ 'Λκρ. 4 'Οκτ. 92. 

άλληλομαδάομαι- ώ^αί.".\στυ.'>Ίουλ.93. 

άλληλομάδημα, τό. Μι/. Μητσάκ. 89. 

άλληλομαχαιρονόμενοι μ'ί/• ^ί ^ν 
Άκρ. 27 Δεκ. 97. 

άλληλομάχομαι άλληλεμά/οντο. Άλ. 
Σοΰτσ. 39. — Η. Γ. 'Ορφ 58. — άλλη- 
λομα/όμενοι. Φλόξ, 80. — Άχρ. 23 Άπρ 
91. — Ίίν-τοΤς Λεξ. της άρ/. γλ. φέρεται 
μόνον ό ενεργητικός περισπώμενος τύπο?. 

άλληλομελετασθαί. να άλληλομελετηθώ- 
μεν πριπει .\. Σπ. έν Άκρ. 2 Αύγ. 91. 

άλληλο μεταφορά η. .«Έφ.» 24 Όκτ. 92. 

άλληλομηδενίζεσθαι. Άχρ. 29 Δεχ. 86. 

45] 



άλληλομηνύεσθαι 



άΧΧηλοσηαραγμος 



άλληλομηνύεσθαι «Έφ ι> 27 Όκτ. 89. 

- Άκρ. 10 Όκτ. 95. 
άλληλομήννσις, ή. «Έφ.» 31 Μαίου 

91. — Έφ. συζητήσ. 4 Σεπτ. 94. 

άλληλομίμησις, ή. Α. Κακλαμάν. Ιν 
Έατ. 19 Ίουλ. 92. 

άλληλομισεΐσθαι Π. Ξανθάκ. 72. — 
"Ακρ 17 Μάρτ. 89.— «Έφ.» 14 Ίουν. 91. 

- Το άλλη λ ομ ιαε'ίν άνεγνώσθη εν γ.λ- 
-υρω ττ]ς Αιγύπτου παρά τω ΌϊβΙβΓΪοΙΐ εν 
σελ. ■ 68. 

άλληλομισής, 2. Β. Φαοσης, 69 εν 
σελ. 68. 

άλληλομισία, ή "Άστυ 9 — 10 Σε-τ. 91 
κα\ 22 Νο. 9(ί 

άλληλομοριαχός^ 3. (ά-οστάσεις). Άλ. 
Βάλοη; 90. 

^ άλληλομονντζώνεσθαι. ελάτε να άλ- 
ληλομουντζωθώμεν» [οί "Ιΐλληνες ! ] Άκρ. 
7 Σεπτ 97. 

άλληλοξεσχίζεσθαι. "Ακρ. 9 Μάρτ. 93. 

άΙληλοξνλοΗοπεΖσθαι άλληλεξυλοκο- 
πήθηααν. 'Ακρ. 2! ΦεΟρ 95 

άλληλοπάθεια. ή "Αδ. Κορ. 05. — Γρ. 
Ζαλ. λ. 09. - ΐΝ. Λούκ. — Κ. Οίκ — Γ. 
Χρυσοβ. 39. — Α Ι. Μαυροφρ. 

άλληλοΐταθώς.' \/.ρ. 18 Ίουν. 92. 
"άλληλοπαλαμάσθαι, έξ οδ ό πόλε- 
μο ς. « "Αγγελ. Καπ(ότας τω 1885 ί•{ρίΧ'}^ζ 
ταΰτα ετυμολογών 

άλληλοπαρατάσσεσθαι. άλληλεπαρατά- 
/θησαν Γ. Φιλάρ έν Έστ. έφ. 21 
Ίουν. 97. 

άλληλοπαρατήρησις ή. Ν. Έπ. εν 'Α- 
στει 21) Ίουλ. 9'ί. 

άλληλοπαρηγορεΐσθαι. Λς έν Άκρ. 20 
"Οκτ. 115. 

άλληλοπατεΐσθαι. Ακρ 10 Ίουν. 96. 

- άλλ7;λ&Γ:ατούμΞνοι. Έστ έφ. 22 Σεπ. 96. 
άλληλοπειράζεσθαι. άλληλ /πειραζόμε- 

νοι. "Ακρ 13 Μάρτ. 89, έν οέ 30 "0- 
κτ(ι)β.93. άλληλοπειράζοντες (μετά τοϋ άλ- 
ληλοσυγ/αιρό[λενοι . 

άλληλοσνεριποιεΐσθαι άλληλοπεριποιού- 
μενοι Άνδρ. Αασκαράτ. 86 — άλληλοπε- 
ειποιοΰντα'. εΙς τον άλλον. Δς έν '.\κο. 16 
'Ιαν. 97 

άλληλοττεριφρονεΐσθαι "Λχρ. 23 Αύγ. 
92 και Γ) Φεβρ '.Ι'Ί, εν ε.-τιφ 

άλληλοπεριφρονήσεις, αι. « Κφ.β 1 Ίαν. 
91. — Σοφιανός έν 'Ακρ. 25 Σεπτ. 94. — 
"Αστυ 27 Μαίου 98. 

άλληλοηιεζόμενος μτ/. «Έλλην. γεωο- 
γία.»— Άκρ. 27 Φεζρ. 97. 

[ 



άλληλοπίεσις . ή. Άκρ. 18 Μαίου 87 
και 19 Ίουν. 89. 

άλληλοττίστωσις, η. Ν Κοντοπ. λ. 89. 

άλληλοπλήσσεσθαι. Χρονόπ. — Άκρ. 4 
Όκτ. 93. άλληλοπλήττονται. 

άλληλοπολεμεΐσθαι. άλληλοπολεμούμε- 
νο'. "Ακο. 23 Ίαν. 90 — Έπ. Κ. Κυοια- 
κίδ. 92. ' 

άλληλοπρασία ή θ Ν. Φλογαίτ. 74 

άλληλοηρόεδροι, οι. Άκρ. 5 Άπρ. 96. 

άλληλοηροί>ίΐσις, ή. Άκρ. 2 Δεχ 88. 

άλληλοπροκαλεΐσθαι. Ακρ. 16 Άπρ. 
και 27 Όκτ. 95. 

άλληλοπροπηλαχιζόμενοι. μτχ. Ήλ. 
Ί Οίκονομόπ έν Ϊ1ρω'.•χ 1 1 Μαίου 95. 

άλληλοπροσ§ληθέντες, μτ/. «Έφ.» 10 
Ίαν. 89. 

άλληλοπροσερχόμενοι μτ/. "Άστυ 8 
Μάρτ. 94. 

άλληλοηροστατενόμενοί. μτ/. Άκο. 25 
Φεβρ. 90. 

άλληλοπροατάτενσις^ ή" «άδελοότης 
άλληλοπροστατεύσειο; έν Τυρνάβο^ της Θεσ- 
σαλία; ».' Άκρ. 10 Δεκ. 88. 

άλληλοπτυόμενοι μτ/ «Έφ « 27 Ίουν. 
92 —Άκρ. 7 Ίουν. '94' 

άλληλοπνοο&ολεΐσθαι. άλληλ ε πυροβο - 
λήθησαν. Άκρ. 16 "Ιαν. 89 και 9 Μαίου 93 

άλληλθ7ΐυρο€ολι,σμοί , ο\. 'Άστυ 9 
Μαίου 95. 

-\-άλληλορεί<λαμαριζόμενοι. μτ/. Νέα 
έφ. 3 .Μαίου 96. 

άλληλορρα€διζόμενθί. μτ/. Άκρ. 22 
"Ιαν 95 

άλληλορρα€δισμοί . οΊ Λ. Π. Νάχος 93. 

άλληλορρα€δοχ.07ζημα, χό. Ακο. 3 
Μαίου 94. 

άλληλορραδίονργεΐσθαι. Παλιγ. 4 Ιαν. 
90.— Άκρ. 2 Αύγ. 96. 

άλληλοροάττιαμα. τό. Άκρ. 8 Ίαν. 87. 

άλληλορραφη έσθήτων, ην τρελλόπαιδα 
τολμώσιν ει; τά 6γο τον Έπιτάφιον κατα- 
κλινόμενα να κοιμηθώσι γραιδια Ί'^παρ/ιώ- 
της έν Έ.στ. 28. Μάρτ. 93 

άλληλορρίπτειν. άλληλερόίπτομεν βλέμ- 
μα. "Ακρ. 9 Ίαν. 91. 

άλληλοσχέπασμα, το Άκρ. 25 Αύγ. 92. 

άλληλοσκοτωμός,6. "Ακρ. 22 Ίουλ 86. 

άλληλοσκοτώνεσ&αι. Παλιγ. 5 Σεπτ. 89. 

άλληλοσκώπτεσθαι «Ίνφ.ο 14 "Ιουν. 91. 

αλληλοσπαραγμός, 6. Νέα έϊ). — ίΈφ.» 
22 Μαρτ '.Ί. — Άκρ. 19 Ίαν. 93. — ' Γ. 
Β. έν'Άστει 12 Αύγ. 94. — Παλιγ. 5 
Άπρ. 95. 
46] 



άλληίοσπαράττεσθαι 



άλληλουχίΗος 



άλληλοσπαράττεσ&αι. Άκρ. 19 Σεπτ. 
88 και 7 Ίουλ. 96. — Έστ. εφ. 12 Ίαν. 97. 
-\-αλληλοαηρωχνόμενοι. μτ/• Άκρ. 22 
Ίουν. 94. 

άλληλοσταυρούμεναι αντιφάσεις. Άκρ. 
13 Μάρτ. 89. 

άλληλοστιγμ,ατίζεαθαι. Εφ 91. 

άΧληλάστρωτος, 2. ΤίιηβΒ έν Άκρ. 19 
Ι\1αρτ. 96. 

άλληλοανγκρατεΐσθαι. Άκρ. 17 Ίαν.9δ. 

άλληλοσυγαράτησίς, ή. (το(/ων ) Έστ. 
έφ. 26 Άπρ. 94. 

άΧληλοανγχρονεσθαι. αλληλοσυγκρουό- 
μενος \χτ-/ (συμφέροντα, στο /ε'ΐα κτλ.) 
Άκρ. 15 Μάρτ. 87 κα'Ί 17 Ίουλ. κα\ 6 
Σίπτ. 95. — 'Άστυ 10 Ίουν. 96. 

άΧληλοανγκρουσις, ή. Παλιγ. 23 Φε. 90* 

άλληλοαυγχαιρόμενοι, μτ/. Άκρ. 30 
'Οκτ. 93. — άλληλοσυγ/αίοοντες. Αυτόθι 13 
Δεκ. 93. 

αλληΧοσυγχαρητήρια^ τά. Άκρ. 24 
Μαίου 89. 

αΧΧηΧοσυΗοφαντεΐσθαι. "Οθ. Φωστη- 
ρόπ. 90. 

άΧΧηΧοονΧΧνηεΐσθαι. *Λκρ. 1 'Λπρ. 96. 

άΧΧηΧοσυμμαχία, ή. Κ. Κούμ. 

άΧΧηΧοσνμηάθεια, ή. 

άΧΧηΧοσνμπΧέκεσϋαι. Μ. Μητσάκ έν 
Άκρ. 2 Ίαν. 95. 

άΧΧηΧοσυμτζΧηροΰσθαι. άλληλοσυμπλη- 
ρούμεναι συμπάθειαι. Άκρ. 31 Αύγ. &9. 

άΧΧηΧοσυμηΧοΗαί,^ αί. Λ. Π. Νάκος 93. 

άΧΧηΧοσνμπραξις, ή. Σπ. Παγαν. εν 
Έστ. Ιφ. 22 Μάρτ. 94. 

άΧΧηΧοσνναφής, 2. Στεο. Ξε'ν. Ιν Βρετ. 
άστ. 4 Φίβρ. 92. 

άΧΧηΧοσννδεσις, ή. Γ. Λαμπάκ. 89. 

άΧΧηΧοσννδετον, τό. Νέα ^φ. 

άΧΧηλοσννδιόακτίΗη μέθοδος. 'Ανών. Ιν 
Εκθέσει άγωνοδίκου επιτροπείας, 72. 

άΧΧηΧοσυνεννόησις, ή. «'Εο.» 5 Νο. 
91. — Σπ. Παγαν. εν 'Εστ. ίφ. 22 Ίαν. 95. 

άΧΧηΧοσυντηρεΐσθαι. άλληλοσυντηρού- 
μενοι. «'Εφ.» 13 Φεδρ 92. — Πλ. Ε. 
Δρακ. έν Άκρ. 7 Δεκ. 93. 

άΧΧηΧοσυντρί^εσθαι. 98. 

άΧΧηΧοσφαγεΐσθαι. άλληλοσφαγοΰνται. 
Ν. Ι Σαρ. 62. — Π Α. Καβ 73. 

άΧΧηΧοσφαγή, ή. Χρ. Βυζ. 74. — Πρβλ. 
τά εξής δύο. 

άΧΧηΧοσφαγία, ή. Κ. Άσ. 58. — Φίλ. 
Ίω. 61. — 'Εμ. Ροίδης 86. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. 

άΧΧηΧοσφαγμός, δ. Άκρ. 6 Νβ. 91. 

[ 



&ΧΧηΧοσφαίρίζβσθαι δια σφαιρών /ιο- 
νοπλάστων. 'Εφ. συζητήσ. 25 Δεκ. 94. 

άΧΧηΧοσφαξίματα, τά. Μ . . ης έν Άχρ. 
20 'Οκτ. 90. 

άΧΧηΧοσφάττονται (και* άλληλοσφάζον- 
ται.) Ν. Δραγ. 51•— Σπ. Ν. Βασιλ. 69. 
— άλληλοσφαγώσιν, νά'Γερ. Μαυρογιάν. 89. 

άΧΧηΧοσφενδονίζειν. ι ύβρεις.) Α?ών. 

αΧΧηΧόαφιγχτος, 2. (στήθη.) Περ. Γ. 
■Ραυτόπ. 83. 

άΧΧηΧοσχετίΗός, 3. Μ. Κ. ΣτεΦανίδ. έν 
Προμ. 26 Άπρ. 9?. 

άΧλτιΧοταηείνωσις, ί[. Άκρ. 14 Μα 87. 

άΧΧηΧοτέμνεσθαι. άλληλοτεμνόμενοι κύ- 
κλοι. Άκρ. 1 Μάρτ. 92. 

αΧΧηΧοτίτΧοφορεΐσθαί. 

άΧΧηΧοτομία, ή. .Ν θεοτ. 

άΧΧηΧοτραυματίζεσθαι.^Κχρ. 20 Ίαν. 
87 και 14 Φεβρ. 94. — άλληλ ε τραυματί- 
σθησαν. Δελτ. άστυνομ. έν Παλιγ. 25 
Ίουλ. 88. 

άΧΧηΧοτρανματισμός, ό.^ ^γ.ρ. 11 Άπρ. 
89.— Άστυ 4 Ίουλ. 94. 

άΧληλοτρι&ή, ή. Σ. Άποστολ. έν 'Εστ. 91. 

άΧΧηΧοτρί€θ}. Δ. Βίκέλ. 

άΧληΧοτροπία, ή. Α. Γ. Πασπ. έν 
Πανδ. 58. 

άλΧηΧοτρώγεσθαι. θα άλληλετρωγό- 
μεθα. Άκρ. 14 Ίουλ. 86 κα\ 8 Αύγ. 97. 
Μαργ. Εύαγ. 87 — Β. Κυριακίδου έν Ίίφ. 
τ. κυριών 19 Φεβρ. 95. 

άΧΧηΧοτντιτεσθαι. !Νέα έφ. 5 Άπρ. 92, 
έν έπιφυλ. 

άΧΧηΧότυψις,^. λ. Κ. Παπαγεωργίου 89. 

άΧΧηΧοϋ^ριζεσθαι^ άλληλοϋβρίσθησαν. 
Άκρ. 1 Ίουν. 89. — Παλιγ. 5 Σεπτ. 89. 
— ^Οθ. Φωστηρόπ. 9ΐλ— Άστυ 9 Άπρ. 91. 

άΧΧηΧοϋ^ρισις, ή. Άκρ. 26 Ίουν 92. 

άΧΧηΧονϊάρια, τά' συνθέματα έχκλησιαστ. 
μουσικής. 

άΧΧηΧονηερασπίζεσθαι. Άκρ. 27 Ά- 
πριλ. 97. 

άΧΧηΧονπεράστΐίσις, ή. 

άΧΧηΧονπο€Χέηεσ^αι. Έστ. έφ 39 

Ιουν. 94. — Ά/.0. 28 Σεπτ. 95 και 7 
Ίουν. 96. 

άΧΧηΧονηοητενόμενοι. μτ/ Άκρ. 10 
'Οκτ. 93. 

άΧΧηΧοϋηοστηρίξεσθαί," Αιτυ 14 Μάρτ. 
96. —Άκρ 30 Μαίου 96, έν. 

άΧληΧονηοφέρεσθαι. ".\κρ. 13 Μάρτ. 93. 

άΧΧηΧουχής. 2. Β. Φαρσής 69. 

άΧΧηλουχιχός, 3. Μ. Χατζόπ. έν Νέα 
έφ. 7 Άπρ. 92. 

47 ]' 



άλληλονψονσθαι 



άΧοτριογράφος 



άλληλοϋψονσθαι . άλληλοΰψούμενος. Ά- 
κρόπ. λ1 ΙΜαρτ. ',ΙΟ. 

Αλληλοφαγωμάρα, ή. Γ. Π. εν Άστει 
5 Νο. 96. 

άλληλοφαγωμός^ δ Άκρ. \'ί Ίουλ. 86• 

άλληλοφθαλμοφαγεΐν . άλληλοφθαλμ.0 - 
φαγοΰντες. 'Ραμτΐ. 10 Αύγ. 86. 

άλληλοφθείρεσθαι Ευτέρπη 15 Φεδρ.Γ)5. 

άλληλοφθονεΐσθαι άλληλοφθονουμενη. 
Άχρ. 7 Αύγ. 88. — Ν, Κοντ. λ. «9. 

άλληλοφθορά, ή. Ν. Γ. Πολ. 89.— "Αλ- 
φα; έν Άκρ. 18 Μάρτ. 94. — 'Γπ. Ιν τοΐς 
Αεξ τής άρ/. γλώσ. ή άλληλοφθορία. 

άΧληλοφιλβΐσθαι Έατ. — Ήμερολόγ. 
Μη '/άνεααι 88 

άλληλοφίλημα, τό Άκρ. 20 Άπρ. 86. 

άλληλοφιλοτιμεΐσθαι. άλληλεωιλοτιμή- 
θησαν. 'Λκρ. 9 Ίαν. 97. 

άλληλοφονενεσ•&αι. 'Αδ. Κορ. 791. — 
'Ίδε τήν εΙς τήν λίξ. άλληλαπάγεσθαι ση- 
μείωσίν [Λου. 

άλληλοφυγή, ή. Χρ. Παπαδόπ. 

άλληλοφυγίαι, οά• το φυγαδεύειν (;) αλ- 
λήλους ένπολιτικλίς δι/οστασίαις Κ.Άσ.53. 

άλληΧ,οφωτισμός 6 (των ί\ι τϊ) πολι- 
τεία ίξουσιών. ) Άκρ. ?4 Ίαν. 98. 

άλληλοχαιρετισμοί, οι (δια κανονοβολών 
κτλ )'Άστυ 1—2 Μαίου 93. 
λιτεί» εξουσιών.) Άκρ. 24 Ίαν. 98. 

άλληλοχρωματίσμός, δ. Άνδρ. Λασκαρ. 

άλληλοχνροΰσθαι . άλληλο/υρούμεναι κυ- 
ρίαι. Άκρ. 3 Άπρ. 90. 

&λληλοψευδοφιλοτιμεΐσθαι.ί^^τ[^ο•^ΐ^- 
δοφιλοτιρ.ούμεναι αί μεγάλαι της Ευρώπης 
δυνάμεις. Άκρ. 27 Φίύρ. 97. 

άλληλνπηρετεΐσθαί. Άκρ. 10 Λύγ. 83. 

άλληλωθεΐσθαι. άλληλωΟούμενος. Δαν. 
Φιλιπ. — Π. Τριανταφ. — Φλόξ 80. 

άλληλώθησις, ή. Άκρ. 7 Ίαν. 95. 

άλλοδαπότης, ή. Αεξ. νομοτε)τν. 40. 

άλλοδιχία, ^ ετεροδικία, ή. Φίλ. Ίω. Ιν 
Φυ-3. δικ. ^κδ. Λ. Οΐκ. — "Ιδε κα\ άλλοτριο- 
δικία. 

άλλοε&νογλωσσέω-ώ. Άλφας εν 'Ακο. 3 
Αύγ. 94. 

άλλόηχος, 2. Α. Τραυλαντών. εν Παρ- 
ναασιο, 94 . 

άλλοθιγενεΐς σεισυ.οί. 

άλλοιμονώτερον . Ιτΐ^. Άκρ. 25 Μαίου 
89. — Το της κοινής λαλιάς άλλοίμονον ό 
Σκαρλ. Βυζ. τω 1835 Ιν τω Λεξικό* του 
τίίς καθ' ήμας Έλ.διαλ εγραψεν«άλήμων ώ,» 
ως ίν. του έν τη Γαλεομαχία «'αλε'μων ώ1» 
Ούτω κα\ Ιν τω Ίίλλην. Γαλ. λεξικω του 

[ 



τω 1856. 'Ολίγοι τιν^ς ήκολούθησαν αύτιΓ 
'Ο Κορ. έν το^ς Άτάκτοις δεν περιε'λαβϊ 
την λε'ξιν. 'Ο Σπυρ. Τρικούπης κα\ 4λλοι 
πολλο"Ί έγραψαν κα\ γράφουσιν άλλοίμονον. 
Νί'αν δ^ 6 Ν. Γ. Πολίτης έν Έπετηρ. 
Παρν. έτι 98, σ£λ. 112—3 έξεθηκεν Ιτυ- 
μολογίαν της λέξεως; έκ του ήλι ήλί' κα\ 
έγραψε ν αλίμονο. 

άλλοιομέρειαι, αι (άντίθετ. τοΰ όμοι- 
ομέρειαι.^ Π Καλλιγ. έν Πανδ. 51, ένθα έ- 
τυπώθη άλλε ωμέρειαι. 

αλλοιομετρίΗος, 3. Δ. ΙΝ. Βερν. 87. 

άλλοιομετρικώς. Δ. Ν. Βερν. 87. 

άλλοίομορφία, ή. Εύγ. Βούλγ. 

άλλοιοοχόπια^ τά τοΰ "Εδισων. Καιροί 
22 Μαίου 96. — ^Ητο ή λέξ. εκεί τυπω- 
μένη" άλλοιοσ ό π ε ι α Έγώ δε τήν υπέθεσα 
έσφαλμένην κα\ την μετέγραψα άλλως, ύ 
δέ ήμαρτον. συγγνώτωσάν μοι οί επιστή- 
μονες. 

άλλοιοστροφιπός, 3, (μορφή άσματος;) 
Δ. Χ. Σεμιτ. 86. 

άλλοιοστροφιπώς. Δ. Χ. Σεμιτ. 94. 
νάλλοϊαται μάλλον ή έγωϊσταί,» οί. Ακρ. 
14 Μαίου 95. — Προς έκδίωξιν της ξένης 
λίξεως ,ιΙΐηΐίΡΐβ έπλάσθη δ άλλοϊστής, κα 
λώς ή κακώς άλλοι ας ε'ίπιοσιν. 

άλλοίώσιμος^ 2. Χρυσαλ. 65. 

άλλοιωτιχώς. Π. Καλλιβούρσ. 62. 

άλλοκοτοειδής, 2. Μ. Ιίερδ. 

άλλοκοτολογήματα, τά. Άκρ. 4 Οκ. 95. 

άλλομορφίτης^ 6. (όρυκτολογ.) Κ. Μη- 
τσόπ. έν Έγκυκλ. Αεξ 

άλλόμορφος, 2. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 51. 

άλλοοικιστίΗοΙ οργανισμοί, οί. ^γεω- 
λογ.) Κ. Μητσόπ. έν Προμ. 16 Σιπτ 90. 

άλλοηαθητικός . 3. (σύστημα, μέθοδος. 
ιατρός.) Γ. Άριστάρ/. 71. — Βλ. Χρυσι- 
κόπ. — Άγ. Βλ'ά/. λ. 97. 

άλλοπαλλάδιον , τό. (ορυκτολογ.) Κ. ΛΙη- 
τσιπ. 90. 

άλλοπανταχόθεν . Άο Κορ. 30. 

άλλο^τιστέω-ώ. θ. Παπάζ 49 

άλλοπλανααθαι. Χριστοδ. Νικολαίδ. 46. 

άλλοποιεΐον, τό. λέξις στιγμιαίος χρείας 
κα\ εμπνεύσεως έν Άκρ 30 Δεκ. 92, ϊ^ς την 
μετ' άλλ(ον χρησιν ίδε έν λέξει ψιαθοπω- 
λε"ίον, κα\ τότε κρίνε, αν ήτο αναγκαία 
ή ο/ι. 

άλλόσχιστον, τί. (δρυκτολογ ) Ρερμ• 
ΑΠοΙιΙαβ. Κ Μητσ.π 90. 

άλλοτεσινοί καιροί. Ί(ο. Βηλαρα? — Μ' 
αρέσκει το επίθετο ν πολύ. 

άλλοτριογράφος, 2. Ίω. 'Ραζής. 
48] 



αΧΧοτριοδιχία 



άλσοδίαιτοζ 



άλλοτριοδικία, ή. Διομ. Κυρ. 
άλλοτριολογία. ή. "Αγ Βλ. 75 έν Παρ- 
νασσού τομ. α'. έτ. 77. — Τ;:, εν τοις Λεξ. 
της άρ/. γλ. ρήμα άλλοτριολογίω. 
άλλοτριολόγος, 2. 'Ιω. 'Ραζης. 
άλλοτριόφωνος^ 2. Εύγ. Βούλγ. 07 
άλλοτριώσιμος, 2. Γαλ. αΗβη&1>1θ. Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 
:= άΧλοτροπία, ή. Δ. Χαντσ. — Τ. Νερ. 
68. — Άν. Κ. Χρηστ. 87. — Προμ. 9 Φ^βρ. 
92. —Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άλλοτροπιχός, 3. (•Όρφή. κατάστασις.) 
Άν. 1ί. Χρηστ. 87. — Προμ. 9 Φεβρ. 92. 
= άλλοτρόηιον. τό* ό κατά Βερζελιον αν- 
θραξ=άδάμας. Βελτίωσ. 26 Ίουλ. 53. 

άΧλοτυηιχοι οργανισμοί, οί. (παλαιοντο- 
λογ.) Κ. Μητσόπ. Ιν Προμ. 16 Σεπτ. 90. 
— 'Γπ. ίν το"ίς Λεξ. της άρ/. γλ. Ιπίθ. αλ- 
λ άτυπος καί άλλοτύπωτος. 
άΧΧοφάνεια,η. (αστέρος.) 'Ιούλ. Σμίτ. 78. 
άΧΧόφΧε^ος, 2. Γαλ ρ&ηαοΐιό Σ/. Λεβ. 
λεξ. 61. 
άΧΧοφρονητιχός, 3 Άκρ. Λεκ. 88. 
όΧΧοφρόνως τινός, (λ γ. της εκκλησίας.) 
Π. Χιώτ. 87. — Άγ. Βλ. "λεξ. 97. 

άΧΧοφυΧοφόνος, 2. (σπάθη.) Δ. Γου- 
ζελ 07. 
άΧΧοφωτογραφεΐοθαι. "Ακρ. 29 Νο. 94. 
άΧΧοχροΐτης, 6. (δουκτολογ.) Άν. Κορδ. 
88. — Κ. Μητσόπ. 89. 

άΧΧοχρωματισμός, 6. (όρυκτολογ.) Κ. 
Μητσόπ. 89. 

= άΧμανάχιον^ τό. — "Ιδε κα\ άλμενά/ιον. 
άΧματικός, 3. (υπερτίμησις αξιών εν χρη- 
ματιστηοίοις κτλ.) «Έφ.» 8 Μαίου 92. — 
Β 4•ιλάκ. έν Έστ. 20 Φεβρ. 94. 
άΧματιχώς, Γ. Β. εν Άκρ. 6 Νο. 96. 
άΧματώδης, 2. (βήματα.) Πρωία 28 
Σεπτ. 96. 

= άΧμενάχιον, τό ( = Αΐιηαηαοΐι ) Έφ. 
του λαοΰ 52. — "Ιδε Ιν τω θησαυρώ τοί3 
Έρ. Στεφάνου την λεξ. άλμεναχόν, τό. 

άΧμόΧοιπον, τό. (χημ.) Γαλ. βαΰ-ΐΏβιβ. 
Γερμ. ΜιΐΙίθΓΐ&υ^β. 'Αν. Κ. Χρηστ, 87. — 
'Λγ. Βλ. λιξ. 97. 

άΧμνρίπη, ή. Γαλ. ί£ΐηιαπ8 Άγ. Βλ. 
λ. 97 

άΧμυρόμετρον, τό. Γαλ. ββ,ΙίηοπίβίΓβ. 
'Ονομ. ναυτ. 58. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άΧμνρονσθαι Γ. Έμ. Άντ. 
^^άΧογάδες λογάδες τοΰ γένους, οί Ιν Φα- 
ναρίοί Κστπλεως 1) Άκρ 24 Φεβρ. 96. 

ΑΧόγιος, ό• δν. κύρ. πλαστόν. θ. Γ. 
Ορφ. 58. — (ΐε'ίτε λόγιος, είτε άλόγιος αν- 



ταποκριτής.» Μποέμ Ιν "Αστει 16-7 'Απ, 93" 

άΧογιστέος. 3. Ίώσ Μοισ. 

άΧογο€όσχητος, 2. (^Ίππόβοτος τοΰ 
Όμηρου. Ι 'Ιάκ. Πολυλ, 75. 

άΧογοχρισία. ή. (όμοΰ μετά τοΟ λογο- 
κρισία ) Περιηγητής Ιν Έστ. έφ. 23 Νο. 96. 

άΧογοΧογέω-ώ. 90. 

άΧογοΧογία, ή. Ε. Ν Τ. ίν Ομήρω, 77. 

άΧογονιχά όξε'α, τά. (/ημ.) Άν. Κ. 
Δαμδ. 85. 

άΧογόνος., 2. (/ημ.) Γ. Α. Κρίν. 80. — 
Άν. Κ. Δαμβ. 85. 

άΧογοπόδης, ο. Άρ Προβελ. 87. 

άΧογότης . ή. ( = άλογία.) Άκρ. 30 
Μαίου 86. 

άΧο'ητηρες, (λ' άλωνισταί. Ν. θεοτ. — 
Έν τοις Λεξ. τ. άρχ. κε"ίται τί» άλοιη- 

άΧοήφυΧΧος υσΰκα, ή. (φυτολογ.)Πανδ. 58 . 

οΧοιφατιχαι ενώσεις, α'ι. (/ημ.) "Ο. Α. 
'Ρουσόπ. εν Έστ. 12 *Απρ. 92. 

άΧοιφώδης, 2. Γ. Καραμήτσ. 79. 

άΧοΧίμναι, α'ι. 'Αν. Πολυζ. 59. 

άΧοοστοιχίαι, αί. Πρωία 5 Αύγ. 96. 

άΧοπΧήξ επίθ. ('άλοπλήγων σεραίων (!) 
γεν πληθ. πτ. Π. Τριανταφυλ, 70. 
— άΧουμίνιον., τό. (/ημ.) Άκρ. 19 Δεκ. 
92. —Έν "Άστει 11 Νο. 95 έγράφη δ\? 
άλουμήνιον. Αυτόθι δε 5 Ίαν. 96 άπεδόθη 
δια τοΰ λευ κ αργιλλ"ί τις τό &1νΐΐηϊηίαΐΐΐ, 
ει δε καΊ παρ' άλλων τοΰτο έγε'νετο, δεν 
εξήτασα. 

άΧουμινιθ7Ϊδηρος, ό. Άκρ. 27 Σεπτ. και 
27 Όκτ. 94. 

άΧόφιΧος, 2. Ξ. Λάνδ. 40. 

άΧοχημεία, ή. Έγκυκλ. λεξ. 89. 

'ΑΧπανα€άτης. ό. 8ίπΐΐ& εν Άκρ 5 
Φεβρ. ν)4. 

ΆΧηει€άτης, ό. Άκρ. 6 Φ$βρ. 94, Ιν 
έπιφ. 

"ΆΧπει&ατνχά τάγματα. 

ΆΧπειο^αχτηρία., ή. Γερμ. Αίρβηδίοοίΐ 
'Ακρ. 6 Φεβρ. 94, εν έπιφ. 

"ΆΧηεο^άμων, ό Άκρ. 26 Αυγ. 90. 
ΆΧηίδια, τά. (ύποκορ. τοΰ "Αλπεις.) 
Άκο. 9 Φεβο. 94. Ιν Ιπιφ. 

ΆΧπιδιοέάτης, δ. 'Ακρ. 49 Φεβρ. 94, 
^ν έπιφ. 

'.ΑΑπο^'ενεΓί χιόνες, αί. Α. Ρ. Ραγκ. /5. 

άΧσινώδη,τί.{ν^τοΧ ) θ. Χ ^ν Έγκυκλ. 
λεξ. 

άΧσο€ρίθής, 2. (νί,σος.) Τΐπίθίοη έν 
Άκο. 17 Ίουν. 96. 
άΧσοδίαιτος, 2. θ. Γ. Όρφ. 58. 



49 



άλσοηρησται 



άλωνίτης 



άλσοπρηαται^ οι. Φ. Ιν Ά/ρ. 8 Ία. 92. 

άλσοσχεστής, 2. (/(άρα.. Άκο. 59 Δε. 93. 

άλσύλλιον^ τό. (ίι-οκορ. τοΰ άλσος.) 
'\•ύ. 86. — Κίμ. ]Μι/αΤ(λίο. 91. — «Έφ.» 
3θ'Ίαν. 95. 

= αλτ ! . . . Ινανονισ[χ. άσκήσ. -εζικοΰ, 7(ί. 
— Μ Ν. Λαμιρ. έν μετακρ. τοΰ Σαιξ;:ηρε:Όυ 
"Αμπλετ. 90 — 'ΛκρΙΙ Φεορ. 95 — 
ΊΙναγκάσθην ουστυ/ώ; να κατα/ωρίσω εδώ 
κα\ ττ,ν άκράτω; ξε'νην ταύτην λε'ςιν, επειδή 
λόγιοι την κατεδε/θησαν κα'ι ττ)ν εισήγαγον 
δ/ι μ νον ε;ς τον στρατόν. ώς κέλευσμα, 
άλλα χα\ άλλως κα\ ει; τα ποιήματα. Το 
στάσου, η" στάσ', δεν τους ήρεσεν, 

αλται, οί άλλόμενοι πηδώντες έν άγώσιν 
Ί',φ. Φεβρ. 90. — Άκρ. 15 Μάρτ. 90.— 
άλτης ο άμπελοφάγος. (εντομολογ."! Σαρα- 
κιομϊνος εν Άκρ. \ 1 'Ιουλ. 96. 

^Αλτάϊα δρη τα έν Ασία. Βελτίωσ. 4 
Μουν. .ί3. 

άλτί/ρίον,τό. (γυμναστικ.) Γ Θ. Παγ. 55. 
-άλτρονϊσμός, ό. [εκ τοΰ Λατ. &11:βΓ.] 
Γαλλιστι αΙίΓαΐδίΏθ, αντιθέτως τοΰρ§οϊ8ΐηβ") 
ή φιλαλληλία Άκρ. ν ίΜαίου 95. — Κα'ι πλεί- 
στοι άλ)οι άπδ βλίγιον τινών ετών /ρώνται 
παρ' ήμ'ίν ττ, ξε'νη ταύττ, λέξει, εξ ουδεμίας 
ανάγκης. 

άλνδράνθραξ, ό. (/ημ ) Γ Α. Ινρ:ν. 80 

άλυμετρία,7ι.(/Ύ,ιι.\ Ό. Ά. 'Ρουσο'π. 90. 

άλνμετρικός, ό. ι"/ημ.) "Ο. Ά. 'Ρου- 
σόπ. 90. 

άλύμετρον, το. (/ημ.Ι Ό. Ά. Ί'ου- 
σοπ. '.ΙΟ. 

άλνσίλίΗτρον, τό. (ναυτ ) Ήλ. Κανελ- 
λόπ. 87. 

άλνσογέφνρα, ή. Άκρ. 8 Αύγ. 88.— 
Πρ|;λ. τό κατωτίριο άλυσιοτή γε'φυοα. 
"Αλλοι, ώς ό Τίηιβ8θη εν Άκρ. Ί Ίουν. 
96. έγραψαν κα'ι άλυσιδιοτήν γεο. 

άλνσοδέματα, τά. 

άλυσοδέσμιος, 2. Πρακτικά Έθνοσυνε- 
λεύσ. .Ί3 — 4. 

αλυσοειδής. 2. (πρίων.) Ί •-. Τ)λ. 

άλυσόκλειστος, 2. (λιμήν.) Ίκ Γ. 
Λάτρ. 55. 

άλυσοσννδετος, 2, Σπ. Τοικούπ. 

άλυσοφόρος, 2. Γ. ΙΜ. Βιζ. 88. 

άλυσοχιτώνες, οί. Έστ. 24 Φεβρ. 91. 

άλύσωσις, ή. Άλ. Σοΰτσ. 55. 

όλνσωτή γέφυρα, ή. Άκρ. 10 Αύγ. 88. 

αλντρη |=άποινος τοΰ Όμηρου.) ΆΟ. 
Χριστόπ. 

άλυΓρωτόφίλοί ό Ιίίσμαρκ κα'ι άλυτρ(ο- 
τοφοοος ο αυτός, ώς εκάστοτε συμφέρει εις 

[ 



την πολιτικήν του, να φίλη ή να φοβηται 
τά; ΊταλιστΊ κληθείσας αλύτρωτους ΐΓΓβ- 
(ΙβηΐαΒ /ώρας, οίον τό ΤΓβηίο, αί Βαλτι- 
κα'ι επαρ/ίαι, ή Αλσατία κα\ Λωοραίνη, ή 
Κρήτη. '.Ακρ. 30 'Ιουλ. 89. 

άλφα§ηθερμηνευταί, οί. Στ. Καοαθεοδ. 
εν Έλ. φιλολ. Συλ. Κστπλ. 63. 

άλφα€ητάριον, τό. Πολυζ. Κοντός, 03. 
— Σκαολ,λ. 56.— Λ. Κοντ. λ.89.— Έγκυκλ. 
λεξ. .ΜπάρτκαιΧίρστ. 91.— Άγ.Βλ. λ. 97. 

άλφα§ηταριογράφοι,ο\.\Μα.-α.]χά.ο/..%Ί. 

αλφαβητικός, 3 (γράμματα, πίναξ. σει- 
ρά ). Κ. Κοντογ. 44. — Χρ. Ί'ουσόπ. 54 — 
Μ. Σοοιαν. 57. — Ν. Κοντ λ. 89. —Άγ. 
Βλ λ.'97. 

άλφα€ητικώς. Ν Κοντ. λεξ. 89. — 
Ν. :\Ι. Λαμαλ. 89. —Άγ. Βλ. λ. 97. 

άλφα^-ητογράφοι. οί περ\ αλφαβήτου 
γράψαντες. Στ. ΚαραΟεοδ. 63. — «Έφ.» 30 
Μαίου 89. — Πρβλ. τό έξης. 

άλφα^ητοδιδάσκαλος, 6. Στ. Καραθεοο. 
εν 'Ιίλ. φιλ. Συλ. Κστπλ. 63. 

άλφα^ητολόγοι, οΊ. Στ. Καραθεοδ. 65. 

— Την δε Αΐρ1ΐίΐΙ»β1;θ1θ§ίβ άνε'γνων έν τη 
τοΰ ^V. Ι,αΓίθΜ «§ΓΪβο1ι. Ερϊ^ταρίιϊΐί» ττ, 
εν,δο'ίείστ, το} 1891, εν σελ. 4θ2. 

^ Αλψειοδρόσιοτος. 2. (λ»*γογραφία ή τοΰ 
δείνα.) Άκρ. 4 Απρ. 95 

άλφιον, βήτιον, γάμμιον κτλ. κωμικώς 
ε'ξελληνισμενα, από τών Φοινικικών, πλην 
τών εύιλον, όμικρον, υΊ/ιλον κα'ι ώμεγα. 
Ί 'Ρ.Νερ. 13. 

άλφιτομαντεία, ή. Άκρ. 8 Φεβρ. 95. 

Άλφόνσος, 6. Λ. Κοντ. λ. 89 — Άγ. 
Βλ. λ. 97. — Άλλ' 'ίδε την εν λε'ξει Δαγό- 
'^^ζρτος σημϊίωσίν μου. 
= αλχημεία, ή. Κ. Άσ. 43. — Π. Καλλι- 
βούρσ. 52. — Δ. Στροΰμπ 58. — Ίω. 
Καρασ, 67. — Άν. Κ. Δααβ. 92. — Άγ. 
Βλ. λ 97. — Πρβλ. άλ/ υ μία. 
= αλχημικός, 3. Άλ. Σοΰτσ. 31. — Δ. 
Στροΰμπ. 58. — Άν. Κ. Χρηστ. 64- — 
Ίΐι). Καρασ. 67. 

άλχημιχώς. Δ. Στροΰμπ. 

- άλχημισταί, οί. Κ. Άσ. 43. — Χρυσαλ. 
6δ —"Ομηρος 74. 

= άλχημιστικός, 3. Άκρ. 20 Όκτ. 91. 

άλχυμία, ή. Γ. 'Αριστάρ/. 72. 

άλωειδής, 2. Γ. Καραμήτσ. 79. 

άλώνισις. ή. Άδ. Κορ. 

άλωνισμός, 6. Νεα έο. 6 Αύγ. 91. — 
Άκρ. 14 Ίουλ. 96. 

άλωνίτης, 6. (όρυκτολογ.) Άλ. Γκόβαντς 
έν Άκρ. 8 Ιαν. 92. 
50] 



άλωνότοποι 



άμαξοδιαδήλωσις 



άλοονότοποι, οί. Δ. Α. Κουμουνοουρ 
63.^'ντ:. έν τοις Λϊξ. της ίργ. γλώσ. το 
άλίονοτόπιον. 

άλωνοφόρον στίγμα, τό. (φυτολογ.1 Θ. 
'Λφεντ. 86. — Πρβλ. άλιοφόρον. 

άλωνοφύλαξ^ ό. "Αστυ 10 'Α-ρ. 91. 

άλωπεκοκώς. Αού/., εν Άκρ. 11 Σε. 88. 

άλωπεκοειδής, 2. Ί(ο. Πυρλ. 90. 

άλωπεκοκυνηγός^ ό Γαλ. ιβηαιάϊβΓ. 
Γρ Ζαλίκ. λεξ. 

άλωπεκόρρυ^';ίθί,2.(πίθηκος. Π.Ψαρ.84 

άλωτης, ό. (της Α'γύτζτου. φρουρίου.) 
Δ'ήγησ'.ς περ\ της• εν Ιερουσαλήμ πυοκαΥας 
του άγ. τάφου, έν Νεα Πανδ. 1 5 Νο. 62. — 
Στ:. Λ. μ. τ. δ. ς εν Άκρ. 18 Ίουλ. 95. 

άλωφόρον στίγμ.α, τό. «(ίυτολογ.) Σ-. 
ΙΜηλ. 86. 

άμαγνήτιστος, 2. 

'Αμαδρνάδες, α.Ί. είδος εοτιετών. Άκρ. 
3 Ίουν. 94. 

Άμαζονοθηρία, ή. "Αστυ 9 Άπρ. 89- 

άμαζοποίητος, 2. (καοπός σταοίδο?.) 
•Ακρ. 30 Λεκ 95. 

'Άμαθίσκοι άδελφοΊ οί του παρά Γάλ- 
λο'.ς μονα/ικοί3 τάγματος Ργθγθβ ί^ηΟΓαη- 
ίϊηδ. Άδ. Κορ. 21. 

άμαθογραφικός, 3. Άκρ. 9 Νο. 90. 

άμαθολογήματα, τά. Άκρ. 28 Μαίου 90. 

άμαθότης, η[\\') Δ. Μαζαρ. 66. 
= αμάλγαμα, ατός, τό• μίγμα μετάλλιον 
{κα\ μτφορ. : προσώπιον ή — ραγμάτων άν- 
τιθε'τιον, Σχαρλ. 56. εν ερμ. λεξ. — Αγγε- 
λία ίατροΰ εν'Άστει 2ί ΛΌ. 97. 
-^άμαλγαματήρ. 6. Γαλ ίΐηΐ3,Ι§ίΐηιβιΐΓ. 
Σκαρλ. λεξ. 56, ε'ν Ιρμ. 
-^άμαλγαλματοποίησις(1)χών δύο Γ]ΰα- 
Ιίίίίδ ΠΐαΐίΓβδίίβδ (1 ) του ^Γυ/άρη. ί\. Έπ. 
2 Ίουλ. 95. — "Ιδε κα\ τό έξης. 
-]-άμαλγαμάτωσις, ή. 

άμαλθέας, ό' ζιΓον παλαιοντολογικόν. 

Άν. Κορδ. 82. 

^Αμαλιαδΐται Γορτύνιοι, οί. Άκρ. 8 !Μα. 

95. — "Ιδε κα\ τά Ιξης τέσσαρα, ίδίως το 
Άμαλ'.άς, πάντα εκ του ονόματος της Λοώην 
βασιλίσσης της ΊΊλλάδος Αμαλίας. 

^Αμαλιάπολις, ή εν Φθ'.ώτιδι. Έλ, κώδ 
42. — ΚατεκρίΟη 6 σ/ηματισμός της λε'ξείος 
υπό Γ. Χρυσοοεργη τω 184 Ο. 

Άμαλιάς, ή• πόλις έν ΊΙλεία. Καιροί 12 
Ίουν 89• — Άστυ 17 Ίουν 91• 

Άμαλίειον όρφανοτροφε"ίον κορασίιον έν 
Αθήναις. Έφ . Κυβ 

άμαλληδόν έπίρ Γαλ. βη §βΓΐ)β. Κ. Λ. 

Σίμ. ;35. 

[ 



άμανδάλωτος. 2. (παράθυρον.) Άκρ. 1 
Σεπτ. 95 έν έπιφυλ. 

άμάνδρωτος, 2. (οικόπεδα.) Έστ. Ιο. 
10 Σεπτ. 96. 

^άμανεδοειδώς. ίΓ.ίρ. (μουσικ.) Γ. Πα- 
ρασκευόπ. έν"\στει 2 Μαίου 98. 
^άμανεδολάτρης, 6. Άκρ. 25 Ίουλ. 93. 
■ — Έν τη λέξει είναι ό Τουρκικός αμανές η 
μανές, ώς κα\ έν ττ άνωτέροί 

άμαξαγωγενς, 6 Παλιγ. 29 Ίουν. 96. 

άμαξαγώγιον, τό. Κ. Λ'ίσοπ. έν «Έο.» 
28 Αύγ. 91•— Άγ Βλ• λ. 97. — Πρακτ. 
Άρ-/αιολ• 'Κταιρ. τοϋ έτ. 97. 

άμαξαγωγόν άτμόπλοιον, το'. Παλιγ. 20 
Όκτ. ,^9. 

άμαξάρχης, ό. Π. Λ. μετάφρ. ε•ς κοινην 
Έλλην. γλ. έκ του Εβραϊκού πρωτοτύπου, 
έν Αόνδρα, 40. — Γρ. Χανισ. 47. 

άμαξαρχία, ή. Γρ. Χαντσ. 47. 

άμαξεντη όδος, ή. Στ. Σταθόπ. 54. — 
Ταύτην την λεξ. ώς κα\ την κατ(οτέριο 
άμαξ(ι)τή οδός, εποίησαν οί ποιήσαντες 
ό'/ι "ίσως διότι ήγνόουν την πάλαιαν άμαξι- 
τον, αλλά διότι δεν την έθεώρουν εύμάθη- 
τον πάρα των πολλών ένεκα της καταλή- 
ξεώς της* κα\ δεν τους κακζιο. 'Γπάρ•/ει δε 
παρά Στράβωνι το «οδός άμ. αξεύεσθαι 
δυναμένη.» Επεκράτησε δέ, νομίζω, μάλ- 
λον τώρα να λέγεται αμαξιτή οδός. 

άμαξηδόν, έπίρ. «Έφ.» 24 Νο. 89. 

αμαξηλασία, ή. Ίνλ. κώδ. 

άμαξηλατικός, 3. Φλόξ 80. — <»Έ(3.» 3 
Φεόρ. 89. — Ίνφ. συζητ. 10 Μάρτ. 95. 

άμαξηλατοδρομία,τ]." Χ'^τυ 12 Ίουλ. 92. 

άμαξηλάϊρια, ή (!| Πμΐ'ίυλ. 'Λκρ. 22 
Λεκ. 96. 

άμαξιδιοκτηται. οί. Άκρ 22 Νο. 92. 

άμαξίδιοστοιχία, ή. Τϊηΐβδ έν Άκρ. 15 
Ίουν. 96. 

* άμαξικά, τά κοινώς άμαξιάτικα. "Εκθε- 
σις πρυτανική του 1873. — Τό έπίθ• τοΰτο 
έν τη πάλαια γλώσση δεν εί/ε τήν σημασ 
ταύτην, άλλ' ού/ ήττον συμφερεται «ύτή. 

άμαξίτη οδός, ή. 

άμαξο^ολίς, ή " άπεπειράθησαν νά έκ- 
σοενδονίσωσι διά παμμεγεθους τηλεβόλου 
μίαν άμαξοβολίδα.» Λίεταφρ. Σεληναίας 
άν(ι)ν. εταιρίας έν 'Λκρ. 7 Ίουλ. 88. 

άμαξογέφνρα, ή. Γρ. Χαντσ. 47. 

άμαξογραμμή, ή. Άκρ. 4 Νο. 88. 

άμαξοδηγοί, οί. Άν Λασκαρ. 92• — 
Ιίί^ρηται έν το'ς Λεξ. τ% άοχ. γλ. ό άμα- 
ξηγός. 

άμαξοδιαδήλωσις, ή. Άκρ. 22 Μαίου 89. 

51] 



άμαξοδόται 



άμ€ροαιώτερος 



άμαξοδόται, οί ενοικιάζοντες εις αμαξά- 
δες τάς άμαξας των. Ά/.ρ. 9 Ίουν. 9''ί. 

άμαξοδρομέίο-ώ. θ. Βελλιαν. 89. — 
Μ. Μητσάκ. 87. 

άμαξοδρομία, ή. Κ. ΟΙ/.. 

άμαξοδρομιχός, 3. Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 

άμαξοδρομικώς. Έλλην Ιν Άκρ. 7 
'Ο/.τ. 9?. 

άμαξοδρόμιον^ το μεααΧον μέρος όδοΰ. 
Γ. Λ. Μάνεσ. 86 — Εν δε "Ακρ. '.Ό 
Μαίου 90 ή λεξ. εγράφη κατά άνάλογον 
σημασίαν τοΰ ("ποδρόμιον. 

άμαξόδρομοι. οί. Ι. Παπαλ. Ευταξίας 74. 

άμαξοβχδρομαί, αι. Γ Π. εν Άκρ. 22 
Μαίου 94. 

άμαξόθνρα, ή δια τα αμάξια θύρα. 
«'Εφ.» 23 ΐΝΙα'ου κα\20ίΝο. 93, έν επιφυλ. 

άμαξοχίνητος^ 2. Λς έν Άκρ. 7 Ία. 96. 

άμαξολογία, ή. Άκρ. 23 ΛΌ. 86. 
^άμαξοηοδηλατοδρομονντες θα συνο- 
δεύωσι το κυνήγι της αλεπούς.» Άκρ. 4 
Μαίου 95. 

άμαξοηηγίΐον, τό. Άγ. Βλ. λεξ. 71. 
— Ν. Κοντ. λεξ.89. — Πρβλ. άμαξοπ ο ιε"ίο ν. 

άμαξοηληγία, ή. Νε'α έ«ρ. 

άμαξοποιεΐον, τό. Άγ. Βλ. λ. 71. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. 

άμαξοποιητικός^ 3. (εταιρία.) Άκρ. 3 
Μαίου 96. 

άμαξοηομπή, ή. Άκρ. 21 Σεπτ. 89. 

άμαξοττομπία, ίι. 

άμαξοπορέίο-ώ. άμαξοπορών ήλιος. Π. 
Γ. Καλκανδ. 62. • — 'Αλλ' ό ήλιος επιβαίνει 
άρματος ή δίφρου, δ/ι αμάξης. 

άμαξοηνργοποιΐα, ή. Πανδώρα 51. 

άμαξοσειρά, ή. Άκρ. 21 Σεπτ 89. 

άμαξοατάσιον, το'. *Ι*. Βελεστ, — Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άμαξοστήριγξ, ή. Γρ. Χαντσ. 47. 

αμαξοστοιχία, ή. Ευ. Γερ. έν «Όμήριοβ 
75. — Άκρ. 1 Αύγ 86. — Καθημερ. ίΟ 
Άπρ. 87. — Σωκρ. Ξανθ. 90. — Άγ. Βλ. 
λεξ. 97. 

άμαξοσνρται, οί. Άκρ. 2 Μο. 89. 

άμαξοτραυματισμός, ό.'Ακρ. 23 Μα. 88. 

άμαξοτνφία, ή Άδ. Κορ. 

άμαξονλχός, 2. (πτηνον της "Αφροδίτης, 
ή περιστερά.) Ν. Ι. Σαρ. 43. — Τό έπίθ. 
τοΰτο θα ητο κατάλληλο Γερο ν προς άπόδο- 

σιν της Γαλλικής λέξεως ΙοΟΟίηοίϊνβ των 

σιδηροδρόμιον. 
άμαξοφύλαξ, 6. Γαλ. ^3.Γ(1β-Λνα£θη8. 

(έν σιδηροδρ.) Άγ. Βλ. λ. 97. 
αμαξωτή οδός, ή. Ίκ. Γ, Λάτρ. — Ό- 

[52 



μολογώ την άμαρτίαν μου, δτι οδτος 6 
σχηματισμός μο\ αρέσκει κα\ ο/ι δ της άμα- 
ξιτ οΰ. 

άμαραντίς^ ή• γένος άμαραντοειδών φυ- 
τών, Γαλ. αιιΐΛΓίΐηΙϊηβ Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άμαραντοειδή φυτά, τά. Σ/. Λεβ. λ 61. 
— Πρβλ. άμαραντ ώ δ ε ς. 

άμαραντόχρους, 2. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άμαραντώδες γένος φυτών. Έλ. φιλολ. 
Σύλ Κστπλεως. 

άμαράντως. Ιπίρ. Στ. Λ. Βάλβ. 94. 

άμαρτολόγιον , τό κατάλογος αμαρτιών. 
'Ακρ. 11 'Οκτ. 94. 

άμαρτοστομία, ή. Λ. Γουζ. 07" 

άμαρτώδης, 2. Εύγ. Βούλγ. 

άμαρνλλιδόμορφα. τά. (φυτολογ.) Α'μ. 
Νον. 73. — Πρβλ. τό έξης" 

άμαρυλλιδώδη, τά. (φυτολογ.) θ. Χέλδρ. 
έν Έγκυκλ. λ. 

άμανρόπτερος-, 2. — Ίδε σκιόπτερος. 

άμανρόχρωμος, 2 Χρ. Τσούντ. έν 'Αρ- 
■/αιολ. Έφ. 'Αθην. 96. 

' Αμ6λέτος, ό. Άγγλιστι τ^ Δανιστι Η&ΐη- 
Ιθί. Δ. Ν. Βερν. 60. — 'Ρ^ν τοϊ ξένοι τού- 
τΐι) κύριοι ονόματι παρενετέθη τό βήτα διά 
τό μη υπάρ/ειν έν τή Έλληνικτ, γλώσστι 
συμπλοκήν ιϊμεσον του μ κα\ του λ. 

άμ&λυγωνίτης, 6 (όρυκτολογ.) 'Αν. 
Κορδ. 88. 

άμ6λνκέφαλος, 2. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άμξλνχόρνφος, 2. Τηλ. Μιτ. έν Πάνελ. 
συντρ. 92. 

άμ€λνλο6ος, 2. θ. Άφεντ. 76. 

άμβλυόπται, οί. (ζωολογ.) Μ. Α. Ίση- 
γόν, έν 'Ομήροι 77 

άμ6λύρόνγχος, 2. (σαδρα.) Νέον πνβϋ- 
μα, Δεκ. 93. 

άμ€λνσμός, ό Γαλ. ό^ΓθΠθΐηβηΙ, Όνομ. 
ναυτ. 58. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμ€λνστομος, 2. (σπάθη). 

άμβλνωηες. οί 'ΕΙστ. 10 Μάρτ. 92. 

αμ€ολα, τά α'ι κοινώς λαπάτσαις. Όνομ. 
ναυτ. 58. — Ήλ. Κανελλόπ. 87. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 
"Άμζροσιάδης, ό• δν. κύρ. οίκογεν. 
Άμζροσιάς. ή ]()ΰτ(ος ώνόμασεν ό .. Μαυ- 

ροκορδ. τό έν Θεσσαλία /ωρίον Κουζοΰμ 

Καραλάρ άφοϋ τό ήγόρασεν. "Αστυ 29-30 

Νο. 91. 
αμ€ροσιολογία, ή. Δημ. Γαλαν. 
άμ€ροσιοατάλαχτος, 2. Δημ. Γαλαν.— 

Πρβλ. τό έςης. 
άμ6ροοιστάλαχτος, 2. Π. Σοΰτσ. 64. 
άμξροσιώτερος^ 2. Στ. Ξέν. έν Βρετ. 



άμεθοδία 



άμεταχλήτως 



άστ. 6-7 Φεβρ. 92. — Δεν Ιξηκρίβωσα, αν 
εν ττ, αργαία. γλώσστ, ίίγε το επίθ. άμβρό- 
σ'.ος βαθμοϋ? συγκρίσεως. Έκ των ουσια- 
στικών χρυσός κα\ βασιλεύς ύ~ηρ•/ον, ώς 
γνωστόν, τα /ρυσότερος κα"ί βασιλεΰτερος. 

άμεθοδία, ή. Άδ. Κορ. 05. — Έρμ. 
λογ 21. — Κ. Κούμ.. — 'Ιω. Πανταζίδ. — 
Ν Κοντ. λ. 8ί. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμεθόδως. Ιγ.Ιο. Άδ. Κορ. 05. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άμειλίχως. έπίρ. Δ. Γουζ. 07. 

άμειπτέος, 3. Πρωία 14 Μαίου 97. 

άμειψισηορία, ή εν άγροΐς. θ. Παπάζ. 
49. — Κ. Δόσ. 52. 

άμειώτως. έ;:ίρ. Ά. *Ρ. 'Ραγκ. 75. — 
Τπ. το επίθ. εν τοΐς Λεξ. της ίο/, γλώσ. 

αμελγμα, τό. (κοιν. άίραεγμα.) "Ακρ. 

άμελετητεί. έπίρ. 'Ακρ. 10 Αύγ. 98. 
ιάμελητήριον εγε'νετο τό στρατιωτικόν ί- 
πιμελητήριον.» 'Ραμπ. 

άμελητιχά γράμματχ, τά (ώς μουσικά 
σημεΈα.) 'Ιω. Τζίτζης εν «Επινοήσει • αρα- 
σημαντικης.» — 'Αλλά πρβλ. 'Αλυπίου 
εισαγ. μουσ. σελ. 4- 

άμελχταί, οι. 

άμελχτήριον, τό. 

Άμενόφειον, τό Ιν θήβαις της Αιγύ- 
πτου κτίσμα" Ά. Ρ. Ταγκ 66. 

^ ΑμεριχανενρωπαΪΗός, 3. (πολιτισμός.) 
Κ. Άσ. 58. — "Αν ήθελε τις να ζηττ) ψύλ- 
λους ς' τ' ά'/υρα, θα ήρώτα' έ/ρειάζετο εν 
ταύττ) τη λέξει κα'ι ταΐς έξης δώδεκα ή συλ- 
λαβή α ν ; 

^Αμερικανίζω.-ομαι. 'Ακρ 3 Αύγ. 90. 

— ^Έφ.» 28 Ίουλ. 9•=^. 

^ΑμερίΗαν κός, 3. Σκαρλ. Γκίκας 05. 

— Στ. Σταθόπ. .54. 
Άμερικανιχώς. «Έφ.» 4 Αύγ 89. 
^ΑμερίΗανίς-, ή. (γυνή.) 'Αθηνα 32. — 

Ίω. Κινγ, 59. — 'Ιω. Κ.Καμπούρ. 78. 
^Αμερικανίσκος. ο «Έφ.» \0 Ίουν. 91. 
Αμερικανισμός . 6, 'Ακρ. 9 Σεπτ. 89. 

— «Έφ.» ΐυ Μουν. 91. — "Αστυ 16-7 
Φεβρ. 93. 

^Αμερικανισταί, οΊ. «Έίρ.» 8 Σεπτ. 92. 
Άμεριχανοέλλην, ό. 'Ακρ. 30 Λίαρ 96 
'Αμεριχανόθεν εξ Αμερικής. Ν. Δούκ. 

— 'Αμερικήθεν, οϊς ε'ίπ(ϋ, θα ήτο τό ορθόν, 
κατά τά άρ•/α"ία• 'Αγγελήθεν, 'Αγρυλήθεν. 

Αμερικανοί, οί. Στ. Ξίν Ίί. 
Αμερικανολόγοι οί. (συγγραφείς.) Ιΐστ. 
δελτ. 4 Σεπτ. 88. 

^ Αμερικανόπαις, 6. Έο. 88 — 'Ακρ. 
18 Δεκ. 94 και 18 Όκτ. 96. 

[ 



^Αμερική, ή. Γ. Βενδο'τ. 792. — 'Ιω. 
Μπιλλιάρ. 20. Έφ. 

Άμερικοϊσπανικός, 3. Έφ. 

άμεριμνομεριμνα, ή. Γαλ. εϊηβΟΠΓβ. 
Σκαρλ. λεΐ. 56. 

άμεριμνομέριμνος, 2. (επάγγελμα, υ- 
πούργημα. μισθός ) ".\δ. Κορ. 32. — Σιβι 
36. — •Α. 'Ρ. 'Ραγκ 45. 

άμεριμνομερίμνως. «Έ'ύ.» 8 'Ιαν. 89 
— Έστ. έφ. 2 Λεκ. 94. 

άμεριμνοσννη, ή. Γούλ. 'Ιωαν. 70. — 

Ε. 'Ρ. εν 'Ακρ. 2 Μάρτ. 96. — Μ. Κυργ. 
εν ΓΓρίοία 14 'Ιαν. 98. — 'ϊπ. εν τοΐς Λεξ. 
τής άρ/. γλώσ. ή αμεριμνησία κα'ι ή άμε- 
ριμνία, άς λ=ξε ς κα'ι νΰν γράφουσι πολλοί. 

όμεροληπτέω-ώ. 'Αγ. Βλ. λεξ. 71. — 
ιΝ. Κοντ. λεξ. 89. 

αμερόληπτος, 2. Σκαρλ. λεξ. 56. — 'Ιω, 
Καρασ. — Χρ. Παπαοόπ. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άμεροΧήπτως. Σκαολ. λες. 56. — Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — 'Αγ. Βλ. λεξ. 17. 

αμεροληψία, τ^. Σ. Α Κ. εν Έο. οιλο- 
μαθ. 25 Νο, 67. —'Αγ. Βλ λεξ.' 71.— 
Α. Ν. Στούπ.— Χρ. Παπαδόπ.— Ν.Κοντ.λ.89. 

άμεσεγγνητος, 2. Λεξ. νομοτεχν 40. 

άμεσότης. ή. Ν. Κοτζ. 
* αμέσως. Σκαρλ. λεξ. 56. — Ν. Κοντ. 
λεξ. &9. — 'Αγ. Βλ. λεξ. 97. — Έν τοίς 
Λεξ. της άρ/. γλώσ. δεν φέρεται ή σημερινή 
του επιρ^δήμ. τούτου σημασία" δι' 'ό κα'ι ό 
Σκαρλ. κατα/ωρίσας αυτό ε'ς τό εν έ'τει 35 
εκδοθέν λεξικόν του της καθ' ήμας Έλλην. 
διαλέκτου, τό ήρμήνευσε διά των άρ/αίων 
παρα/ρήμα, εύΟεως 

αμεταβίβαστος, 2 Ν. Κοντ. λεξ. 89. — 
Έφ. 23 Σεπτ. 89. 

άμετα6ολικοι μεΤ-λοντες, οι. (γραμματικ.) 
'Αδ Κορ. 05. — Ό Γ. Χρυσοβίργ. τω 
1845 τον σ/ηματισμόν της λέξεως κατε- 
κοινεν, ώς δ/ι κανονικόν. καθώς κα\ τον 
της λί'ξ. άνάττικος κα'ι άλλων τοιούτ(ον. 
άμεταβολικά ό'μ(ος ρήματα ει/ε γράψη 
και αυτός τω 1839 έν ττ, Γραμματικτί του 
τής καθ' ήμας Έλλην. γλώσσης. 

άμεταγλώττιστος, 2. Γαλ. ϊηΐΓίΐι1ιΐθΙ&- 
Ιΐθ. Κ'ρ. 'Ασ 82. 

άμετάγραητος, 2. Σ. .\. Κ 90. 

άμετακινησία, ή. των δικαστών.) Φ. 
Φουρν. 25. — Ό Σκαρλ εν τ(ο 'Κλληνο- 
γαλ. λεξικ(ο του, 56. ε/ει τό άμετακίνητον, 
Γαλ. ϊη3ΠΐονίΙ)ίΗί:ρ. 

αμετακλήτως. ' Ι£λ. κωδ. — Λεξ. νομο- 
τε/ν. ίο. — Ίόν. κώδ. 51. — "Εγγραφ. 
σολ. λόγου Βύριονος 81. 
53] 



άμεταανλιστον 



αμμωνιονχος 



άμετακύλιστον, τό. Άο. Κορ. 32. 

άμεταλλάκτως. Σπ. Ζαμπ. 59 και έν 
Πανδ. 00. 

άμετάλλευτος, 2. Ά. Ί'. Ι'αγκ. εν Νεα 
Πανδ. 1 Ίουν. 53. — Σπ. Μαυρογεν. 85. 

άμέταλλος, 2- (σώματα.) Άν Κ. Χρηατ. 87. 

αμεταμόρφωτος, 2. Άδ. Κορ. — Ίιο 
Ι/.αλτσ. 93. 

άμεταμφί αστός. 2. Ά/.ρ. 3 Φεβρ. 95. 

— Πρβ' . το εςή;. 

άμεταμφί ε στος. 2. <''Ιν.5 » 15 Μάρτ. 
90. — Έστ. 4 'Οκτ. 92 

άμετανοησία, ή. Λ. Πινιατ. 86. 

άμετανοητεί• ί-Ιο. Ά/ρ. 9 Μάρτ. 94. 

άμεταρρύθμιστος, 2. Εύγ. Βούλγ 

άμετασκεναστος, 2, Γ. Σωτηριάδ. εν 
Έστ. εφ. 17 Φεδρ. 96. 

αμετροέπεια, ή. Άκρ. 17 Σεπτ. 87. 

άμετρολογία, ή. Άδ. Κορ. 

αμετροφαγία. ή Εύγ. Βούλγ. 

άμηνολόγητος, 2. (επιστολή.) Άδ.Κορ.22. 

— αμηνόρροια ή. Λ. Πύρ. 31. — Θ '.\- 
φεντ. 76. — Π. Κ. Άποστολίδ. 90 — Θ. 
Α. Σακτούρ. 97. 

άμητορία, ή. Εύγ. βούλγ. 

άμιαντοειδής, 2. Κ. Μητσόπ. 90. 

αμιαντώδης 2. Σκαρλ. λ. 59, εν ερμ 

άμιαντωρυχεΐον, τό. 

αμιμία^ η' είδος αφασίας Σι'μ. Άποστο- 
λίδ. έν Έγκυκλ. Λεξ. 

άμιμικός, 3 Σιμ, Άποστολίδ. εν Έγ- 
κυκλ. Λεξ. 

άμίναι, αί. (//,μ.) Άν Κ Χρηστ. 87, 

άμισθοδότητος, 2. Λ. Ν. Βερν. 87. 

άμισχόφυλλος, 2. Γαλ. ρβΓίοϋέ. Σ/. 
Λεβ. Λεξ. β1. 

άμμάτισις, ή. Λ Πετρίν, 

άμματιστήριον, τό. Ίω. Όλ. 

άμματοσφιγκτήριον , τό. Ίω. Όλ. 

άμμιδικός, 3. (■/7,μ.) Σπ. Ο'κ. 

ό.μμιδοξόνη, ή. (//^μ.) Σπ. Οικ. 

άμμίδο προοτιωνικον οξύ, τό. (/ημ.) 
Σπ. Οικ. 

άμμίνη, ή. (//^μ.) Γ. Α. Κρίν. 80. —"Ο. 
Α Ι'ουσόπ. 81. — Ούδεμίαν των 4 τούτιον 
/η|^.ικών λέξεων ε/ε-, το τοΟΜοζίηΓαλλογερ. 
λεξικον τό ε'κδοθεν εν ετει 1842. (ίσιος δ' 
ούδ' ύπηρ/αν τότε ταϋτα τα ονόματα άλλα 
κα'ι εν τ(ο τοΰ Λ. Βλ. λεξ. λείπουν. 

— αμμό§ιον τό πτεουγωτόν. (δυτολογ.) 

Θ. χαδρ. 

άμμόγη. ή Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 
άμμοδίαιτος, 2. ΓΙ Η'αρ. 84. 
άμμοδόλοφοι, οί. Γαλ. (Ιαηβδ. (<σωρο\ 

[ 



άμμου ε:ς τό παραθαλάσσιον ως περίφραγμα 
τούτου.» Π. Ίιοαννίδ. ?5. — Τι θέλει έν τη 
λέξει ή συλλαβή δ ο : 

άμμοδοχεΐον , τό. Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. — 
Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άμμοθεραπεία, ή. "Ιατρική πρόοδος Σύ- 
ρου, τεϋ/ος ε'. Μα'.ου 96. 

άμμοθερμαντήρ, 6. Άν. Κ. Χρηστ. 87. 

άμμοθήκη, ή. Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 

άμμοκονίαμα, τό. 'Ι. Α Σουμμαρίπ. 
87. — Άκρ. 20 Αύγ. 95. 

άμμοκονίασις^τ). α'Εο.» 23 Φεβρ. 90. 

— Άκρ. 12 Ίαν. 93 
άμμοκονιατής., 6. Άκρ 31 'Ιαν. 94. 
άμμοκνπελλον , τό. ΊΊγκυκλ. λεξ. 
άμμόλίθος•, ο. Σκαρλ λεξ. 56. 
άμμόλουτρα, τά. Σκαρλ. Βυζ. 62. — Θ. 

Άο. 87. 

αμμόλοφος, 6. "Εφ. 92. 

άμμομαντεία, ή. Γ. Άριστάρ/. 71. 

άμμόμετρον, τό" ώρολόγιον δι'έίμμου. 
Ίιο Καρασ. 67. — Σ. Ν. Βασιλ. 73. — 
Κακή λεξις. "Ιδε κατοιτε'ρω άμμωρολό- 
γ ( ο ν. 

άμμοστληθής, 2. (ύδατα.) Άν Κορδ. 

άμμόπωρος, 6. Χρ. Τσούντ. 86. 

άμμόσακκος, δ. Γ. Θ ΓΤαγών 55. 

άμμοσκεπάζω Άδ. Κορ 

άμμοσκέπαστος, 2. Αμάλθεια 27 Όκτ. 
45 — Πρβλ. τό εξής 

άμμοσκεπής, 2. Σπ. Παγαν. έν 'Εστ. 
εφ. 4 Φεορ 96, εν επιφ. 

άμμοσκώληξ, 6. Τ. Ε Λρακούλης. 

άμμοστι§άδες, αί. Δ Κ Παπαγείορ- 
γίου, 89. 

άμμόστρωτος, 2. Αγ. Βλ. 87. — Άκρ. 
31 Μάρτ. 93. 

άμμοσυγκρίμματα, τά. Δαν. Φιλιπ. 

άμμοσυναρμοστής, 6 (!) μεταλλουργ.) 
(("Εφ.» 7 Μα. 94 εν έπιφυλ. 

άμμόφιλα, τά. ιφυτολογ.) Έγκυκλ. λεξ. 

— ΊΊλλην. γειοργ. Π. Γεννάδ. 94. 
άμμοφντου ρίζοι, ή. Έγκυκλ. λ. 
άμμοχάλικες, οί. Άν. Κ. Δαμο. 85. 
άμμωλίνη, ή. (/ημ.) Ξ Αάνδ. 40. 
άμμώνες, οί. Γαλ. δίΐΙ)1ϊΐ'Γβδ ή δαίίΐοη- 

ηϊι'τβί Άν. Κορδ. 83. 

άμμωνιαιμία. ή. Έγκυκλ. λεξ. 

άμμωνιακοΰχος , 2. Γαλ. »ιηηιοηΪ3θθ. 
Σκαρλ. λεξ. 56, εν ερμ. 

άμμωνιακώδης. 2. Γαλ. αΐτΐηΐοηίίΐ03,1. 
(-). "Πλ. 02.— Σκαρλ. λεξ. 56, εν ερμ. 

άμμωνιοΰχος, 2. β. ',\•ώεντ. 76. — Γ. 
Χ. Κ. εν Προμ. 19 Άπρ. 92. 
54] 



αμμωνιτηΒ 



άμπελονργο^ιομηχανιχον 



= άμμωνίτης, δ. είδος όρυκτοϋ οαχρίου. 

Σ/.αρλ. λεξ. 56, εν ερ[Α. 
άμμωνιώδη, τά. Έγκυκλ. λεξ. 
άμμωρολόγιον^ το. Λ. Βϊ/ίλ. 84. 
άμμωρνχεΐον, τό. Γαλ. δίΐΙϊΙϊί^Γβ θϊ^λ. 

Άγ. Βλά/. λεξ. 97. 
άμμωτόν, ~ό' (τ,υ. λεπτον. ή τεταοτόλε- 

7:τον = το μινοΰτο, 80 ή 15", Γαλ. 1β 8α- 

1)1ΐβΐ•, ν Γίΐηΐροΐΐΐϊίίβ — ά!^.αωτόν, τό ή- 

[Αΐώριον (τό μετζαρόλι.) Όνοα. ναυτ. 58. — 

Άγ'. Βλά•/. λεξ 97. 
άμνημονητέον ουκ. Ά. Σ. Ί*ουιό~. 

5ί. — Λ. Χαντσ. 54. 
αμνησία^ ή αποβολή [^.νήμης κατά πάθη- 

σιν. Άν. Χρηστιο. εν 'Κλ. φιλολ. Συλ. 

Κστ-λειο?, 91. 
αμνήστενσις, ή. «'Κφ.» 13 Μάρτ. 89. 
άμνηστευτήρίον, το. Έφ. — Πρβλ. 

ά υ. "■ΐΎ^Ί' ή ρ ι α . 
άμνηστενω. Σκαρλ λεξ. 56- 
άμνηστήρια (γρά|α.|Λατα^ τά. Σπ. Τρι- 
κούτ:. 88. 
άμνοπαραγωγή, ή Άκρ. 30 ΙΜαρτ. 90. 
άμνοφαγία, ή. Άκ. 12 'Ιαν. 87. 
"^ αμοιβάδες, αι. στοι/ειώοει; μονοκύττα- 
ροι όογανισμοί. Λατ. ίΐΐτιθβ1)&β, Γαλ. αΐΰί- 
1,03. Λου. Π. Ίω.— Στ. Δ. Βάλβ. 91 . — 
Πρβλ ά μ ο\ β α \ κα\ ά μ ο ι β ό ζ ο) α. 

άμοι&αδοειδεΐς κινήσεις αι των κυττάρ(ι)ν 
των θερμόαιμων ζυ^ων, Γερμ. 3,ηΐυβ1)θϊάθ 
Ββ\νβ§αη§βη. Δ. Χασ — 'Ρ. Νικολ. 

— άμοί^αί, αι. οί κα\ ~ρωτε1ς' είδος τζρω- 
τοίοκον. ' Ηρ. ΛΙητσό-. 81. —Π. Μαρ.'84. 

— Ν. Χ. Ά-οστολίδ. 88.— Πρβλ. αμοι- 
βάδες '/.λ\ άμοιβόζοια. 

άμοι€αιοαγάπη . ή. Γ. Π εν Άκρ. 16 
Ίουλ. 94. 

άμοι^αιογραφία, ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άμοι§αιοθαυμαζόμενοι, μτ/. Κ. Πα- 
λη^.. εν 'Κστ. 16 Φεβρ. 92. 

άμοι€αιοθανμασμός, 6. Ή εταιρία του 
άαοιβαίου θαυμασμού, ή τό Συνίδριον των 
συλλογιον. Φυλλάδ. εν Άθ. 79. 

άμοι§αιο'Θ•ανμαοταί^ οί. Κ. Παλαμ. εν 
'Κστ. 16 Φεβρ. 92 

άμοι€οιόθεν. Έλ. χρον. 25. — Ώς φαίνε- 
ται, άντι του άμφοτεριοΟεν ή εκατεριο- 
Οεν έ"/ρήσατο ττ| λέξει ο γράψας' αλλ ουδε- 
μία ήτο "/?-'■* ^ά τ^'ί^Λ'ζΗτ^ τοιούτο έτζίρρημα. 
άμοι^αιοκν τ άγματα. τά. Άκρ.δ Σε. 94. 
άμοι§αίοηνρο€ολειοθαι ! Νεα εφ. 27 
Μαίου 91. 

άμοι&αιότ'ης, ή. 'ϋλ. κωδ. 34. — Σκαρ).. 
λεξ. 58. 

[ 



άμοιζίτης, ο. ('/ημ.* Άν Κ. Χρηστ. 87. 

άμοι§όζωα. τά. Ίω. Σκαλτσ. 9Η. 

αμοιρολόγητος, 2. Άρ. Βαλαωρ. — 
Άκρ. 28 Ίουν. 1)7. 

(ίμολσιος. 2. Άκρ 24 Ίαν. 94. 

άμόναχος. 2. Σ Α. Κ. 51. 
' άμολγενς. ο άμΞλγων αγελάδας άνθρω- 
πος. Άστυ 5 Αύ . 98. — Έν τιό τοϋ Άθ. 
Σακ. τής αρχ. γλ. λεξικω ή λ;ξ. ερμηνεύε- 
ται δια τοΰ άγγε'ίον ε;ς ο το γάλα άμίλγουαι. 

άμονογράφητος 2. Νϊ'α εφ 

άμορψίαμός, ό. "Ακρ. 10 Σε-τ. 86. 

α^Μορςσό^ωα.τά. (κατά τον Η Ο.ΒΓΟηη ) 
Μ. Ίσ/,γόν. Εν'Ομήρω. 77. — Ί Σκαλτσ 93. 

άμορφόμαλλος ό τιτάν ον. άροειδους 
ουτοΰ. Ποοα. 22 Ίουλ. 90. 



αμοναιαεντος, 2. -.ιοι 



36. 



άμόχθως. Αημ. Γαλαν. 
άμττελαγαθίαι, αί. Αδ. ίνορ. 15. — "Ιδε 
κα\ συκαγαθίαι. 
Άμπελακίηθεν, έ-ίρ Γ. Ζαβίρ. 
άμηελίδαι. οί. (φυτολογ.) Σ-. Μηλ. 93- 
άμπελό^οοιγώραι. αί «Έφ.» 12 ΛΌ. 90. 
άμττελογνίοσία, ή. Θ. Ι'. Όρφ 
άμπελογραφία, ή. θ. Γ. Όρφ. — Α. 
ϊΜανταφ — Γ. Νικολαιδ 7Ί. 
άμπελοδενδροφντεία,τ\.\ρ6νο:, 1 6Φε.86. 
άμηελόδωρος, 2. ( = βοτρυόδωρος τοϋ 
•Αρισ-οφ. Α. Γ. Ραγκ. 60. 
άμηελοϊδιο>ίτητης ό Αιών. 

αμπελοκαλλιέργεια, ή .\ίών. 95. 

άμπελοατήματα, τά. Άκρ. 11 Ματ. 95. 

άμπελοχτηματίαι, οί. Βελτίωσις Ίω. 
Πΰρλα. 52. —Άστυ .^0-1 Αυγ. 92.— 
Άκρ. 11 Μάρτ. 95. — Πρβλ. τό εξής. 

άμπελοχτήμονες . οί. 'Ινφ. 

άμττελομανία, ή. Σ"/, .νεβ. λεξ. 61. 

άμπελόμορφα, τά. (τάξις φυτών.) .Μ. 
Θ Χαιρ. 81. 

άμπελοξήρα ή κα\ φυλλοξήρα. 

άμπελοαταραγωγή, ή. Σεπτ. 96. 

άάηελοηεριφέρειαι αί. Αιών. 

άμπελοσχαπτιχόν άοοτρον, τό. Έφ. 
29 Ίαν. 94. 

άμπελοσπεπής, 2. Σ". Παγαν. 90. 

άμηελόαπορος, ό. Ίιο. Άποστολόπ. 

άμπελοσταφιδοτρόφος Ελλάς. ή. Ιω. 
Απόστολο π. 

άμπελοσταφιδοφυτεΐαι, αί. Γ. Π. εν 
Άκρ. 13 Αύγ. 94. 

άμττελουργο&ιομηχανία, ή. Ιΐστ. ί^. 
26 Ίουν. 9ί. 

άμσιελουργο€ιομηχανιχ6ν έκθεμα το 
κονιάκ. Σπ. Παγαν. 95. 

55] 



αμηελοφθόρος 



άμφαγρενθεντες 



άμηελοφθόρος . 2. Μω. Απόστολο::. — 
'Αχ.ρ. '20 Μάρτ. 95. 

όμπελοφντεία ή. Λεξ νομοτε/ν. 40 

άμπελοφύτεντος, 2. Άν. Κορδ. εν Άκρ. 
5 Ίουλ 94. — 'Γπ. εν τοις Λεξ. τ% παλ. 
γλ. εκ χοϋ Στράβωνος επίθ. άμπελο φυτό ς 

άμπελοφντικός, 3. Α. Γ. Ήπεφ. 89 

αμπέρ η άμπ-'ρια, τά. Τ. εν 'Κγκυκλ λεξ . 
Αμπέτειος σ/ολη 'Κλληνική εν Καιρώ 
της Αιγύπτου, ύπο . . Άμπετ συσταθείσα 
Άκρ. 11 Νο. 90. 

άμνγδαλεόμορφα φυτά,τά. Αιμ Νον. 73. 

άμνγδαλίνη, ή. (/ημ.) Γ. Α. Κρίν. 80. — 
'Λφεντ. εν Παλιγ. 9θ. 

άμυγδαλιτιχός, Έγκυκλ λεξ. 

άμνγδαλϊτίς, ή. Έγκυκλ λεξ. 

άμνγδαλόλιθος, υ. Φραγκ οοη^ίοπίβίαΐ; 
— 'Απεδ θτ) κα\ άλλως το Οοη^ΙοΐΏβΓαΙ. 

άμνγδαλόμαζα, τγ κοινώς πάστα άμυ- 
γδάλοιν. ΊΊστ. 12 Μουλ. 87. 

άμνγδαλόπηατον , τό" ή. εξ άμ. πυραμίς. 
'Αντ. Φραβασίλ. 88. 

άμυγδαλόπομα, τό. (θασορρόφον ποτόν, 
κοιν. θι,άσον.) Σ/. Αεβ λεξ. 6 1. 

άμυγδαλόσχημος, 2. Σ. Α. Κ. 51. 

άμυγδαλοφόρος, 2. Σκαρλ. λεξ. 56, 
Ιν^ερμ. 

άμυγδάλωμα, τό. Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 

άμυγδαλώνες. οι Πανελλήν. σύντροα». 
91. — Φοίβ. 1 Λεκ. 75. — Έν Άκρ. 'δ 
Αύγ. έγράφη αμυγδαλεώνες. 

άμυδροφανής, 2. Τ. Κ. Δρακ. 49. 

άμυδροφεγγής, 2. 

άμνδρόφωτος, 2. (σκο:(α. λυ/νάοιον,) 
Λ. ίΝ. Βερν. 60. — 'Αγ. Βλ. 

άμνθολόγητος, 2. (^κατά τέι άγεωμετρη- 
τος των παλαιών.) Γοργίας εν ίΝε'α ΙΙανδ 
15 Φεβρ. 58. 

άμυλαιΘήρ,δ. (77)μ.)'Όθ Α.'Ρουσόπ. 9 Ι. 

άμυλαίνιον, τό. |/ημ.) — "Ιδε καΙ άμυ- 
λε' νιον. 

άμνλάλευρον, τό. Κς». Κυβ. 

άμυλένιον, τό (χημ•) Οθ. Ά. 'Ρουσο'π. 
εν 'Κγκυκλ. λεξ. άμυλε'νιον ύορικόν. (φαρ- 
μακολογ.) Β. Πατρίκ. έν 'Κγκυκλ. λεξ. 

άμνλιχός, 3. (χημ.)''ΟΘ. 'Α. 'Ρουσόπ 88. 

άμύλιον, τό. (χημ.) Γαλ. &ιηί(1ϊηβ, θηλ. 
Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. 

άμύλιον νιτρώδες, το'. Έγκυκλ. λεξ. 

άμυλο&άκτριον, τό. Μ. εν Έγκυκλ. λ. 



άμυλογενής, 2. 

άμυλογενήτορες , οι. Σπ. Μπλ. 

άμνλογονία, ή. 

άμυλογόνος, 2. (πλάσματα.) Σπ. Μηλ. 

άμυλοειδής, 2. Χατζημι/. — Στ. Π. Έμ. 
Γιαννόπ. 

άμνλοειδώς. V. Καραμήτσ. 79. 

άμυλοθήριον . τό. (παλαιοντολογ.) Σ. Π. 
Λάμπρ. 

άμυλόκολλα, ή. Κανονισμ. 'Ολυμπίων, 
88. — Έγκυκλ. λεξ. 

άμνλόκομμι, τό. Θ. Άφεντ.76. — Όθ. 
'.\. 'Ρουσόπ ε'ν Έγκυκλ. λεξ. 

άμυλόκονις, ή. Στ. Π. Έμ. Γιαννοπ. 

άμνλοκύτταρα., τά. Θ. Άφεντ. 54. 

άμνλόμετρον, τό. Έγκυχλ. λεξ 

άμνλονιτρίτης, 6. Θ Άιρεντ. 76 — 
Έγκυκλ. λεξ 

άμυλοττλάσται, οί. Σπ. Μηλ 

αμνλόπνευμα. τό. 'Ο. Ά. Ρουσοπ. εν 
Έγκυκλ λεξ — Α Λ. Βάλβ, ^ν Προμ. 90. 

αμνλοποιΐα, ή Δ. Νίτσου ον Έρμη λο- 
γίο). — Ζ. Ι. Στε/ανο'π έν Άκρ Ι Μα 94. 

αμυλοηοιός, ό. Θ. Ήλ. 02 

άμυλοηώλης, ο. Σκαρλ. Βυζ. 

άμυλοσάκχαρον, τό Π. Ψαρ, 84. — 
'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άμνλοσεράπιον, τό. Έγκυκλ. λεξ. 

άμυλονργεΐον . τό. Σκαρλ Βυζ, 

άμνλοσργός. ό. Σκαρλ. Βυζ. 

αμυλούχος 2. (ουσία ) Αιμ Νον. 73. 

άμν?οφάγος. 2. 

άμυλοφόρος, 2. (φυτόν ) Θ. 'Ορφ. 59. 

αμυλώδης, 2. Γαλ Ά\ηγ\Ά(^έι. Σκαρλ λ, 
56. — Άγ. Βλ. λ 97. 

άμυντικότηε, ή. Άν. Πολυζ. — Έφ. 

άμυντικώς.'Ιω. Ε Χουσάφ. 93. — 'Ακρ. 
30 Μαίου 94. 
= άμυοσθενία, ή. 

— άμυοτροφία, ή. Ό Γ. Χρ Βάφας τω 
1881) έν τώ Έγκυκλ. λεξ λέγει την λε'ξιν 
κακόζηλον. 

άμυρολόγητος, 2. 'Αρ. Βαλαωρ. 67. 

άμυστακία, ή. (ηθοποιών θεάτρου.) Έστ. 
εφ. 6 Ίουν 96. 

άμύσταξ. (κοινώς αμούστακος.) Άκο. 28 

ι\ο. 96. — Έστ. έφ. 25 Μαρτ 96. — Ό 

δε Μ. Κοντόπ. εν τω Λεξικω του (1889) 

έχει ά μύστακος. 

άμφαγρευθέντες. μτχ. Εύγ. Βούλγ. 772.(*) 



( ) Εν^άρχη τούτων τών άπό της άμφ\ λέξεων οίς σημειωθη, ότι οί λόγιοι οι ποιή- 
σαντες αυτας δεν ευρον την άμφί, ούσαν έν κοινή χρήσει της συνειθείας, μόνην αύττ.ν έκ 
των 18 προθέσεων της παλαιάς γλώσσης (οΰτε μόνην χαθ' ίαυτήν, οδτε έν συνθέσει η συν- 

[56] 



άμφιάρθρωσις 



αμφιστιχα 



άμφιάρθρωσις, ή. 'Ιιο Όλ. 

άμφιασμίϋός, 3. (κυκεών.) Τϊηΐβ8. έν 
Άκρ. 31 Αύγ. 92. 

άμφι&ιολογία, ή. Μ. Ιν Έγκυκλ. λεξ. 

άμφι€ι6της, ή. Κ. Φρεαρ. Ιν Πανδ. 58. 

άμφι€ληστροειδΐτις, ή• όν. νόσου. Άν. 
Άναγνωστ. 78. 

άμφι&ληστροειδώς. Δ. Α Μαυροκ. 36. 

άμφι€ολίδιον, τό" Γρ. Χαντσ. 47. 

άμφι€ολίτης,6. (ορυκτολογ ) Άν. Κορδ 

ά^ςοίέολίΓίκό?,3.(γεωλογ. 1 Κ.Μητσοπ.90. 

άμφι€ραχίαόςβ.[\ίζ•ζγ .)\\Λν ν ^ίτ<^\.ά\) ,'^Κ . 

άμφιγονία, ή. Δ. Κουτσομητόπ 

άμφιδετέω-ώ• (κοιν. δένω μουστάκι τα 
παλαμάρια της πρώρας.) Όνομ. ναυτ. 58. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμφιδετίΗος, 3. (κάλιος. στρεπτήρ. άγ- 
κυρα, άγκύλιον.) Όνομ. ναυτ 58. — Ηλ. 
Κανελλ(5π. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμψίδιαΘαίνω. Χρ. Νικολαίδ. 46. 

άμφιδιέπειν . Φρ. Προσαλε'ντ. 706. 

άμφιδιοτόμον, τό' εργαλε'ίον (/εφουργ.) 
Σ-/. Λεβ. λ. 61. 

άμφιεστίΗος, 3. Α;μ Νον 73. 

άμφιζνγίς, ή. Γρ. Χαντσ. 47. — Ίδε 
περιζυγίς. 

άμφιζυγωματικός, 3. (διάμετρος.) Χρ. 
Παπαδόττ. 90. 

άμφιθεατρίΗος , 3. Σ/. Λεβ. λ. 61. — 
Ήρ. Μητσότ:. 65. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμφιθεατρικώς, Ν. 'Αργυριάδ. 49. — 
Άν. Πολυζ. 59. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμφιθεατροειδής. 2. Σκαρλ, λ. 56. — 
Ν. Κοντ. λ. 89.— Άγ. Βλ.λ. 97. 

άμφιθεατροειδώς . Σκαρλ. Βυζ — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άμφικάλυμμα, τό. ^στρατ. νεολ.] Γαλ. 
οΐιαρβ. Άγ. Βλ, λ. 97. 

όμφίκεντρος, 2' άντίθετ. τοϋ απόκεν- 
τρος. 'Ιώσ. Μοισ. 

άμφικερδής, 2. διάθεσις.) Λεξ. νομο- 
τε^^ν. 40. 

άμφικίνητος, 2. (θΰραι ) Πρίοία 17 Αύγ. 
96. — (ναυτ. επι ατμόπλοιου , Γαλ. ιυΐχίβ. 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμφίπλειστος, 2 . ■ 

άμφιχροταφίς, ή" είδος σφύρας μεταλ- 
λίων. Κ. Μητσόπ. εν Έγκυκλ. λ. 

άμφίκρουσις, ή. (παθών.) Μπάμπης 
"Αννινος έν "Αστει 5 Ίουλ. 95. 

^ΑμφιχτυονικώςΊ^.. Γ. Λάτρ. 55. 



άμφικνχλικός, 3. Σ. Κ. Σακελλαρόπ. 97. 

άμφιχνκλικώς . Σ. Κ. Σακελλαρόπ. 97. 

άμφίχυχλος, 2. (ασπίς.) Χρ. Τσούντ. 93. 

Άμφιλοχιάδης' 6' ό'ν. κυρ. οίκογεν. 

άμφιμασχάλια, τά. Γαλ. &ί^ιιί11βί1;θ8. 
Στρατιοιτ. κανονισμός Πανεπιστημ, ϊάλαγ- 
γος 76. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμφιμασχαλίδες, Λΐ «Έφ » 29 Όκτ. 91. 

άμφιμερής, 2. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — Π. 
Καλλιγ. 58. 

άμφιμερώς. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άμφιμηνοειδες σκίασμα, τό προοπτικώς 
φαινόμενον έν εκλείψεσιν. Ακρ. 1 1 Ίαν. 98. 
= άμφίνομος, 2. Δ. Θερ. — Ή λεξις ώς 
κύρ. όνομα μόνον ευρηται έν τοΙς Λεξ. της 
άρ-/. γλώσ. 

άμφίοξνς^ ό ό'ν. λογ/οειδοΰς ί/θύος. Μ. 
Α. Ίσηγόν. 77. — Ν. Χ. Άποστολίδ. — Κ. 
Μητσόπ. Ιν Προμ. 23 'Ιουν 61. 

άμφιοττοιός, 6. Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άμφιοττώλης, 6 Σ/ Λεβ. λ. 61. 

^ Αμφυταγιτών οημος έν Κέρκυρα Έφ. 
Κυβ. — Τπ. έν το"ίς Λεξ. τής άρ/. γλώσ. 
έκ του Πτολεμαίου «άκρα δυτική της Κερ- 
κύρας Άμφίπαγος». 

άμφιπλενριος 2. (κήλη.] θ. Άφεντ. 
54.• — Ί'π. έν το'ίς Λεξ. της ίργ. γλώσ. 
έπίθ. αμφίπλευρος . 

άμφιπληθής, 2. Ευγ. Βοΰλγ. 772. 
ΐ'άμφυτλαγίως ό φ(οτισμός έστω έν σγο- 
λείοις 1) Γαλ ΙήΙαίβΓαΙ Βασιλ. διάτ. 94. 

άμφίποδα, τά. (ζωολογ ) Μ. Ίσηγόν, έν 
'Ομήρο) 77. — Ν. Άποστολίδ. 90. 

άμφιτιόλεντον πυροβόλον, η ά'ρμα. Γαλ. 
α (Ιοαίιΐβ ρϊνοί Όνομ. ναυτ. 58. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άμφίπτερος, 2. (πέτασος.) Άγ. Βλ. 

άμφι,πτερνγίζειν. Π. Καπλανίδ. έν Ό- 
μηρο) 76. 

άμφιρρέπεια ή. Ν. Κοντ. λ. 89 — Πρβλ. 
άμφιρ ρ οπία. 

άμφιρρέηω. Ίω.'Ισ. Σκυλ — Φαλε'ζ. — 
Σπ. Παγαν. 88. — Δ. Κορομ. 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άμφιρροπία^ η. .\ντ Ι\ Παπαδάκ. 89. 

άμφίσεληνόστιχτος 2. Γαλ. 1)ί1ιιηαΐΘ. 
Σ-/. Λεό λ. 61. 

άμφισχαπάνη, ή. Γρ. Χαντσ 47. 

άμφιστήθιος. 2. (ζωολογ.) Γαλ. ρβοΐο- 
Γ&1. Αγ Βλ. λ.^ 97. 

άμφίστιχα γράμματα, τά. Χαρ. Παπαμ. 88. 



τάξει•) και όμως εποίησαν τοσας έξ αυτής συνθέτους λέξεις, α'φοΰ όπωςδήποτε έπείσθησαν, 
δ'τι τάς χρειάζονται. 

[57] 

4β' 



άμφιατοιχίζω 



αναβαλλόμενος 



άμφιστοιχίζω τινά (;) Αιών. 

άμφίστολον πλο'ον, το δια πόλίμον άμα 
και έ(Αποοιαν πρόσ'ώορον. Ν. Κοντ. λ 89. — 
Άγ. Βλ! λ. 97. 

αμφιστροφία, ή. Πίναξ α/τι;Αάτων υγιει- 
νής σιομασκίας, εχ. τοΰ έν Αθήναις τυπο- 
γραφείου του Ίν/.ατόγ/ειρος. 

άμψίαφαιρος^ 2. (ράοοος εν ττ] γυμνα- 
στι/.τ.). Ίοι Φωκ 83. — Μω. Γ. Χρυσά». 
93.— "Αστυ 12 Μάρτ. 94. — Τά άαφί- 
σφαιρα 90 . 

άμφιταλάντευσίς,ί\- 'Ιιο. Καρασ. — Άρ. 
Βαλαιοο. — "Λστυ 17 Ίαν. 94. — Άγ. Βλ. 
λ.^97.' 

άμφιτελεΐς, οί (έπιστάται. γεμισταί.) 
Γαλ. δβΓΥίΐηΐΒ ηιθΙ)ΐ1β3. Όνομ. ναυτ. 58. 
Άγ. Βλ. λ 97. 

Άμφιτρύων. δ' εν τίί σημασία τοΰ φι • 
λεύοντός τινας έστιάτορος (κατά τά εν 
τ?ί όμωνύμοί κωμοίδία του Μολιέρου, πρ. 
α'. σκ. γ'. στί/. 88 - • Σκαρλ λεξ. ^&. — 
Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 73. ■ — Ίω. Παπαδιαμαντόπ. 
74. — Παλιγ. 7 Σεπτ. 93. — αΆμφιτρύοιν 
ήτο ό δΤίμος Πατρε'ων.» Άκρ. 22 Σεπτ. 96. 

άμφίφνλος, Ί. «άμφίφυλα η ερμαφροδι- 
τικά ε'ίοη ζοκον. Σ. Δ Βάλο. εν Προμ. 90. 

άμφιφυαώσαι βράκαι, αϊ Λγ. ^ν Άκρ. 
19 'Λπρ. 86. 

άμφίφυτος, 2. (οδός.) Λαν. Φιλιπ. 

άμφίφωτος, 2. (τομεύς.) Λ. Παλάσκας 
μετ' άλλίον ^ν εκθέσει ε'πιτροπης. 76. 

όμφιχειλοατρόφερτος, ή' δι/ειλικος, 3 
(φθόγγο;) Λατ. Ιίΐΐίΐΐ^ίαΐΐδ. Π. Καλλιβούρσ. 
ε'ν'Ελ φιλολ Συλ. Ινστπλεως 72. 

άμφίχερσος^ 2. Άκρ. 28 Μαοτ. 91 κα'ι 
19 Νο. 94. 

άμφίχθων, η" άποικογενής, 2. Γαλ. 
ΟΓβοΙβ. Σκαρλ. λ. 56. 

άμφοδΐ]λίτης, υ. (όρυκτολογ.) Κ. Μη• 
τσοπ. 90. 

άμφοδικόν φύσημα τό. ('ατρ.) Θ Ά- 
φεντ. ,")■'(. 

άμφοτεραχθής, 2. Φίλ. Ίω. έν Φυσικ. 
δικ. έκδ. Λ. Οϊκ. — Πρβλ, άμφοτερ υδα- 
ρής. 

άμφοτερή (;) ά'λατα, τά. (χημ.) "Οθ. Α. 
'Ρουσόπ. 90. 

αμφοτερηλατον είσιτήριον σιδηροδρόμου, 
τό. Γαλ. 1)ί11θί ά'δΙΙβΓ βί ΓβίοαΓ. Ν. Κοντ. 
λ. 89- Αυτόθι και άμφοτερόπλουν, τό δΓ 
ατμόπλοιου εισιτήριον. 'Αλλά παρά τοΙς άρ- 
■/αίοις άμφοτερόπλουν δάνειον εΐθι- 
στο να λέγεται μόνον. 

άμφοτερο6αρής, 2. Άν. Πολυζ. 36. — 

[ 



Π. Παπαρρηγόπ. 68. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άμφοτερο§αρώς. Άγ. Βλ. λ. 97. 
άμφοτερομερής, 2. Άν. Πολυζ. — Φίλ. 

Ίω. εν Φυσικού δικαίου εκδόσει τη ύπό 
Λ. Οίκ. 

άμφοτεροσιλαστιχόν οΐ/ΐόμετρον τό τοΰ 
Γ. Γαζεπη "Αστυ.. 'Οκτ. 97. 

άμφοτεροσύναπτος αγκύλη, ή (ναυτ.) 
'Πλ. Κανελλόπ. εν Έγκυκλ. Αεξ. 

άμφοτερότοιχον γυμνάσιον, τό. Γαλ. 
βχβΓΟΪδβ άβ (ΙβίΛΧ Τ^υ^(^β3 Όνομ. ναυτ. 
58. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άμφοτερόφυλος, 2. (νεότί|ς.) Μαρού- 
λης, 90. 

άμφοτερωφελής, 2. Έλ κώδ. — Άκρ. 
14 Ίουλ. 98. 

^Αμχαριστί επίο. Κατάλογ. Έθν. βι- 
βλίοθ. Άθην. 83. ' 

άμωλώπιστος, 2. αΈφ.» 15 Μαίου 90. 

άμωμώδες γένος φυτών, τό . . 
' αναβαλλόμενος . μτχ. Έκ της περικοπής 
τοΰ ργ'. Λαβιτικοΰ ψα'μοΰ, «ό αναβαλλό- 
μενος φως ως ίμάτιον κτλ.» Ιπλάσθη βε- 
βαίως κα\ εϊναι εύχρηστο^ παρ' ήμΧν φρά- 
σις• ψάλλειν τοΰ δεΐνα τον άναβαλλόμενον, 
κα\ άλλη• ακούει ό δεΐνα τον άναβαλλόμενον. 
Π'-σον παλαια'ι α'ι φράσεις αύται κα\ τι τό 
λογικώς γέννησαν αύτάς, δεν εξηκρίβιοσα. 
"Ισως, λε'γο), επειδή ό ψαλμός Ικε'ΐνος 6 Δα- 
βιτικός, μακρός ών κα\ περιε'/ων πολλά 
τίνα της δημιουργίας τοΰ κ .σμου κα) ό'χι 
εύκατάληπτα, καθίστατο βαρετόν ακρόαμα 
άναγινιοσκόμενος ως προοιμιακός εν τη ακο- 
λουθία τοΰ εσπερινού, έδιοκεν άφορμήν εις 
την παράδοξον παρά/ρησιν. 

Ό Σκαρλ. έν τιο Αεξ. της καθ' ήμα?Έλ. 
διαλέκτου. 85 κα\ 74 δεν περιέλαβε τάς δύο 
ταύτας φράσεις, οΰτε δ Ν Κοντόπ έν τω 
Ί'^λληνογαλ. λεξ. τω 89, δ δε Άγ. Βλ. 
τι<) 97 ερμηνεύσας την φράσιν ψάλλειν τον 
άναβαλλόμενον (έν σελ. 51 τοΰ λεξικοΰ του, 
δια των Γαλ. οΗαηΙβΓ 8α §•3,ιηιΐΊ6 (οίκιη- 
ΙβΓ ^οο•ιιβ1ίβ8 3, (^'απί)) άπέσ/ε πάσης άλ- 
λης διασαφήσεως. . — ίνς τά λεξικά τοΰ ϋα- 
ΐ'ίΐηο'β, τοΰ λΥβί^βΙ κα\ τοΰ Ζαλίκογλου 
ομολογώ, ό'τι δεν έκαμα ζητήσεις, ως ούδ' 
ε'ς άλλα τινά, πλην μόνον τοΰ Ώβ1ΐο<|αθ 
έτι, ος δεν περιέλαβε την φράσιν. Φέρω λο - 
πόν τώρα εδώ παραδείγματα νεώτατα μό- 
νον έξ έφημερίδίον τά έξης" «Ή κριτική τοΰ 
έψαλε τον άναβαλ.» 'Άστυ 13 Νο. 91. — 
« Ό δείνα ψάλλει τον άναβαλ. τοΰ θεσμοΰ 
της μυστικής ανακρίσεως.» Άκρ. 5 ίΝο. 
95. — «Μας ψάλλουν τόν άναβαλ. τά Αύ- 
58] 



άνα^απτιστικός 



άναγλνφΐϋώς 



στρ'.ακά φύλλα β Ά/.ρ. 28 'Ιουν. 96. — 
«Ή Έλλην. κυβίρνησις, και τοι από ημε- 
ρών εβλεπεν εαυτήν καταοεδικασμί'νην ν* ά- 
κούτ) τον άναβαλ. υπό των ανεύθυνων, ούτε 
παρεπονήθη οϋτε κτλ.» Παλιγ. 30 Ίαν. 
98. — «Ό δείνα έψαλε τον άναβαλ. κατά 
των παιζόντων.» Προ3'!α β Όκτ. 97. 

άνα&αητιστικός, 3. (άρ/α\ εν τή Χρι- 
στιαν. θρησκεία ) Άν. Δ. Κυρ 

άνα^αρ&αρόομαι ονμαι. Π. Καλλι- 
βούρσ. 7'2. 

άνα&ατήρ, 6• βαθμός άμάξη; δια τον άνα- 
βαίνοντα ^π' αυτήν. Άκρ. 14 Άπρ. 92. 
*άνα&ατήριος λίθος (εφ' 'ίππον) 6 Τουρκι- 
στί μπινεκ ται/ί Σ. Α. Κ. Ιν Άρ/αιολ. 
^φημ. Άθην. 74. — Το άναδατήριαν, τό 
εν το'ΐς Λεξ. της άρχ. γλώσσης ϊ/ει άλλη ν 
σημασίαν. 

άνάζηξις, ή. Θ. Άφεντ 76. 
Λ Ανάζη σος, ό'/ι Ανάβυσσος, γραπτε'α 
ή εν Άττικτί θε'σις, ώς από τοϋ άρ/αίου 
δήμου "Ανιο βήσης. » Α. Μηλιαρ. Ιν Έστ. 
1890, άρ. 5, σελ 75. — Ό Λόλιγγ δε 
γράψας μετά τα 1886 την εν τω συγγράμ.- 
ματι Ηαη(]ΐ3υο1ι άβΓ ΙίΙ&βδΐδοΚβη ΑΙίβΓ- 
ίΙιιΐΜΒΛνΪΒβθηΒοΙαίΐίΊ; τοπογρα:5ίαν του, περ\ 
μεν Βήσης ούδεν έ/ει, ταυτίζει δε την νϋν 
Αη£ΐν}'δθ μετά του της Ελλάδος άρ/αίου 
δήμου Άναφλύστου. Ουςω κα\ άλλοι προ 
αύτοΰ. 

άνα6ί6αστήρ, 6. Γαλ. οΙιβνΓβΐΙθ, θηλ 
Γρ Χαντσ. 70. — '.\γ. Βλ. λ. 97. — Ίδε 
κα\ τό έξης. 

ανα€ί6αστρον, τό. Γαλ. οΐιβντβίίβ, θηλ. 
Γρ. Χαντσ 47. — Ά. Θ. Ήπ. λ. 9Γ). 

άνα6ι6ο>ίατα6άαΕΐς, αί. (κοιν. ανεβο- 
κατεβάσματα ) Κ. Λομβ. ■ — Άφοΰ ή λεξις 
κατεακευάσΟη εκ τοΰ αναβαίνω κα\ του κα- 
ταβαίνω, τί θί'λει Ιν αύτη ή συλλαβή β ι ; 

άναΘίίοτικός^ 3. (δυνάμεις ) Κ. Κον- 
τόπ. 83. 

άνα€λαστητίκός^ 3. (δυνάμεις.) Σπ. Χα- 
σιώτ. εν 'Λκρ. 15 Ίαν. 93. 

άνα6λήματα ήφαιστιώδη, τά. Γερμ. 
ΑπδλνΰΓίβ. Θ. Σκοϋφ. εν 'Κπιθεωρήσει 16 
'Ιουλ. 88. — Κ. Μητσόπ. έν ίΐρομ. 15 
Άπρ. 90. 

άνα^λητέος, 3. Ίώσ. Μοισ. — 'Κστ εφ. 
8 "Απρ. 94, κα\ 16 Ίουν. 95. 

αναβλητικός^ 3. 'Κλ. κώδ. — Π. Καλ- 
λιγ. • — 'Κν το'ΐς Αεξ. της άρ/. κείται μόνον 
τό άναβλητικώς. 

άναβλητικότης, ή. 'Ακο. 12 Μάρτ. 89. 
— Έστ. έφ. 28 Φεβρ. 97'. 

[ 



άνα6ομ€έ(ο-ώ. άνεβόμβησε. Έστ. εο. 2 

Σεπτ. 94. 

άνα§ορ§ορό<ο-(ο . (κ(ι)μικώς όμοϋ μετά 
τοΰ άναμορφόω.) «Έφ.» 12 'Απρ. 91. 

άνα^ραδύνΕσθαι. ΐΛυγ. Βούλγ. 

άνα§ράδυνσις, ή Εύγ. Βούλγ. 

άναζραστήρ, ό. όν. μη/ανήματος. 'Ακο. 
6 Φεβρ. 95. 

άνα€ραστικός, 3. ζύμη ) Κ. Κούμ 

άνα^ραστίτης^ 6. {=εκβρασματόλιθος, 
Γερμ. 8ρια(1θΐ8<:βίη. Εύρ. ίραν. 

άνα€ρντήριον , τό. (Τουρκ. σιαντηρβάν, 
ην λεξιν κακώς τίνες ώς δήθεν Έλληνικήν 
γράφουσι σύντριβαν ι, καθώς κα\ τό Τουρκ. 
εσνάφ (την συντεχνίαν) προφερουσι κα^ γρά- 
φουσι σ υ ν ά φ ι, παίζοντες ίν ου παικτο"ίς, 
ή κα\ σπουδάζοντες μετ' άμαθείας.) Σκαρλ. 
λ. 56. — Σπ. Τρικούπ. — - Άν Σούλης. 

άνα^ρντικός, 3. (ύδωρ.) Δ. Μαργαρίτ. 
49. — Ίω. Πύρλ. 

άναγαλλομένη, μτ/. Ν. Σπ, Φαραντάτ. 
εν "Αστει 24 Ίαν 96. — Έν τω τοϋ ϋβ- 
Ιΐϋί^ΐαβ Γραικ. ελ. λεξ κείται τό κοινώς λε- 
γόμενον ρήμα αναγαλλιάζω. 

άνάγγελμα, τό Παλιγ. 2 Μαοτ 93 κα\ 
23 Μάρτ. 94. 

άναγγελτήρ, ό. (ηλεκτρικός ) Άκρ. 31 
Λεκ. 88 και 9 Όκτ. 96. 

άναγγελτήριον , τό. Σκαρλ. λ. 56, έν 
ερμ. —Άστυ 23 Άπρ. 94 και 10 Ίαν. 96. 

άναγεννηματικός,Ά. (επίδρασις.) "Αστυ 
5 — 6 Φεβρ. 93. — Έ-/ρειάζετο ή συλλαβή 
μα; ' Γπάρ/ει δε τί» αναγεννητικός 
έν το"ίς Αεξ. της άρ/. γλ. κα\ έν Άκρ 7 
Ίουν, 94 έγράφη : <(έπ\ τό άναγεννητικώτε- 

ρον 1) . 

άναγεννητής, ό. Κ. Κούμ. — Γ. Αασ- 
σάν. — Πρόλογ. β'. έκδόσ. Λεξ. τοΰ Α. Γαζή, 
τιο 35. — Γερμ. Γρηγορας έν Πανδ. 58. 
= ^ Αναγεννηταί, οΊ' κόμμα πολιτικόν έν 
Πορτογαλλία. '.\κρ 9 Ίαν. 92. 

άναγεννήτοορι ό. "Αλοας έν 'Ακρ 24 
Φεβρ. 94. 

άνάγκααις. ή. Άν. Πολυζ. — Φίλ Ί(ο. 
έν Φυσ. δικ. έκδ. Λ. Οικ. 

άνάγκαστρον, τό Όνομ. ναυτ 58. — 
ΊΓλ. Κανελλόπ. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άναγλνκασμός. δ. Εύγ. Ιίούλγ. 

άναγλνπτογραφία , ή κατά τόν Βράϊλ, 
προς έκπαίδευσιν τυφλών. Ά. Παλατια- 
νός, 82. 

άναγλνφικός, 3. (κόσμος.) Σ. Α. Κ. 78. 
— Στ Ξ£ν 90. 

άναγλνφικώς. Στ. Ξεν. 90. — άναγλυ- 

59] 



άναγλυφοειδης 



άναδιοργανιστιχ6ς 



φιχ.ώτερον συγκρ. ε;:ίρ. Άκρ. 19 Αύγ. 95. 

άναγλνφοειδής, 2.' "Ελλην εν Άκρ. 27 
Σε;:τ. 97. 

άναγλυφοειδώς. Σ. Λ. Κ. 

άναγλνφόλιθος, 6. Ίταλ. οαίιιβο. Σ/. 
Λεβ λ. 61• , 

όναγλνφοποιΐα, ή. Π. Καββαδ. 84. 

άναίΆυςοοποίχιλτοί, 2. Σπ. Παγαν. 88. 

άνα^'νωριστεοί, 3. Έλ. κωδ. — Β. 
Στάης 92. 

άναγνωριστήριον έγγραφον,τό. Ελ. κωδ. 

άναγνωριστής, ό. Εύγ. Βούλγ. — Π. 
Χιώτ. 

αναγνώσιμος, 2. Σ Α. Κ. εν Νε'α Πανδ. 
1 Ίαν. 50. — Π. Χιο'ιτ. — Σ. Ν. Βασιλ. 

άναγνωσματαριογράφοι, οί. Χ. Πα- 
παμ. 97. 

άναγνωσματάριον, τό. Ίω. Βενθ. 51. 
— Ν. Κοντ. λ. 89. — Χ. Π. Μάρκου 93. 

"Άνογνωστιάδης, ό δν. κυρ ο'κογεν. 
Άκρ 30 ΙΜαίου 96. — "Ιδε και το εςης. 

' Αναγνωστίδης, ό' δν κύρ. οίκογεν. 
Άκρ. 24 Φεβρ. 92. — Παλιγ. 25 Νο. 93. 

άναγνωστικώς. Μιλτ. Πανταζ. 89. 

αναγνώστρια, ή. Σ. Α. Κ. 51. — 'Αλ- 
θώτας εν Χρυσαλ, 63. — Έστ. εφ. 94. 

άναγόμωσις, ή. (όπλου.) Έσχ. ίο. 6 
Νο. 95. 



αναγοραοτος, 2. (αναγοραστη ή 



καθ' 



"Ομηρον άπριάτη.) 'ΑΘ. Χριστόπ. 33. 
άναγόραστα καπνά σήπονται. "Αστυ 11 
Ίουν. 95. 

ανα)Όρευσί/*θί, 2. (διδάκτορες) Κ. Ασ. 62. 

άναγορευτιχός , 3. Χ. Παμπ. 43. 

άναγραμμάτισις, ή Έφ. 
- άναγραμματιστής, 6. Ν. Κοντ. λ. 89. 

άναγραφεΐον^ι τό. Ίταλ. ΓβςΐδίΐβΓΪδ,. 
Λεξ. νομοτεχν. 40. 

= άναγχίτης, ο [εκ του ά στερητικού κα\ 
του άγχω] εϊδός τι εχίνου. Α'μ. Νον. 73. 

άνάγων άγων, ό. Ά. Τάγης εν «Νεο- 
λόγ(ι)» 3 Μάιου 90 : «πολέμου λόγων μα- 
ταίων και, ε'ί μοι έξεστιν ειπείν, αγώνος ά- 
νάγιονος. » — Πρβλ. ά ν α ο ς. 

άναδαμαλειάζω.-ομαι 'Αλ. Γ. Λευτε 
ραΐος εν Ακρ. 87. — 'Ιοε καΙ το έξης. 

άναδαμαλίζω. άναδαμαλισθεντες. Έλ. 
κωδ.— 'Αγ. Βλ. λ. 71. 

άναδαμαλισμός, ό. 'Ελ. κώδ — 'Αγ. 
Βλ. λ. 71.— Άκρ. 3. Φεβρ 95. — Α. Γ. 
Δευτεραΐος εν 'Εστ εφ. 19 Μαίου 95 

άναδανείζω. Γ. Κ(ονσταντινίδ. Μακ. 89. 

άνάδαρσις, ή. Ί(ο. "()λ. 

άναδασόω-ώ. II. Κολοκοτρ 77. 

[ 



άναίάσωσίς, ή.Ν. Χλωρός. — Θ. 'Αφεντ. 
'Αν. Σούλ.— "Αστυ 23 Δεκ. 96. — 'Αγ. 
Βλ. λ. 97 . — Πρβλ. εκδάσωσις. 

άναδεχτός, 3. (άπο του βαπτίσματος.) 
«'Εφ.') 18 Μάρτ. 93. — Έν Άδριανουπό- 
λει κοινώς λέγεται ά δ ε ξ ι μ ι ό ς, μ)ιά. 

άναδέται, οί 'Ονομ.ναυτ. 58. — Ν.Κοντ.λ. 
89. — Αγ. Βλ. λ 97. 

άνάδενμα. τό. Άκρ. 20 'Απρ. 93. 

άναδημιονργέω-ώ. Δ. θερ. 89. 

άναδημιονργησις, ή. Π. θωμοί. — Δ. 
Μαρούλ. 89. — ΓΙ. Καρολίδ. 91. 

άναδημιουργηταί,οΊ."λσ-ι\> 22 Ίουλ. 94. 

άναδημιονργία, ή. Στοά. — «Έφ.» 31 
'ϋκτ. 90. — Γ Μ. Βιζ. εν Έστ. 13 Μάρτ. 
94. — Πρωία 15 Νο. 97. 

άναδημιουργικός, 3. Δ. Μαρούλ. 89. 

— Άστυ 20 Ίουλ. 94. — Άκρ. 10 Ίουλ. 
97 και 24 Μάρτ. 98. 

άναδημοπρασία, η. Αεξ. νομοτεχν. 40. 

αναδημοσίενσις, ή. Άκρ 12 Μαίου 91 
κα\ 81 Ίαν. 95. 

αναδημοσιεύω. Έλ. κώδ. 85. 

άναδιάξενξις, ή. ιέν τή ξιφομαχία.") Ν. 
Πύργ 72. 

άναδιαίρεσις, ή. «Έφ.» 25 Ίουν. 92. 

άναδιαιρέω-ώ. Α. Καραλίβ. 87. 

άναδιάλυσις, ή. Ξ. Λάνδ. 40. 

άναδιαλνω. • ομαι. Ξ. Αάνδ. 40. — θ. 
Άφεντ. 76. — Προμ. 24 Φεβρ. 91. 

αναδιανομή . ή. Έφ. 

άναδιάιτλασις, ή. Έφ. 

άναδιαρρνθμισις, ή. Αιών. 

άναδιάσαξις, ή. Άκρ. 17 Ίουλ. 91, 

άναδιδασχαλία, ή. (δράματος άπό σκη- 
νής.) 'ννβοΙίΙβϊη, η Ζωμαρίδης, 91. 

άναδιήγησις, ή. Άν. Κ. Χρηστομ. 85 εν 
«Πλάτίονος», τόμ. Ζ'. 

άναδίκασις, ή. Έλ κώδ. — Ύπ. εν ττ 
πάλαια γλώσστ) ή άναδικια, ην λεξιν με- 
τε/ειρίσθη κα\ ό Ά. Ί*. Ί'αγκ. τω 1851 
εν τω " Συμβολαιογράφο) Τάπα.» "Ισως δ'μως 
καλώς ποιοΰντες οί νυν εις άχρηστίαν άφη- 
σαν την άναδικίαν. ως προσπίπτουσαν 
μετ' αμφιβόλου εννοίας εις τα ώτα, άν δηλ. 
είναι σύνθετος εκ του στερητικού ά ν κα"ι 
αδικία, η εκ της προθέσεως ανά κα\ 
δίκη 

άναδιοργανίζω . Μ. Στ. Μαλαίας, 61. 
Παλιγ. 12 ιΝο. 93. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άναδιοργανισμός, ό. Κοντ. λ. 89. — 
Άκρ. 23 Μάρτ. 89. — Παλιγ. 12 Νο. 93. 

— Έστ. έφ. 6 Μαοτ. 96. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 
άναδιοργανιστίΗος, 3. Π. Ξενάκ. 72. 

60] 



άναδιοργάνιστος 



άναθεματιστης 



αν αδιοργ ανίατος, 2. Παλιγ. 12 Νο. 93. 
άναδιοργανόω-ώ-οΰμαί. Δ. Βικελ. — 

"Αστυ 22 Ίουν 96 

άναδιοργάνωσις, ή. Π. 1. Χαλκιόπ. 52. 
— Ίω. Σοΰτσ. 69. — Γ. Φιλάρ. 85. — 
Ν. Κοντοπ. λεξ. 89. —Άλ. θ. Ζαίμ. εν 
Άκρ. 24 Σεπτ. 97. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άναδιοργανοίτής^ ό. Παλιγ. — «Έφ.» 
1 Σεπτ. 89. — Άκρ. 31 ΙΜαιου 97. 

άναδιοργανωτικός^ 3. «Μίνίυς.» — 'Λ- 
σμοδ — "Ακρ. 88. Έπ. Κ. Κυριακίδ. 92. — 
"Αστυ 15 Νο 95. 

αναδιοργανώτρια, ή. «Σύλλογος» 13 
Ίουν. 89 

άναδίόρθωαις, ή. Θεσσαλία Βώλου 28 
Ίαν. 87. 

άναδιορίζίο.-ομαι. "Εγγραφ. Ελλην. 
κυβερνήσ. 93. — Πρωία 3 Αύγ. 97 

άναδιορισμός, ο. Έφ. Κυβ. — "Αστυ 16 
Ίουλ, 91. — Άκρ. 25 Φεβρ. 95. — Πρω'α 
3 Αύγ. 97. 

*άναδίπλωσις. ή Ούτω τινές την εν ττ 
Φραγκική μουσική ίη§& εκάλεσαν, οίον 6 
Γ. Μ. Βιζυηνός εν Έγκυκλ. λεξ. 

άναδιπλωτίΗος, 3. (ρήματα ώς το βι- 
βρώσκ'ο κα*! άλλα ίΤμοια. Γ. Δ. Ζηκίδ. — 
άναδιπλωτιχη μανία (ή του παρακείμενου 
χρόνου κτλ Έμ. 'Ροιδ. 93. 

άναδιϋγραίνω Σπ. Μηλ 

άναδινλισμός, 6. 'Αγγελίαι εν Άκρ. 11 
Άπρ. 96. 

άναδιφή ή. Σπ Ζαμπε'λ. 64. 

άναδίφης, δ. Σπ. Μαυρογεν. 85. 

άναδίφησις ή Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άναδιφητής, ό. Σπ. Π. Λάμπρ. 78. — 
Δ. Γρ. Καμπούρ. 90. 

άναδοΗΐμή . ή. Ίω. Κοκκών. 

άναδραματίζω. Άν. Άναγν. — Περ. 
Γρηγορ. 79. 

άναδρομεύς. ό. του ύψομ.ί'τρου. Όδηγίαι 
προς /ρησιν των τουφεκίίον κτλ 66. — "Ετι 
δε ώνομάσθη άναδρομεΰς κα^ ό Γαλ. ίΐ8- 
ΟβηββαΓ, εν Άκρ. 3ϋ Όκτ. 93, άλλ' δ/ι 
προσφυώς νομίζ(θ. 

Άναδρομεύς, 6. (η* Άναδρομάρη^, προ- 
τερον.) μονα/ός τις Δαβίδ, πολύ κοπιάσας 
κα"! δαπανήσας εν τω εν Άττικη μονυδρίιυ 
του άγ Νικολάου των Καλισ ων . . Σιγίλλιον 
πατοιαρ•/. Κστπλεως τοϋ έτ. 1614, εν ΙΜνη- 
μείοις Δ. Καμπούρ. τ. Α' σ. 186. 

αναδρομικός, 3. (ισ/ύς. δύναμις νόμου.; 
Άν, Πολυζ — Γ. Φεδερ46.— 'Ελ κώδ. 56. 

άναδρομικότης, ή. Γαλ ΓΟίΓΟαοΙίνϊίθ. 
Ν. Κοντ. λ. 89. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 

[61 



αναδρομικώς. Π Καλλιγ. 58. — Ν 
Κοντ. λ. 89. — Παυλ. Ίω. 92. 

άναδυναμόω-ώ. Νεα εφ. 1 Μάρτ. 88- 

άναεκλέγεσθαι. άναεκλε/θώσι, νά. Ακρ. 
28 Άπρ. 95. — 'Εν χοίς Αεξ. τ. άρ-/. γλ. 
ούδεν υπ. ρήμα σύνθετον εκ των δύο προ- 
θε'σ. άνά κα\ εκ. 

άναενδυθείς. μτ/ Εύγ. Βούλγ. 

άναεξεταστέος, 3 Άκρ. 25 Ίαν. 89. 

άναερό&ια, τά' είδος βακτηρίων, κατά 
ιόν Γάλλον Ρο,δίθαΓ. Ήρ. Μητσόν:. 81 ■ — 
Κρίσεις βιβλίιον διδακτ. τοϋ 1888, εν Άθ. 

— «Έφ.» 27 Φεβρ. 90. — Άν. Κ. 
Χρηστ. '96. 

αναζητητής, ό., Γ. Κ. Τ. εν 'Ομήρω 
77. — Άθ. Σακελ. λ. εν ερμ. — Έμ. Τοίδ'. 
εν Άκρ. 10 Όχτ. 96. 

άναζητητικός, 3. Λεξ νομοτε/ν. 40. 

άναζήτητος, 2. (ποαγμα εν τελωνειω.) 
Έφ. 94. 

άναζητήτρια, ή. Άθ Σακελ. λ. εν ερμ. 

άναζνμωτής, 6- Π. Γρατσιάτ. 

άναζωογόνησις, η. Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Άκρ. 8" Φεβρ. 91. 

αναζωογονητικός, 3. 90. 

άναζφογόνος, 2. (επίδρασις. ψεκάδες.) 
"Αστυ 5 — 6 Φεβρ. 93. — Γορύλ εν Άκρ. 
Ίαν. 94 κα\ "Αλί&ας αυτόθι 15 χΜαρτ. 94. 

άναζωοτιοίησις, ή Σκαρλ λ. 56. 

άναζωηυρόω-ώ, άναζίοπυροιθη. θ. Ά- 
φεντ. — Τον είς ε ω μόνον τύπον του ρήμα- 
τος τούτου ε/ουσι τα Λεξ. της αρχ. γλ. 

άναζ(θ3ΐνροιαις, ή. Ιω. Σκαλτσ. 65. 

άναζωπνρωτικός. 3- Α'ών 

άνάζωατρον. τό. Μω. Όλ. — 'Εν τοί; 
Λεξ. της άρ/ γλ. ύπάρ/ει ή άναζώστρα. 

άναζαύτονχος , 2. (άμυλον. πιμελή. τρο- 
φή.) Π. ^Γαρ. 84. — Άλλ' ε/ει αρά γε κα- 
λώς ή λϊξις : 

άναζώωαις , ή. Κατεκρίθη ή λεξ. εν Κρί- 
σει τοΰ Ί'οδοκανακείου διαγωνίσματος τοϋ 
18 . . Άλλ' ύπάρ/ει εν τοΙς Λεξ. της άρ/. 
γλ. ρήμα άναζίοόιυ. 

άναθάπτω.-ομαι. «άναθαπτόμενα αγάλ- 
ματα καθ" εκάστην μεταξύ των ερειπίων, 
άνετάφησαν » "Αστυ 2 Αύγ. 92 κα\ 19 Δεκ. 
96. — "Ιδε κα"Ί ά να τ αφή, ή• έν τιίί οί- 
κείω τόποι. 

άναθάρρννσις . ή. Άστυ 26 — 7 Νο. 91. 
Άκρ. 2(1 Αύγ. 94. 

άναθαρρυντικός, 3 Άκρ. 23 Άπρ. 90 
κα\ 26 Μαίου 97. 

αναθεματιατής, 6. "Ιω Ά. Σούτζου 31 

— Ν. Κοντ. λ. 89. 

1 



άναθεματιατικός 



αναχαονουργησις 



άναθΐματιστίΗος•, 3. Ίω, Α Σού- 
τζου, 31. 

άναθεμελίωσις , η. Άκρ 31 Ίαν. 92. 

άναθεμελιωτής. 6. Π. Χιώτ. 

άναθέρμανσις, ή. Έιρ. — Ήλ. Βαλ- 
σαμ. 94. 

άναθέτης, ό. Π. Εύστρατ. εν Παλιγ 5 
Σεπτ. 68. — Β. Στάης, 91. — Π. Καβ- 
βαδ. 97. 

άναθέτησις. ή. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άναθετήτως. Γρ. Ζαλίκ. λ. — -Λεξ. νομο- 
τε/ν. 40. 

άναθεωρήσιμος, 2. Λεξ. νομοτε/ν. 40 

ανα^εωρτ^ταί', οι. Άδ. Κορ. 30. 

άναθεωρητέος, 3. Σύνταγμα Έλλην. 
τοΰ 1863. — Χαρ. Τρικούπ. 88.— Σπ.Πα- 
γαν. εν'Εστ. εφ. 2Γ) Σεπτ. 94. 

αναθεωρητικός, 3. αναθεωρητικοί, οί 
ζητοΰντες άναθεώρησιν πολιτικού συντάγμα- 
τος Α'ΐόν. — 'Λκρόπ. 88. — Πρωία 18 Δεκ.96. 

Αναθεωρητικόν, το των στρατοδικείων. 
Έφ. Κυβ. 6 ΐΛο. 96. 

άναθεωροδίπης, ό. Ίταλ. ^ίαάϊοβ (ϋ 
Γβνίϋίοηβ. Λεξ. νομοτεχν. ΊΟ. 

άναθηλαστικός, 3. (αντλία.) Ά. Σπα- 
θάρ. 86. 

άναθλιπτιχός, 3. (αντλία.) Α. Σπαθάρ. 
86. —"Αστυ 20 Ίουλ. 95. 

άναθόρησις, ή. Εύγ. Βούλγ. 

αναθρεπτίΗος περιστερών σύλλογος, οΊ. 
Σ.^ Λ. Βάλδ. έν ΙΤρομ. 2δ Λύγ. 91. 

άναθρονίξεσθαι. άναΟρονισθτ. Έστ. 8 

Νο. 9•:. 

άναθρόνισις, ή. Π Χιώτ. 58. 

άναθνμιατός, 3. Άν. Κορδ. 88. 

άναθνρίομα, το. (οίκοδομικ. ) Γερυ.. 
Αηβοΐιΐιΐδδβαοΐιβ Γ Καβερώ ='ν Άρ•/αιο'λ. 
δελτ Αεκ. 89. — Έποιήθη ή λεξ. αυΈη κα\ 
η εφεςής κατά το ό. άναθυρόω το εν τη 
Λεβχδείας επιγραφή τη δημοσιευθείση ε'ν 
ο Αθηναίου» τ. δ'. σ 372 κ. εξ. 

αναθνρωσις, ή Γ. Καβερώ 89. — "Ιδε 
ιήν άνιοτεριο λεξ. 

άναιδημοσννη, ή. Άκρ. 6 Ίαν. 87. 

άναιδολογία, ή. 'Ακρ. 19 Μαίου 90. 

άναιδοσεμνώς. (όμοΰ μετά τοΰ σεμνο- 
αναιδώς.) 'Ακρ. 21 Άπρ. 96. 

άναιμιάων-ών, 6. μτ/ 'Ακρ. 13 Ίουν. 94. 

αναιμικός 3. Ί(ο. ΪΙύολ. — Κ. Β. έν 
Ί•:ατ. 20 'Απρ. 86. 

άναιρεσείων,ο. μτ/. (νομικ.) Έφ. Κυβ. 
— Λεξ νομοτεχν. 40. — Ν. Κοντ. " λ 89. 
—"Αγ. Βλ. λ. 97. 

άναιρεσι^άλλω.-ομαι. Έω. Κυβ. — 

[ 



Έγ/.υκλ. λεξ. Άκρ. 20 Σεπτ. 94. —Έστ. 
εφ. 9 Νο. 96. — Νεα εφ. 5 Μάρτ. 97. 

άναιρεσί^λητος, 2. Λεξ. νομικ. Δ. Μ. 
Βίκ-, 38. — Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 'Αγ. Βλ. 
λ. 97. — Ν. Κοντ. λεξ. 89. 

άναιρέσιμος, 2. Λεξ νομοτε/ν. 40. — 
Άγ. Βλ. λ. 71. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άναιρεσιμότης, ή 

άναιρετήριον, τό. Γαλ. Γβ(|ΐΐθ1;β βη 03,8- 
δίΐίϊοη Άγ. Βλάχ. λεξ. 97. 

άναισθ η σ ιακός, 3. (ΐίάρμακα). Άκρ. 29 
Ίαν. 90. — Ν=ον πνεΰμα, Νο. 93. 

άναισθητήρια, τά• ( = άναισθησιακά κα\ 
αναισθητικά). Άκρ. 12 Νο. 94. 

άναισϋ'ήτησις , ή. δι' αερίων. Μ. Ά ,γελοπ. 
Άθάνατ. 89. 

αναισθητικός, 3. θ. Άφεντ. 76. — "Ο- 
μηρος, 77. — Γ. Καραμήτσ. 79. — Ίω. 
Ζιο/. 82. 

άναισχνντογραφίαι, αι. Ίω. Σταμα- 
τΕλ. 63. 

άναισχυντοφιλάργνρος, 2. Χ. Δ. Μεγδ. 

άναιτιάζω . -ομαι. Ίταλ. άΪΒΟΟίραΓΘ. Λεξ. 
νομοτε/ν. 40. 

άναιτίασις, ή. Ίταλ. (ϋδβοΐρα. Λεξ. νο- 
μοτε/ν. 40. 

άναίτιατόη/ί, ή. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άναιτιολογήτως . Γ. Φε'δεο 46. — «Έφ.» 
19 Ίουν. 89. 

άναιτιότης, ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — Έφ. 

άναιχμος, 2. βίλη). Ν Ί. Σαρ. 41. 

άνακαγχασμός. 6, Φλόξ 80. — Ν. Γ. 
Μαντζαβ. 91. 

άνακα^;^ασΓίκ05, 3. Αθηναϊκή 14'Οκτ.89. 

άνακαθαριστήρια, τά, ^μη/ανήματα). 
Άκρ. 10 και 14 Μάρτ. 93. — Καιρο\ 20 
Μαίου 93. 

άνακαθαρταί, οί. Κ. Ν. 'ί'άο. 90. 

άνακαθαρτήρ, 6. δν. μη/ανήματος. Έλ. 
κ,;,δ. 89. — 'Ακρ. 6. Φεβρ."95. 

άνακαθιέρωσις, ή. 'Ακρ. 16 Μάρτ. 96. 

άνακάθισις, ή. Πίναξ σ/ημάτων υγιεινής 
σωμασκίας, εκ τοΰ εν Αθήναις λιθογραφείου 
τοΰ Έκατόγ/ειρος. 

άνακαθίσταμαι, άνακαταστάντες. Δαμ. 
Χοιστόπ. 74. 

άνακαίνισμα, τό. Τ. Νερ. 73. 

ανακαινιστής, 6. Ίώσ. Μοισ. 761. — Χρ. 
Ακαρν. Τΐϊβ —Ν. Άργυριάδ. 

ανακαινιστικός. 3. «Έ'λ. » 8 Φεβρ. 88. 
— "Αστυ 4. Ί)κτ. 95. Ν;α εφ 26 Φεβρ. 96. 

άνακαινονργησις, ή. Έγγραφ. επιτρόπων 
ναοϋ οοθοδόξιον έν Νεαπόλει Ιταλίας. Νεα 
έφ. 13 Σεπτ. 96" 
62] 



άναχαλλοοπίζω 



αναπριτήριον 



ά.να>ιαλλωπίζα>, Δ. Γουζίλ. 07. — άνα- 
καλλωπισθίντα τζαί^ία εν Λαρίσση { έπ' Ισ"/ά- 
των των ημερών . Μ— οεμ εν Άκο. 22 
Ίουν. 98. 

άνακαλνμματα. τά. ( = άνα/.αλύύεις). 
Άο. Κορ. 12. — Ί. Ρ. Νερ. 

αναπαλντιτης, 6. Ερμ. λογ. — άνακα- 
λυ-τη; οΙ έγραψεν ό Κυρ. Καπετ. 08. — 
ϋυτοις εγράφη και εν Άνεξαρτήτω 29 Μάρτ. 
45 και εν Νομοσ/εοίω του 1895 τώ πεο\ 
σταφίδας. 

αναχαλνητικός, 3 Κυρ. Καπετ 08. 

άνακαλνπτρια, ή. Λ. Γουζέλ. 07. 

άνακαλνσττωρ , ό. Αεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Κ. Ασ. 5!^ 

άναχαμίνευσις, ή. Κ. Μητσό-. 76. 

άναχαμινενω -ομαι. Κ. Μητσόπ. 76. 

άναχαμπτίς. ή. (φυτολογ.). Θ.Χελδρ. 90. 

άναχαμψίφλογος χάμινος, ή. Άν Κ. 
Λαμο. 85. 

άναχαρδιώδη φυτά, τά. Θ. Χελδρ. 90. 

άναχασσιτέρωσις, ή. ( σκευών). "Εκθε- 
σις άστυϊάτριον εν Άστει 22 καΐ εν Άκο. 
14 Σε::τ. 96. Ιουν. 96. 

άναχατακτάω -ώ. Α;ών. — "Ιδε τάς σημ. 
εις τάς λί'ξ. άπόκτησις, αποκτάω, κα\ 
τάς άλλας, ένθα κα'ι το κτάω αυτό. 

άνακατάχτησις, ή. Α!ών. 

άνακατάληψις, ή. α'Εο.» 8 Μάρτ. 89. 

άνακαταμέτρησις.τ]. Παλιγ. 22 'Ιαν. 94. 

άνακαταρτισμός, ό 'Ακρ. 17 Ίουν. 95 

άναχατασχευή, ή. 'Ακρ. 22 Άπρ 94. 

άναχατάστασις, ή. «Έφ.» 9 Άπρ. 91. 

άναχατασχεΐν. άναχατεσχέθη ή κό- 
λις. η'Εο.ΐ) 30 'Α-ρ. \)0. 

άναχατατάξιμος. 2. 'Ακρ 13.Φεορ. 91. 

άναχατάταξις, ή. Έλ. κωδ. 

άναχατατάοσω. Έλ. κώο. 

άναχατοτττρισμοί, οί. (μαγικοί)" 'Εστ. 
εφ 20 ?ίο. 95. 

άνακατοχη ή• ~άλιν, εκ δευτέρου κατο- 
'/ή. «Έφ.» 7 Ίουν. 87. 

άνακαντηριάζω. 'Ιω Όλ. 

άνακάχλασμα, τό. Α. Μωρα'ιτίδ. 88. 

άνακηρυκτής δ. Λεξ. νομοτεχν. 40- 

άνακηρνκτιχός , 3 Λεξ. νομοτε/ν. 40, 

άναχινητής, ό. Αιών. 

άναχλαδονσθαί. άνεκλαδώθησαν σπόροι 
εις δενδρον. "Αγ. Βλ. 86. - — άνακλαδου- 
με'νη άναδενδράς. 'Αλφας ^■^ Ακρ. 5 
Φεορ. 94. 

άναχλαστήρ, υ. 'Ακρ. 21 'Οκτ. 92. 

άναχλαστιχός,3. Ν. Θεοτ. — Θ. 'Αφεντ. 
8'. — 'Ακρ. 8 'Απρ. 94. 

[63 



άναχλαστικώς. Γ. 'ΑΘ. Μακκόί; εν Γα- 
λήνιο, 97. 

άνακλήσιμος, 2. Λες. νομοτε/ν. 4θ. 

άνακλητέος. 3. Δικαστ. έγγραφ. Χαλκί- 
δος, 36. — "Εγγρα». νομάρ/ου εν Άκο. 8 
Μάρτ. 96. —"Ετι αυτόθι 25 Ίουν. 98'. 

άνακλητήρια ί/ρά/Λ^ατα πρέσ€εως, 
τά. Λ'ών 11 'Ιαν. 87. — άνακλητήριον σάλ- 
πισμα. ο'Εφ.» 7 Νύ. 88. — • Παρά τοις 
παλαιοΐς ελε'γετο τοϋτο ανακλητικό ν. Κ αϊ 
τά άνακλητήρια δε παρά Πολ^βίω κατ' άλλην 
σημασ. κείνται. 

άναχλιντήρ ό. Σοψ. Καρύδ. 

ανακοινώσιμος, 2. (είδησις). «'Εφ.» 13 
Σεπτ. 88.-92. 

άναχοινωτέος, 3. Άρ/αιολ. εο. 93. — 
"Ακρ. 18 Νο. 94.— Γ. 1Υ Χατζιδ. εν 'Α- 
θηνα 95. 

άναχοινωτής^ δ. Λεξ. νομοτε/ν, 40. 

άνακόνητος, 2. (μά/αιρα, ε'ργαλε"ίον). 
Εύγ. Βούλγ. 772. — 'Αδ. Κορ. 04. 

άναχοτζανίξω, Γρ. Χαντσ. 47. 

άνακοπεύς ο, Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνακοπτικός, 3 (επιρροή τίνος Ι. Δ. 
Πατσόπ 86- 

άνακουφιστήρια, τά. κατ' εύοημισμον 
= ουρητήρια ). 'Ακρ. 28 Σεπτ. 92.-2) 
έπ"ί τόπου, πεοιπάτου. Τίηιοη εν "Αστει 15 
Ίαν. 96. 

ανακουφιστικός, 3. Αιών. — Άκρ. — 
Ραμπ. — Νεα εφ. 3. Μάρτ. 91. 

άνακουφιστικώς, "Αστυ 4 Μαίου 95. 

άνακοχλάζειν, Σπ. Παγαν. εν 'Εστ. «ο. 
4 Φεορ. 95. 

άνακρακτήριον , τό. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνακράξιμος, 2. Λεξ νομοτε/^ν. 40. 

άνακρατννεσθαι. άνακοατυνόμενος. Άκρ. 
23 Μάρτ. 89. 

άνακρανγή. ή Λεξ. νυμοτε/ν 40. — 
Άκρ. 22 Ίουλ. 94 και 7 Φεβρ.' 95. 

^Ανακρεοντίζειν, Κ. Άσ. 53. 

ανακρίβεια, ή. 'Αρ Βαλαωρ. — ]\, Κοντ. 
λεξ 89 'Άστυ 22 Δεκ. 97. —Άγ. Βλ. λεξ. 
97. — '1\ λϊξ. αυτή κα\ α'ι έξης τρε^ς είναι 
πολύ τοΟ συρμού τώρα προς άποουγήν τη: 
λεξ. ψεύδους, ήτις τρα/εως προσβάλλει ιά 
ώτα των άκουόντιον (!) 

άνακρι^ολογέω -ώ. ΛΙαργ. Δημ. 

άνακρι€ολογία, ή. Άρ. II. Κουρτ. 

ανακριβώς. Παλιγ. 12 Μαίου 89. — Άγ. 
Βλ. λεξ 97. \\στυ 23 Μάρτ. 97. 

ανακριτήριον, τό" Ά. Άλεξιάδ. 53. 
^\'^βθ1ί1.κα\ Ζωμαρ. έν Αίσ/. εκδόσει 91. — 
Κ. Οικ. 64.— Άκρ. 3 Φε6ρ. 98. 



ανακριτής 



άναλντικότης 



ανακριτής, 6. Έλ. κώδ — Σκαρλ λ, 
56.— Ν Κοντ. λεξ.89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνακριτικώς. Λ. Σ. εν Άκρ. 15Όκτ.95. 

άνακριτο - εισαγγελική εκστρατεία. 
Άκρ. 10 Αύγ. 92. 

άνάχροκον.. . "μελαν* εττενδύτην εξ άνα- 
κρόκου περιβεβλημε'νον ». Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. εν 
'Α~ομ.ν7-,ια.ον. 

άνακρυσταλλονσθαι. θ. 'Αοεντ. 76. — 
"Ο Ά. 'Ρουσό-. 81. — Τηλ. Κομν.'92. 

άνακρνοταλλώσιμος, 2. "Ο. Ά. 'Ρου- 
σόπ. 81. 

άνακρυστάλλωσις, ή Σπ. 0;κ. — "Ο. 
■.\. 'Ρου^ό-. 81. — Τηλ. Κομν 92. 

άνακτάω-ώ. ανεκτά, (χρόνου παρατατ.) 
άνακτών. (μτ/. ενεστ.) 'Αλ. ΣοΟτσ. 55. — 
Ίω. Σκαλτσ. 65. — Καλλιόζη Κεγ. — Ν. 
Κοτζ. — Κ Σάθ. 94. — "Αγνωστος το"ί; 
παλαιούς 6 τύ~ος ούτος, οπωξ και 6 ί-ο- 
χτάω-ώ. και κατεκρίθη υ7:6 Γ. Παγίδα τω 
1882, πιθανώς δε κα\ ύ~ό άλλων "ρότερον 
εξακολουθεί όμως ών Ιν χρήσει, ως Ισχάτίος 
εν Πρωία 13 Αύγ. 98. 

άνακτενίζεσθαι - άνεκτενισμένη κόμη 
ουλιος. Β. Λεον ',Ι6. 

άνακτητής, 6 'Ιταλ. ΓΪοηρβΓ&ίοΐ'β. Λεξ. 
νομοτε/ν. 40. 

άνακτο§ονλικός, 3. Άν. Πολυζ. 76. (ά- 
νακτοοου λ ι α κός δ εγράοη έν Άκο. 20 
Ίαν. 94. 

άνακτο^ονλιον, τό. Έλ. κώδ. 

άνακτό&ονλος, 6, 'Αλ. Σοΰτσ. 39. 

άνακτομηνία, ή (κατά τό θεομηνία.) 
Καθημερ. 30 'Λπρ. 87. 

άνακτομιαθία, ή. Κ Πα-αί 71. — 
"Ισως καλλίτερα ή λίξ, αΰτη :ης επιχορη- 
γήσεοις, εν ή δεν νοώ, τί στ^μαίνει ή επί. 

άνακτορίδιον, τό. Έφ. Σεπτ. 96 
-]-άνακτορο&αγόνια, τά. εν σιδηροορόαους 
της Αμερικής λεγόμενα ρπΙ&ΟβΟίΙΓ, ο/ι δια 
ανακτάς μόνον. Άκρ. 23 Όκτ. 94. 

άνακτοροειδής, 2. ι ξενοδο/είον. οικία.) 
Ά^κρ. 1,•) Αύγ. !^8 κα\ 24 Σεπτ. 92. 

άνακτορολογική λογοοίοια, ή. «Έο.» 
18 Όκτ. 90. 

άνακτοσυμ^ούλιον, τό. Άν. Πολυζ. 

άνακτοσύμ§ονλος, ο. Άθηνα 15 Μαοτ. 
39. — Π. \ιώτ. 87. 

άνακύκησις. ή. Αιών 18 ί\εκ. 86. — 

Άρ. Κουρτ. εν Έστ. 13 Φεβο. 94. — Άν. 
Κ.^Χρηστ. εν Άκρ. 22 Άπρ.' 94. 

άνακνκλιστήριον, τό. Νε'α Πανδ. 53. 

άνακυκλιστικός . 3. Χρ. 'Ακαρν. 

άνάκνκλος, ό. (φυτολογ.) Έγχυκλ. λ. 



άνακνλινδεΐσθαι. «Έφ.» 22 Αυγ. 91 , 
εν επιφ. 

άνακνλισις. ή. Άστυ 18 'Ιουν. 98. — 
Ί'π. εν τοΙς Λεξ. της άρχ. γλ. δ άνακυλι- 
σμός. 

άνακυριεύω. Π. Χιώτ. 63. 

άνάκνψις ή. '1ΐι)σή•,5 άο/ιμανδο. 22. — 
Γ. Παπασλ,— Άκρ. 25 'ίουλ. 94. 

άνακώχενσις, ή. Άν. Κ. Όρλ. 69. 

άναλα€ή ή• τό άναλαμοάνειν έργον τι, 
οικοδομικόν φ£ρ' ειπείν. "Αστυ 27 Άπ. 94. 

άναλαμπρύνεσθαι Π. Ξενάκ. 72. 

άναλαξενω. Ιιύγ. Βοΰλγ. 

άναλγικόν, τό. 'Ιιο. Πύρλ. 89. — Πρβλ. 
εξαλγίνη. 

άναλελυμένως. έπίρ. Π. Καββαδ. 98. 

άναλήθεια, ή. — Ές>. 6 Φεβο. 95. — 
Άστυ ίΐΟ Ν = . 96.— Άγ. Βλ. λ. 97.— Πρωία 
7 Νο. 97. — Κα\ αυτή ή λεξ. ευδοκιμεί 
τανΰν δι' δν λόγον εσημείωσα Ιν τί) λέξει 
ανακρίβεια. 

άναλήπτης, 6. 'Ιχαλ. β,βδαηίΟΓβ Λεξ. 
νοαοτε/ν. 40. — άναλν. ανεγέρσεως οικοδο- 
μών. Έφ. 

αναλησμόνητος, 2. Κ. Σ. Ξανθόπ. 87. 

άναλίκνησις , ή. Κ. Βαρδ. 12. — Άλλ' 
'ίδε τά έξης δύο. 

άναλικνίζεσθαι. Εύγ. Βούλγ. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άναλίκνισις ή. Κ. Ζ. Μάτσας 53. — 
(τοϋ εκκρεμούς.) Φαίαξ εν Έστ. ε». 18 
Μάρτ. 94." 

άναλικνισμός, ό. Ίίρακλείδ. 40. 

άνάλκιμον, τό* ον. όουκτου. Κ. ΪΝΙη- 
τσ π. 90. 

άναλλοιωτόφρονες, οί. Ν. Σπηλιάδ. έν 
ΛΙυστικοσυμοουλ. 26. 

άναλλοτριωσία. ή. Αεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Πρδλ. άναπα λλοτρ ίωσις. 

άναλλοτρίωτος, 2. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

— Προλ άναπαλλοτοίωτος. 
Άναλογισταί, (^ι Ήμίφυλ. Άκρ 6Φε.98. 
άναλόγιστος, 2. Ίω. Φιλήα. 
άναλυτέος, 3. Γ. ίΜιστριώτ. έν Κρίσει 

ποιητ. αγώνος τοΰ 1873. 

αναλυτής, ό. Άν. Κ. Δαμβ. 85. — Έ.ν 
τοΙς Λεξ. τ. αρχ. γλ. ή λεξ. γράφεται ανα- 
λυτής κα\ αναλυτή ρ. 

άναλντικοσυνθετική μέθοδος. Δ. Στ. 
ΐΜαυροκορδ. — Σπ. -Μαυοογε'ν. 

άναλντικοσυνθετικώς. 'Ι. Κ. Βλάχ. 88. 

— Χ Παπαμ 90. 

άναλντικότης, ή. Λελτ. Έστ. 5 Άπο. 87. 

— «Έφ.» 88.— Μιλτ. Παντ. 89. 



[64, 



άναλυτισταΐ 



άνανομοθετέω 



άναλντισταί, οί. Μ. Μητσάκ. Ιν "Αστει 1 
Φεορ. 95, εν έπιφ. 

άναλντός. 3" άναλυθηναι δυνάμενος. Εύγ. 
Βούλγ. 

αναλφαβητισμός, 6. Νικ. Κωνσταντίνου 
ε'ν οΊν^.)) 25 Άπο. 86. — 'Αχρ. II 
Αύγ. 90. 

άναλφα€ητωσύνη άλφαβητωμε νη . Ά/.ο. 
15 Ίουλ. 90. 

αναλώσιμος, 2. Λεξ. νομοτεχν. 40 

άναλωτός, 3. Φίλ. 'Ιω. εν Φυσ οικ. 
εκδ. Λ. Ο'κ. 

άναλώτως, 3 Α. 'Ραγκ. 66. 

άναμαρμαρόω-ω' άναμαρμαρούμενον 
στάδιον. "Αστυ 4 Όκτ. 95. 

άναμαρμάρωσις ή του Άθήνησιν άρ/αίου 
σταδίου. Έστ. εφ. 29 Μάρτ. κα'ι 14 Δεκ. 
95. — "Αστυ δ Μαίου 96. 

άναμασήματα, τά. Λ. ΙΝ. Βερν. 

αναμασήσεις, αί. Δ. Ν. Βερν. — Έμ. 
'Ροίδ. ε/ "Αστει 7 Μάρτ. 94. έν ετζιο 

άναμασητής, ο. Έμ. 'Ρο'δ. — Γ. Μ. Βιζ. 

άναμασσητικός, 3. (ζώα)• Θεοτούμπης 
εν Έστ. εφ. 22 Μαίου 96. 

άναμελέτησις. ή. Αιών. 

άνάμελψις, ή. Άκρ. 7 Μάρτ. 91. 

άναμεταρρνθμίζω «Έφ.β 12 Αύγ. 89. 

— Άκρ. 6 Όκτ. 8^. 

άναμεταρρνθμισις, 7\. «Εφ.» 12 Αύ.89. 

άναμετασταθμεύσεις, αϊ (των θωρη- 
κτών μας.) 'Ακρ. 13 Νο. 95- • — Προς δια- 
συομόν έγράφη εκε"ί ή λε'ξις. 

άναμετατιθέναι, άναμετατίθεντα υπάλ- 
ληλοι. «Έφ..) 10 Όκτ. 92. 

άναμηρνκαστικός, 3 Τΐΐηββ. εν 'Ακρ. 
5 Μαίου 96. 

άναμηρυπήματα, τά Γ. Μ, Βιζ. — άνα- 
μηρυκίσματα δε εν εγγράφω ' Ιεράς συνό- 
δου Κστπλεως τω 1845. 

άνάμιγμα^ τό. Κ. Ινούμ. 

άναμίκτως. «Έφ.» 26 Μάρτ. 89- 

άναμνημονενω. Άκρ. 5 Δεκ. 88- 

άναμνηστήριος, 2. Άκρ. 26 'Απρ. 91. 

— Αυτόθι ιδίως ■ άναμνηστήρια μετάλλια, 
τάληρα, αντικείμενα, 17 'Ιαν. κα'ι 19 Μάρτ. 
κα\ 3 Σεπτ. 9Ί. 

άναμορφωσεομανία, ή «Έφ. ι) 25 
'Ιουν. 93. 
άναμορφατέος, 3. Άκρ. 3 'Ιουν. 97. 
άναμορψίοτήριος . 2. Στ:. Μαυρογεν. 84. 

— άναμορφιοτήριον, ιό. (της Έλμίρας τό 
εν ταΤς 'ϋνωμ. 7:ολιτ. της βορ. Άμερ.) 'Έλ- 
λην εν Άκρ. 16 'Ιουν. 98. 

αναμορφωτικός, 3. Περ. Βε'γιας 86. — 



Ν. Κοντ. λ. 89. "Αστυ 20 Ίουλ. 94. — 
'Ακρ. 2. Νο. 95. 

άναμορφωτικώς. αΈ^5.)) 7 'Ιαν. 90. — 
"Ακρ. 10 Ίουλ. 91. 

άναμόρφωτοι εκκκλησίαι της Γαλλίας». 
Δαμ. Χριστό- 74. 

άναμορφώτρια, ή. Ν. Κοντ. λ. 89. 

άναμοχλευτής , ο. Δ. Ν. Βεον. 68. — 
Άκρ. 10 Νο. 94 κα\ 14 'Ιαν. 96 και 24 
'Ιαν. 97. 

άναμοχλευτικός, 3. 

άναμυζάω•ώ Κ. Κούμ. 12. — Νον. 73. 

άναμνζησις, ή. Νον. 73. 

άναμυζητήρ, ό. ^0 Ά. 'Ρουσόπ. 90. 

άναμυζητιχός, 3. Κ. Κούμ. 12. — 
Νο.73. 

άναμνρισταί, ο'.' αιρετικοί τίνες Χριστια- 
νο\ έν 'Ρωσσία. 

άναμνροοσις. ή Ευταξίας εν Έγκυκλ. λ. 

άναμφίρροπος, 2. 'Άστυ 20 Νο. 95. 

άναμφιταλαντεντΐος. Σ. Δ. Βάλβ. εν 
Προμ. 1 Σε-τ. 91. 

άνανάγνωστος, 2. Σ. Α. Κ. εν Πανδ. 
53 κα\ έν Άρ/αιολ. Έφ. 'Αθην. 90. 

άναναίρετος, 2. Φίλ. Ίω. 

άνανάχλητος, 2. Φίλ. Ίω έν Φυσ. 3ικ. 
έκδ. Λ, ϋίκ. 

άνανάπτνχτος . 2. Κ. Κούμ. — Σ. Α. Κ. 
63. — Άρ. Σ-α)άκ — Ίγν. Μοσ/. — Κ. Σ. 
Ξανθόπ. — Ήρ Μητσότ:. — Κ. Σακελλα- 
ρό-. 94 

= άνανάσια, τά • όν. καρ;:οΰ. 'Αγ. Βλ. 
64. — • άνανάσσαν δε θηλυκώς εγραψεν δ 
θ. Γ. Όρφ. τω 1870 τό δν. του φυτοΰ, 
κατά τό Αατιν. αηαπδίϊΒα. 

άνανδριαός, 3 Γαλ. ροΙίΓΟηβδςαβ. Σ/. 
Αεβ. λ. 61. 

άνανεόχμαισις, ή. Δ. Χαντσ. 

άνανες' του νεανοΰ' κα'ι όίλλα σημάδια 
τοιαύτα βαρβαρόφωνα ( κα'ι βαρβαρογενή 
υ-οθε'τω ) της τιαλαιοτέρας εκκλησιαστικής 
ημών μουσικής άνεγράφησαν έν Έλ. φιλολ. 
Συλ. Κστπλεως τόμ. ΚΑ'. 

άνανεωτέος, 3. θ. 'Αφεντ. 76. 

άνανεωτής, 6. Αεξ. νομοτε/ν.. ίΟ. 

άνάνθεχτος, 2. Ίταλ. ΪΓΓβ8Ϊ3(;ΐΙ)ϊ1β.Αεξ. 
νομοτε/ν. 40. 

οίνανθος, 2. ( = άνανθής ) Ίϋστ. έφ. 1 
Μάρτ. 97. • 

άνανθράπισις , ή. ^ χημ. ). 'Αν. Κ. 
Δαμο. 85. 

^Ανανιάδης, δ. δν. κύρ. ο'κογεν. 

άνάνυζτος, 2. Ν. Δούκ. 14. 

άνανομοθετέω -ώ. Άκρ. 1 'Ιουν. 97. 



[65; 



ανανταμειπτος 



άναπηδητιχως 



άναντάμεισιτος, 2. Κ. Μάνος, 01. — 'Ι. 
Ν. Λεβ. 52. 

άνανταηάντητος, 2 Άκρ. 15 Νο. 89. 

άνανταηόδείΗχος, 2• Άκρ. 17 Μαίου 93 

άνανταποδότως , (γραμαατικ.). Θ. εν 
Χρυσαλ. (ί5. 

άναντίγραφος, 2. Σ Α. Κ. 92. 

άναντίπατάστατος. 2. ( άντίθ του άν- 
τ'.καταστατός, λ γ. κτήμα). Έλ. κώδ. — 
Άθ. Χ 'Ροντ. 76 — άλλα κα\ χατά γενι- 
κωτε'ραν ση[α.ασίαν γράφουσι πολλοί το έπίθ 
τοϋτο, οίον Λ. Ν. Βερν. 57. — Λ. Μπελ. 
έν 'Λκρ. 8 Νο. 95. — Άγ. Βλ. λ 97. 

άναντίληπτος, 2. Χρ. Νικολαιδ. 40. — 
Σ. ι\. Βά'ο έν Προ[Α. 11 Αύγ. 91. 

άναντιληψία, ή. Άκρ. 8. Δεκ. 92. 

άναντιλόγητος, 2. (πράγαα ). Ίιο. Β/^λ. 

— 'ϋν τοις Λεξ. τ. αργ. γλ. υπ. το άναν- 
τίλ έκτος, δ κα\ τώρα μεταχειρίζονται οί 
γράφοντες. Πρβλ. κα\ το έξης. 

άναντίλογος^ 2. Α. Ν. Γιάν. 89. 

άναντιπροέδρευτος, 2. Σ. Λ. Κ. — "Ιδε 
άπροεδρευτος. 

άναντιπροσώπεντος , 2. Σ. Α. Κ. εν 
Άρ/αιολ. εφ. 72. — Άκρ. 23 Σεπτ. 95. 

άναντίρροτιος 2. Φαίαξ εν Έστ. εφ 10 
'Οκτ. 95. 

^Αναξαρχικός, 3. (καρτερία.) "Ιίγγραφ. 
Δημοτικού συμβουλίου Αθηνών εν τη Ί'^λ- 
πίδι τοΰ έτους 1836, αρ. 34. 

άναξασμός. ο Ίω. Όλ. 

άνάξεσις, ή. 'Έγγραφ. Έταιρ. σιδηροδρ. 
έν Άκρ. 5 ΐΜαρτ. 94. 

άναξιόμεμπτος, 2. (έγγραφον.) Ίο3. Μ. 
Τσουδερός έν Άκρ. 8 Ίουν. 96. — Πρβλ. 
περ\ της συνθέσεως τη<: λέξεως το κατωτέριο 
άναξιοπρόσεκτος. 

άναξιομιαθία, ή. Λεξ. νομοτε/ν 40 

άναξιόμισθος . 2. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άναξιοπάθημα. τό. 'Λλ. Λυ/.οΰργ. έν 
Πανδ. 63. 

άναξιοηάσχουσα. μτχ. ΙΝ. Κατραμ. 54. 

— Άναγέννησ. 9 'Οκτ. 95 — Τό ορθόν 
ανάξια πάσ/ουσα, η" αναξιοπαθούσα. 

αναξιοπιστία , ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Έμ. Σ. Λυκούδ. 88. 

αναξιοπρέπεια, ή. Ν. Δοΰκ. — Α. Δα- 
μασκ. ()8. 

άνα^ίΟττρεΛ: 775,2. Πρακτ. βουλής, 12Φε. 9 3. 

άναξιοπρόοεπτος, 2. Λεξ νομοτε/ν. 40. 

άναξιόχρεος, 2. Ν. Κοντοπ. λ. 89. Φαίαξ 
έν Έστ. 28 Σεπτ. 96. 

άναξιοχρεότης, η. Φαίαξ έν Έστ. 28 
Σκπτ. 96. 



άναξίνμνος,'ί. (φόρμι ξ.) Ά. 'Ρ. Ταγκ. 
— Γνωστόν το τοΰ Πινδάρου «άναξιμόρμιγ- 
γες ϋμνοι.» 

αναος ναός, ο. (κατά το Όμηρικόν'Ίρος 
άΐρος.) Κ. Οικ. 
άναπάγγελτος, 2. Γ. Ν. Χατζηδ. 
άναπαίδενσις, ή. Άδ Κορ. 30. 
άναπαλλοτρίωσις,ί^. «Έφ.» 26 Όκ 92. 
αναπαλλοτρίωτος, 2. Σκαρλ. λ. 56. — 
Άγ. Βλ. λ. 71 —Ν. Κοντοπ. λ. 89. 

άναπαλμός^ 6. Ίω. Καρασ. — Γ. Σ. 
Φραγκούδ. έν Άκρ 2'Λ Ίουν. 96. — Ευρη- 
ται έν το"ίς Λεξ. τής αρχ. γλ. ή άνάπαλ- 
σις, ή έν χρήσει κα\ τήν σήμερον, οίον έν 
Άκρ. 31 Μάρτ. 93. 

<■ άναπαλτικωτάτη (•,) άτμ σφαίρα της Με- 
σημβρίας.» Άκρ. 26Άπρ. 94, έν έπιφυλ. 
αναπαράγω. Ά/ρ 10 Ίουλ. 91. 
άναπαραγωγενς, 6. 'Ι* Δημητρ. 87. 
αναπαραγωγή, ή. Γ. Νικολαίδ. 74. — 
Ίγν. Μοσ/. 74. —Σ. Α. Κ.— Μ. Εύαγ.— 
Άλ. β. Φιλαδ. 96. 

αναπαραγωγικός, 3. (έργα.) 'Λκρ. 6 

Δεκ. 80. 

άναπαραγωγικότης, ή. Έστ. 19 Σε. 93. 

^ Αναπαραδιάδης, ό. Γ. Σουρής, 84. — 

Ή λέξ. κατεσκευάσθη ώς πατρωνυμικόν 

ον. έκ τοΰ τής κοινής 'Αναπαραδιά, άρσ., 

δ ν έν τιΓ^ Έθνικιο ημερολόγιο) του 1869 

είδα γεγραμμένον. Τπάρχει δε κα\ ή άνα- 

πα ραδι ά έν τη κοινή, παλαιοτέρα πολύ λεξις. 

άναπαράατααις, ή. Σ. Α. Κ. — Άρ. 

Κυπρ — Ίγν Μοσχ. 74. 

άναπαραστατιχός., 3. (δΰναμις. μέθο- 
δοι.) Ίγν. Μοσχ. 74. - — Σπ. Π. Λάμπρ. έν 
Έστ. 3 Ίουλ. '.)4. 
άναπαραστατός , 3. Α. Ν. Π. έν Άκρ. 
17 Αύγ. 95. 
άναπαριστάω -ώ. Α. Φραβασ. 88. 
άναπαυδήιως. 'Λκρ. 31 Ίουλ. 94. 
άναπαντικότης, ή. Φλόξ 80. — Μ-μ έν 
Άκρ 27 Αύγ. 95. — Τίιηβ8. έν Άκο. 30 
Μαίου 90. 

άναπαντιχώς. Ν. Κοντ. λ. 89, — Έστ. 
έφ. 21 Δεκ. 95, έν έπιφυλ 
άνάπεντον. ή• πεμπτόμοιρον, τό. 
άναπέτααις, ή. «Έφ.» 17 Σεπτ. 93. — 
Ί':στ. 6 Νο. 94. 

άναπηδητίΗος, 3. (δύναμις. πηγαί.) Κ. 
Κούμ. 12.— Α. ρ. Ταγκ. 51. —Στ. Ξέν. 
— Ι\ Βακαλόπ. 67. — Πρβλ. άναπ ι δ υ- 
τ ι κ α ί. 

άναπηδητιχώς. Α Κ. Δαμβ, έν Άκρ. 
22 Άπρ. 94. 



[66] 



αναπήνισις 



άν απρ ασιν ίζειν 



άναπήνισις. ή. Νε'α Πανδ. 1 Ίαν, 53. 

άναπηνισμός, 6. Προγρα[Λμ.α 'Ολυμ.- 
πίων 50. 

άναπηνιστήριον, το. Νεα Πανδ. 1 
Ίαν. 53.— Άγ. Βλ. λ. 97 

άναπηνίστρια, ή. Ν='α Πανδ. 1 Ιαν. 53. 

άναπήρωμα, τό. Ίταλ. 8<;θΓρίθ. Λεξ. 
νομοτε/ν. 4(•. 

άνασιήρωσις, ή. Ίταλ. δίΟΓρϊίΐηιβηίο. 
Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άναπηρωτής, 6. Ίταλ. δίοΓρίίΐίΟΓθ. 
Λεξ. νομοτρ/ν. 40. 

άναπιδυτικαΙ~τ]•γΛ'ί,α.\. 'Λν. Κ. Χρηστ.87. 

άναπλάστης, ό. Εύγ. Βούλγ. — Ίω. Α. 
Σοΰτσ. 48.— Προμ. 23 Δεκ. 90. — Άκρ. 
27 Αύγ. 96. 

άνατΰλαστικός, 3. (/ε'.ρουργικη) Ίιο. 
Όλ. — Γ. Μ Βιζ. —2) κατά γενικήν ση- 
μ,ασίαν. Ίάκ. Πολυλ. 94 — 3) της εφημε- 
ρίδος Αναπλάσεως Προμ. 91 • — άναπλαστ. 
κήρυγμα Ηριοία 15 Φεβρ. 98. 

άναπλειστηριάζοα. Ν. Κοντ. λ. 89. — 
'^γ Βλ. λ. 97. 

άναηλειστηριασμός, ό.'Ελ. κωδ. — Ν. 
Κοντ λ 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

όναηληθννομαι. 91. 

άναηληρώύΐμος, 2. Σπ Παγαν. εν 
• 'ΗΙφ.)) 9 'Λ/:ρ. 1ι3. 

αναπληρωτής, ό. Γαλ. 8ηρρ1β&ηΐ. Έλ. 
κωδ. 

αναπληρωτικός, 3. Αντ. ΊΌντ. 89. 

άναπληρωτός^ 3. Φ'.λ. Ίω. εν Φυσ δικ. 
έκδ. Λ. Ο'.κ. 

άνασιλοποίητος. 2. Σ. Α. Κ. 84. 

άναπνενσιμος, 2. ( άεριον. άήρ ). Β. εν 
'Ομήρω, 74. — Α. Λ. Β. εν Προμ. 22 Σεπτ. 
90. —"Αστυ 12 Μάρτ. 94. 

άναπνενατήρ^ ό. όργανον προασπίζον 
τους εύπαΟε'ΐς τό στήθος από της επιδράσεο)ς 
τοΰ 'Ι/υχροΰ άε'ρος. Γ. Καοαμήτσ. 79. — 
Άκρ.'8'Φεζρ 90. 

άνασινευστήριον^ τό' ( υπονόμου). Σ. Α. 
Κ.70. — ΐηλ. Κομν.91. —Π. Δ, Κούπ.92. 

άναηνενστής, 6. Άκρ 2 Λύγ. 88. 

άναπνοοχτόνος, 2. ( τρόπος τοΰ ' άναγι- 
νώσκειν εν τοΐς σ'/ολείοις.)Άκρ. 10 Ίαν. 94. 

άναπο€λήτα>ς. ΙΝ. θεοτ. 

άναηοδεΗτίΗοτης, ή. Ν. Παπαδόπ. εν 
Μεταφράσει τοΰ Γαλλικού εμπορικού κ(ί)δι- 
κος, τω 1817. 

άναποζημίωτος, 2. Ίω. Φιλήμ. — Σπ 
Τριχούπ. 

άναποχάλνπτος, 2. Σπ. Ζαμπ 64. 

άναποχατάστατος, 2. (θυγατέρες) Έφ. 



Κυβ. — τό έπ\ πολύ άναποκατάστατον των 
Αρίων. Β. Τιλάκ. εν *Εστ Ιΐ Σεπτ. 94. 
άναπόκρονστος, 2. Έφ. 19 Άπρ. 90. 

— Άκρ. 10 Ίουλ. καΙ 9 'Οκτ. 97. 
άναπόκτησις, ή. Δίον. 'Ρώμας. 
άναηόκτητος 2. Ίώσ. Μοισ. — Κ<ονστ. 

Πετρίτζης 08, — άναπ(5χτητοι τόποι. "Εγ- 
γρα». "Γδρας 21 . 

άναπολιτενομαΐ' πάλιν πολιτεύομαι• (ό 
Τρικούπης λ. /. άφοΰ άπεδήμησε μετά την 
μη εκλογήν του εν Ι\Ιεσολογγί(ο). Β Ι. Μαρ- 
κεζ. ^ν Έστ εφ 14 Μάρτ. 96. 

άνατζολίτενσις, V ( = μεταπολίτευσις ). 
Κ Άσ. 43, 53, και 58. 

άναττολογήζΐας Άκρ 16 'Οκτ. 96. 

άναηορποϋσθαι. Ά. Ρ. Ταγκ. 89. 

άνατιόρρυττος, 2. 'Ι. Ν. Λεβ. 40. 

άναττορρόφητος, 2. θ. Άφεντ. 54. 

άναπόσειστος, 2. Τϊΐηβδ εν Ήμιφύλ. 
Άκρ. 22 Άπρ 96. 

άνάτΐοσις, ή. θ. Άφεντ. 76 

άναττοσκοηεντησις, ή. ( ό/υριοματικ.) 
Γερμ. Ββϋΐβιηβηΐ;, η δΐοΙίΡΓβΙθΙΙυη^ (ΙβΓ 
ΥβΓΒοΙι&ηζιιη^βη ^β^βη άίΐδ υβ1)βΓΐιβΙ)βη 
(!β8 ΤθΓΓΒ,ίηβ. Γρ. Χαντσ. 47. 

αναποσύνθετος, 2• θ. Άφεντ. 76. 

ηναττοοφράγιστος, 2. Έφ. 

άναηοτελεσματικότης, ή. Καθημερ. 29 
Ίαν. 88 — Τ; τάς ήθελαμεν τοιαύτας λέ- 
ξεις; \\λλά τάς ε•/ουν οΐ Γάλλοι, κα\ δη κα\ 
ταύτην λέγοντες ίηββ1θ3θίίέ, κα\ άλλας 
πολλάς όμοιας, ήμε'ίς δε δουλικως υποτασ- 
σόμεθα" ένο) ήδυνάμεθα κα\ άλλιος κα'Ί δια 
όημάτιον. άντι διά θηλυκών άφηρημέν(ι)ν 
ουσιαστικών να εχφραζ(ί)μεθα, ά)ς οί πα- 
λαιό"! ημών προγονοί, γινόμενοι ούτο) κα\ 
εύκαταληπτότεροι εις τον λαόν. 

άναποτικός, 3. (/άρτης). θ. 'Λφεντ. 76. 

αναπότρεπτος, 2. Δαμ. Χριστόπ. 74^ 

— Έφ. 

άναποφασιστικότης, ή" ( = τό άναπο- 
(ίάσιστον ) ΆΟ. Παπαλεξ. 77 — Α.Γ. Ίίπειρ. 
88. — Π. Καρολίδ. 92. —Άκρ. 5 Μάρτ. 
94, έν Ιπιφυλ. 

αναποφάσιστος, 2 Γρ Ζαλίκ λ. — Σπ. 
'Γρικούπ. — τό άναποφάσιστον. Άγ. Βλ. λ. 
97. — ΌοΙιί^ςιιβ λ. 

άναποφασίστως. Γρ. Ζαλίκ. λ. 

άναποφλοίωτος,'ί. (ξυλεία). Γρ. Χαντσ. 70. 

ηναποχώροστος, 2. Ίω. Φιλήμ. — Σ/. 
Αεί. λ. ΟΙ. 

άναπραγματεύομαΐ' Λεξ νο οτε/ν. 40. 

άναπραγμάτενσις, ή. Λεξ. νομοτε/ν.40. 

άναπρασινίζειν, Ίω. Πύρλ. 
[67] 



αναηρηατίΗος 



άναρχα ιολόγητος 



άναπρηστικός, 3. ( υλη ). "Ακρ. 3 

άναπρο€άλλω . κ άνεπρόοαλεν ^ = άνεφά- 
νη ) ό δε"ίνα». "Ακρ. 1 Νο. 95. 

άναπροσάγω. Λεξ. νομο-ε/ν. 40 

άναπροσ^άλλω. -ομαι. 'Αντ. Πα-αδάκ. 
εν Άκρ. 17 Λο. 92. 

άναηροτείνω. Α. Μ. Ίδρωμ. εν Άττικω 
ήμερυλογ. 74. — Ά. 'Ρ. Ταγκ. έν αΈο». 
87 κα\ -Ακρ 23 Ίουλ. 89. 

άναπρωρέω -ώ' {κοινώ; άνα-λωρίζω.) 
άνα~ο(ι)οημενον πλοΐον Ονομ. ναυτ 58. — 
Ήλ. 'κάνελλίίτ:. 78. — "Αγ. Βλ. λ. 97. — 
"Ιδε κα"Ί το Ιξης. 

άναπρωρίζω, λ/.ο. τ.Λοάρτ. 12 'Ατζρ. 
8" καΙ 4 Ίουλ. 98. 

άναπτέροίμα-, τό. Ε. Β. Δελβιν 63. 

άναπτέρωσις, ή. Στζ. Ζαμπ, — Ίω. Φιο- 
κιαν. εν τΓ γυυ.ναστικη 85.• — Π. εν «Έο.» 
20Μουλ. 92.— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άναπτερωτίΗος, 3. Πίθηκμαν εν Άκο. 
27 :\πρ. 94.— "Αστυ 12 Ίουν 95. 

αναπτήρες σιγάρων τ,λεκτρικο\ εν άμά- 
ξαις τοϋ σιδηοοδρόμον Σιβηοιας. Άκο. 30 
Ίουλ. 98. 

άναπτόπνρα ξύλα, α εν Κεϋλάνη άντι 
φωσοορ(ον μεταχειρίζονται οί εγχώριοι.. Λ. 
Ξεν. 

"αναπτύγματα ελαστικών δυνάμεοιν. " Ι. 
ίΝ. Χατζιδ εν ' Αθήνας τόμ. η. τεύχ. δ. 

άναπτνκτίχός^ 3. Κ. Κούμ. 

άναπτνξίμος, 2- Κ. Κανθό-. — Π. Κ 
Ήρωίδ. έν Ν. Πανδ. Ίουλ. 56. — Σπ. 
Μηλ. 93. 

άναπτνξιμότης, ή. Π. Κ. Ήρωίδ. εν Ν. 
Πανδ Ίουλ. 56. 

'άναπτυχή, ή. (της ρεδιγκο'τας, ένθα τα 
"αράσημα διαπερώνται. αΈο.» 12 Ά;το 
89. — Έν το"ίς Λεξ. της άρ-/. γλ. κείται ή 
λεξις βί'βαια κατ άλλην σημασ 

άναπνραχτόω-ώ 'Λν. Κ. Δααβ 85. 

άναπυράκτωσις, ή. 'Αν. Κ Δαμο. 85. 

άναπνργόω-ώ. Περ. Γρηγορ. έν Αθη- 
ναίο), 79. 

άναπώλησις, ή. Ίόν. κώδ. 51. 

άναπωμαστήρ, ό Γαλ. άβΙ)θΐΐθ1ιοΪΓ, άρσ. 
Γρ. Χαντσ. 70. 

Άναργνρεια ούλλα- έκ της έν 'Αττικη 
μοεης των Αναργύρων. Δ, Γρ. Καμ-ούργλ. 
89. — Σ". Παναγιωτο:; έν 

"Άναργυριχά ά-οσ-άσματα χ^φογράφου 
τη; μονή; Αναργύρων. Φραγκ. Ζαμοάλ. 72. 

άναρμοδιότης, ή. Γρ. Ζαλίκ. λ. — 'Ρ,λ. 
κώδ. — Γ. Φεδερ, 46.— Π. Γριτσάν. 70. 

[68 



— Ν. Κοντ. λ. 89. — Ίω. Σκαλτσ. 93.— 
'Λγ. Βλ. λ. 97. 

= άναρμονιχός λόγος (έν τη γεωμετρία.) 
Κυ-, Στεφ. έν Έγκυκλ. λ. 

άναρμόνιος, 2. (μουσικ.) Σταμ. Δ. Στα- 
ματιάδ. έν Έστ. 28 Μάρτ. 93. 

άναρμοστήριον, τό. Γαλ. ΓβΐηοηΙοΪΓ, 
άρσ. Γρ. Χαντσ. 70. 

άναρμοσννη, ή. 'Αλ. Καγκελ. 

άναρότως. Ν. Δούκ. 

άναρπαγμοί,οΐ. "Αστυ 24 — 5 'Απρ 93. 

άναρραϊσμός, ό. "Αν ίερ. ΟΙκ. 14. 

άναρριπίξω. Σκαρλ. λ. 56. — Ν. Κοντ. 
λ.^ 89.^— 'Λγ. Βλ. λ.^97. 

άναρρίπισμα, τό. Ακρ. 21 Φεορ. 89. 

άναρριπιστήρ, δ. Γαλ. νβηΙίΙ&ΙβίΐΓ. Γρ. 
Χαντσ. 70. 

άναρρίχημα, τό. 'Ακρ. 29 Αύγ. 89. — 
Καιροί 9 Λο. 94. 

αναρριχητής, 6. "Αγ. Βλ 66. 

αναρριχητικός, 3. Έλ. φιλολ. Σύλ. 
Κστ-λεω;, 85. — 'Αγ. Βλ. λ.' 97. 

άναρροθίζει ή αυοα κύματα ποταμούς. 
Κ. 'Αριστείας 29. 

άναρροϊκός, 3. "Ιδε τρα/ωματώδη ς. 

άναρρόφημα, τό. Άκρ. 98. 

άναρροφητήρ, ό. Γρ. Χαντσ. 47. 

αναρροφητικός, 3. (μηχανή.) Έφ. Κυβ. 

— Αν. Σούλη; 84. — Κ. Ζέγγελης έν 
Άκρ. 10 Ίαν. 96. 

άναρρύθμισις, ή. Ίιο. Φιλήμ. — Άκρ. 
11 Δεκ. 92. 

άναρρωτήριον ηθικόν, τό. Παλιγ. 19 
Φεορ. 91. — άναορωτήριον κτίριον. Ακρ. 
28 Δεκ. 94. — άναοέωτήριον, τόπος. Αλή- 
θεια Κύπρου 21]3 Νο 96. 

αναρρωτικός, 8. (έ'δοα κτλ.) '.λκρ. 22 
Μάρτ. 86κα\ 19 Ίουν. 96. 

άναρσίως. "Αγαθάγγελ. ό Καισαρείας της 
Φιλί-που, 41. 

άναρτήρ, ό έν μεσιυ στριοτιωτικ. σκηνής, 
άφ' ού αναρτώνται οπλισμοί" άναρτηρες έτι 
οί έν διάδρομοι; οικιών προς άνάρτησιν πί- 
λων έπανωφορίων κτλ. Άχρ. 17 Αύγ. 88. 

— Παρά τ(ο Μ. Στ. ϊ\1αλαία έν μετα!>ρ. 
Άπομνημονευμ. Γαριοάλδη ή λεξ. σημαίνει 
τεράντες. Οίΐτω κα\ έν "Αστει 22 Ίουλ, 
94, έν έπιφ. — "Ιδε κα\ άναρτητήρ, δπερ 
φαίνετη όρθότερον έσχηματισμένον. 

άναρτήρια, τά. (πίλων έν σχολείοις. 
Άκρ. 19 'Οκτ. 90. 

άναρ τ η τήρ, 6. (οανοϋ.) Άστυ Σεπ. 95. 

άναρχαιολόγητος, 2. Α. Σ. 'Ρουσόπ. έν 
οΈφ.» 5 Ί)κτ, 95.— Άκρ. 11 Δεκ. 96. 

] 



άναρχεΐσθαι 



άναατηλωτίΗος 



άναρχεΐσθαι. (ιάναρ/οΰνται αί παραγω- 
γικά! τάξεις » Άκρ. 23 Όκτ. 94, να άναρ- 
/ήτα'. δ λαός. Αυτόθι 13 Φεβρ. 96 — ά- 
ναρ7ούμενος κα\ οηααγωγούμ.ενος λαός. 
Αυτόθι 30 Ίουλ. 97. ' 

άναρχενω' ποιώ άναρ/ισά. Άκρ. 7 
Ίουν 93. 

'^Αναρχία, ή. «Εις δύο θήλεα εν °1'ώμ/ι 
εδόθη κατ' αύτάς τό όνομα Ά ν α ρ / ί α » 
'Ακρ. 8 Ίουλ. 04. ηκα\ εν άρρεν εβαπτί^θη 
Κ α ζ ε ρ ι ο ς», (6 δολοφόνος του προΞορου 
της Γαλλικής δημοκρατίας Καρνώ.) Αυτό- 
θι. — '\\ς κήνται, είπα, κα\ ταύτα τα γλωσ- 
σοπλαστικά γεντήματα, ως δε"ίγμα του κακοΰ 
μΕρους της συγ/οόνου ιστορίας, αν κα\ εν 
ξε'ναις τοϋ Ελληνικού -/ώραις γεννηθέντα. 
= αναρχικός, 3. ί^καρλ. λ. 56. — 'Αγ. 
Βλ. λ. 71.— Ν. Κοντ. λ. 89.— 'Αρ. 10 
Ίουν. 97. 

-[-άναρχιχοοοσιαλισταί, οί, Γερ, ΙΝΙαυ- 
ρογτ,άν. εν Έστ. εφ. 29 Ιούν. 94. 

άναρχικότης, ή. Άκρ. '20 Ίαν. 87. — 
Άγ. Βλ. εν Άστει 9 Ίουν. 97. 

άναρχίϋώς. Ν. Κοντοπ. λ. 89. 

άναρχισμός., 6. Άκρ. 10 Σεπτ. 86. — 
ΓΙ. Καρολ. εν Άκρ. 4 Όκτ. 95. — ~Ητο 
χρεία ταύτης της λί'ξεως ώς κα\ της έξης ; 
= άναρχισταί, οί. Άκρ. 1Β Μάρτ. 87. — 
Τι τους ήθελομεν, άφοΰ ύπηρ/αν οί αναρ- 
χικοί, κ' εκείνοι εκ της Γαλλικής ληφθέν- 
τες ; 

άναρχιτεκτόνητος, 2. Σ. Α. Κ. εν Φιλο- 
πάτριδι 24 Ίαν. 57. 

άναρχΐτις, ή ον. νόσου δήθεν. Άκρ. 16 
•Απρ. 92. 

άνασανιδώσεις, αί. (όμου μετά του ά- 
ναμαομαοώσεις του σταδίου.) Έστ. εφ. 16 
Μάρτ. 95. 

άνάσειρον, τό. (ναυτικ.) Ίίλ. Κανελλόπ. 

άνασήκωοις^ ή. Ματθ. Παραν. — Άθ. 
Ί'ουσόπ. εν « Έφ.» 28 Αύγ. 95. • 

άνασιμόρραμφος στεγανόπους, &. (ζο)ο- 
λογ. ι 'ΙΙρ ΛΙητσόπ. 

άνασααλεύματα,τά. "Αστυ 17 Λεκ. 93. 

άνασκαλενσεις, αί. Βήμα 1 Ίαν.' 88. 

άνασκαλευταί, οί. Τιμ. Φιλήμ. 91. 

άνασχαλευτήρ . 6. (πυρός.) Άστυ 10 
'λπρ. 10 Άπρ 91. 

άνασκαπτέος, 3 Σ Α. Κ. 62. — Φίλ. 
Ίω. 71. — Άκρ. 15 Μάρτ. 94. 

άνασκαφενς, 6. Ίκ. Γ. Αάτρ. 55. — Γ. 
Φίνλαϋ 69. 

ανασκαφικός, 3. (έργα.) Σ. Α. Κ. 73. 

άνασκάψιμος., 2. έδαφος). Σ. Α. Κ. 71. 

[ 



άνάσκαψις, ή. Άδ. Κορ. 
άνασκενάσιμος. 2. Λεξ. νομοτεχν. 40. 
άνασκενασις, ή. Δ. Ν. Βερν. 60. 
ανασκευαστής, 6 άνασκευάζων, άναιρων. 
Αεξ. νομ.οτε/ν. 40. 
άνάσκεψις, ή. Άδ. Κορ. εν Ερμη λογ. 

— Προλ. άντ επιστρεπτική κα\ την ί/.εί 
σημείωσίν μου 

άνασκιρτήματα, τά. Ν. Κοντ λ. 89. — 

— 'Εστ. 19 Ίαν. 92. — .\. Παπαδιαμάντ, 
εν Πρωτο/ρονιάτ. Άκρ. 97. — Σ. Κ Σα- 
κελλαρόπ. 97. 

άνασκίρτησις, ή. Χαο. '.\ννιν. 88. — 
Ν. Κοντ. λ. 89 —Άγ. Βλ. λ 97. 

άνασκολοπίστεος, 3. Πρ(οία8 Ίουλ. 97. 

άνασμιλεύω. Άκρ. 14 Φεβρ. 94. 

άνασ^Iαστήριον, τό. Γαλ. \& άη&β. Γρ. 
Χαντσ. 70. 

άνασπαστικόν μη/άνημα αγκύρας, τό. 
Γ. Ι. Βϊσματζίδ έν Παρν τεύ/. Χο. 94. 

άνασσοφιλής, 2. 'Ακρ. 19 Φεορ. 89. 

άνάσταλμα, τό. ί^ναυτικ.ι Ίίλ. Κανελ- 
λόπ. 87. 

άνασταλτήρια φρούρια. Άκρ. 12 Λε. 89. 

άνασταλτός 3. (ό'νυξ γαλής.) Π. Ί^αρ.84. 

^ Αναστασιάδης, ό' ό'ν. κύρ. οίκογεν. 

Αναστασιασταί, οί' ον. πλαοόν. Άκρ. 
20 Ίουν. 94. 

^ Αναστάσιον σ/ολείον οημοτικον εν Φι- 
λιατροΐς από κληροδοτήματος Σωτ. Σω- 
τηροπούλου όνομασθήτίο ι εις μνήμην της 
γυναικός του Αναστασίας ) Διαθήκη Σωτ. 
Σωτηροπ. εν Σνρ\π 10 Μα. 98. 

άναστάτωμα, τό. Άκρ. \3 Αύγ. 95. 

άναστατωτικός, 3 'Λκρ. 28 Όκτ. 92. 

^Αναστενάρια, τά "Ανδρες κα\ γυναί- 
κες, κοινώς" Άναστενάρης, ό. Αναστεναρα, 
ή. '.\ναστενάρι, ή' Ν ε σ τ ενάρι, τό•| τε- 
λούντες ό'ργια μετά στόνιον -/ορών Ουσιών 
κα\ άλλιον οιστροπληγιών ανίερων εν τισι 
τόποις μεσογειοτΕροις τής Θρακικής παρα- 
λίας τοϋ Ευξείνου πόντου περ\ ών επιθι 
πραγματείαν Α. Χουρμουζιάδου, τυπ(ι)θε"ίσαν 
έν Κστπλει τω 1873, ίπιγραφομένην οϋτ(->• 
(ΓΐΤεο"! των Αναστενάριων « — Έγώ ζρω- 
τώ• ε/ει ή λέξις αρχήν γνησίως Ελλη- 
νική ν ; 

άναστερεοΰσθαι Ίιο. Φ λήμ. 

άνάστεψις.τ\ στέψις. Εύγ. Βούλγ. 791. 

άναστηλογραφέω-ώ. Σκαρλ. |{υζ 62. 

άναστηλωταί. οί Άκρ 21 Δεκ. 90. — 

Εστ εφ 7 Ίουλ 94. 

άναστ7]λωτέος, 3. «'Εφ » 10 Νο. 91. 
αναστηλωτικός, 3. (μίτρα. έργον κττ.) 

69] 



αναστηματιας 



άνατολικοελλαδΐται 



Άκρ. 19 Σ£7:τ. κα• 12 Δεκ. 90. — Παλιγ. 
Η Ίουν. 91. 

άναστηματίας, ό. Πριοία 22. ΙΝο. 96. 

ηναστηματόμετρον,τό. 'Κστ. 24 Μα. 87 

άν αστιγματικοί οανοί, οί. Ν Επίσκο- 
πο-. ίν'ΆσίΕΐ 10 Σεπτ. 96. 

ηυαστιλ€ό(ο-α). άναατιλζώστ) ύποτακτ. 
.'Κφ... 28 !\Ιαρ:. 94. 

άναστίλ€ωσις, η. «Έφ.» 18 Ίουλ. 98. 

άναστοιχειοθέτησις, ή. "Αστυ 18 Ιου- 
λίου. ' 6 

άναστορέσειαν. εύκτ. Ν. Λοΰκ. 

άναστρεπτικά γράμματα, τά• εν ττ^ δι- 
πλ(ι)ματ!α κτλ.) Διομ. Κυρ. 

άναστρεψίφλογος κάμινος , ή Γερμ 
ΠηηιηιβηοΓεη, ΕβνβΓΐ)βΓίΐΌίβη. Γρ 
Χαντσ. Ί7. 

άναστρονόμητος, 2. Παρά Στράβωνιεΰ- 
ρηται το άναστρολόγητος. 

άναστροφενς, 6. εν ττ, ήλεκτρικτ; τηλε- 
γραφία, β ,\εμπεσίώτ. 89. 

άναστροφικός, 3. (άνιομαλία ) Άκρ. 2 
Φεβρ. 9.0. 

άναστνλόω-ώ. άνοστυλώσιον. μτ/. *Ακο. 
20 Φεορ. 98 

άναστυλωταί, οί. Άκρ. 23 Μάρτ. 90. — 
Ορθόν είναι το άναστηλ 

άναστ υ λωτικός, 3. «Έφ.» 8 Μάρτ. 90. 
— Κ εδώ ώ; ανιοτεριο. 

άνασυγχάλεσις^ ή 

άνασυγκρόςησις, ή. 'Ι'αμπ. — Γ Σ. εν 
Έστ. έ-ώ. 12 Ίαν. 9δ. — Λάζ. Βελελ, 95.— 
"Αστυ 3 Νο. 97. 

άνασυζητέω-ώ. Παλιγ. 15 Μάρτ. 93. 

άνασυζήτησις, ή. Νεα εφ — Πρακτ δη- 
μοτ. συμοουλιου Άθην. 87. 

άνασνλλογή, η Έφ. Κυβ. 

άνασυνάπτω. 

ανασυνδέω, άνασυνοεθε^.σαι σ/;σεις Κ. 
Κούμ. — Ό εξηγητής των γραφών, περιοδ. 
εκκλησιαστ. έν Μασσαλία 96. εκδιδόμ. 
υπό Γρ. Ζιγαβηνοΰ. 

άνασύνθεσις, ή. 'Ακρ. 

άνασυνιστάω-ώ.-ώμαι. Ίνφ. Κυβ. — ά- 
νασυνεστήΟη. «Έφ.» 21 Μαοτ. 94. 

άνασννοικισμός, 6. Γ. Κωνσταντινίδ. 
Μακ. 89. 

άνασννονθύλευσις, ή. λεα εφ. 13 Σε. 93. 

άνάσυρσις, ή. (εσθητος δΰτου . Π. Δ 
Ζαν — Άκρ. 13 Ίουλ 98. 

άνασνρτήρ^ 6. Έ\ 'Ακρ. 1 Νο. 9.3 επρο- 
ταθη ί, λεςις (ούσα κοινή ώς άνασυο- 
τηρι) ϊνα άπσδοθτ, δι' αύτης ή Γαλ. ίΐ8- 
οεηδβιΐΓ. 

[ 



άνασυρτικη μη/ανή, ή. Χ. Χρηστοβασ. 
εν Έστ. 12 Μαίου 91. 

άνασύστασις, ή. Έφ. Κυο — Κ. Ν. 
Ί'άδ. 90. — Π. Καρολίδ. 9!. — '() Ίω. 
Φιλήμ. το) 1934 έγραψε και άνασύστησις• 
"ίσιος κα• άλλοι οίίτιο. 

ανασφάλεια, ή. (άντίθ. του ασφάλεια.) 
'Λκρ. . 'Απρ. 9δ. 

ανασφάλιστος, 2. Γ. Α. 'Ράλ. — Γεν. 
συνε'λ. μετό/ιον Έλλην. ατμοπλοίας, 68- — 
'Ακρ. 8 Σεπτ. 94. — 'Λγ. Βλ. λ. 97. 

άνασφενδονίξω. Σπ. Ζαμπελ. 

άνασφυρηλατέω-ώ Γρ. Χαντσ. 47. 

ανασχηματίζω. Κανονισμ. άσκήσ κεζι- 
κοΰ, 7(;'). 

ανασχηματισμός, ό. Κ. Μαυρουδης. — 
'ΙΙπ. Κ. Κυριακίδ. 92. 

άτασχολιάζω. "Αστυ 17 — 8 Σεπτ. 92. 

άνάσχολοι θεσ£ΐς, αι. Γαλ. δΐηβοηιβδ. 
Ί-.,. Ν. Λεβ 52. 

άνασώστης, 6. Λεξ. νομοτε/ν. 49. 

άναταλαντεύεσθαι. Γ. Κ. Στρατήγ. 87. 

άναταραγμός, 6. Πριοία 21 Ίουλ. 97 
εν επιφυλ. 

άνατάραξις, ή. θ 'Αοεντ. 76. — Πριοία 
20 Ίαν. 98. 

αναταραχή, ή. Νεα ίυ. — Άκρ. 28 
Μάρτ. 91. 

άνατίμησις, ή. Αεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Άκρ. 11 Σεπτ. 86. 

άνατιμηταί, οί. Γαλ. ΙιαπδδίβΓδ. 'Ακρ. 
25 Δεκ. 91. 

ανατιμητικός, 3. (κίνησις εν χοηματι- 
στηρίοις.) «"Ιΐ;^.» 4 Φεβρ. 93. 

άνατίναξις ή "Ακρ. 18 Μαίου 88 — 
κα\ 26 Αύγ. 98. — Άν. Κ.Δαμο. εν Άκρ. 
22 Άπρ. 94.^ — Τπ εν το1ς Λεξ τ. άρ/. 
γλ. 6 άνατιναγμός. 

άνάτοκος, 2. ΐάφβίρεσι; ) Γ. Α. Γερά- 
κης 63. 

^Ανατολίζω, άνατολίζουσα ιερατική τε'/νη. 
Σ. Α. Κ 81. — άνατολ'ζοντες, οί. (κατά το 
Κρίοπαίζοντες ) Έφ. 88. —"Αστυ 5 Νο. 96. 

' Ανατολικισθείς γενόμενος Ανατολικός. 
Έπ. Κ. Κ•..ριακ;δ. 92. 

άνατολικοαρκτικώς. Δ. Άλεξανδρίδ. 07. 

Άνατολικοασιατικαι γλώσσαι, αί Άν. 
Πολυζ. 59. 

άνατολικο6όρειος, 2. Γεωγραφία Λη- 
μητρίΞίον 7'.Ι1 — Κ. Κούμ. 12. — Αιγιναία 

άνατολικοδντικοι Στερεοελλαδίται, οί. 
Ά. Φραντζ. 39. 

άνατολικοελλαδΐται, οί Έλ. /ρον. ?4. 
— ιΝ. Σπηλ. — 'Α. Φραντζ. 39. 
70] 



^Ανατολικοενρωπαΐκός 



ανατομοφυσιογνωμικος 



Άνατολικοενρωτζαϊκός. 3. Νεα Ιο. 30 
Σεπτ. 91. 
' ΑνατολΐΗθϊνδικός,2 'Κδελ(γο.ΚαΓ.ετ.\1. 
"Άνατολιχολόγος, 6. "Αλο. εν Άκρ. 13 

Αύγ. 94. 

άνατολικομεσημ&ρινός. 3. Σκαρ. Βυζ. 
62. — Πρβλ. ανατολικό νότ ιος. 

άνατολικομεσημ§ρινώς. Χρ. Πεο, — 
Π. Χιώτ.— Σκαρλ Βυζ. Ο'λ 

^Ανατολικόν^ τό. "Κγγραφον Επιτροπής 
Έλληνικτ,ς 2 Άπριλ. 1824, τό περί τοϋ 
Γ. ΚαραϊσκάκΤ; 

άνατολικονότ^ος, 2. Π. 'Ιωαννίδ. 2δ. 

^ ΑνστολίΗορθόδοξος, 2. Π. Χιώτ 

^Ανατολικότης^ ή. Άκο. 18 Ίουλ. 88. 

— Α. Π. εν Έστ. 28 Μαρ'τ. 93. 
^ΑνατοΧισμός, ό. θ. Βελλιανίτ. 87. — 

Άκρ, 11 Άπρ. 95. — Άνατολισμο\ εν ττ 
εκκλησ. ημών μουσική Γ. Παοαικευότ: εν 
"Α<ιτει 2 Μα. 98. 

^Ανατολισταί^ οί. Γαλ ΟΓίβηΙ&ΗδΙβδ 
Έρμ. λογ. 17. — Ν. Πετρης 62. —Ήλ 
Τανταλ 6 -. — Γ. Νικολαιδ 74. 

'' Ανατολΐται, οί. Δ ΒικεΤ.. — Ν. Κοντ. 
λ. •9. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

Ανατολίτιδες^ αί. Φίλ. Λαυριακός εν 
Χουσαλ. 05. • — Ανατολίτις (νόσος) ή. Άκο. 

23 Ίουλ. 96. 

^Ανατολιτιχά ίτζίί. κοινώς ο'ε Ανατο- 
λίτικα. 'Λκρ. 15 Ίουν. 87 

Άνατολιτοευρωπαΐοι, οί. Γ. Σ. Φρα- 
γκούδ. εν 'Λκρ. 18 'Απρ. 96. 

άνατολόθεν επίρ. Σ. .λ. Κ. 93. 

άνατομεΐον. τό Γ. 'Αναστασόπ. 83. — 
Προκήρυξις πανεπιστημίου Αθηνών 92. — 
Έμ. 'Ροίδ. εν Άστει 1 Άπρ 94. — Άγ. 
Βλά-/. λ. 97. 

άνατομενς-, 6, ΑΙ. Ν. Δαμιράλ. 87 — 
Άκρ. Ο Νοεμ. 98 — 'Ιδε κα\ ανατόμος 
= ανατομία, ή. Λ. Πατούσας 738. — 
Βόσπ. εν Βορ 10. — Άο. Κορ. Η. — 
Άναστ. ίερ. Οικ. 14. — Ν. Ιΐίκ. — Γρ. 
Ζαλίκ Λεξ. — Έλ. κωδ. — Δ. Α. Αίαυρο- 
κοοδ. 36. — Κ. Ζαβιτζιάν. 44 — Δαμ. Γ. 

— θ. 'Αφεντ. 53. —Γ. Μακκας 74. — Γ. 
Καραμήτσ. 79. — Ν. Κοντ. λ. 89. ^— Παυλ. 
Ίω. 92. — 'Αγ.Βλ. λ. 97.— Τήνλεξινταύ 
την από τίνος χρόνου πολύ κακίζουσί τίνες, 
εξ ό'του μάλιστα κατεκρίΟη υπό τοϋ Κ. Σ. 
Κόντου έν Σωκράτει τοϋ 1874, σελ. 598 
κα"! εν Λογίω Ίίρμή του 1876, σελ. 60 κ. 
εξ. προτιμώσι δε τάς αρχαίας λέξεις ανατο- 
μή ν κα"1 ανατομική ν, οίον ό Λουκάς Παπά 
Ιωάννου κα\ άλλοι. Άλλ' εις έμε φαίνεται 



καλόν, την μεν ανατομή ν να μεταχ^ειρζώ- 
μεθα μύνον προς άπόδοσιν της Γαλλικής 
(Ιϊδδβοίίοη τό δε ανατομικός, ή, όν γενι- 
κώς ως επίθετα, οπού αυτών χρεία, καθό^ς 
κα\ πρότερον, να τιμήσωμεν δέ πάλν τήν 
σχεδόν άποδιωχθε"ίσαν ανατομία ν, ώς 
τό κιθόλου ό'νομα της τέχνης• έξω αν εΐπη 
τις, ό'τι εχομεν δια τήν άί83βθ1;ϊοη, τήν 
ν ε κ ρ ο τ ο μ ί α ν, λε'ξιν νε'αν, ην μετεχειοί- 
σθη ήδη 6 Δ. 'Αλ. Μαυροκορδάτος τόϊ 
1836, έχει δε αυτήν κα\ τό έν Κέρκυρα εκ- 
δοθέν Νομοοεχνκόν λεξικόν τοϋ 1840. 
Αλλ' είναι προφανές, οτι αυτή ή λεξις εί- 
ναι ειδικής σημασίας εκφραστική, κα'ι δεν 
πρέπει ίσως τήν άνατομ ί α ν να άποχθενώ- 
μεθα μόνον κα\ μόνον διότι κατεσκευάσθη 
υπό Φράγκων. Ιίίδα δ' εγοΟ οτι κα\ ό ια- 
τρός Σπυρ. Μαυρογε'νης έν τοϊ Φιλολογικοί 
Συλλόγιο Κστ-λε(ος μεταχειρίζεται τήν τε 
άνατομίαν κα\ τήν άνατομήν διαφόρω σηαα- 
σία εκατεραν κα\ πρό αύτοΰ έτι ό Δ. 'Αλ. 
Μαυροκορδάτος έν τω βιβλίω του έγραψεν 
εν εν\ και τιο αύτω στίχω, έν σελ. ιστ'. τάς 
δυο λέξεις κατά δάφορον σημασίαν, οΰτως' 
«ό'Ροΰφος κατεγίνετο ε'ς τήν άνατομίαν 
κα\ ιδίως εις τήν άνατομήν των ζο)ων.» 
Ταΰτα παρ εμοϋ, ουκ ίατροΰ όντος. 'Άς 
κρίνη δε αυτός ό πεφωτισμένος δήμος τών 
ιατρών. 

άνατομιχοφυσιολογικός, 3. Άκρ. 9 
Ίουν 91. 

άνατομικοχειρουργικός , 3 (συλλογή.) 
Παΰλ. Ίω. 72 

άνατομικώς. Ν. Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. 
Βλάχ. λ. 97. ' 

άνατομοκλινικός, 3. (μέθοδος, συνδρο- 
μον.) Σ. Κανέλλης 87. Γαλην. της Ίδ 
Σεπτ. 97. 

άνατομοτταθολογικός, 3. Κ. Βουσάκ. 
80. — Φο"ίΟος (έφημ.) 89. 
άνατομοπαθολόγοι, οί. θ. ϊσικόπ. 91. 
ανατόμος ό. Γαλ. ίΐηαίοιηϊδίβ. Δ. Άλ. 
Μαυροκορδ. 36. — Σχαρλ. λ. 56. — Γ. 
Μακκας 74.— χΝ. Κοντ. λ. 89 —Άγ. 
Βλ. λ. 97. — Ταύτην τήν λέξιν άπεδοκίμα- 
σεν ό Κ. Σ. Κόντος έν τοί Σωκράτει του 7 Ί 
κα\ έν Λογίω Ίίρμή τοϋ 76.• Πολλο\ ομιος 
κα\ ΤΛθ-ΐ.γ^•ν κα\ υστερώτερον τήν μεταχει- 
ρίσθησαν Ό δέ Γ. Κ(ι)στομοίρης έα/άτως 
τόν τόνον της άλλάξας μόνον έγραψεν α- 
νατόμος (!) — Πρβλ. ττ,ν ανωτέρω άνα- 
γεγραμμένην λέξιν άνατ ο μ ε ύ ς. 

άνατομοφνσιογνωμικός, 3. (έοευνα.) 
Λ. Π. Νάκος 93. 



[71 



άνατοποθετέω-ώ 



αναφωτογραφεω-ω 



άνατοποθετέω-ώ. Πριοία 16 ΙΝο. 96. 

ανατρέψιμος., 2. (βόΐΑβαι, λ χ αί ευθύς 
ώς άνατραπώσιν ε/.ρηγνύ[Λεναι. Ακρ. .» 
Δεκ. 9Η.' 

άνατρίπτρια, ή Γαλ. ηιαηβιίεβ. Γορύλ. 
Ιν 'Α/.ρ. 31 Ίαν. 94. 

όνατριχίασις., τΐ-ΐ. Μ. Βιζ.— Έσι. 15 
'Ο/.τ. 8'.). — Έ;χ. Ί»οίδ. 93. 

άνατριχια(σ)τικός, 3. Ν. Έπισκοπόπ. 
έν'Άστει 13 Ιουν 95. 

άνατριχιάοο-ω. κοιν. άνατρι/ιάζιο. Ά- 
στυ 8 Ίουν 96. 

άνάτρθ3τον. Α;α Νον. 73. 

άνατροφεϊον τό. Γερ[^.. Ειζίβΐιυη^δηη 

άναττίκως. Λ. .\. Βερν. 68. 

άνατυπιατής, ό. Σ. Ν. Βασιλ. 69. 

άναυλάκιστος., '2. [έ-\ ο-λαυ.) Γαλ. 
ηοη Γα}'ό. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνανλως ( = κοιν. αναυλα.) επίρ. Άλ. 
Σοΰτσ. — ' Γπ. εν τοις Λεξ της άρχ. γλώσ. 
το άναυλεί, δ μ.ετε/ειρίσθη ό Ν Βάμδας 
τώ •Ί5, εγώ δε δεν τό συνιστώ, ως ουοε 
πάντας τους λίαν άρ/α'ίκους τύ-ους λέξεων. 
ους εκάσ.οτε αναφέρω έν ττ, συναγωγι 
ταύτη ώς υτ:άρ•/οντας εν το"ίς της άρ/. 
γλώσσης λεςικο'ίς. 

άναφανδότερον Ιτζίο. 'Λθηνα (εοηι^..) 
8 Όκτ. 32. ^ 

άναφάνεια, τι' |=άνά9ανσις, ει^.φάνισις.) 
Ι\. Π.''Λ;:οστολίδ. 86. — Προλ. τά έξηςδύο. 

άναφάνησις, τ^. .Κ. Φραντζ 39. — - 1 ~. 
έν τοις Λεξ. της άρ/. γλ. τό ορθόν άνα- 
βα ν σ ι ς, δ έ/ει κα\ το Νομοτε/νικον Λεξ 
ΊΟ, μεθ' ερμηνείας βΐΏβΓ^βηΖίΐ. 

άναφάνισις, ή. Κλ. κώδ. — Βελτίωσις 
Μάρτ. .54. — Χρ. Α. Πάρα. 58. 

άναφερτής, 6. Ίταλ ΓίίρροΓί&ίοΓβ Λεξ. 
νομοτε/ν. -40. 

άναφλέκται^ οι "Οθ. Α. 'Ρουσό- 90. 

άναφλεκτικός, 8. ΙΜαρία Ν. Ι. Σαριιτ. 79. 
— Παλιγ. 2 Φε.3ρ. 87. — 'Ακρ. 7 Σα. 89. 

άναφλεκτροθήκη, ή. Γρ. Χαντσ 47. 

άνάφλεκτρον, τό. Γαλ. Ιαποβ ίι ίί'α. 
Γρ. Χαντσ. 47. 

άναφλεκτροτιήγιον, τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άναφλέξιμος, 2. 'Αν. Κ. Χρηστ. 87. — 
Φερεκύδ. έν 'Κστ. 

αναφλεξιμότ7]ς, η. Ι. Φουστ 

άναφλογισμός, ό. Φλόξ 80. 

άναφορικοανταπόδοσις., ή. Ν. Δούκ. 
εν Τερψιθέα.— Κ. ()?κ. 

άναφορικοανιαποδοτικά,τά. Ν. Δούκ. 
εν Τερί/ΐθ. — Κ. Οικ. 

[ 



άναφορικοδεικτίΗον κώλον λόγΟυ. Ν. 
Γ ΐΝικοκλ. 74. 
άναφορικότης., ή. Α. Ν. Βερν. εν 

<.Ί•:φ.« 6 Ίουν. 90. 

άναφορικώς. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άνοφόριστος, 2. «Άλλοι ονομάζουν 
ΙιαιίδΟβηοΙβηί τάς εννοίας κα\ ίδε'ας των 
-ραγμάτιον ώς άπολύτιος κα\ καθ' εαυτά 
υ~αρ•/όντων, άδυνάτιον να γενούν άντικεί- 
μενον του γνιοριστικοΰ, άνυπερβάτων ως 
προς το γνωριστικόν [χας κα\ θεωρουαένων 
ώς τό ά ν α ο ό ρ ι σ τ ο ν ιο της μεταφυσι- 
κής ι» Έρμ. λόγ. του 1818, σελ. 31. 

άναφορογράφος, 6. Σκαρλ. ΒυΓ. — Ίω. 
Καρασ. — Ν. Κοντό-, λ. 89. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. 

άναφοροδότης, 6. Σ. Α Κ. 77. 

άναφορολογία, ή Γαλ. ΓβΐΐΤΐρθ8ίΙΐοη(:) 
Έγκυκλ. Λεξ. 

άναφόρτωσις. ή. 'ίίλ. κώδ — Γ Α. Τάλ. 

άναφρακτήριον,τό. Γαλ. άβ§ΟΓ§βΟΪΓ. ίΐ 
νιϊΐΐβ. (ναυτ. -υρ.) Όνομ. ναυτ. 58. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άναφράκτης, η• ά-οβυστήρ, ό. Γαλ. 
ι1βΙ»οαο1ΐθίΓ. Γρ. Χαντσ 70, δς κατεκρινε 
τό «δ ι άφρακτη ς οπής πυροβόλου,» το εις 
τοΈλλην. πυροδολι/.ον ε'σα"/θεν. 

άναφρικίασις., η. Φλοξ 80. — « Έ».» 
25 .Μαίου 89. —Άστυ 20 Μάρτ. 91. ' 

άναφρικιάω-ώ. Κ. εν "Αστει 13 Αύ. 93. 

άναφροδισιακά φάρμακα, τά. Έγκ. λ. 

άναφρονητικά, η' παλιμφρονικά δια- 
λείμματα των φρενοδλαδών. Λεξ. νομοτ. 40. 

άναφνησις, ή. (/λιορίδος.) Γ. Π. εν 
Ά/.ο. 28 Ίουν. 94. — " Ε/ει άοά γε καλώς 

άναφνλάκισις, ή. Έλ. κώδ. 

άναφνλλίζω (βιδλίον. φακελλους.)"Αστϋ 
4—4 "Ιαν. 92, και 6 Δεκ. 94. — 'Ακο. 3 
Ίαν. 97. —Χ. Πα-αμ. 97. 

άναφύλλισις, ή. Νέα εφ — Άκρ. 22 
Μαίου έν έπιφ^λ. 

άναφύλλοσμα, τό. (λεξικών. Άστυ 24 
Αύγ. 9Ί. 

άναφυλλομετρέω-ώ. Άγ. Βλ. 66• — 
Έν τιό Λεςικω του τω Έλληνογαλλικο") 
όμως δεν κατε/ώρυε την λέξιν. 

άναφύτενσις, ή. Παλιγ, 4 Μαίου 91. — 
Άκρ. 3. Φεβρ. 96. 

άναφωνάξω- 'Αδ Κορ. 

άναφωτίζεσθαι. Α. Γ. Ηπειρ. 80. 

άναφωτογραφέω-ω. άναφωτογραφοο 
μένων. Αστυ 25 — 6 Όκτ. 91. 
72] 



αναφωτογραφησις 



Άνδρογνναιχομαχία 



άναφωτογράφησις,τι "Αστυ ?6•ίΐΌκ.91. 
αναχαιτιστής, ό. Σ. Α. Κ. εν Πάνο. 1 

Άπρ. 66. 

άναχασμάσθαί' άνε/ασαήθη. Άνώνυμ. 
μεταορ. ς-υλλαδίου τίνος του ΕάΐΠ. Α- 
1)οηί'. ΒΟ.' 

άναχαχηδόν ε-φ. (σύνθετον Ικ του άνά 
και του γελαστικοΰ /α/α/ά, η του '/ά/Λ, 
του /άσκοντος άνθρωπου. ;' Δ. Ν. Βεον. 

άναχλόασις, ή. (εν τί; δασολογία, ι Γαλ. 
^αζοηηβηίθηί. Γ. Κοφινάς εν 'Ακρ. 20 
Σε;:τ. '.Ιδ. 

άναχορήγησις, ή. 'πυρομα/ικών.) 'Ιιο 
Κωνσταντινίδ. 87. — Ίω. Κοζάνη; 95. 

άναχορηγία, ή. (ουσιγγίων.) Κλ. Κλεομ. 
87. —Α. Λ. Ήπ. Λεξ. 

άναχρησιμοποιέω-ω. Πε'τρ. Α. Θ εν 
'Ακρ. 17 Ίαν. 9ό. 

άναχρονικός, 3. (κριττ,ς της συγ/ρόνου 
γενεάς.) "λλφας εν 'Ακρ. 10 Φεορ. ',ΐί. 

αναχρονιστικός, 3. Π. Κ. Άποστολίο. εν 
Έστ. 89. — 'Ακρ. 28 Μαίου 96. 

άναχρονιστικώς. Ι. Τσι/.ότϊ. 91. — 
'Ακρ 8 Άττο. 94. — Περθενιος εν Έστ. 
εφ. 23 Άπρ. 96. 

άναχρνσόω-ώ. 'Ακρ. 1 ΐΜα'.ου 89. 

άναχρωματίζω, Έο. 92. — 'Ακρ. 26 
Όκτ. 94. 

άναχρωμάτισις. ή. 'Ακρ. 23 Μάρτ. 93. 

άναχρωματισμός, 6. «Έφ.Λ 1 Σεπ. 89. 

άναχρωματίζομαι, Ά Μουστοξ 

άναχωρητικώς. "Ελλην έν 'Ακο. 8 
Σεπι. 97. 

άναψυχραίνομαι Εύγ. Βούλγ. 

άναψνχωσις^ ή. 'Ακρ. 26 Μαίου 97. 

άναψνχοίτής, 6. Παλ. Διαθήκης μετάφρ. 
ε'ς κοινήν 'Ελλην. διάλ. εν Λόνδρα, 40. 

^ Ανδ ε γαυΐκός κα\ 'Ανδηγαυϊκός, 3. Γαλ. 
<^Άη^οι1.\. 'Αν. Πολυζ. 74. — Ίω. 'Ρω- 
μαν. εν Δελτ. Ίστορικ. κα"Ί 'Ε ΐνολογικ. Ε- 
ταιρίας. 

Άνδεσίτης, δ. (γειολογ ) θ. ΧΛορ. εν 
'Επετηρ. Παρνασσού. 98. — 'Εν τί) λε'ξει 
είναι αι της Αμερικής 'Άνδεις. 

άνδηροειδής, 2. (/ώρα } 'Αν Κορδ. 83. 

άνδηροειδώς. 'Αν. Πολυζ. 59. 

Άνδρα&'ίς, ή. κοινώς Ανδραβίδα. Απο- 
γραφή επίσηα. των κατοίκων του Ελλην. 
κράτους 1889. — Είναι κα\ αύτη η μετα- 
σχημάτισις άπο έκείνας τάς άτοπους, ων τι- 
νάς ηλεγξα Ιν ταύττ, τί Συναγίογτ,. Κα\ ο 
Ν. Γ. Πολ. τω 94 ηλεγξε το τριτόκλιτον 
τοΟτο 'Ανδραβίς, ο ευρεν εν τη Γεωγραφία 
του Κ Μητσοπούλου. 

[73 



άνδραγωγοί, οί. (όμοϋ μετά του παιδα- 
γωγο\ κα\ του νηπιαγωγοί. Δ. Α. Μα- 
ροόλ. 88. 

άνδραδελφικός^ 3. (γάμος 6 παρ' Έ- 
βραίοις.) Κ. Κοντογ. 44. 

άνδραποδαγωγοί^ οί. θ. Παπάζ. 49. 

άνδρατιοδοκαπηλία, ή. 'Λδ. Κορ. 26. 
"άνδράρχαι, οί της ολιγαο/ίας.» 'Ακρ 
20 'Οκτ. 93. 

^Ανδρεάδης, 6' ον. κύρ. ο'κογεν. 

ανδρεικελοειδεΐς άνθρο^ποι, κινούμενοι 
δι' ηλεκτρισμού κα'ι περιάγοντες αγγελίας 
εμπορικάς έν '.\μερικτ. "Αστυ 2 'Οκτ. 95. 

άνδρειοθρέπτρα, ή ( = βωτιάνειρα τοΰ 

Ομήρου.) 'ΑΘ Χριστόπ. 33. 

όνδρειοφόνος 2. ( = άνδροφόνος κα'Ί άν- 
δρειφο'ντης τοΰ Όμηρου. 'ΑΘ. Χριστόπ, 33. 
η^Ανδρεών δύο (πτ. γεν. πληθ.) τοΰ 
Ζα'.μη κα\ τοΰ Λόντου.» Π. Καρολίδ. 92 
— Αυτή ή πτώσις υποθ;'τει βε'οαια δνομα- 
στικήν πληθ. 'Ανδρίαι άρ-/αίζουσαν, ή δε 
κοινή εκφορά έν ττ συνηθεία, αν ποτέ τις 
•/ρεία αύτης φανη, ποία θα είναι : ϊσοος 'Αν- 
δρέΥδες, οίον «σήμερον γιορτάζουν οί 'Αν- 
δρε'ϊδες», όπως κα\ άπο της ονομαστικής 
άε'ρας λέγομεν εν "Αθήναις τους Ά έριδες 
(τον κακώς λεγόμενον ναον τοΰ Αίολου) κα\ 
άλλα πολλά, οίον οί Δημήτριδες. 

Άνδριακός, 3" της νήσου "Ανδρου. Ά. 
ΑΙηλιαρ. 74. 

^ Ανδριανίδης, ό" ον. κύρ. ο'κογεν. 

άνδριαντοθραύστης, 6. Α. Θ.Φιλαδ. έν 
'Ακρ. 20 «Γεδρ. 91. 

άνδριαντομανία, ή. (οποία κα\ ήμας, ώς 
τους Φράγκους, κατιλαμβάνει ενίοτε, άλλα 
αναγκαιότερα έργα άμϊλοϋντας.). Π. Βάλβ. 
έν 'Αττικιί) ήμερολογ. 85 

άνδριαντοποίησις, ή. (παντ6ς άγωνί 
στοΰ.) «'Εφ.» 27 Άπρ. 89. — 'Ακρ 9 
Μαίου 91 

άνδριαντοποιΊοτης,7\. (!) Δ.Μαζαρ.66. 

άνδριαντόσπαρτος, 2. Σπ. Παγαν. 88. 

Άνδρικίδης, ό. όν. κύρ. οίκογεν. 

άνδρικότης, ή. Παλιγ. 22 Φεβρ 86. — 
'Εστ. ί-:,. 17 Αύγ. 95. — Δ. Κ. Οίκ. έν 
'Ακρ. Β'ΐΜαίου 96. 

άνδριχοφρονέω -ώ 'Ανώνυμ. έν δράμα- 
τι η Χαρίδημο.ς ό Σάμιος » 32. 

άνδρίς, ή. ( = γυνή κατά τβυς Ο'.) Π. Δ. 
έν 'Εξόδπ) κεφ. β'. Μετάφρ. ε'ς κοινήν 'Ελ- 
λην διάλεκτ. έν Λόνορα. 40. 

άνδρο6ριθής, 2. (αίθουσα). 'Εφ. 

^ Ανδρογνναικομαχία,^ ή. όν. κωμοιδίας 
Π. Δ. Ζάνου, 7 1. 

) 

5β• 



άνδρογυναΐΗοχωριστοίός 



άνεχϋλίσιμος 



άνδρογυναικοχωριστίΗος, 3. Άκρ. 21. 

Σε;:τ. Ν9. 

άνδροκάρδιος. 2. (γυνή). Κ. Ινού[α.. 

άνδρολαγνεία, ή. Στ. Ξ$ν. 

άνδρονήπια, τά• άνορες νηπιάζοντες τας 
φρίναί Άδ. Ι\ορ. 

άνδροπληθύς^ ή. Άνώνυμ. μετάφρ. Σα- 
λουστίου, εν ΆΟήν. 43 — ■ Έκ του Αισ/ύλου 
είναι γνιοστη ή άνδρο-λήθεια. 

άνδροποιεΐσθαι^ « άνοροποιοΰνται αϊ γυ- 
ναΓ/.ες όλοΞν ». "Αστυ 6 Σεπτ. 94. 

άνδροποίηαις, ή εν παιοικτ] ακόμη ηλι- 
κία "Αστυ 24-5 Σετττ. 91 • — άνδροπ. τών 
γυναικίΰν Αυτόθι / Ίαν. 97. 

άνδροπραξικόπημα, ~ό. Σ. Α. Κ. 88. 

ανδροπρέπεια, ή "Αστυ 23 ΙΝο, 95. 

άνδρορραπτιχή Αγγλική ή. Άκρ. 20 
Σί-τ 98. 

άνδροσιτεΐον, τό. Γ. Χρυσοβ. 

άνδρόοταμα γιγαντωδεστερον (;) 'Ακρ. 1 
'Α-ρ. 94. 

άνδροτόκος^ 2. 
= άνδροτομία^ ή. ( = εύνου/ισμός). Γρ. 
Ζαλίκ λ. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άνδροφενγονσα κόρη. Π Δ. Ζάν. 

άνδροφορεΐν ανδρός φορέματα φορείν 
γυναίκα 'Ακρ. 18. Νο. 90. — άνδροφοροΰσαι 
γυνα'ΐκεί εν Λονδίνω. 'Κφ. 98. 

άνδροφροσννη, ή. Άκρ. 9 Μαίου 90 

ίίνδρωσις, ή, (φρονημάτων) 'Ανδρ. Λα- 
σκαράτ. 86. 

άνεγγιξία, ή. ( αλληλογραφίας πρεσβεως). 
Φίλ. "Ιο. εν Φυσ. δικ. εκδ. Λ. Ο'κ. 

άνεγγνητος^ 2 Άδ. Κοο. — Βιιΐΐ 1)ο^ 
εν 'Ακρ. 11 'Απρ. 9Ί. ' 

άνεγέρτης, δ. (οικίας, βιβλιοθηκών) Άδ. 
Κορ. ΟΡ». — Κ. Άσ. — «άνεγερτής της α- 
νατομίας 6 δείνα ». Λ. Α. Μαυροκορδ. 36. 

άνεγχληματικότης, ή. "Ελλην εν Άκρ. 
17 Ίαν. 94. 

άνεγΗλίτως' άνευ εγκλίσεως τόνου Άδ. 
Κορ. 22. 

άνεγνωρισμένως. Ά. 'Ι*. Ί'αγκ. 94. 

άνεγώΐστος, 2 Άκρ. 28 Μάρτ. κα\ 25 
Αύγ. 91. 

<( άνεδαφτ] Αυστρία, όπου πατρίδα 'ς των 
λαών ζητά; την άγιονία » Ά/. Παράσχ. 89, 
ίν 'Κσπερ! Άκρ. 26 Άπρ 97. 

άνεθνοποιέω -ώ. Σχ. Λεβ. λεξ. 61 εν λέ- 
ξει Ζίι1^1^α1:11;1.^^θ. 

άνεθνος, 2. Ίκ Γ. Λάτρ. Γ).ί. — « ϊί ά- 
νεθνεστερον της μουσικής τοΰ Γερμανού 
λνα^ηβΓ'ΐ; Άκρ. 30 Σεπτ. 92. 
άνειδεοσΰνη^ η• χο μη έ'/ειν ίδε'ας. 'Ακρ. 

[ 



11 'Ιουν. 91. — Έσ/ηματίσθη εκ τοΰ επι- 
θέτου αν ε ί δέος η ανίδεος, ο παλαιά ούσα 
λε'ξις έχει την σήμερον ολίγον διάφορον ση- 
μασίαν . 

άνεικονογράφητος,.^ -Ά-Λρ. 3 Φεζρ. 90. 

άνειλητήρ, ό. Δ. Ν. Βερν. 

ανειλικρίνεια, ή. Β. Φαρσής 69. — Άκρ. 
1 Φεορ. 88 —Π. Καρολίδ. 92. 

ανειλικρινής, 2. Φυλλάδ. φοιτητών τζερι 
τοΰ πανεπιστημίου, έν 'Αθήν. 29 Ίαν. 49. 

— Άκο. 22 Άπρ. 86. — Φ. Β. αυτόθι 
29 'Οκ'τ. 96. 

ανειρήνευτος, 2 θ Άφεντ. 

άνεισορμών, μτ/ Κ. Μητσόπ. 

άνείσπνευστος, 2. ( άτμοσφα'ΐρα) Άκρ. 
3ΐ) Ίαν. 88, εν επιφυλ. 

άνείαπρακτος, 2. Ίον. κωδ. — 'Αγ. 
Βλ. λ• 97. 

Ανειτεουμιστί. επίρ, Κατάλογ. βιβλιο- 
θήκ. Ί•:θνικ. Αθηνών '83. 

άνεχβάλλεσθαί. Κ. Μητσόπ. ^ν Προμ. 
24 Ίουν. 90, — 'Αν. Κ. Δαμβ. αύτόθ. 23 
Φεδρ. 92. — άνεξεβλήθησαν 'ί. Π Δοα 
νίδ. αυτόίϊι. 9 Αύγ. 92. 

άνεκ6ιάστως Γ. Ζαλίκ λ. — Ν. Κοντ. 
λ 89. — '.\γ Βλ. λ. 97. 

άνεκέολι/, η ( ύλης έκ των κάτω προς 
τα άνιο '. Κ. ΛΙητσόπ. εν Άθηνα 96. 

άνεκδήλοιτος . 2. «Έφ.» 12 Ιουν. 88. 

— Άκρ. 24 Αυγ. 93, εν επιφυλ. 
άνεκδίίτητος. 2. 

άνεκδικητεί, έπ ρ. Άκρ. 31 Μάρτ. 9 ί• 
■= άνεκδοτικός, 3. Άγ. Βλ. λ. 71. — 
Ν. Κοντ. λ. 89 — « άνεκδοτικώτατος κα'ι 
ευφυολογος ». Άκρ. 28 Μάρτ. 94. 

άνεκδοτικώς Π. Καλλιγ. 55. — Άγ. 
Βλ λ 97. 

ανεκδοτογραφικός, 3. Ακρ. 13 Δεκ.9ΐΙ. 

άνεκδοτολογίαι, αι. Γορύλ. έν Άκρ. 28 
Φεβρ 94. 

ανεκδοτολογικός, 3. (ιστορία κτλ. ) Έστ. 

άνεκδοτολόγος^ 2. Άκρ. 3 Άπρ. 87 κα'ι 
19 Ίαν. 94. 

άνεκκαθαριστία, ή. Ίταλ. ϊΙΙίί^ακΓιίά. 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνεκκαθάριστος, 2. (πρόσοδος, '/ρέος 
κτλ) Κ. Α. Κυπριάδ. 83. — "Εγγραφ. δι- 
καστ έν η Έο.η 2. ΐΜαίου 89. — Π. Χρυ- 
σανθόπ 96. — Άγ. Βλ. λ, 97. 

άνεκκαλεΐσθαι ψυ/άς. Κυγ. Βούλγ. 

άνεκκλήσεις, αί. (ψυ/ών). Ευγ. Βουλγ. 

άνεκκλήτοις^ ΊίΧ. κωδ. — Ν Κοντ. λ. 
89— Άγ Βλ. λ. 97. 

άνεκκλίσιμος. 2. Ίτβλ. ϊηάβο1ϊη&1)ϊΙβ. 
74] 



ανεΗκοΗΗ^στος 



αν ελληνοπρεπή ς 



Λεξ. νο(χοτε/ν. 40. 

άνεκκό«κ*στθ5, 2. (βά[Λοα^. κττ.) «-Έφ.)) 
4 Μαίου 89. 

ανεχλατίνιοτος, 2. 

άνεκλυτοί. '>!. Δ. Χαντσ. 

ανεκμετάλλευτος, 2. Ι κυρίως και μετα- 
φορικώς ). 'Κλ. φ λολογ. Σύλ. Κστπόλεοίς. 
— Λ. ΙΜι/αλόπ, 76. ■ — Άνώνυμ. μετάφρ. 
του Τσε'στων 87. — Άγ. Βλ. λ. 07. 

ανεκπαίδευτος., ?. Στ. Ξεν. ε'ν Άκρ ?6. 
Όκτ. 92. 

άνεχπεραίωτος, 2 Άν. Πολυζ, 36. 

άνεχπληρίοσία. ή. 'Ιταλ. ΐη&άβΐυρΐ- 
ΐΏθηίο Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνεκποιήσιμος, 2. « Έο.» 1 Σεπτ. 88. 

άνεκποίητος , 2. "Εγγραφ. Πατριαρχ. 
Κστ-λεως. 1546. — Ίω. Τυπάλο. 89. — 
Ν. Κοντ λ. 89. — Άγ. Βλ. Λ. 97. 

άνεκπόριστος, 2. Ι. Γ. εν Ήμιούλ. 
Άκρ 1 Δεκ. 96 

άνέκρηκτος^ 2. (δυναμίτις). 

ανεκρος,Ί. (νεκρός.) Φίλ. *Ιω 65. 

άνέκσπαατος., 2, Διονύσιος Σηγοϋρος 
1621. 

άνεκσφενδονίζεσθαι, Κ. ίΜητσόπ. εν 
Προμ. 15 Άπρ. και 24 Ίουν. 90. 

άνέκται, οι. ( κερουλκών σκηνών) τα 
κοινώς κορδίλια. Όνομ. ναυτ. 58. — 
'Αγ. Βλ Λ. 97. 

ανεκτέλεστος, 2. Π. Παπαοόηγόπ. 54. 
Σκαρλ Λεξ. 56. — Ν. Κοντ. λ. 89 — Άγ. 
Βλ. λ. 92. 

άνεκτηρία, ή. ( = άνολκεύς, ό) Γρ. 
Χαντσ. 47. 

. άνεκτικότης, ή. Μιλτ. Χουρμ. 73. — 
Στ. Σταθόπ. 5 1 — Άν. Γοΰδ. 96. — Ν. 
Κοντ λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνεκτικώς. Άγ. Βλ λ. 97. 

ανεκτίμητος, 2. Ίω. Φιλήμ. 34. — Γ. 
Μελισταγης 35. — Ά. 'Ρ. Ί'αγκ 45. — Σ. 
Α, Κ. 53. —Ν Κοντ. λ. 89.— Άγ. Βλ. 
λ. 97. 

άνεκτινάσσω. Φ. Α. Ο'.κ. εν. Άττικω 
Ήμερολογ. 74. 

άνβκτύπωτος. 2. Ελ. κωδ. 

άνεκχύνεσθαι, άνεξε/ύνοντο. Κ'. Μητσόπ. " 
εν Προμ. 21 Όκτ. 90." 

άνεκχωρηθέντα εδάφη Θεσσαλίας εις 
την Τουρκίαν. Άκρ 5 Νο. 97. 
= άνέλαστον, τό' γένος κολεοπτεοων. Σ/ 
Λεβ. λ. (ϋ. 

άνελαφρννω, Σ Α Κ. 88. 

άνέλεος ελεημοσύνη, ή. Εύγ. Βούλγ. 

άνελευθερώτως. Προμ. 19 Μαίου 91. 

[75 



άνελικτός^ 3. Έγκυκλ. Λεξ. 

άνελίνη, ή. (/ημ.) Δ. Χασιώτ. εν Έστ. 
^φ. 30 Σε-τ. 94.' 

άνελκτηρ μυς, 6. Π. Μ'αρ. 8Ί. 

άνέλαιος, 2. (νηστεία ). Άκρ. 27 Σεπτ. 98. 

άνέλκυθρον, τό Γαλ. ΗδΟβηδΟαΓ Άκρ. 
ΧΟ 'Οκτ. 93. — Πρβλ. άνελκυσταί, 
άνελκυστήρ, άνολκεύς* άνϊλκτήρ, άνεΤ.- 
κηθρον, άνασυρτήρ, άναδρομεΰς κα"Ί τα έν 
τω ά ν ε λ κ υ σ τ ή ρ καταγεγραμμένα. 

άνελκνσιμος, 2. Σ. Α. Κ. 

άνελκυσταί, οΊ εν τω πύργο) του Είΐϊ'βΐ 
τιί) εν Παρισίοις, Γαλ. 3.80βη8βαΓ8. Άκρ. 
10 Μα'.οϋ 89. — "Ιδε κα'ι υψιελάται κα\ 
το Ιξης άνίλκυστήρ, ένθα συνεφόρησα 
επισημειωτικώς πάσας τάς με/ρι τέλους Αυ- 
γούστου 95 προταθείσας λέξεις. 

άνελκυστήρ, 6. Γαλ. όρ&αΙίβΓβ. Σκαρλ. 
λ. 5ίΐ, έν ερμ ■ — Προσθέτω δε, οτι εν Ι^αλ- 
λογερμανικο'ίς λεξικούς ή όραυΙΐθΓβ, μετα- 
φράζεται δια των δοΙίαΙίθΓΜθοΙι και Αοΐα- 
δβίβίΰοΐί. — Έν δέΆστει 19 — 20 Νο. 91 
κα'ι 2 Δεκ. 94 έγράφη ή λε'ξις ώς μετάφρα- 
σμα του Γαλ. αβΟθηδβΙΐΓ, ( τοΰ μη/ανήμα- 
τος δι' ου τις αναβιβάζεται άκόπως είς τα 
υψηλότερα πατώματα οίκ ας πολυιορόφου. 
Άλλ' ό Γ. Ν Χατζιδ έν 'Εστ. ε•κονογρ. 
21 Μαίου 95 άποδοκιμάσας την κατά ταύ- 
την την σημασίαν χρησιν της λέξευς άντε- 
πρότεινεν, δ/ι προσφυώς κατ' έμέ, τον ανα- 
βάτης, λέξιν άρ/αιοτάτην κα\ προκατειλημ- 
μένην δΓ άλλας σημασίας. Δεν έλαβε δε ύπ' 
όψιν τάς πολλάς διά τον ΕδΟεηΒβυΓ, υπο 
πολλών προταθείσας λέξεις, άς ε/ει η παροΟ 
σα Συναγωγή ώς γνωστάς μέ/ρι Φεβρουα- 
ρίου 95, κα\ είναι α'ί δ•: κατ' άλφαβητικήν 
τάξιν άναδρομεύς, άνασυρτήρ, άνελκηθρον, 
άνελκτηρ, άνελκυστήρ, άνελκυ^τής. άνολκεύς, 
άνυψιοτήρ, ύψελάτη;, ύψιελάτης, ύψιφορεύς. 
Μ'.νον αετά έπικριτικον τούτιον έκτίναγμα 
θα ήτο έντοπος ή πρότασις νέας λέξεως, ή 
εκλογή οριστική μιας τών ήδη προταθεισών, 
τοΰθ' όπερ δεν έγενετο. Φαίνεται όμως τό 
γε νυν, δτι επικρατεί ό άνελκυστήρ, γρα- 
φόμενος συ/νά έν έφημερίσιν, οίον έσ/άτιος 
έν Άκρ. 15 'Απο. ϊ<6 και έν Πρωία 17 
Ίουν. 97. ■ 

άνελκυστήρια . μηχανήματα, τά. Πρωία 
2^ Ίαν. 97. 

άνελκυστιχός. 3. ( μη/άνημα ). Άκρ 
26 Μάρτ. 89. 

άνελλείπτως' άνευ σ/ήματος ελλείψεως 
τοΰ έν ττ) γραμματική. Δ. Ν. Βερν. 87. 

άνελληνοπρεπής, 2. Άκρ. 7 Ίαν. 94. 



άνεληιστεί 



άνεμόφλεκτος 



άνελπιστεί,ίπίρ. (!) Άκρ. 17 Μαίου 91. 

άνελυτρόσττερος, 2. Γαλ. ίΐηόΙορίβΓθ. 
(έντομολόγ.) ίΐ/. Λεο. λ. 61. 

άνεμάρσταστος, ?. Ά. Ρ. 'Ραγκ. 

άνεμαρχίαι τέσσαρες, αί κατ 'Οβίδιον, 
ή του ΙΊΰρου, Ζεούρου, Βορε'α κα\ Νότου. 
Άθ. Σταγ. 

άνεμ€ολίαστος, 2. "Ωρα 17 ΙΝο. 87. 

άνεμ^όλιστα ρήματα, τα άνευ θεματεμ- 
βολίου. (γραμματικ.) Ά. Σκιάς 94. 

άνεμετί. 'Επίρ Π. Καλλιγ. ■ — Έν το1ς 
Λεξ. τ. άρ/. γλ. κείται το άνεμε τ ω ς, εκ 
του Ιπποκράτους. 

άνεμίνη, ή. (χημ.). Ξ. Λάνδ. 40. 

άνεμίσκος, ό" κοιν. αεράκι, Ίώσ. Μοισ. 

άνεμισμός, δ. Άν. Κ Δαμβ. 

άνεμιστήρ, ό. Κ ΙΜητσόπ. 76. — "Εκ- 
θεσις μη/ανικών της Κυβερνήσεως εν Ά/ρ. 
Π Ίαν. 93. 

^Ανεμιών, ό των δημοκρατηθεντ(ον Γάλ- 
λ(ον μην ΥβηίΟΓβ. Κυρ. Μελίρ. 36. — Πρβλ. 
Ά νεμιόδης. 

άνεμό&λητος, 2. (βρά/ος. νί|σος κττ.). Σπ. 
ΙΙαγαν. 87 κα\ 96. 

άνεμο&όλος, 'ί. (βέλος, όργανον, οπλον). 
Λημ. Γαλαν. — Κ. Κούμ. 
ρ άνεμο&ροχίζομαι. Νεόφ. Καυσοκαλυδι- 
της 761 ». 

άνεμογενής, 2. (σεισμοί) Τ Φιλήμ. εν 
"Λστει 13 ΪΜαίου 94. 

άνεμογνωμόνιον, το, κα\ άνεμογνώμων, 
ό. Γρ. Χαντσ. 47 και 70 — Άγ. Βλ λ. 97. 

άνεμογνωσία. ή. Ν. Κοντ. λ. 89. 

— άνεμογραφία, ή Ά. Γαζ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. —Άγ. Βλ λ. 97. 

άνεμογραφικός, 3. 

άνεμογράφος. 2. γράφίον του άνεμου 
πράγματα άσύστατα. Χώρα 19 Ίουν. 91. 

— άνεμογράφος, ό. ον, οργάνου. Λ. Αι- 
γιν. 95. 

ανεμόδαρτος^ 2. '.λκρ. 11 Σεπτ 95, εν 
επιφ. 
άνεμοδείπτης. ό. Σκαρλ. λ. 35 κα\ 56. 

— Α. 'Ρ. Ί*αγκ. 45. 'Ονομ. ναυτ 58. — 
Δ. Πζ. 68. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άστυ 22 
Αύγ. 95. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνεμοδόχος, ό. ή άεραγώγιον, το* ή κοι- 
νώς τρούμπα του άε'ρος" 'Ονομ. ναυτ- 58. 

— Έγκυκλ λ. — 'Κστ. 22 Μαίου 94 — 
ΙΊν "Λστει 7 Λύγ. 94 εγράφη ή άνεμοδο'/ος. 
άνεμοζαλίσματα, τά 'Ι. 'Ρ. Νερ. 
άνεμοχίνητος, 2. Άν. Γ. Λευκ. 43. — 

Ά. Ρ 'Ραγκ. 45. 
άνεμοχλονισταί λλ' /ιονοοόλοι στροφα"ϊ 

[70 



(ποιημάτων). Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 60. 

άνεμόκονις, ή. Άκρ. 22 "Οκτ. 94. 

άνεμοκοπία, ή. Λ. ίΝ. Βερν. έν Νεα 
ΙΙανδ. 63. 

άνεμοκύησις ή. Κ Σάθ. 94. 

άνεμοκνματίζει, Μ. Κάλλος, 41. 

άνεμολατρεία. ή Αθ Σταγ. 
άνεμολογία, ή. Ν. Κοντ. λ. 89. 

άνεμολόγιον, τό. κοινώς γχρτλ του μπού- 
σουλα. 'Ονομ. ναυτ. 58. — 'Αγ. Βλ λ. 97. 
Γαλ. Γβδθ (ίβδ νθηΐβ. 

άνεμομαχέω -ώ. 

άνεμομετρικός, 3. (αλλοιώσεις). Άκρ. 
8 Αυγ 94. 

ανεμομέτριον^ τό Γρ. Χαντσ. 47. — "Ιδε 
κα\ τό εξής 

^ άνεμόμετρον, τό. Βεν Λεσβ. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Άκρ 15Νο. 90. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άνεμομηχανή, ή. Έγκυκλ. λ. 

άνεμομυλομαχία, ή. Δ. Ν. Βερν. 66. 

άνεμομνλοΰχοί, οί. Έστ. εφ. 4 
[Μαίου 97. 

άνεμοπαλαιαταί, οί. Άκρ. 21. Νο. 86. 

άνε^οπαρα)'ω)'?;, ή. (κωμική λεξ.) «Έφ. » 
15 Μάρτ. β'.Ι. 

άνεμοπαραγωγικός,"^. (ιΈ^^.)) 18 Μάρτ. 
κα\ 1 Άπρ. 89. 

άνεμόπληκτος, . Σ Α. Κ. 45. — Ά. 
'Ρ. 'Ραγκ. 75. 

ανεμόρρομ6οι^ οί. Γαλ. Ιβδ τΐιιιηιΐ^δ, ή' 
τμίΛτίε ή• ροϊιιΙβ8 άβ νβηΐ;, αί κοινώς 
παρ' ήμ'ίν κάρτα ις. 'Ονομ. ναυτ. 58 — 
Ήλ. Κανελλόπ. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνεμόσαρκος, 2. Δημ. Γαλαν. 
ή^ άνεμόσκαλα, ή. «Έφ.» 13 Μαίου 95. 

άνεμοσκόπιον, τό Α. Γαζ. — Γρ. Ζα- 
λίκ. λ. — Ν. Σπάθης. — "Ιδε κα"ί άνεμο- 
λόγιον. 

άνεμόααταρτον αύγόν. Ά Ρ. 'Ραγκ 60. 

άνεμοστεγώς. Άκρ 21 'Ιουλ. 94. 

άνεμοστρο^ιλοζόμεναι κόμαι. Άκρ. 2 
Φεβρ. 87. 

άνεμοστρόφιγξ εσκίοριασμε'νος. Άκρ. 26 
Όκτ. 86. 

άνεμοτάρακτος , 2. Δ. Νικ. κα'ι Χ. 
Γρηγ. 68. 

άνεμοταράττω. II Σοΰτσ. 

άνεμοταραχή, ή Έστ. εφ. 5 Νο. 95. 

άνεμοταραχώδης, 2. Άθ. Σακελ. λεξ. 
έν^ ερμ. 

άνεμοτρέχω. Π. Σοΰτσ. 

άνεμοφάγος^ 2. Δημ. Γαλαν. 

άνεμόφλεκτος^ 2. ^ία). Χρ. Νικολαίδ. 46. 

] 



άνεμοφορεΐοθαι 



άνεξιθρησπέω 



άνεμοφορεΐοθαι. Ίω. Καρασ. 

άνεμοφυσήματα, τά. Σ. Α. Κ 72. 

άνεμοφνσητος., 2. Ασμοδ. 

άνεμόχυτα μαλλιά, τά. Γ. Μ. Βιζ. εν 
Έστ. εφ. 30 Άπρ. 96. 

άνεμπέδωτος, 2. Μαργ. Ευαγ. 

άνεμπειρία, ή. Άνορ. Λασκαράτ. 

άνέμπηχτος, 2. (πάσσαλος.) Γ. Πα- 
πασλ. 54. 

άνεμηλουτίζεσθαι.,( μεταλλουργ.). « ' Εφ. » 
7 ΛΙαίου 94, εν επιφ. 

άνεμπλουτίσμός,6.([ΐ.ζτ(χΧλουρ••(.) «Έφ. » 
7 Μαίου 94, εν Ιπιφ. 

άνεμηοδίστως. ^. Ν. Δάρβ. 1800. 

άνεματύητος, 2. (ευλογία κττ.), 

άνεμφανίζομαι. Βόσπ εν Βορ. 10. 

άνεμφάνισις, η. Φλόξ 80. 

άνεμφάνιστος, 2. Λεξ. νομ.οτε/ν, 40. 

άνεμφανίστως, Κ. Η. Πολυγεν. 90. 

^Ανεμώδης, ό Βος μήν τοϋ των Γάλλων 
οημοκρατικοϋ μηνολογίου, ό ΥθηΙοεβ, Ε. 
Α. Σ1μ. 47. 

^ Ανεμωλίς, ή• δν. φυλής δήθεν Αττική; 
κωμικώς πλασθε'ν. Γ. 'Ραζής, 94. 

άνεμωνοειδής, 2. (φυτολογ.). Ε. 1. Ζ"ί- 
φος Ιν Παρν. τεύχ. Νο. 94. 

άνενδοιάστως., Ν. Κοντ. λ. 89. 

άνενδοτικός., 3. «Έφ.» 15 Σεπτ. 88. 

άνενδύομαι. Θ. Ποιπάζ. 49. 

άνενεκτέον, Εύγ. Βούλγ. 782. 

άνένεξις., ή. Κ. Οίκ. 30. 

άνενέργητος, 2. Άγ. Βλ. λ 71. — Άκρ. 
Μάρτ. 93. 

άνενθύμητος, 2. (συνήθεια). Λεξ. νομο- 
τε/ν. 40. 

άνενθυμίζω Άδ. Κορ. 29. — Λ. Άλε- 
ξανδρίδ. 67. 

άνενσάρπωσις, ή. Έστ. 18 .Μάρτ. 90. 

άνενσάρκωτος, 2. Σπ Ζαμπελ. 59 κα\ 
έν Πανδ. ΰΟ. 

άνενσννείδητος., 2. 

άνένωτος, 2. 'Ομηρος. — Κ. ΛΙητσόπ. έν 
ΆΟηναίω, 76. 

άνεξαγόραστος, 2* Έλ. κωδ. — Ά. Ί'. 
Ί'αγκ. 47. — Σ. Α. Κ. 73. — Ά,γ. Βλ. 
λ. 97. 

άνεξαίρετος, 2. (κανών, μάρτυς). Δ. Ν. 
Βερν. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

ανεξαιρέτως. Π. Ι. Χαλικιόπ. 52. — Κ. 
Φρεαρ. 54. — Σκαρλ. λ. 56 — Β. Λάκ. 
61. - Α. Ν. Βερν. 66. Άγ. Βλ. λ. 97 

άνεξακολούθητος,^ . Γαλ. ϊιηιΐουΓΒΐιΐνϊ. 
Σχ. Λεβ. λ. 61. 
ανεξακρίβωτος, 2. 'Α. 'Ρ. 'Ι'αγκ 86. 

[ 



— Ά. Ν Γιάν. 91. — Έστ. εο. 20 Σεπτ. 
94, εν επιφ. — Β. Στάης 96.^ 

άνεξανάγκαστος, 2. Φ'λ. Ίω. έν Φυσ. 
δικ. εκδ. Λ. Οίκ. 

άνεξάντλεια, ή του ποιητοΰ Γ. Σουρή 
τοϋ εκδίδοντος τον «'Ρωμτ,όν». Μποέμ εν 
"Αστει 29 — 30 Μάρτ. 93. — Κακοσ/ημά- 
τιστος λεξις. 'Άν ητο καν άνεξα ντλησία, 
καθώς παρετήρησεν ό φίλος μου θ. Σο- 
φούλης. 

άνεξάητομαι. Ν. Δραγ. 

άνεξαργνρωτος . 2. ί εντάλματα κττ. ). 
«Έφ.» 27 Αύγ. 92. — Άκρ. 4 'Απρ. 94. 

— Τά κατά την πρυτανείαν Ί. Ν. Χατζ.96. 
ανεξαρτησία, ή. Ίω. Μοισ. — Σκοΰφ. 

Ρ. — Άδ. Κορ. 21.— θ. Φαρμ. — Άν. 
Πολυί. — Διακήρυςις "ΟΘ(ονος,33 . — Σκαρλ. 
λ. 56! — Ν Κοντ. λ. 89. - 'Λγ. Βλ. λ. 97. 
« άνεξαρ(τη)τολογοϋσαι εφημερίδες ». 
Παλιγ. 14 'Απρ. 95. 

άνεξαρτητοποιέω -ω. Μη /άν. — "Αστυ 
9 Άπρ. κα\ 4 'Ιουν. 95. 

ανεξάρτητος, 2. Βεν. Λε'σο. 20. — Ν. 
Σπηλιάδ. 26.— Σκαρλ λ. 56. —Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

ανεξαρτήτως. Θ. Ράκος 15. — Έλ. κωδ. 

— Σκαολ.λ. 56.— Ν. Κοντ. λ. 89 — 'Αγ. 
Βλ, λ. 97. 

άνεξάσκητος, 2 Εύγ. Βούλγ 772. — 
'Ρ Βελεστ. 

άνεξασφάλιστος, 2. Θ. Φλογαίτ. έν Βύ• 
ριονι 76. 

άνέξαψις, ή. Εύγ. Βούλγ. 

άνεξέλικτος, 2. Σ/ Λεζ. λ. 61. — Ρ. 
ιΝικολ. 87. — Σ. Δ Βάλζ. 91. 

άνεξελίσοομαι, άνεξελί/θη (/ρόνου άοο.). 
Έφ. 91. 

άνεξελλήνιατος, 2. Σ. Α. Κ. 54. 

άνεξέρχομαι. άνεξήλθε. Κ Μητσόπ. 90. 

— Κ. Ζίγγελ. έν 'Λκρ. 10 Ίαν. 96. 
άνεξετασία, τι. Σ- Α. Κ. 80. 
άνεξεταστί• έπίρ. 'Ακρ. 21 Δεκ. 87. 
άνεξευγένιστος, 2. Σπ Ζαμπ. 59. 
άνεξημέρωτος, 2. Ίάκ. Πολύ . 94. 
άνεξιδοξία, ή. ΙΙρομ. 21 Άπρ. 91. 
άνεξίδοξος, 2. Προμ. 21 Άπρ. 91. 
άνεξιθρησκεία ή. Εύγ. Βούλγ, 768. — 

Λεξ. νομοτε/ν 40. — Σκαρλ. λ. 56. — 
ιΝ. Κοντ. λ'.. 89. — Άγ. Βλ λ. 97.— 
ΌρθοτΞρα γραφή ή δια του ιώτα μονού ε'ν 
ττί παραληγούση, οπιος καί τίνες έγραψαν 
κα\ γράφουσι τώρα. 
άνεξιθρησκέω ώ. Ν. Σπηλ. 26. — Σ 
Π. Σκιαδ. εν ΙΙαρν. Άπρ. 91. 

77] 



άνεξίθρησποί 



άνεπισπενασθείς 



ανεξίθρησκος,^ . Ν. Σπηλ. 26. — Σχαρλ. 
λ. 56. — λ. Κονχ. λ. 89.— Άγ. Βλ.λ. 97. 

άνεξυτάθεια,τ] Β. Ι. Μαρκεζίν. ζν Εστία. 
Χριστουγενν.άτ. 95. 

άνεξ^τήλως. Δ. Ι. ϊΜαυροφρ, 60• 
*άνέξοδος, 2. Γαλ. ί]ΐιί βδί δ&Πδ ίΓίΐΪ8, Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. — Ύ6 ί- 
πίθ. τοΰτο δεν ε/ει έν τοΐς Λες της άρ/. 
γλώι. την σηιχερινήν σημασίαν. 

άνεξόδως. Σκαολ. λ 56 ^ Ν. Κονι. λ. 
89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνεξοικείωτος, 2. (ττοος τ•. ) 'ΑΘ. Π. 
Κύταξίας εν Άκρ. 22 Λεκ'. 96. 

ανεξορμάω-ώ. Κ Μητσόπ. εν Προμ. 24 
Ίουν. 90. 

άνεξόρνχτος, 2. Χρ. Α. Παρμ. 58. 

άνε^θ9»βάλ^ίστο?, 2. {σ-όρο;).Ί. Κόκκων. 

«νε^ότΆί/τοί, 2. Γεν. συνελ μετο/. Έλ 
λ/;ν. άτμο-λο'.ας, 68. 

άνεξνμνητος, 2. Έστ. εφ. 17 Χο. 95. 

άνέξνπνος 2. Χρ. ΙΝικολ. 46. 

άνέξωστος, 2. « άνες(οστον εθεώρει τον 
■/ωρικόν ( κολλήγαν ) ό Γοϋρκος υπό τοϋ 
ιδιοκτήτου της γη; εν Θίαααλία». Κλλην 
εν 'Ακρ. 6 Ίουν. 98. 

άνεπαίνετος, 2. Σ/. Λεό. λ. 61. 

ανεπαισθήτως. Σκαολ. λ. 56. — 
Β. >'. Βούλγ. 81. — Ν.' Κοντ. λ. 89. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνβηανορθώτως, Χ. Παμπ. 52. — Π. 
Γρατα'.άτ. 

ανεπάρκεια, ή. Σ. Α. Κ. 63. — Εμ. 
Κόκκιν. 75. — Γ. Καραμήτσ. 79. — Ν. 
Κοντ. λ. 89.— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνεπαρκεΐν. άνεπαρκοΰντων. (γεν. πτ. 
άπόλ.) Άν. Λ. Αναργ. — άνετταρ/.εΐ /ρον 
Ινεστ. γ' προσ.). «Έο.» 12 Άπο 91. — 
Άκρ. 29 Ίαν. 97. 

ανεπαρκής, 2. Σκαολ. λ. 56. — Φίλ. 
Ί(ο. 71— Ν. Έ-ώ. 97. — 'Άγ. Βλ. λ. 
97.— >'. Κοντ.λ.'89. 

ανεπαρκώς. Σκαολ. λεξ. 56. — Ν. Κοντ. 
λ 80.— •Λγ. Βλ. λ. 97. 

άνεπηρεάστως. Έμ. Μαυοογοοο. 80• — 
"Αγ. Βλ. λ. 97. 

άνεπι€λα6ής, 2. "Ιώσ. !\1οισ. — Έο. 

άνεπί^λεπτος, 2. Δ. Πετρούλ. 67. — 
Άκρ. 12 .ΑΙαρτ. 88. —'Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνεπι€λεπτόω-<ο. Γρ. Χαντσ. 70. 

άνεπι^λέπτωσις ή. Γ. .Χαντσ. 70. 

άνεπίγνωσις, ή. «εν άνεπιγνώσει διατε- 
λείΕν». 'Ακρ. 29 Σεπτ. 93 κα\ 3 Μάρτ. 95. 
— Γπ έν το'ίς Λεξ. της άρ/. γλώσσης ηά- 
νεπιγνωμοσύνη, ή• άγνοιαν, μτγν. 

[ 



άνεπιγνώστως. Πρακτικά κακουργοδι- 
κείου Άκρ. 14. Όκτ. 96. — Άγ. Βλ. λ. 
97. — «Έφ.υ 6Ίουλ. 98. 

άνεπιδεικτικός, 3. (τρόπος). Ν. Κορι- 
τζας 53. 

άνεπιδεκτικότης, ή. Χρ. Ακαρν. — Έμ. 
'V^^.ο. 77. — Στ. Ξεν. 92. — Δ.ΒικεΧ92. 

άνεπιδεκτότης , ή. Άκρ. 12 Ιαν. 95. 

άνεπιδέξιος, 2. 

άνεπιδεξιότης, η. Νί'α Πανδ. 1 Ίαν. 53. 

άνεπιδεξίως. Ά. Ρ. 'Ραγκ. 66. 

άνεπιδιόρθωτος, 2. Ν. Δού/.• Κ λ. 
Παπάζ. 

*άνεπίδοτος. 2. ( επιστολή. τηλεγοά'.ίημα). 
Άκρ. 12 Μαίου 88. — Άγ. Βλ λεξ. 97. 

— Παρά Θεόφραστο} ευρηται ή λέξις κατ'άλ- 
λην σημασίαν. 

άνεπίδραστος, 2. Δ. Γρ. Κααπ'<ύρ. 
άνεπίξηλος, 2• Άκρ. 24 Ίουν. 90. — 
Παλιγ. 13. Φεδρ 94". 
άνεπιζήτητος, 2. «Έ•^.» 18 Μάρτ. 90. 

— "Αγ. Βλ. λ. 97. 
άνεπιζητήτως. Σπ. Ζαμπελ. 64. 
άνεπικερδής, 2. '.\. Ρ. Ραγκ. 45. 
άνεπικεφαλίδωτος., 2. ( χειοόγρααα ). 

Άκρ. 13Άπρ. 91. 

άνεπικίνδυνος., 2. Προμ. 19 Μαίου 91. 
*άνεπίκλητος, 2. ( οαιτυμών = ακάλεστος). 
Ά. Ρ. Ί'αγκ. 66. — Κατ' άλλην σημασίαν 
εΰ'ρηται το επ•θ. τούτο ιν το'ΐς Λεξ. τη; 
άρ/. γλώσ. 

άνεπικλήτως. Ν. Δούκ. 

άνεπικνρωτος, 2. Άγ. Βλ. λεξ. 71. — 
Πρακτ. δημοτικού συμβουλίου Αθηνών 87. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. 
άνεπινοητικότης, ή" ( = έ'λλειψις φαντα- 
σίας, Γαλ. ϊηίηι&§ίηίΐΐίοη). Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άνεπιπλάστως, Δ. Ι. Μαυροφρ. 61 

άνεπιρρέαστος, 2. Σπ. Τρικούπ. — Ίδε 
κα\ τά; έξη; δύο λέξεις 

άνεπιρροίαστος, 2. Άν. Πολυζ. 36. — 
Γράφουσι νυν πολλοί άνεπηρ εαστος, ο κα\ 
κείται εν το"ίς Λεξ. της άρ/. γλ. 

άνεπιρροιάστως. Άν. ίίολυζ. 36. 

ανεπίσημος. 2. Άθηνα 17 Δεκ. 32. — 
Άκρ. 2'.) Ίουν. 91.— "Αστυ 19 Ίουν. 96. 

— Άγ. Βλ λ. 97. 

άνεπισημότης, ή. Παλιγ. — «Έο.» 28 
Σεπτ. 89. — Άκρ. 6 Όκτ. 92. 

ανεπισήμως. Ν. Καζάζ. 87. — Γ. Κ. 
Στοατήγ. 87. — Έστ. ίο. 24 Μαίου 94. 
— "'Αγ Βλ. λ. 97. 

άνεπισκενασθείς, μτ/. 'Έγ)^ραφ. πα- 
τριάργ. Κστπλεως 36. 
78] 



ανεπισκοηεντος 



άνενφλεχτος 



άνεηισκόηευτος, ?. Χ Παμπ. 52. — άνεροϊδη βαρόμετρα. Έστ. οελτ. βιβλίο - 

γρα». άρ 3 Φεβο.'ΰΟ. — Βοετ. άστήο 11 
Φεβρ. 92. ' ' ' 

" ανερος οίονε\ ( = '/^Ρ'-ζ νερον) 6 "Ανευρος 
ττοταμο'ς». Κ. Οικ. 30. 

άνερυθροψία, η Αν. Κόρο 

άνερώτεντη καρο^ά, ή. Σπ. Τρι/.ού-, — Ό 
Περ. Ι\ Ί'αυτόπ. τιο 83 εγραψεν ά ν ερωτη, 
αλλ αυτό ούναται να σημαίντ, ο, τι •/.α\ το 
άνί'ρωτο κρασί κα\ το ανέρωτο γάλα. 

ανερωτηματίστως άνευ σηυ.είου έοω- 
τηματικοΰ Ά. Ινορ. εν σημ. εις τα Ξενοί3. 

Απομν/^μο νεύματα. 

ηνερώτησις, ή. 'Κμ. Κόκκιν. 75. 

άνεσπέρως. Σ-. Παγαν. ε'ν Έτζ. 14 
Μάρτ. ης, 

ανεστιότης, ή• ον. νόσου ο-ώθαλαών. Άν. 
Άναγν. 93. 

ανεστος, ?. (μαλλίον). Κ. Άσ. 43. 

άνεταιρείαστοι τόμοι βιβλίων. Γαλ. ϋ- 
νΓβ8 άθ[^β^β^1Iβ3. Άδ. Κορ. 11 κα\ 16. 

άνετάστως. Στ, Καραθεοο. 65. 

άνετάφησαν, ρ. χρ. άόο. "Αστυ 19 
Δεκ. 96. 

άνετοιμότης, ή 'Ι. Πολυλ. εν «Έφ » 93. 

άνενγενίζομαι. Ίω. Πατάκ. 

άνενθύγραμμος, 3. το άνευθύγραμμον 
τη; ρινός. "Αστυ 14-5 Μάρτ. 93. 

άνευπρίνιστος^ 2. Έστ. εφ. 21 Σε-τ. 
94. — Σ-. Παγαν. εν Έστ. Χριστουγενιατ. 
94. — Άλλ' είναι ό σ/ηματισμός του επιθέ- 
του τούτου κανονικός, ού•/^ ύπάρ/οντος εν 
τοις Λεξ. της άρ•/. του ευκρινίζω, άλλα 
μόνον του εύκρινειο; 

άνενλά&ητον, τό. Άκρ. Μαίου 89. 

άνευλόγως, 

άνενρέτης,ό. Λ Ι.Μαυροφρ. έν Φιλίστ. 61 

άνενροαθένεια, ή. 

άνενρν, το των οικιών. Π. Χιώ:. 

ανευρυσματικός, 3 Ίω. Όλ. — β. 
Άφεντ. 54. — Ι\ Καραμήτσ. 79. 

άνευρύχωρος, 2- Π. Χιώτ. 63. 

άνευσε&άστως. Κ. Ιεροκλής εν Ιπιουλ. 
.Ί-:στ. εφ. 27 'Οκτ. 96. 

άνευσπλαγχνος, 2. Ξεν. Ί'αφτόπ. 52. — 
Κ. Ι. Παπάζ. ε'ν ,Χρυσαλ. 66. 

άνεΰσχημον, τό των εκφράσεων. 

άνευφήμη,σις, η Α. Ρ. 'ΐ'αγκ 43 — Άγ• 
Βλ. 06. — Πρβ).. άνευφημίαι. 

άνευφημητής. ό. Σ/ Αεβ. λεξ. έν ερμ. 

άνευφημίαι, Λί. Γαλ. αοϋΐαηίαίϊοΐΐδ.' Αδ. 
Κορ. 22. 

άνεύφλεχτος, 2. Α. Κωνσταντίνης, 88. 



Έν τοΙς Λεξ. της άρχ. γλώσσης υπ. τό ά- 
νεπισκόπ η τ ο ς 

άνεπιατημονιαώς. Άγρικόλας έν Άκρ. 
15 Δεκ. 88. — Κ. ι\ Παπαμι/αλόπ. Άκρ. 
12 Φεβρ. 96. — Τό επίθ. μόνον κείται έν 
τοις Λεξ. ττ,ς άο/. γλ. εκ των 'Αοιστοτε- 
λους Ήθ' Ευδ. 2^3. 

άνεπιστίλ&ωτος, 2. Πρόγραμμα Όλυμ- 
πιακ. άγώνιον 96. 

άνεπίστρωτος. 2. Άστυ. 8 Φεβρ, 90. 

άνεπισχημάτ ιστός, 2. Εύγ. Βούλγ. 

άνεπιτέλεστος^ 2. Ίγν. Μοσ/. 74 

άνεπιτηρησία, ή. Άστυ 3- Ίουν. 95. 

άνεπιτηρήτως. "Αστυ 2 Φεβρ. 90. 

άνεπιτύχητος, 2. (σκοπός.) Κ Κούμ. 

άνετιιτυχώς.'Άγ. Βλ. λ. 71. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άκρ. 28 Ίουλ. 94. 

άνεπιφανής, 2. Παλιγ. 28 Δεκ. 89. 

άνεπιφυλαχτικότης, ή. Άκρ. 85. 

ανεπιφύλακτος, 2. Φλόξ 80. — 'Εμ. 
'Ροίδ. 85. — «'Εφ.» 22 Αύγ. 94: ανεπι- 
φύλακτοι θαυμαστα\ ποιητοΰ. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. 

άνεηιφνλάκτως. Σπ. Τρικούπ. — Εύ. 
Γερ. έν 'Ομήρω 74. — Αντονόπ 81. — 
Ά γ. Βλ. λ. 97". 

άνεπίχριστος, 2. Κ. Φρεαρ. 62. 

ανεπιχρΰσωτος, 2. Εφ. Κυβ 

άνεποπτεία, ή. 'Ακρ. '.'δ Ίουλ. 92. 

άνετιωμίδωτος, 2. Γαλ. άβοοίΐβΐβ, Ν. 
Κ. Σ. έν «Έφ.» 18 Φεβρ 84. — Επειδή 
έν τη λέξει ετέθη ή προκατειλημμένη υπό 
των στρατιωτών έπωμίς, 'ίσως προσφυέ- 
ατερον αποβαίνει το γυμνοτρά"/ηλον, 
ό'περ ίδέ έν τί, οικεία θέσει κατωτέριο. 

άνεπώνυμος (άπροσηγόρητο;) ευγενής, 6 
παρά Γάλλοις δίπιρίβ ββηίϊΐΐιοηιιηβ. Σ/. 
Λεβ. λ, 61. 

άνεηούφελώς. .Αιών 83. — 'Ε/ρειάζετο 
ή λέξις ύπαρ•/ούσης της άν ωφελώ ς πρό- 
παλαι ; Τοΰτ ι έπι πολλών τών έν τη πα- 
ρούση Συναγωγή λέξεων δύναται τις ευλό- 
γως νά έρωτήση. Παράβαλε έν τούτοις τα 
ανωτέρω επίθετα άνεπιβλαβής χ.(χι άνε- 
πικερδής, ά 'ίσιος θεωροΰσί τίνες ώς ευλό- 
γως συντεθειμένα κα\ ού/ι ό'λως ταυτόσημα 
τοις αβλαβής κα\ άκερδής. 

άνερέθισις, ή. Ν. Α. Μαυροκορδ. 782. 

άνερευνητής, ό. Άθ, Σακελ. λεξ. έν ερμ. 
— Παλίγ. 21 ί^ο. 93. 

άνερεννήτως, Στ. Ξέν. έν Άκρ. 26 
Όκτ. 92. 



[79] 



ανενφνής 



ανησνχια 



άνενφνής, ?. Έμ.. Γιαννακότ:. εν 'Ομή- 
ρω. 73. 

άνενχαριστησία, ή 'Ρ Βελεστ. 

άνενχαρίατητος, 2. 'Ιώσ. Μοισ. — Τού- 
το είναι, νου.ίζω, και της κοινής ιυνηθείας, 
καθώς κα"ί ολίγα τίνα άλλα συμπεριληφθε'ν- 
τα εν τη Συναγωγή ταύττ,, οτε εΐ/α κατά τι 
άμφιβολίαν περ\ τοϋ αν ήσαν εις πάγκοινον 
•/ρησιν. (Ό Σκαρλ. εις το Λεξ. της καθ' ή- 
μας διαλ. κατε/ώρισε το άνευ/άριστος, 
ο εγώ δεν ενθυμούμαι νά ήκουσα. 

άνευχαριστία, ή. Αθ. Σταγ 

άνεφάμιλλος^ 2. Αιών. — Ακρ. — Έο. 
ι\Ι=.ρτ. '.η;. 

άνεφαμίλλως. Αιών 16 Σεπτ. 87. 

ανεφάρμοστος, 2. Π. Σοΰτσ. — Στ. Ξέν. 
- Πρωία 22 Μαίου 97. 

άνεφαρμόστως. Στ. Ξε'ν. 88. 

άνεφέλωτος, 2. Άκρ. 12 Μάρτ. 95. 

άνεφεσία, ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνέφετον, τό. άν•'οετος, 2. Λεξ. νομο- 
τε/ν. ΊΟ. 

άνεφέτως. Αεξ. νομοτεχν 40. 

άνεφοδίασις^ ή. Α. Θ. Ήτ;. λεξ. 90. 

άνεφοδίαστος , 2. Σ;τ. Τρικούττ. 88. — 
Παλιγ. 8 Μάρτ. 93. 

άνεφόπλιστον πλοΐον. Ήλ. Ποταμ. εν 
Άκρ. 28 Μουλ. 88. 

άνεφόρευτος 2. Σ Α. Κ. 90 Ιν Πρακτι- 
κούς 'Αρ/αιολ. Εταιρίας 'Αθην. 

ανέχεια, ή. ( /ρημάτίον). Άλ. Μαυρο- 
κορδ. 24 — Ν Κοτζ. 58. — Ίω. Σκαλτσ. 
05. — Δ, Βικελ. — Τη άληθεία προτιμώ 
εγώ ταϋτην την σαφή κα"Ί έκβραστικήν λέ- 
ξιν της -αλαιας ά / η ν ί α ς, τ^ς τα φερόμενα 
παρ' Ήσυ'/ίω δύο ετυμα « άττο τοΰ μ ή ε - 
■/ε ι ν, η δτι τα κενά ή/εΙ, άπιθανώτατα 
δντα, αποβάλλει ή νεωτέρα 'Κτυμολογια κα\ 
συσ/ετίζει την λεξιν -ρος τα Λατινικά θ^βο 
κα\ β^βηπδ. 

άνεχεμνθία, ή Άνίον. μετάφρ. φύλλα - 
δί-υ τοϋ 'Κδμ. ΑΙ)θηί, 60. 

άνεψιασμός, 6 Γαλ. ηβροίΪΒΐΏβ. Όδ. 
ΪΜελα/ρινοΰ λέξεις, καθ' άέγοάΰη εν «Έο.» 
11 Ίουλ. 98. 

άνεψιοκρατία, ή εν τη Πα-ικη, αύλτ ό 
Γαλλιστι ηβροΙΐδΠΙβ. 'Λκρ. 21 Δεκ. 87, 
άλλα κα\ κατά γενικιοτε'ραν /οησιν Ιν τη 
πολιτική. Άκρ. 3 Φεμρ. 96. ^ Πρβλ. άνε- 
ψιωτισμό ς. 

άνεψιολόγιον, τό. (κατά το κοιν. συγγε- 
νολόγι.) Άκρ. 3. Μαίου 90. 

άνεψιωτισμός^ 6. Γαλλ. ηβροίΐδΓηβ. 
Άκρ. 27 Άπρ. 96. 

[80 



άνέωξις^ ή. Άν. Κ. Χρηστ. 87. — Τοΰ 
πονηρού κόμματος ή λε'ξις, 7)ς κα\ ούδεμίαν 
εύτυ/ώς ε'/οαεν /ρείαν. Την είδα ομοίς κα\ 
εν χτ Παλιγ. 18 ΛΙαίου 92. 

άνεωτέριστον, τό. Ν. Δοΰκ. 

άνηθιαοτιοίησις, ή. Άκρ. 22 Φεβρ. 87. 

άνηθίΗοποιητιχώτερα με'σα τά έν έκ- 
λογαΐ;. Άκρ. 19 Ίαν. 93 

άν-ηθιχος, 2. Ίω. Φ. Ζερβός έν Παλιγ. 
21 Άπρ. 90. — Ί'π. εν τοΙς Λεξ. της άρ/. 
τό ά νηθ ίκευτος, άλλα κατ' άλλην σημασ 

άνηθικότης, ή. Θ. Παπάζ. 49. — Άρ. 
Σπαθάκ. — "Αστυ 12 Ίουλ. 94. — Φ. Τα- 
γής εν Παρνασσω 95. 

άνηθθ7τοιήτα>ς Ά δ. Κορ, ίν σημ. εις 
Πλουτάρ/ου Βροϋτον. 

άνηχονστως. Παλιγ. 19 Μαΐου 89. 

άνηλεκτραγωγά σώματα. Ίω. Πϋρλ. 

άνηλεκτρικός 3. Τιμ. 'Αργυρόπ. 84. 

άνηλέκτριστος, 2. Κ. Κούμ. — Δ. 
Ν. Βερν. 

άνηλικία, ή. Κ. Πετρίτζης, 08. — Χρ 
'Ρουσ.π. 

άνηλικιότης, ή. Συνθήκη περ'ι Ελλάδος, 
32, έν Έλ. κώδ. — Π. 'Αργυρόπ. 50. — Ίόν. 
κώδ. 51.— Σκαρλ. 62. — Π. Λάμπρ. 72. 
Άν Πολύβ. 7Ί — Χρ. Παπαδόπ. 90 — Άν. 
Πολυζ. 74. — Χρ. Παπαδόπ. 90. 

άνηλιπότης. ή. Άν. Πολυζ. 36. — Ίόν. 
κώδ. 51. — Π. Παπαρ. 54. — Κ. Παπαρ. 

άνηξευρία., ή. ηπρόφασις άνηξευρίας » 
'Έγγρα'ίον συνδίκιον ΐΝάξου, τοΰ ετ. 1668, 
έν Πανδ. φυλλαδ. Άπρ. 70. — Τό μεν ά- 
νήξευρος κοινότατον άπό α'ώνίον ίσως• ή δε 
άνηξευρία μο"Ί φαίνεται ποιηθείσα υπολο- 
γιωτάτου τινός κα'ι είναι έκ τών όλιγίστων 
τοΰ αιώνος εκείνου νέων λέξεων. 

άνηρεμος, 2. Κ. Σάθ. 66• — Σ. Ν. Κα- 
ραβίτ — Εν τοίί Αεξ. της άρ/. γλ. υπ. τό 
ά ν η ρ Ξ μ ί; τ ο ς 

άνηρωοπρεπώς. Σ. Α. Κ. 88. 

άνησνχάζζο. (ενεργητικώς τε κα\ ούδετέ- 
ρως.) Σπ. Τρικούπ 61). — Άλ. Σοΰτσ. — 
άνησυ/είται. (παθητικώς.) Ν. Κοτζ. 78. — 
λ. Κοντ. λ. 

άνησνχέω-ώ. (ενεργητικώς τε και ούδετέ- 
ρως). 

άνησυχαστιχός, 3. Γαλ. ϊηιμιίρίηηΐ:. Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Άστυ 24 Ίαν 96. — 
Έστ έφ. 26 Άπρ. 96. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνησυχηιιχός, ,!. '(ώηυ.αι.) οΈφ.» 22 
Φεβρ. 88. Άγ. Βλ. λ. 97 .' 

άνησυχητιχώς. Άκο. 26 Ίουλ. 95. — 
Χ. Τσιριγώτ. έν "Αστει 24 Νο. 97. 

] 



ανησυχία 



άνθίστασις 



ανησυχία, 7]. Σκαρλ.λ. 56. — Ν. Κοντ.λ.89 

άνησυχοποιός, 2. Έφ. 88. 
«άνητρίαστος Ε[/ε'.να" [ — γωολζ να λάβω 
τα ί,'ρία, φύλλα δηλ. της εφηιχερίδος τοΰ 
Λογίου Έρμου) Ιγώ δ εισηγητής αύτης » 
Άδ. Κορ. 1 1 εν ε-ιστολ. 

άνηχώδες, τό. Χρ, Άκαρν. 786. 
= άνθαιμορραγικός, 3. Ν. Κοντ. λ 89. 

άνθαιμορροΐδικός, 3. Κατάλογ. Όλυμ.- 
πιάδ. Λ'. 88 

άνθαιμορροϊκός, 3 (κ'ί'νις.) θ. Άοεντ. 
76. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

"Ανθαιμος,, 6. Γέρα.. ΑηΙΪΙ)£ΐ11ίίΐη εκλήθη 
ή 3οοστοι/ία ή μεταξύ Αίμου κα\ 'Ροδό- 
πης τΐαραλλήλως Κ. Μητσό::. εν ΘρακικΤ] 
έ-ετηρίδί του 97, τελ. 259 
άνθαρμοστής, δ. Σ-. Τρικού- 
άνθε&ραϊκός, 3. (εξεγέρσεις κττ. ' Α'ών. 

— 'ΐ'Κο.» 4 ίΜα'ου 9ΐ. 
άνθε§ραΐσμός, ό. Άκρ. 14 Μα.ου 93. 
άνθεκατόνταρχος, δ. Ν. Κοντ. λ. 89. 
άνθεκτικότης^ ή. Άν. Κορδ. 83. — Ν. 

Κοντ. λ. 89. —Κ. Μητσο'ττ. 90, έν Έγκυκλ. 
λ. — Όρίζεται. δε εκεί ή λε'ξις ουτ(ι)ς• άν- 
θεκτικο'της ΤθπαοϊΙίΙβΙ•, το ποιόν ττ[Ζ συνεκ- 
τικότητος. — Ν. Έπ. εν "Αστει 29 Αύγ. 97. 

άνθέλαιον . τό. Β. έν Όμήρι» 75. — Κ. 
Δ. Ζίγγελ. εν Προμ. 14 Ίουν. 90. 

άνθελκτηρες μΰς, οι. (άνατομ.) Δαμ. 
Γ. 43. 

άνθελληνίζοντες. μτ/. Ίκ. Γ. Λάτρ. 55. 

— Ήτο εκεί τυττωμε'νον άντελλην. η κατά 
λάθος η επίτηδες. Προλ. άνθελμινθικός περ\ 
τούτου. 

ανθελληνικός, 3. Ικ. Γ. Λάτρ. 55. — 
Σ. Ν, Βααιλ. 73. — Ά. Ι. Άντ. 75. — Χ. 
ίν Έστ. εφ. 19 Μα'ου 95. 

άνθελληνικώς. Παλιγ. 86. — Άστυ 12 
Ίουν. 96.— 'Λκρ. 15 Λύγ. 96. 

άνθελληνισμός, δ. Έφ. 5 Σεπτ. 88. 

άν&ελμινθικός, 3. (φάρμακον. /όρτον.) 
Εύγ. Βούλγ. — Κ. ίΛΙάνος 01.— δ! Πύί. 
31.— Σκαρλ. λ. 56. —Ν Κοντ. λ. 89. 

— Έν τοίίζ τε'σσαρσι πρώταις πηγαΐς της 
λέξεως εκειτο' άνθελμιντικός" τό «ί5τα δ' 
εν τη παραληγούστ, είδα μόνον εν τώ τοΰ 
Ν. Κοντ. λεξ 

ανθελξις, ή. Κ, Ζεγγελης έν Προμ. 4 
ΐ\ο. 90. — Ίπ. άνθε'λκυσις έν τοΈς Λεξ. της 
άρ-/. γλώσ. 

άνθ-ελώδη οάρμακα, τά. Π. Ι. 'Ροντόπ. 
εν Άκρ. 24 Λύγ. 98. 

άνθεμιοειδής, 2. (κοσμήματα.) \^. Οουνό 
εν Έφ. άρ/Λίολ. Άθην. '.|7. 



άνθεσίφυτος, 2. (λειμών ) Δ. 'Αλ. 
Χαντσ. 54. 

άνθεσιχαρής, 2. (μέλισσα.) Δ. 'Αλ. 
Χαντσ. 54. 

άνθηγεμονία^ ή. Σπ. Τρικούπ — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άνθηγεμονικός, 3. (ποάξεις, κόμμα, κυ- 
βεονησις.) -\. Κοτζ. 58. — "Αστυ 28 
Ίουλ. 95 

άν&ηγεμονίς, ή. Άκρ. 14 Σεπτ. 96. 

άνθηγεμών, δ. Σ. Τοικούπ. 60. — Άστυ 
Μ Όκτ. 95. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνθηγέτης, δ. (πολιτικού κόμματος, λ. χ. 
ό Άοδιγκτίον τοΰ Γλάδστωνος ) — Έο. — 
Άκρ. 27 Ίουν 94. 

άνθηλίασις, ή. Χ. έν Έστ. 10 Φεβρ. 90. 

άνθήλιον, τό. Γαλ. ραιαβοΐ. Γερμ. 8οη- 
ηβδοΐιίηη. ) Έστ. 4 ΐΜαίου 86 — Ν. Κοντ. 
λ.^ 89. 

άνθημερωτικός, 3. Άκρ. 8 Φεβρ. 94. 
αάνθημιεττίσημος έφημερίς, ?, όργανον 
της κυβεονήσε(ϋς, ή των Αθηνών Νε'α ίο.» 
Έστ εφ.' 31 Όκτ. και 14 Δεκ. 96. 

άνθημιεπισήμως. Έστ. έφ. 3 Νο. 96. 

άνθημισφαίριον, τό. Ν. Δούκ. 14. 

άνθήρ, δ. (φυτολογ.) Α!μ Λον. 73. — 
Της λέξεως ταύτης τό θέμα ύπάρ/ει έν ταΐς 
άρ-/αίαις άνθερίκη, άνθέρικος, άνθερικώδηξ, 
άνθέριξ, άνθερίσκος. 

άνθηρεφής, 2. Μ. έν Έγκυκλ. λ. 

ανθηρής, 2. (στολισμός.) Έστ. έφ. 9 
Δεκ. 95. 

άνθηρίδια, τά. Τηλ. Α. ΛΙιτ. έν Πανελ- 
λην. συντρόφι;) 92. 

άνθηρόκοκκος, δ' τό κοινώς κρεμε^ι. 
Ίνφ. Κυό. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνθηρώς. Άγ. Βλ. λ. 97. 

Άνθηφόρος, δ τοΰ δημοκρατικού των 
Γάλλων ημερολογίου μην ΡΙοΓοαΙ Κ. .\. 
Σ-ίμ. 47. 

άνθιεραρχικός . 3. «άνθιεραρ/ικόν κρίνε- 
ται το να φίριοσι μεγαλόσταυρους άξιωμα- 
τικο\ αή οντες υποστράτηγοι.» Α'ών. 

άνθικανο^ιοίησις,τ]. λ^Εό.» 4 Ιουλ. 97. 

άνθικός. 3. (περικάλυμμα. Λ'μ. Νον. 73. 

(ίάνθιλλόττων ( = Αηίίίορβη : ) πλήθος. 
Σ. Π Λάμπρ. 

άνθίπποκρατικός . 3. (ό Ιταλός ιατρός 
Ί*ασο^ριος.) Κ.• Άσ. 53. 

άνθισπανικός, 3. (διαδήλωσις•) Πριοία 
13 Άπρ. 98. 

άνθίστασις, ή. Γερμανός Παλ. Πατρ. 
37. — Κ. ΛΙαυρογιάν. 41. — Την δια τοΰ 
θ γραφήν της λέξ. ταύτης, συνήθη κα) παρ' 



[81] 



άνθιστορικός 



άνθοπάλη 



άλλοις πολλοίς των προ ήι^ών, δεν την α- 
παντώ πλίΌν τώρα τα τελευταία ετη 

άνθίστορικός, 3. (σ/ολή τοϋ δικαίου.) 
Κ. 'Λσ. Γ.:ΐ 
άνθό^λητος 2. Έστ. εφ. 25 'Λπρ. 94. 
άνθο^όλημα. τ'κ Έστ. ε*. 25 Άπρ. 94. 
— ΈιοΟ. 17 Μάρτ. 95. 

άνθο^ολία^ ή πτώσις ανθών -,ίυτοΰ. Μ. 
θ. Χαιρ. 81. — Άγ. Βλ. λ 97.' 

άνθο^ριθής, 2. 'Α/.ρ. 24 Αύγ. 88. — 
Έστ. ε'φ. 5 Ίουν 95. — Πρωία 22 Ίουλ. 
96, εν έπιφυλ. 

άνθο^ροχή, ή. Έστ. 1ϋ ΛΙαίου 93. — 
Άκρ. 'ι Μάρτ. 95. 
άνθό^ροχον έ'αρ, τό. Άκρ 13 Μαρ. 89. 
ανθόγαλα^ τό. Γ&λ. ΟΓβηΐΘ Σκαρλ. λ. 
5(•). -Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άνθογεμής, 2. Άκρ. 4 Ίου ν. 87. 
άνθογέννητος, 2. (προϊόν, το [χελι.) Ελ- 
λην εν '\κρ. 7 Ίουν. 98. 

άνθογνώστης, 6. 'ν^ρμ. λογ. 
= άνθογραφία, ή Λ. Μελ. 63. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. 
ανθογράφος ο. 'Λχρ. 29 Φεβρ. 90. 
άνθοδενδροΗομεΐον, τό. "Αστυ ?1 Δεκ. 
96 και 29 Ίαν. 97. 

άνθοδεσίαι, αί. Χασιώτ. εν Ακρ. 8 
Αύγ. 98. 

ανθοδέσμη, η. Σκαρλ. λ. ο5. εν ερ[^.. — 

Λ. ^\λεξανδριδ. 67. — Κ. Πώπ 77. — Ν. 

Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνθοδέσμια, τά Βρετ. άστ. 26 Νο. 91• 

άνθοδεσμίδιον, τό. «Έφ.» 12 Μάρτ. 89. 

— Τίιιΐ63. 90 και 98. 

άνθοδεσμοειδής, 2. Πατριώτης -εν Άκο. 
20 'Λπρ. 92. 
άνθοδέτης ό. αΈφ.» 20 "ίαν. 92. 
άνθοδετική, ή. (τε/νη). 
άνθοδίοιαα φυτά, τά. Σ/. Λεο. λ. 61. 
άνθοδόκη κα\ άνθοδόχη, ή. Αιμ.. Νον. 
73. — Ί•:στ. 87. —Πρβλ. το εξη;. 
άνθοδοχεΐον, τό. 'Κφ. Κυδ. 
άνθόδωρον. τό" δώρον εξ ανθών συγ- 
κείμενον. 'Λκρ. 26 Φεοο. 89. 

άνθοειδής, 2. 'Α/. Ποστολ. 80. —Άθ. 
Στ. Κου[χ. 89. 

άνθόεις. εσσα, εν. (ατραπός.) Λ. Ένυά- 
λης 88. 

άνθόζωα^ τά (—κοράλλια.) Κ. Μητσόπ. 
εν Προμ.'κ; Σεπτ. 90. 
άνθοθαλστεΐα, τά. Ί''στ. εφ. 26 Μαίου 94. 
άνθοθεσία, ή. Θ. Χελδρ. εν Λεξ. 'Κγ- 
κυκλ. — ^Αγ. Βλ. λ. 97. 
άνθοθήκη, ή, "Αστυ 13 — 4 Ίουν. 92. 

[ 



άνθοθησανρός, ό. Γ, Π. έν "Αστει 15 
'Ο/τ. 'Μ). 

άνθοκάλνπτος, 2. Στ Ξ='ν. εν Βρετ. 
άστ. 30 Ίαν. 92. 

άνθοκάνιστρον^ τό. Άκρ. 1 Ίουλ. 96. 

άνθοκαρπολογικός, 3. (λόγος) 'Λκρ. 16 
Μα•ου 96. 

άνθοκατακλνσμός-, 6. Άκρ. 10Άπ.95. 

άνθοκέντητος, 2. Άγ Βλ. — Κ Πα3- 
παερηγόπ. Γι,"). 

άνθοκήττιον, τό. ΒπΓίΐηΐϋΙ εν Άκρ. 2 
Μαίου 88 και 19 Φεβρ. 95. — Ποωία 19 
Δεκ. 96. — Πρζλ. τό έξης. 

ανθόκηπος, ό. "Αστυ 12 Νο. 94. 

άνθοκομεΐον. τό. Ιω. Ίσ. Σκυλ. 46. 

ανθοκομία, ή. Σ. Α. Κ. 50. — 'Α. 'Ρ. 
Ί'αγκ. 51.— Αίμ. Νον. 73. -Έστ. 87. 

άνθοκομικά. τά. Γεωργ. πρόοδος 93. 

άνθοκομισταί, οι. "Αστυ 20 Μαίου 96. 

άνθοκόσμησις ή. Έστ. 13 Φεβρ. 94. 

άνθοκόσμητος, 2. Άκρ. 31 Μάρτ. 86 

άνθόκοσμος, 2. Άκρ. 26 Αύγ. 89 

άνθοκράμ§η, ή" τό κοινώς κουνουπίδι, 
Γερυ.. Βίαηΐθΐιΐίοΐιΐβ. Ίω. Πύρλ. 69. — 
Ά•/ Ποστολ. εν Αθηναίο» 80. — Μ. 
Βρατσ. 85. 

άνθοκραμ&οειδής, 2. Δ. Πετρίν. 

άνθοκρΐται, οί. Γορύλ εν Άκρ. 19 
Άπρ. 94. 

άνθοκνανονν, τό. {'/^ΐ\>-) Ξ. Λάνδ. 42. 

άνθολατρεία, ή. Έίο. 88. — Άκρ. 9 
Άπρ. 93. 

άν^όλενκος, 2. (στέμμα.) Άκρ. 24 
Δεκ. 92. 

άνθόληπτος, 2. Γ. Ν. Ιναλλισπ. εν Άκο. 

29 Σεπτ. 96. 

άνθολόχμαι, αί. Άκρ. 19 Αύγ. 91- 
άνθομανής, 2. Τ. ς εν 'Άστει 9 Ια. 97. 

άνθομανία, ή. "Ελλην εν Άκρ. 27 

Σεπτ. 97. 
άνθομαχία, ή. γινομένη εν τω Ρΐ'αΙΟΓ 

της Βιέννης κα"ϊ εν Α'ίξ λε μπα"ϊν της Γαλ- 
λίας. Άκρ. 1 Ίουν. 87 κα\ 18 Ίουλ. 96. — 

Πρβλ. άνθοπάλη κα\ άνθοπόλεμος. 
άνθόμυια, ή. βελξινόπη Βραίλας 1 Αύγ. 

91. — Κ. Μητσόπ. ε'ν Προμ. 92. 
άνθομνρισμένος. μτγ. Σ. Α. Κ. 48. 
άνθόναμα, τό" άπεσταγμενον ΰδωρ αν- 
θών /ρυσομηλίας. Προμ. 24 Ίουν. 89. 
άνθονεροδοχεΐον., τό. Άκρ. 5 Ίουν. 96. 
άνθόξανθον, τό. Ι/ημ.) Ξ. Λάνδ. 42. 
άνθοπάλη, ή Άκρ. 8 Αύγ. 92 — Κακή 

λεξ. ώς πολλα\ άλλαι, ας αναγράφω, μόνον 

διότι τάς έκαμαν λόγιοι. 
82] 



άνθοπαραγωγη 



άνθραπαποθήκη 



άνθοτζαραγωγή^ ή Άκρ. 20 Νο. 92. 

άνθοπαραγωγός, 2. Άστυ 1 Νο. 95. 

άνθοσταράδεισος^ 6. Γ. Π. εν Άκρ. 28 
ΑΙαίου 94. 

άνθοπερί§λητος, 2. Ιάόίς.) "Αστυ 20 
Μάρτ. 96. 

άνθοτιλαισιονσθαι, άνθοπλαισιούμενον 
κοιιχητήριον. Γ. II. εν Άκρ. 29 Αύγ. 94. 

άνθοατλαστική^ ή. Άκρ. 19 Ίουν. 96. 

σ.νθοπλέγματα, τά. Γ. Χ Ζαλοκ, — Τ. 
Νερ. 89 

άνθόστλεκτος, 2. Ιϋ. Α. Σ'ΐιν.. — 'Ιούλ 
τυτ:. — Προλ άνθόπλοκος. 

άνθοατληθής, 2. Έστ 14 Ίουν. 87. — 
'Αχ.ρ. 16 Αύγ. 88. 

άνθοπλημμύρα, ή. «Έφ.» 24 Φεβρ. 92. 

άνθόσιλοκος, 2. Άκρ, 9 Άπρ. 96 

άνθοοτοιεΐον, τό. Γ Κο^νσταντινίδ. Μα- 
κεο. 89. — Αεν |/ϋΐ φαίνεται ή λεξ. πολύ ε- 
πιτυχής. 

άνθοποίκιλτος^ 2. Έο. 25 Φεβρ. 90. — 
Άκρ 9 .^Ιαί.,υ 91. 

άνθοττόλεμος, 6 εν Ιταλία (κα\ άλλα- 
γοΐι) γινόμενος. Άκρ. 24 Νο. 87 

άνθοπρασιαί, αι. Άκρ, 27 Σεπτ. κα\ 8 
Νο. 92— "Κλλην αυτόθι 16 Ίουν. 98 

ανθοηωλεΐον^ τό. 'Ιΐπιγραφη εργαστηρίου 
εν Άθήναΐζ εν λεω'ώοριο Πανεπιστημίου, 
ην είδα τ(ο 89. — Άγ.' Βλ. λ. 97. 



άνθοπώλις, ή. Λ Ν. Βερν. 



Ίίο. 22 



Σεπτ 91, εν επιφυλ. — Άκρ. 14 Ίαν. 94. 
■ — Έψί/θη ό τονισμός υπό Κ.Σ.Κόντουτω74. 

άνθορμάω-ώ. Κ. ΙΙαπαρίηγόπ. 83. 

άνθορραίνω. Άκρ. 19 Μαίου 89. 

άνθοσημαιοστολίζειν, άνθοσημαιοστολι- 
σμε'νος. μτ/. "Αστυ 30 Μάρτ. 96. 

άνθοσημαιοστόλιστος, 2. (ιστός.) Άκρ. 
Ιο Ίουλ 87. 

άνθοσιδηρίτης, 6 (όρυκτολογ.) Άν. 
Κορδ. 88. ■ — Κ. Μητσόπ. 

άνθοσκεατής, 2, Άγ. Βλ. 73 — Σπ. 
Παγαν. 88. 

άνθόσπαρτος^ 2. Ά. Ρ. Ί'αγκ. 7.5. — 
Σπ Παγαν. 88.— Άκρ. 1 "Οκτ 96. 

άνθόσπερμα, τό. Γαλ. ροΠβη (Ιβδ νό- 
^βίαηχ. 'Αν. Κορδ. 83. — Άλλα πάντες οί 
καθ ήμας φυτολόγοι γΰριν καλουσι τον 
παρά Γάλλο'.ς Αατινιστι ροΐίβη. ϋίίτω και 
τά Λεξικά του Ν. Κοντ. κα"Ί τοΰ'Αγ. Βλ. 

άνθόοταχυς, ό. τό έμβλημα της Ιρλαν- 
δίας. Άκρ. 20 Ίαν. 93 

άνθοστέγασμα, τό. Ίνφ. Κυβ. 

άνθοστεμμένος. μτ/. Α. Ν. Τρανταλίδης, 
ό ίίστερον Βερναρδάκης 51 . 



άνθοστέφανος, 6. "Αστυ 5 Ίουλ 96. 

άνθοστεφάνωτος, 2. Κ. Παλαμ. 89. — 
Ί•στ. 16Μα'ου 93. 

άνθοστεφής, 2. Άο. Βαλαωρ. — Σπ. 
1 1 άγαν. 88 — Γελβερτ." 91. 

άνθοστεφώς. έπίρ. «Έφ.» 14 Άπρ. 93. 

άνθόοτικτος, 2. Σπ Παγ. 88. 

άνθοστολίζοο. Χρ. Α. ίίαρμ. 5\ 

άνθοστόλισμα, τό "Αστυ 23 Μα. 91. 

άνθοστολισμός. ό. Άκρ. 24 Μαίου 89 
κα\ 8 Αύγ. 9"^. 

άνθοστόλίστος, 2. Π. Σοΰτσ. — Α. ΪΝΙ. 
Βλαστ. 40. — Σοφ. Καρ. — Άν. Πολυζ. 
— Ίούλ. Τυπάλδ. 56. — Ί. Ν. Λεβ. — Σ. 
Α. Κ. εν Παλιγ. 7 Μάρτ. 70. — Γερ. Μαρ- 
κορ. 75. 

άνθοστρωμένος, μτ/. Ν. Ι. Σαρ. 39. 

άνθόστρωτος, 2. Άλ. Ί*. 'Ραγκ. 66. — 
Ά) . Σ. Βυζ. 

άνθοτέχνημα, τό Έστ. 

άνθοτέχνιδες^ αί Άκρ. 12 Άπρ. 94. 

άνθότοπος. ό. Λιον. Σολ 

άνθοτρικνμία, ή. Έστ 16 ΛΙαίου 93. 

άνθοφαγία, ή. Άκρ. 27 Όκτ. 89. 

άνθοφανής, 2. 1'αλ. 2)1ιαηθΐ•ϋηΙ;β. Σ/. 
Λεβ. λ. 01 

άνθοφό&η, ή. (—ανθοδέσμη.) Σχ.αρ\. λ. 
35, εν έρμ. — Δεν εμβηκεν εις /ρησιν ή λε- 
ξις, ε;κότω?. έγραψε δε τοί 56 κα"Ί την άνθο- 
δέσμην ό Σκαρλ. 

άνθόφορτος, 2. (κλαδιά.) Άκο. 11 Αύγ. 

93 . . 

άνθοφόρτωτοε, 2. Ά. Ί*. Ί'αγκ. 45. 

άνθοφυία, ή Άκρ. 8 Άπρ. 93. 

άνθοφνλλίτης, δ. (όρυκτολογ ) Κ. Μη- 
τσόπ. 90. 

άνθοφυτεία, ή. Άκρ. 14 Ίαν. 94. 

άνθόφυτος. 2. Γ. Ιίαράσ/. — Γε'λβερτ.9ΐ. 

άνθοχάρακτος, 2. .σινί /αλκοΰν.) Σ Α, 
Κ. 51. 

'Ανθόχρνσος, ό* (όν. κύρ. κατ' άντι- 
στροφήν του Χρύσανθος.) Σωφρόνιος Λει- 
/ούδης 1715 εν 'Κλ. <1>ιλολ. Συλλόγου 
Κστπλεοις 6Ί. 

= άνθρακαίνιον, τό (/ημ ) Άν. Κ. Λαμο. 
— '() δε "ΟΒ. Α. Ί'ουσόπ. εν Ί•:γκυκλ. λεξ. 
έγραψεν άνΟρακένιον, Γαλ. αηΙΙΐΓίΐΟΟΠβ. 

άνθρακα μαξα, ή. .\. Κοντόπ. εν ΙΙλά- 
τιονι 84. — Τό' κ δεν έδασύνθη. 

άν&ρακαμμινίκόν άμμιονιον, τό. (/ημ.) 
Γ. Α. Κρίν. 80 

άνθρακαηοθήκη , ή. Γ. Ν. Ζαβιτσ. 78- 
— Ί'π. εν τοις Λες. της άρ/. γλώσ. ή άν- 
θρακοθήκη. 



[83: 



άνθρακασ^έστιον 



άνθρακοφορτίον 



άνθρακασ§έστιον, τό. ("/η[Α.) 
άνθρακέλαιον. τό. 

άνθρακέμτιορος^ ό. «Έφ.» 6 Ίουλ. 98. 

άνθράκευσις, ή" (κατά το υδρευσις.) Έφ. 
Κυβ. — "Ιδε και άνθρακίσμό;, ήτ•ς λίξις 
γείρων. 

άνθρακευτικός, 3. (σταθμοί.) Άκρ. 21 
Φζζρ. '.Ι3 —"Αστυ 25 Αύγ. 97. 

άνθρακεύω (κατά τά υδρεύω.) Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. — Ά/ρ. 29 
Ίουν 98. 

άνθρακίαι^ οι. (/ημ.) Γαλ ΟίΐΛοπα,ίοδ. 
Θ. Ήλ. 02. — Τ. Ε Λρακ. 49. 

άνθρακίασις, ή. Σγ. Λεβ. λ. 61. 

ανθρακικός, 3. (όξύ. τίτανος κτλ.) 'Ά. 
Γαζ. 799. —θ. Ίΐλ. 02. — Έρμ. λόγ. 
16. — 'Αλ. Σταμάο. 66. — Θ. 'Αοεντ. 76. 
— Ν. Κοντ. λ 89. 

άνθρακιλύς. ή. 'Αν. Κορδ. 83. — "Ιδε 
κα\ ατ^Γ.εοο\ητι.ζ γη. 

άν&ρακινόνη, ή. (/ημ..) Σπ. Οίκ. — άν- 
θρακιν(όνη δε ο Γ. Α. Κρίν. 80. 

άνθρακιομιγης άμφιοολιτικός σχιστόλι- 
θος, 6. Κ. ΛΙητσόττ. 

άνθρακιονίτης, 6. 

άνθράκισις, ή. (/ημ.) Αν. Κ Δαμβ. 

άνθρακιομός. 6. (— άνθράκευαις) 1Μ. Π 
Βρετ. 69. 

άνθρακίσκοι άνημμε'νοι Έστ εφ 8 
Ίουν. 94. 

άνθρακϊτις, ή" νόσος τ'.ί των αμπέλων 
Γαλ. ίΐηΙΙΐΓ&οιιΟδβ, «Έφ.» 13 Ίουν. 90 — 
Ι. Λοβερδ. εν "Αστει 23 ΙΜαρτ. 94^— Ή 
λε'ξ. κεααι εν τοΐς Λεξ. της άρ/ εκ"Ί άλλης 
σημασίας. 

άνθρακο§αφής^ 2. (χε-ρ ) « Εφ.» 10 
Μαίου 93. 

αάνθρακο^όρον ζωον εΐναι ή βιομηχα- 
νία.» Ε. Ί'. Ί'. εν Έστ. 7 Όκτ. 90. 

άνθρηκο§ρίθής, 2. 

άνθρακογονία, ή. Έστ. 21 Σεπτ 86. 

άνθρακογόνος, 2. (εποχή.) Νον. 73. 

άνθρακογραφήματα τά. '.Λκρ. 6 'Απρ. 
87. — ΊΙ ά νΟ ρακογραφία υπ. εν το"ίς 
Λες της αρχ. γλ 

άνθρακοδιοξείδιον,-:6.[•/τΐ[ί.) Έστ 2Σε.90. 

άνθρακοδοχεϊον, τό. 'Εο. 

άνθρακοδόχος, 2. Άκρ. 2 Μαίου 93. 

άνθρακοκαρραγωγεύς, 6. Ίίφ. — Θα 
πλάσίομεν και φαοηλοκαρραγο)γεύς κα\ σα- 
νιδοκαρίαγίογεύς κα\ άλλα τοιαύτα; 

άνθρακοκι&ώτιον, τό. Ομηρος 77. 

άνθρακοκονιόσπαρτος, 2. (στίοος.) 
Άκρ 4 'Λπρ. 96. 



[Β 



άνθρακόκονις, ή. Άκρ. 2 Ίουν. 87. 

άνθρακόλιθοι, οι. άφλόγιστοί όρυκτο\ 
άνΒρακες. Ά. Γαζ. — Κ. Κούμ. — '.λν. 
Κορδ 88. 

άνθρακολογικός, 3. (συζήτησις.) Παλιγ. 
1 Φεζρ 90. 

άνθρακομιγης σιδηρίτης, 6. Γερμ. Κοίΐ- 
ΙβηθΐδβηδΙβίη. Κ. Μητσόπ. 

άνθρακομονοξείδιον , ή• άνθρακοξεί- 
διον, τό."(). 'Λ. Ι'ουσόπ. 

άνθρακομόριον, τό. Έλλην εν Άκρ. 16 
Ίαν. 94. 

άνθρακοξείδίον, τό. Τηλ. Κομν. — "Ο. 
Α. Ί'ουσόπ. 

άνθρακοξναιμοσφαιρίνη, ή. '.\ν. Κ. 
Χρηστ. 87. 

άνθρακοξνλολυχνοκαΐα, ή. ',!) 'Έγγραφ. 
φρουραρχείου 'λμφίσσης περ\ μειοδοτικής 
δημοπρασίας της ενιαυσίου άνΟρ.,.ιας, 
92. — Νά είναι αρά γε ή λίξις κατασκεύα- 
σμα των πριότιον χρόνων της εκ Βαυαρών 
αντιβασιλείας : 

αάνθρακοσιηκτήριον, ώς ειπείν, εξ ου 
πασζ ΰπαοξις ζώσα, είναι όνομαστεα τά 
φυτά..) Σπ. Μηλ. 85. 

άνθρα^ιοττληθής, 2. (εστία.) «Έφ » 13 
'Ίαν. 89 

άνθρακοποιέίο-ω. Σκαρλ Βυζ. 

άνθρακόιτλίνθοί, αΧ. <(Έφ.» 11 Μουλ. 98. 

άνθρακοποίΐα, ή. Α. Π. Κεο. 79. — Ν. 
Θ. Σχιν. 83. 

άνθρακοποιός, ό. Θ. Ίΐλ. 02. — Άστυ 
16 Αύγ. 94, εν επιφυλ. 

άνθρακόπτνον^ τό. Γρ Χαντσ. 47. 

άνθρακοσ^έστης, 6. Γρ. Χαντσ. 47. 

άνθρακόσπαρτος, 2. (στΐβοε ) Ρε'τγκεν 
εν '.\κρ. 2 ιΜαίου 96. 

άνθρακονδρογόνον, τό. Θ, 'Πλ. 02. 

άνθρακοϋδρογονώδεις η ύδρογονοαν- 
θρακώδεις βάσεις. Κ. Βαρδ. 12. 

άνθρακονχος, 2. Θ. Ίΐλ. — Λ. Νίτσου 
19. — ϊ. Ε. \ρΛ/.. 49. — Ίω. Πύρλ. 64. 
άνθρακοΰχον ύδρογόνον το κοινώς κα- 
λούμενον γάζιον» Δ. Στρουμπ. 64. 

άνθρακοφάγος, 2. (βιομηχανία.) Έστ. 
21 Ιεπτ. 86. 

όνθρακοφάνται, οί. οΈφ.» 26 Δεκ. 89. 

ανθρακοφόρος. 2. («Οεοδόχο; ανθρα- 
κοφόρος λαο'ις (ή Παναγία»), εν Ακολουθία 
της όσιας Ί^ιλοθεης, τη εκδοθε ση τιο 1717.) 
— γη στρώματα, κόφινος, πλοίον.) Δ. Πε- 
τρούλ. 67. — Άρ Κυπρ. 68. — Έστ. 21 
Σεπτ. 86. —Άστυ 26 ΙΝΙαίου 94. 

άνθρακοφορτίον, τό. «Έφ.» 26 Αύγ. 89. 

■4] 



άνθραχόχρους 



άνθρωποΗαταχλνσμός 



ανθρακόχρους, 2. Ν.'Επ. εν "Αστει 26 
Μαίου 94. — 'Ρετγκεν εν Άκρ. 22 Ίουλ. 
66. 

άνθραχνλαμίνη, ήτοι ουρία, ή. (/ημ.) 
Άν Κ. Χρτ^στ. 87. 

άνθρα^<υλλοξυδονλλ^xός, 3. (71[^•) Γ. 
Α. Κριν. 80. 

άν&ρακωρνκτης^ ό. Άν. 1ν ΧρΓ^σι. 87. 

— 'Ίδε κα\ το Ιξης. 
άνθρακωρυχεύς, 6. Άκρ. 4 Σεπτ. 91 

κα\ 14 Ίουλ. 94. — Όρθότερος ό αγημα- 
τισμός της άνιοτίριο λεξεοίς. ανθρακωρύ- 
χος δε έτι καλλίων κατά τα παλαιά /ρυ- 
σωρύ/ος κττ. 

άνθραχωρυχεΐον, τό. Έο Κυβ. — Άν. 
Πολυζ. 

άνθρακωρνχία, ή. Άν. Πολυζ. 

ανθρακωρύχος, 6. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνθρακωτήρίον, τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άνθρανυλίχό^, 3. (οξύ.) Σπ. Οίκ, 

άνθραχυδρογονικός, 3. (άτμ.ίς.) Γρ. 
Χαντσ. 47. 

άνθρωπεμπορία, ή. Κ Κούμ. — Περ. 
Άργυρο-. 46 

άνθρωηευται του κόσμου, οι προπάτορες 
ημών. Σ. Χρηστίδ. εν Ήλίιο τη; α' Μαί. 90. 

άνθρωστηλασία, ή. Ά. Ί'. Ί'αγκ. 79• 

— Ίδε κα\ ά ν θ ρ ίο π ο κ υ ν ή γ ι ο ν . 
άνθρωπηλάτης^ 6 Ά. Γ. Ήπειρ. 88. 
άνθρωηικότης, ή. Ν Ι. Σαρ. εν Φιλολ. 

Συνεκδ. 49. — Ό Κοραής τω 1812 εκδιοους 
τα Ίεροκλεους άστεΈα έγραψε* «του άν- 
θ ρ 10 π ι κ ο ΰ δέν εμπορεΐ να ήναι παράγίογον 
ή άνθριοπικότης» . "Ιδε πληρέστερον τό γω- 
ρίον εν λέξει σ /θλαστικό της. 

άνθρωπιστήρια, τά. Άκρ. 19 Οκτ. 90. 

ανθρωπιστής, ό. Γαλ. ίιηηΐίΐηίδίβ. Ν. 
ϋβ Ρΐαΐϋθ έν "Αστει 30 Αύγ. 93, έν επιφ. 

ανθρωπιστικός, 3. (παιοεύματα.) 'Ιοί. 
Πανταζ. 66.— Ν. Δ Πεμας 90. 

άνθρωπιστικώς. Ν. άβ Ρΐιιιηβ ένΆστει 
30 Αύγ. 93, έν έπιφ. 

άνθρωπογαλ&ανοπλαστική, ή. Άκρ. 
23 Όκτ, 90, ένθα παρά του γράψαντος 
προκαλούμαι εγώ ονομαστι «να πλουτίσω 
τί) μ ι ξ ο ζ α ρ β άρ Ο) ταύτη λέξει" την 
Συναγωγήν μου, ο δη κα\ κάμν(ο εδώ. 

άνθρωπογαστριμαργία, ή" τών ανθρώ- 
πων προς βρώσιν ανθρωπίνων σαρκών. Άκρ. 
13 Σεπτ. 95. 

= άνθρωπογνωσία, ή 'Άστυ 14 — 5 Σε. 
92. — Κ. Μητσόπ. 95. 

ανθρωπογνωστικός, 3. Καλλιόπη Κε/. 

άνθρωπογραφία, ή. Γρ. Γ. ΙΙαπαδόπ, 

[85 



άνθρωποδαμασμός . ό. Άχρ 29 Μαρ. 9 1 
άνθρωποδημοπρασία^ ή. β'Εο.» 9 

Άπρ. 90. 

άνθρωποδικεϊον . τό. Ίκ. Γ• Λάτρ. 55. 

άνθρωπο δόκανα, ιά' α'ι άνοικτα\ μπου- 
καπόρτα ι προ των έογαστηοίιον. Ακρ. 
31 Μάρτ. 95. 

άνθρωπόδοτος, 2. (μάρτυς). . . 

άνθρωποδρόμια, τά. (κατά τό ιππο- 
δρόμια.) Άκρ. 14Όκτ. 90 και 25 Αύ.91. 

άνθρωποείκελος. 2. Άκρ. 26 Νο. 91. 

άνθρωποέκθεσις,'η. 'ίϊστ. εφ. 20 Σε. 90. 

άνθρωποελληνικός, 3. (μΰθος.) Π. 
Τύσ. 39. 

άνθρωποζωϊκός, 3. (περίοδος.) Άν. 
Κορδ. 88. —Θ. Χελδρ. 93. 

άνθρωπόζωον, τό• ό'ν. μυθιστορήματος 
τοϋ Ζολά" «ΐ3οίβ Ιηπηαϊηβ.» Άκρ. 12 
Άπρ. 90, κατά γενικην δε σημασίαν Αυ- 
τόθι 27 Μάρτ. 96. —Πρβλ. άνθρωπό- 
κτηνος, τό. 

άνθρωποζωνφια,τά.^Ασχυ 14 Άπ. 94. 

ανθρωποθάλασσα^ ή. Άκρ. 26 Μάρτ. 
87. = Άστυ 4 Φεβρ. 95. — Πρβλ. τάς κα- 
τωτέρω λέξεις• άνθρωποκαταιγίς, άνθρωπο- 
κατακλυσμός, άνθριοπόμαζα, άνθριοπομυρ- 
μηκιά, άνθρωποπλημμύρα, άνθριοποπόταμος, 
άνθρωπ'ίρρευμα, άνθρίοποτρικυμία, άνθρω- 
πο/είμαρρος, κα\ σε παρακαλώ, άναγνώστα, 
άρκέσθητι ε'ς αύτάς κα\ μη κάμης συ άλλας 
όμοίας. 

κάνθρωποθεϊστης είναι ό Απόστολος 
ΙΝΙακράκης.» Π. Παπαευθυμίου. 

άνθρωποθήραι, οΊ' (οακοΊ οωτογρά'ώου.) 
Τέτγκεν έν Άκρ. ΙΟ' Ίουλ.' 90. 

άνθρωποθηρεύσεις, αι. Άν. Πολυζ. 59• 
Παρά Πλάτιονι εύρηται ή άνθρωποθηρία. 

άνθρωποθηρευτής, ό. «Ίίφ.» 7 Σε. 87. 

άνθρωποθηριομαχία^7\. Άκρ. 1 'Λπ•93. 

άνθρωποθηρίον, τό. 'Κμ. Γιαννακόπ έν 
'Ομήροί 73. — «Έφ.» 4 'Ιουν. 91. 

άνθρωποθυμίασις, ή. Άδ. Κορ. 32, έν 
Άτ. τόμ. \]'. (τυπωΟ. τω 35). 

άνθρωποθυρίδες, αι. (των λεβήτων έν 
άτμοπλ.) 'Κκθεσ. Κανάοη έν 'Ιΐσπερ. Άκρ. 
1 Όκτ. 97. 

άνθρωποθύτης, 6. 'Λχρ. 15 Μαίου 91. 
— Άστυ 11 "Ιουλ. 94. 

άνθρωποΰύτις, ή Άλ. Σοΰτσ. 54. 

άνθρωποκαθάρματα, τά. (υβοιστικη 
λΞξ.) Άκρ. 19'()κτ. 93. 

άνθρωποκαταιγίς, ή. Χ. Χρηστοβασ. έν 
Άκρ. ,7 Μαίου 96. ' 

άνθρωποκατακλυσμός , ό" πλήθος άν- 



άνθρωηοκεντρικόν 



άνθρωποπλάνονς 



θρώπων εν τινι τοπίο. Έστ. εφ 17 Μάρτ. 
94 και 1 Αύγ. 95. 

άνθρωποχεντρίΗον σύστηαα το εν τή 
θεολογία κα\ ι7, κοσμογονία Κλ. 'Ραγκ. 77. 

— άνΟ&(•)Ποκεντρ'.κα\ ::λάναι. Σ. Λ Βάλο. 90. 
άνθρωποκεφαλαί . αί 'Λκρ 7 ίΜα. 95. 
άνθρωττοκέφαλος, 2. Χρ. Τσούντ. 9Ϊ. 

- ΙΤ. Καοοαο. 93. 

νάνθρωποκλοοοό (!) άσουκτικοΊ γύριο τί- 
νος " 'Λκρ 30 Ίαν 9θ. ' 

άνθρωποκομεΐον, τό. Γ. Χρυσοβ. 

άνθρουιΟΗομία, ή. Άδ. Κορ. 26. 

άνθρωατόκοσμος, 6. ΈΧΧψ εν Πανελλ/^ν. 
συντροοω 92. 

-^-άνθρωττοκρεάτινος, 3. (γκιουοετσι,) 
Σ. Α Κ. 85. 

άνθρωστόκτηνος τό. Άκρ. 26 ίΜαίου 
κα\ Ι-,' Λυγ. '.)Α. 

άνθρωποκτησία. ή" τό να ε/τ, κάθε άν- 
θρ'οττο^ κα\ τους ανθρώπους του εν εκλο- 
γαΐς πολιτικα^ς. '.λκρ. 7 Σεπτ. 95. 

άνθρωποκτονεϊον, τό. Άκο. 

άνθρωποκτονικός, 3• Έστ. — Άκο. 17 
Σ:πτ. 91. 

άνθρωποκννήγίον.τό . «Ί-'φ.» 8Ίουλ.91. 

άνθρωποκυνοηόλεμος, 6. Άκρ. 31 
Ίουλ. 95. 

άνθρωπολατρικός, 3. Κ. Κοντο'π 89. 

άνθρωπολέ€ης, 6. (!) «άνθρωπολεοης το 
βουλευτήριον » 'Λκρ 4 Ίαν, 92. 

άνθρωστολέξεις, αι. (!) "Αστυ 21 Φε. 96. 
«άνθρωπολεοπαρδάλεις^ οί, κα\ ή θρη- 
σκεία των εν τί^ ουτ'.κτ, Άορικ^.» Άκρ. 25 
Ίουν 97. Έκε^ λέγεται δια τί ε'κλήΟησαν 
οΰτιο οί βάρβαροι έκε'ΐνοι ανθρωποφάγοι. 
= ανθρωπολογία, ή. Άν. Γ. Λευκ. 10. 
^ Χ. ΙΙαιχπ. .^2. — Ίω. Άργυρ. 76. 

ανθρωπολογικός, 3. Ιν. Κούμ. — ,\. 
Παμπ. 52. — Αγ. Βλ. λ 97. 

άνθρωπολογίκώς. Άγ. Βλ. λ. 97. Άκρ. 
3 Ίαν. 98. 

άνθρωπόμαζα, ή. Άκρ. 5 Ψεβρ. κα\ 1 
Δεκ. 94.— "Αστυ 1 Ίαν. 97. 

άνθρωπομαχία, ή. Σ. Π. Λάμπο. 66. — 
Ε. Καστόρ/. 73. 

άνθρωπομάχος. 2 Ίώσ. ϊ\1οισ. 

άνθρωπομάστιξ, 6. "Κλλην εν Άκο. 16 
Ίουν. 98. 

άνθρωττομέτρησις, ή. «Έφ.» 2 Ίουν. 89. 

ανθρωπομετρία, ή εν τί) αστυνομία τε- 
λούμενη '/άριν διαγνώσεως ευ/ερεστε'οας των 
κακουργούντοίν, άλλα και άλλ(ος κατά γενι- 
κήν έπιστημονικήν σημασίαν. Άκρ. 19 Ίουν. 
89. — <•Έφ.« 9 Αύγ. 91, 4 Ίουλ. 97. 



ανθρωπομετρικός, 3. (κατάταξις. πίνα- 
κες, υπηρεσία, σύστημα εν φυλακα'ΐς. γρα- 
φέίον.) «Έφ.» 12 Ίουν. 89. — Άκρ. 13 
Φεορ. 90 —"Αστυ 6 Ίουλ. 94. —Μακρόν 
άρθρον περ\ τοΰ άνθριοπομε'τρ. συστήματος 
του ΒβΓίϋΙοη "δε εν Ίϊμιουλ. Άκρ. 17 
Νο. 96. 

άνθρωπο μην ίαι κα\ θεομηνίαι, αί. Άκρ. 
21 Αύγ. 86.— Γ. Π. εν Άκο. 6 Νο. 94.— 
Π. Κοριονα'ΐος εν Ίίστ. εφ. 2 Νο. 96. 

άνθρωπομήτωρ ή '.λσία. Α Χαντσ. 

άνθρωπομηχαναί, αί. ΓΙ Λιδωρίκ. εν 
ΊΊστ. εφ. 10 Αύγ 95, εν επιφ. 

άνθρωπομικρό^ια , τά. "Αστυ 14 Άπ. 94. 

άν&ρωπομορφικός, 3. Άλ Καοαθεοδ. 
65. — Κλ. Ί'αγκ. 77. — Ν. Χ. 'Αμβράζ. 
78. —Καλλιόπη Κεχ. 80. — Ίω. Σκαλτσ. 
93.^ 

= άνθρωπομορφισμός . 6. Φιλολογ. τη- 
λε'γρ. 17.— Κ. ΊΙρ. Βασ. 64. — Άλ. Κα- 
ραθεοδ. 65. — Άν. Λ. Κυρ 66. — Καλ- 
λιόπη Κζγ. 80. — Ίω. Σκαλτσ. 93. 

άνθρωπομορφιστής,ό. Καλλιόπη Κε/.80 

άνθρωπομορφιστικός, 3. (ιδεαι.) Στ. 
Δ. Βάλο. εν Προμ. 21 Ί)κτ. 90. 

άνθρωπομορφΐται, οί. Ίγν. Μ εν 
ΊΊγκυκλ. λ. 

άνθρωπομορφώσεις, αί. Ιιο. Σκαλτσ. 93. 

άνθρωπόμυλος. ό. «Έφ.» 28 Μαρ. 93. 

άνθρωπομυρμηκιά . Άκρ. 28 Μαρ. 87. 

άνθρωπονόμαατος πόλις ή Αίλία Καπι- 
τιολίνα, ή πριόην Ιερουσαλήμ. Κ. Οίκ. 

άνθρωποπαγίς, ή. Λ. Ξεν. — Χρ. Π, 
Κοούλ. εν Ακρ. 29 Αύγ. 89. —Άκο. 17 
Νο. 93. 

άνθρωποπαραγωγή, ή Άο. Οίκ. — 
Ίίλλην έν Άκρ. 18 Ίουν, 98. 

άνθρωποπέλαγος, τό Έστ. ε-ώ. 30 
Σεπτ. 96. 

άνθρωποπεριεχόμενον το της θεσσα- 
λικής πρωτευούσης, ι!) Άκρ. 29 Μάρτ. 91. 

άνθρωποπιεστήριον, τό. (:) Π. Νιρο. 
εν "Αστε ι 13 Αύγ. . 4. 

άνθρωποπιθηκοειδής, 2. «Έο.» 21 
Μάρτ. 92. 

άνθρωποπιθηκοοικογένεια ή. (!)Άκρ. 
20 Αύγ. κα\ 23 Σεπτ. 94. 

άνθρωποπίθηκος, ό. Ά• Ί*. Ί'αγκ. 79. 
— "Αλφ. εν Άκρ. 12 Αύγ. 94. — "Αστυ 6 
Σεπτ. 94. — Καλ. Παοοεν εν Άκρ. 15 
Όκτ. 98. 

νάνθρωποπλάνους δεν ονομάζει κάνεις 
τους μάγους καί τους επαοιδούς, άλλα λαο- 
πλάνους, επειδή κτλ.» Άδ. Κορ. 17, εν 



86] 



άνθρωποπλάστης 



άνθυγνεινότης 



IIρολεγοι^.. ε'ς Ίλ. Β. σελ. κδ'. της Βολισ- 
σίας ε/.δόαειος. 

άνθρωποπλάστης θε(5ς,ό,Φραγ/.. Σκοΰφ. 
— Άτ:ο*ήκη τ. τ^αίδ. — Φαλεζ εν Άκρ. 

17 Άπρ. 93. 

άνθρωττόπλαατοι πλάσται, οί. Κλ. 'Ραγκ. 

άνθρωίτοπλάττα). Άθ. Σταγ. 

άνθρωτζοπλήθεια, ή. (κατά το Α?α"/ύλου 
άνδ ροτΐλήθ εια.) Άν. Πολυζ. — Πρβλ. 
το εξής. 

άνθρωποττληθνς, ή. Ίω. Σοϋτσ. — Άν. 
Πολυζ. 

άνθρωποπλημμΰρα, ή. Άκρ. 30 Αύγ. 
91 και 19 Όκτ. και 1 Δεκ. 94. 

άνθρωποττλ-ησμονή,τ]. "Αστυ 4 Άπ. 96. 

άνθρωποποιέω-ώ. άνθρωποποιούμενα 
νέφη. 'Λκρ. 10 Αύγ. 92. 

άνθροοποποίησις ή της φύσειυς. Δ. 
λαντσ. — Την αυτήν λε'ξ. και κατ' άλλην 
σημασίαν την τη; άνΟρίοποποιιας μετε/ειρί- 
σθη προτερον 6 Ι\1αν. Βερνάρδος. 

άνθρωποποιητικός, 3. Α. Χαντσ. 

άνθρωστοποίητσς, 2. *Ιω. Σοΰτσ. 66. — 
Άκρ. 10 Ίουλ. 95, εν έηφ. 

άνθρωστοστοιμένες, οί. Παλιγ,29 'Απ, 92. 

άνθρωποττοινολογιαον συνέδριο ν. Ακρ. 

ανθρωποπόταμος, ο. Άκρ. 24 Άπρ. 94. 

άνθρωττοπρόσωπος,^. Ίω. Καρασ. 67. 

άνθρωπόρρενμα, τό «Έφ. » 29 Φεβρ. 
και 26 Μ αρχ. 88. 

άνθρω3τοσ>{όποι, οί. (=άνθρωτ:οτηρη- 
τα•.) Λ. θερ. 89. 

άνθρωποαπαραγμοί^ οί. "Αστυ 31 
Όκτ. 94. 

άνθρωποσπαράκται, οί Κ. Κούμ. 
"άνθρωποσσιινθ'ηρ ετ:ονομάζ€τα'. 6 Ευρω- 
παίο; -εζο-όρο;.» Αθηναϊκή 3 Δεκ. 89. 

άνθρωποατάσιον, τό. Άκρ. 21 ΙΜα. 95. 

άνθρωστοστοίχία, ή. Άκρ. 1 Άπρ. 87. 

άνθρωποστρό&ιλός, 6. Άκρ. 7 Μα. 89. 

άνθρωποστρουθοκάμηλος 6 Αμερικά- 
νος λ Χουώλλεν ο; έτρωγε σίδερα 'ίνα ττο- 
ρίζηται τον άρτον του, κα"ϊ τέλος άπεθανεν. 

Άκρ. 24 Ίουν. 97. 

άνθρίοττοσνλλέκτης, 6. Έστ. εφ. 22 

Σεπτ. 94. 

άνθρωποσνλλογή, ή. Νεα εφ. 8 Οκ. 90. 

άνθρωποσύνη, ή. (—κοιν. άνθρο}7:;ά;) 

Άκρ. 6 ΐΜαρτ. 93. 

άνθρωποσνρροή, ή. Χ. Χρηατοβ. εν 

Ήμιφύλ. Ακρ. ^^6 ΙΜαιου 96. 

άνθρωποσφαγεΐον, τό. 'Ι.'Ισ Σκυλ. 71. 

ανθρωποσφαγή, ή. Γ. Β. εν Άκρ. 6 

Ίουλ. 96. — Πρόλ. τό εξής. 

[ 



άνθρωηοσφαγία . ή. Κ. Κούμ. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. 

άνθρωποσφαγικός, 3. Γ. Σ. Φραγκούδ. 
εν Άκρ. 10 Λία'ου 92. 

άνθρωποσώτειρα ή Καλλιρρόη Παρ- 
ρεν 88. 

ανθρωποσωτήρ . ό. Ά/ρ. 3 Δεκ. 90. 

άνθροιτζοσωτήριος . 2• (πράγμα, εμγον 
κτλ ) Λόγ. Έρμ. 12. — Πολ. Καλημ. 35. 
— Θ. Βενιζ. 78. — Δικ. εν Παλιγ. 12 
Μα'ου 96. 

άνθρωποταυρόμορφος, 2. Π. Καβοαδ. 
εν Έφ. Άρ/αεολ. Άί^. 93. 

άνθρωτιοτελεολογία, ή- Χρ. Παπα- 
δόπ. 80. 

άνθρωττότερος., 3. Σπ. ίΜαυρογεν. 84, — 
Δ. 1 Κόκκος 89. 

άνθρωτιότενκτος, 2. (μυθεύματα.) Κλ. 
Ί'αγκ. 89. 

άνθροοηοτηρηταί, οί Γαλλιστι κληθε'ντες 
01)3βΓνΛίβηΓ8 (Ιο Γΐιοηιηιβ. 'Αδ. Κορ. 03 

άνθρωποτηρητικός, 3. (Ιπιστασία ) Άδ. 
Κορ. 

άνθροιποτομία. Β. Καίρ. 49. — Σπ. 
ΙΜαυρογεν 84. 

κάνθρωποτρικυμία όο/θοΰσα.» Έστ. εο. 
24 Λύγ. 95. 

άνθρωατοφαγικός, 3. (ιδιότητες.) Άκρ. 
24 Μαίου 97. 

άνθρωποφάνειαι, αί (;) Ν. Ι. Σπανδ. 
εν Έσπερ. Λκρ 15 Δεκ. 97. 

άνθρωποφθορεύς , 6. Πανδ. 1 Όκτ. 70. 

άνθρίοποφιλέστατα πρόβατα, τα κύματα 
του Ιΐύβοϊκοϋ. Λκρ. 22 Άπρ. 96. — άν- 
θρωπόφιλον, τό. Ζ(οοφίλος εν Έστ. εφ. 29 
Ίουν. 96. — άνθρ<οπόοιλοι, οί. Προίία 31 
Λύγ. 96. 

— ανθρωποφο€ία^ ή. Άκο. 19 Αύγ. 92. 

— Άγ Βλ. λ. 97. 
άνθρωποφονία, ή. Ί. Ι*. Νερ. 
άνθ(ίθ}σιοχείμαρρος, ό. «Έφ.» 27 Σε. 93. 
άνθρωπόχοιροι, οί, "Ελλην εν Άκο. 14 

Σεπτ. 97. 

άνθρωποχελώνη, ή. (:) «Έΐ..» 13 
. Μαίου 95. 

άνθρωπόχυτρα^ ή Άκρ. 30 Μάρτ. 91. 

άνθρωστωρυχεΐα^ τά. (δια τον της Τουρ. 
κία; στρατόν.) ("Ίνφ.ΐ) 6 Απρ. 86. 

άνθρ<οπωφελής, ή. Β. Φαρσής 69. 

άνθυΘριστικός, 3. Άκρ. 28 Μάρτ. 91. 

άνθνγιεινός, 3. Γ. Χρ. Βάφ. 

άνθυγιεινότης, ή. Β. "Ορνστεϊν εν ο Έ(3,» 
26 Αύγ. 92. — Άκρ. 5 Όκτ. 92 καί 8 
Δεκ. 95. 
17] 



άνθυγιεινώς 



άνθυφνπηρέτης 



άνθυγιεινώς. Έστ. εφ. 18 Φεβρ. 95. — 
'Λκρ 1 Λύγ. 95. 

άνθνδρικός, '^• «άνθυορικά αισθήματα 
του Ί'-λληνικοΰ δημοσίου, υ Δρ ^ν "Λστει 25 
Σε-τ. 95. 

άνθυδροφο€ικός^ 'Α. Γαλ. αη 1 Ϊ1ι γάτο- 
1^1^ο1^^ι|ι1β. Ν. Κοντ. λ. 89. 
~ άνθυδρωπικός, 3. Ν. Κοντ. λ. 89. 

άνθυλιστικός,'Λ (οιλοσοφ.)'Ιγν. Ι\1οσ/.74 

άνθυλλιώδη.τά. (φυτολογ.) Αίμ. Νον. 73. 

άνθνμνολογεΐσθαι. 'Λλ Σοΰτσ. 

άνθνπαγροφνλακες^ οί. -/.(ομικ. μετά τό" 
αγροφύλακες.) Άκρ. 12Ίαν. 88. 

άνθυπασπιατενων^ ό. Άκρ. 11 Μα. 93. 

άνθυοτασπιστής, ό. Έλ. κώδ, 

άνθυπασστιστοκρατία, ή. Άκρ. 26 
Σεπτ. 92. 

άνθνπαστυνόμος, 6, 'Λκρ. 26 Σεπτ. 
92. — ΊΊ λεξ. 'ίσως δεν είναι της επισήμοο 
γλώσσης, άλλα παιγνκοδίος εγράφη, καθώς 
■λάκ αλλαί τίνες των κατίοτε'ρο). άρ/όμεναι 
άπό του άνθυπο. 

άνθυπηρεσία, η. οό νόμος της υπηρε- 
σίας κα\ άνΟυπηρεσίας, παραβιάζεται.» 'Λκρ. 
25 Αύγ. 92 κα\ 20 Αύγ. 98. 

άνθυπίατρος, ό. Έλ. κώδ. 

άνθυπίλαρχος, 6. Έφ. Κυβ. 

άνθυστνωτικόν , τό. 'Κμ. 'Ι'οΐδ. 77. — 
Ίο). ΠύρΚ. 91. — 'Λγ. Βλ. λ. 97. 

άνθνπνίοτισμός, ό. Άκρ. 4 Δεκ. 88. 

']^άνθυ7ΐο€αληδες, οι. Άκρ 4 Άπρ 93. 

— 'Κγράφη μετά την λίξ. ύποβαληδες, 
'ην και ιδε. 

άνθνπο€λέπομαι. Σ~. Τρικούπ. 60. — 
Ν. Ι. Σαρ. 68. 

άνθυπο^λητέον. Άδ. Κοο. 

άνθυπο&ολή, η. Καιρο\ 13 Μαίου 91, 
εν έπιουλ. «ή νοσοφοβία ώς άνθυποβολή. 
Λ. ΙΜαυοουκάκης εν Άκρ. 15 Ίουλ. 94. 

άνθυστογράφω. ΥαΧ. ΟοηίΓΟΒΪ^ηβΓ. Έφ. 

— 'Αντι τούτου πολλο"ϊ μεταχειρίζονται τό 
προσυπογ' ράφω, επι δημοσίων δηλ. εγ- 
γοάφοιν. 

^ Ανθνποδαλαϊλάμαι^ οί. Άκρ. 3 
Ίουλ. 91. 

άνθνποδεκανεύς, ό. Άκο. 7 Ίαν. 92. 

άνθνποεθνάρχης, ό. Άκρ 23 Άπρ. 92. 
— Χλευαστικώς ή λε'ξ. εγράφη ώς κα\ ή έξης. 

άνθυποεπιτροπαί, αί. 'Ακρ. 19 Λύγ. 
κα\ Κ) 'Οκτ. 92 —"Αστυ ΙΟ' Μάρτ. 96. 

άνθυηόθεσις, ή. Σ. Λ Βάλβ. εν Ποομ. 
4 1^0. 90, 

άνθνατοίσας, μτ/ . εκ του ά ν θ υ ν: ο φ ε' - 
ρω! Εύγ. Βούλγ. 



άνθυποκελευστής . ό. Άκρ. 7 Ίαν. 92. 

άνθυποκομματάρχης, 6. (!) Άκρ. 11 
Ίουν. 93. 

άνθνστοκορδονάρχης^ ό. (!) Έφ. 92. 

α.νθνποκτηνίατρο5^ ό Μνί. Κυβ. 2 
Δεκ. 93. 

άνθυπολέγω. Ί' Ηελ. 

άνθυπολοχαγίσκος ο. Άκρ. 30 Άπρ. 
89. — '!•στ. εφ. 12 Ίουλ. 96. 

ανθυπολοχαγός^ ό. 'Κλ. κ<όδ. 

άνθυηομηχανι/ος, 6. Έφ. Κυβ. 

άνθνηόμνημα, τό. 

άνθνπομοίραρχος^ ό. '\ί•α. Κυβ. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. 

άνθυττοναυπηγός^ ό. Έφ. Κυβ. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

ανθυπονομενω. Κ. Παπαρ. 53. — Σπ. 
Τρικούπ. 

άνθνττόνομος . ή. Χρ. Βυζ. — Κ. Πα- 
παο. — Α. Κ. 'Ορλ. — Σπ. Τρικούπ. — 
Ν.'Κοντλ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

ανθυποπλοίαρχος^ ό. «Έφ.» 9 Άπο. 89. 

— Άγ. Βλ. 97. 
άνθυποπρόξενος , ό. (όμοϋ μετά του ύ• 

πο πρόξενος.) "Λστυ 12 'Λπρ• 91. 

άνθυποσταθμάρχης, ό.'Ακρ. 11 Ίαν. 94. 

άνθνπόσταοις, ή. Φίλ. Ί(ο. — «συστή- 
ματα τά καθ' άνθυπόστασιν ο11^^^1:^V, διά- 
φορα των κατ' ένδιάΟεσιν, 8α^)^θ^Ην. Δ. 
Χαντσ. — Κ. Σ. Ξανθ-^π. 74. 

άνθυποστατικός, 3. (υπαρξις ) Φίλ. 'Ιω. 

άνθυποστατόν . τό. ΊΙρ. Μητσόπ, 88- 

άνθυποστηρίζω. Σ. Δ. Βάλβ. Ιν ίΐρομ. 
4 ίΝο, 90. 

άνθυποσνμ§ονλος, ό. Παλιγ. 5 Ίαν. 93. 

άνθυποσωτηρες, οί του Σωτήρα (τοϋ 
Χαριλ. δηλ. Τρικούπη.) Παλιγ. 28 Δε. 92. 

άνθυπονργικός, 3. θ. Ν. Φλογ 74. 

— «Ί•:φ.)) 28 Μάρτ. 88. — Ήλιος (Φο^ί- 
βος', Ι. Νο 90. 

άνθνποφαρμακοποιός . 6 Εφ. Κυβ. 
άνθυποφροντιστής, ό 'Ελ. κώδ 
άνθνποχρέωσις, ή. 

άνθνποψήφιος., ά. Θ. Ν. Φλογ. 74. — 
Ίνφ. 92. —"Λστυ 14 Ίαν. 95 

— άνθυστερικός, 3. Δ. ,Πύρ. 3!. — Γ. 
Ιναραμήτσ. 7*). — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άνθνφεστώς κόσμος, ό. Γερμ. οΙΐ,ϊθΟίΊνβ 
λνβΐί — τά άνθυφεστώτα, (Ιίβ ΟΙίϊβοΙβ. 
Φίλ. Ί(ι). — Δ. Χαντσ. 

άνθνφνγειονόμος, ό. Κουβαρας (ίσως 
ψευδώνυμ.) εν Πανδ.15Ίαν 65. 

άνθυφυπηρέτης, δ. Πλ. Ε. Δρακ. εν 
Άκρ. 4 Μαίου 93. 



άνθνψίφωνος 



άνιταλόφο€ος 



άνθνψίφωνος. ή. Ίταλ. οοηίΓαΙίο, Π. 
Λάρ.-ρ. 77. — «Έο,». 9 'Ιουν. 89- — Άκρ. 
16 Μαρτίου 91. 

^Ανθώδης, ό ιών δημ.οκρα~ηθ;'ντων Γάλ- 
λων μην ΡΙοΓβαΙ Α. Ν. Σχούπ. 84. — "Ιδε 
την σημείωσίν μου ε'ς την λίξ. Θεριστή- 
ρ ε ώ ν. 

άνθωνίς, ή. είδος ηδυπότου (της Νάξου). 
Άκρ 9 και 11 Ίουλ. 94. 

άνιαρότης, ή Έστ. 27 Λεκ 87. — "Αστυ 
25 — 6 Σεπτ. 92. — Άκρ. 1. Ίαν. 93. 

ανίδεος, 2. (μουσικής κττ.). Δ. Ν. Βερν. 
60. — ιλ;_^Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
— Λεν ήτο το επίθετον εν /ρήσει το πάλαι 
κατά ταύτην την σημασίαν. 

άνιδιοτέλεια, ή. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 88. — 
Άκρ. 31 Ίαν. 95 και 25 Σεπτ. 91. 

ανιδιοτελής, 2. Ά. Ρ 'Ραγκ. — Χρ. 
Παπαδόπ. — Ήρ. Μητσο'π. 88. — Στ. Σκου- 
λούδ. έν Άκρ. 23 'Ιουν. 95. 

ανιδιοτελώς. Θ. Χελδρ. 65. 

άνιδιωφελής, 2. Έλ. /ρον. 24. 

άνιερότης., ή. Άκρ. 27 Μαίου 90. — 
«Έο » 13 Αυγ. 92. 

άνικανοιτοιητικός, 3. Άκρ. 27Όκτ 97. 

ανικανοποίητος, 2. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 88. — 
Γ. Μ. Βιζ^ 88. — "Αστυ 21 Αύγ. 94. 

άνικανόω ώ. είμαι ανίκανος. Άλ.Βλ.63. 

άνικανωτικός , 3. Αεξ. νομοτε/ν. 40. — 

Άκρ. 3 Δεκ. 91. 

άνικησία, ή. ΤΥβί^. λεξ. 796. — Κ. 

Κούμ. — Πρβλ. άηττησία. 

— άνιλίνη., ή. (/ημ.) Άν. Κ. Χρηστ. — 
Σπ. Οίκ. — Α. κ; Δαμβ. 

άνίλοκρα, τά. είδος ααλακοστράκων. 
Νον. 73, σελ. 149. 

— ^Ανιμισμός κα\ πνευματισμός, σύγ- 
γραμμα τοΰ 'Ρώσσου Άλεξ. Άξακώο, εν 
</) κατέρριψε τάς θεωρίας τοΰ Χάρτμαν περΊ 
τοϋ «ασυνειδήτου.» "Ερανιστής εν "Αστει 25 
Ίουλ. 96. 

άνιο^όλος, 2. (δφεις.) Αιμ. Νον. 73. — 
Ίίμ. Γιαννακόπ. 73. — Π. Ψαρ. 84. 

άνισέλαιον. τό. "Ο. Ά. 'Ρουσόπ. 

άνισικός, 3 ι οξύ.) "Ο. Ά. Ί'ουσόπ. 

άνίσκιος, 2. (οικήματα.) 'Ακρ. 4 Αύ. 96. 

ανισοβαρής, 2. Ν. Θεοτ. — Δ Στροΰμπ. 
58. 

άνισο§ΰθιστος, 2. (πλο"ίον.) Όνομ. 
ναυτ. 58. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άνισογαμία, ή Γαλ. ηιόδαΙΗαηοο. Μίν. 
Λάπ. 

άνισογνωμία., ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνισογονία, ή. Ίω. Σοΰτσ. 58. 



άνισοζύγιον, τό. (οίκονομ.) 'Ακο. 29 
Όκτ. 86, κα\15 Νο 94 και 17 Ίουλ. 96. 
άνισοθερμία, ή. 

άνισόθερμος, 2. Ν. Θεοτ. — Κ. Κούμ. 
άνισοθλαστικός. 3. Δ. Στρουμπ. εν Ά- 
θηναίιο 80 . 

άνισόθλαατος, 2. (άκτ"ις φωτός.) Ηρ. 
Μητσόπ 64. 
άνισοϊσχής^ 2. (ελξις.) 
άνισόκυρτος, 2. Γ. Χρ. Βάφ. 95. 
ανισομερής, 2. 'Ι. Ν. Λεβ. 69. 
άνισονομία., ή. 'Αδ. Ινορ. 
ανισόπεδος., 2. Ά. 'Ρ. Ί'αγκ. 
άνισόπυκνος . 2. Ν. Θεοτ. 
άνισορρόπησις, ή. Άκρ. 9 'Ιουν. 94. 
ανισορροπία, ή Ν. Θεοτ. — Κ. Βαρδ. 12. 
άνισοσθενές στοΐ7ε"ίον. (/ημ) Όθ. Α. 
'Ρουσόπ. 8'^- 

άνισοσκέλεια, ή. (ποοϋπολογισμοΰ ) Έ. 2 
Άπρ. 94. 

άνιστοσταθμία, 7). Ν Θεοτ. — Λασκαρ. 
καιΜυρ. 82. — Έ.'Ρ. 'Ρ.ενΈστ. 90. 

άνισοστρόγγυλος, 2. Χ. Σπηλιόπ έν 
'Ακρ. 88. 

άνισοσύλλα€ος, 2. Χ. Δ. Μεγδ. — Χ. 
Παμπ. 52. 

άνισότροπα σώματα, (κρυσταλλογραφ.) 
Κ. ΙΜητσόπ. 

άνισοτρόπως. Στ. Σταθόπ. 54. 

άνιαοϋδρία, ή. Στ. Σταθόπ. 54. 

άνισονχος, 2. (^ακή κτλ ) Θ. 'Αφεντ. 
76.— Α. Φραβασ. 58.— Άστυ 23 'Απρ'. 95. 

άνισοϋψώς. Άστυ 25 — 6 'Ιουν. 93. 

άνισοψηφία, ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνισόψηφον τό έν έκλογα^ίς κτλ. Έφ.95. 

άνίσόψοΐ)9θ5. 2. (μουσικά όργανα.) Ν. Θεοτ. 

άνιστόζωα.1 τά. ^Ιΐρ. Μητσόπ. 81. — 
Πρβλ. άρ/ίζοια. 

άνιστορικότης. ή. Άκρ. 3 Ίαν. 90. — 
Ίίν το1ς Αεξ. της αρχ. κείται ή άνιστο- 
ρησία, εκ του Κικε'ρωνος. 

άνιστορικώς. Κ. Σ. Κόντος Ιν Γλωσ. 
παρατηρ. σελ. 51, 2. — 'Αλλ' ύστερον έν 
«Άθηνας τόμ. α'. σελ. 190 (έν έτει 1889) 
έγραψεν 6 αύτός' «περιγραπτεον τό κα\ ά- 
νιστορικώς, περ\ ο6 'ίδε τά υφ' ημών 
γεγραμμε'να έν τη Έβδομάδι. άριθμ 55, σ. 
128. Πρβλ. και Παρνασσ. τόμ Ζ'. σ. 710». 

άνισχνρία, ή Κ. Κούμ. 

άνισχυρόνω. 'Ιταλ. ίηίΪΓηΐίΐΓβ. Λεξ. νο- 
μοτε/ν. ΊΙΙ, — Πρβλ. τό ε;ής. 

άνισχνροποιέω-ώ. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άνιταλόφο§ος, 2. Πατρινός έν Άκρ. 22 
Μαοτ. 91. 
[89 1 ■ 

6ί4' 



ανιτήρια 



ανονειρευτος 



ανιτήρια, τά. (οιά τους μη ουναμί'νους ή 
8αουνορ.Ενους νάνίλθίοσιν ιδίοις ποσ.ν κλί- 
μακα.) 'Λκρ. 12 Ίαν. 90. 

άνιχνευτήριον , τό. Ήρ. Μητσόπ. 64. 

άνιχνεντίΗος , 3 Ηρ. ΙΜητσότζ. 64. — 
άνι/νΕυτικά πλο"ία Άκρ. 17 'Ιουν. 92. 

ανίψια, ή. Έμ. 'Ροίο. 93. 
(Ι άνιωακείμεντος επταετία του εν Κστπλει 
πατριαρχε;ου.^ Άναγν. Μτταζέϋτος εν αΧα- 
λααιαίς καΊ φουρτούναις». 

"Άνναμιτιστί. επίρ. "Αστυ 22 'Ιουν. 96. 

— Ί1 συλλαβή τ ι περιττεύει εν τί) λέξει. 
αννελίδες. αί. Δ. Πετρούλ. 67. 
^Αννί€είος, 2. Άννίβειόν τι εί/εν δ οε"ίνα, 

Κ. 'Λσ. 58. 

άνοδήγητοζ, 2. Κ. Κροκιο. — Ά. Ρ. 
'Ραγκ. 60. — "Οθ. Λ. 'Ρουσόπ. 87. 

ανοδικά και καθοοικά ηλεκτρικά ρεύμα- 
τα Τιμ. Άα^υρότ.. εν Άκρ. 22 *Απρ. 98. 

άνοδοχάθοδος, ή. Άκρ. 31 Μαίου 87 
κα\ 4 Αύγ. 95. 

άνοητολογήματα, τά. «Έφ.» ΙδΛΓα. 91 . 

άνοητολογίαι, αί. «Έφ.» 19 Νο. 92. 

άνοιγόκλεισμα, τό. Α. ΠαπαοιαίΛάντ. εν 
«Έφ .. 27 Φεβρ. 92. 

ανοιγοκλειστήρια θύρας. τά. Ν. Μεταξ. 
.=ν Άστει 14 Άπο, 94. 

άνοιγοκλείοίν . μτ/ Π. Σοΰτσ. — Σκαρλ. 
λ. 50. — Ν. Κοντ 'λ, 89. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. — ήνοιγοκλείοντο. Νε'α Πανδ. 'Ιουν. 
56. — Το ήνοιγοκλείοντο εγώ με ολην την 
-/ρονικήν αύξησίν του τό /αρίζιο εις άλλους 

άνοικοδομητικός, 3. Άκρ. 8 Αύγ. 94. 

— Ν='α ήμ. Τεργ. Σεπτ. 97. 
άνοικοδομικός, 3. (εργασία.) Β. "Ορνστ. 

εν 'Ακρ 5 ,Μαρτ. 93. 

άνοικονομία, ή. 'Έγγραφ. Ίίλ. κυβερ- 
νήσ. 24. 

ανοικονομολόγητος, 2. Σ. Α. Κ. 88. 

άνοικόνομος,2. Δ. Γουζ. — Άδ Κορ 22. 

άνοικτιρμόνως. Δ. Βρετόπ. 73. — Σπ. 
Παγαν. 88.- — 'Κμ. Σ, Αυκούδ. 93. 

άνοικτιρμοσννη, ή. «Έφ.» 21 Μαρ. 90. 

άνοικτοκάρδως. επίρ. Άν. Γεννάδ. έν 
Άκρ. 91. — Μόνον τό επίθ. ανοιχτόκαρδος 
ε/ει ή δημώδης γλώσσα. 

άνοικτοκύανος^ 2• «Έφ.» 24 Μαρτ 94, 
έν έπιφυλ. 

άνοικτοκνανόχρους, 2. Άκρ. 8 Όκ. 89. 

άνοικτόπλενρος, 2. (πυργίσκος.) «Έο.» 
27 Μαρτ. 89. 

άνοικτοπορφνροΰς^ 2. Ξ. Λάνδ. 40. 

άνοικτοπτέρυξ, 2. (Νίκη.) «Έο.» 23 
Φεβο. 95. 



άνοικτοσκελής, Άκρ. 2 Μαίου 89. 
άνοικτόφαιος, 2. Γ. Καραμήτσ. 79. 
άνοικτόφθαλμος, 2. «Έο.» 97. 
άνοικτόχρους, 2. «Έφ.» 18 Σεπτ. 87. 

— Άκρ. 18 'Ιουν. 95. 
άνοικτόχρωμος, 2 Δ. Γ. Κ. έν Έστ. 19 

Μαρτ. 89. 

άνολκενς, 6. (έν τη πυροβολικί,, Γαλ. Ια 
οΙιβνΓβ.) Γρ. Χαντσ. 47, δς πρότερον άνε- 
κτηρίαν θηλυκώς εί/εν όνομάση τό αυτό, 
άνολκέα δε' τίνες, (ώ? 6 Δ. Γ. Κ. έν Εστία 
τω 1889.) ώνόμασαν κα\ τό έν τω Παρισι- 
νώ πύργω του "Αϊφελ μη/άνημα (α80θη- 
δβΙΙΓ), 'ό άλλοι τών ήμετεριον ύψιελάτην, 
άρσενικώς έβάπτισαν, άλλοι υψουλκόν κα\ 
άλλοι άλλως. 

άνομίκευτος, 2. 'Ιιο. Στ. Κουμ. 87. 

άνομιμοσιοίητος , 2. Σ ΓΙ. Τρικούπ. 88. 

άνομισματοποίητος, 2. (/ουσός.) Άκρ. 
30 Μαίου 94. 

άνομοιαλήθεια, ή. 

άνομοιαλήθης 2. Άστυ 26 Όκτ. 95. 

άνομοιο§αθμίως. Π. Χιώτ. 63. 

άνομοιόκεντρος, 2. Κ. Α. Λυκόρτ. 92. 

άνομοιόληκτος, 2. Ίκ. Γ. Λάτρ. 

άνομοιοληξία,^. Ίκ, Γ. Λάτρ. 

άνομοιομελής, 2. (μουσικ.) Π. Κουπιτ. 

άνομοιόμετρος . 2. Χ. Παμπ. 52. 

ανομοιομορφία, ή Σπ Ζαμπ. 64. 

ανομοιόμορφος, 2. Ίίγκύκλ. ύπουργ. 70. 

— Ν Δραγ. 79. — Έστ. Έφ. 29 Αύγ. 94. 
άνομοιόστοιχα, τά. Ά 'Ρ. 'Ραγκ, έν 

Απάντων τόμ. ε'. σελ. νά — ξδ'. 

άνομοιοσνλλα§ος, 2. Δ. Χ. Σεμ.ιτ. 94. 

άνομοιοτέλεντον, τό. Άδ Κορ. 16. 

άνομοιοτελεύτως. Π. Γριτσάνης, 91. 

άνομοιόχρωμος, 2. Πζ έν Άκρ. 18 
Ίουλ. 96. 

άνομοιωτικώς. επίρ Γ. Ν. Χατζιδ. έν 
Άθηνα, 96. 

άνομοίωτος, 2. Γ. Ν. Χαιζιδ. έν Άθη- 
να, 95. 

άνομολόγησις, ή. Άκρ. 13 Απρ. 96. 
* ανομολόγητος, 2" μη ώμολογημενος. Χ. 
Άννιν. έν Έστ. 3 Σεπτ. 89. — «Έ'λ.» 2 
Άπρ. 93. — Πρωία 24 Αύγ. 96. — Κατ' 
άλλην σημασ. κε"ίται έν τοΐς Λεξ. της αρχ. 
γλώσσης τό έπίθ. τοΰτο. 

άνομολογουμένως ( — βαολογουαένως.) 
Π. Α. Καβ. 73. 

άνομομά&εια, ή ου νομοαάθεια. (ΐ'\ίο.η 
3 Νο. 92. 

άνονείρεντος, 2. (λήθαργος.) Αιών 15 
ΛΙαίου 87. 



[90] 



ανονειρος 



ανταγυρτης 



άνόνειρος, 2. ^υπνος.) Άκρ. 28 Ίουν. 97. 

άνονΟνλευτος, 2. Γ. ΛΙ. Βιζ. εν Έστ. 8 
ΜαρΓ. 9•λ 

ανοξείδωτος^ 2. Θ. "Λφεντ. 76- 

άνοπισθό&ονλος^ 2. Άκρ 27 Αύγ. 89. 

άνοπλόθηρ, ό. ζιοολογ.) Εύρ. εραν. — 
Νον. 73, — Πρβλ. το εξής. 

άνοστλοθήριον, τό. Πάνο. 51. 
— άνόπλονρα έντομα, τά. Αιμ. Νον. 73. 

άνοπτάω-ώ τά κύ7:ελλα. {ύτι[Ι--] Γίρμ. 
άΐβ ΟίΐρβΠβη &1)ίΐβί1ιηιβη, η ίΐιΐδ^ΐϋΐιβη. 
Γρ. Χαντσ. 47. 

άνόαττησις, ή. (/ημ.) Αα8§1α1ιαησ άβΓ 
Μβίίΐΐΐβ Γρ. Χαντσ. 47. 

άνοργαν^κάς 3. (σώματα.) Ξ. 7\άνδ. 
40, (δστις δμιος κα\ τω ορθώς έ'/οντΓ α- 
νόργανα σώμ. ε/ρήσατο) — Τ. Ε. Δρακ. 49. 

άνοργάνοστος,2. "Ιοε κα\ ανόργανοι τ ο ς. 
ΐ'άνοργανογεντ} γεννήματα '/ημικά.υ Κ. 
Μητσότ:. εν 'Αθηνα 96. 

άνοργανολογία. ή. Στ. Δ. Βάλβ. εν 
Προμ. 14 Όκτ. 90. 

άνοργάνως. Δ. Ί. Μαυροφρ. 60. 

άνοργάνωσις. ή. Κλ. Κλεομ. 87. — 
«Έφ.» 21 Μάρτ. 94. 

ανοργάνωτος, 2 Έπ. Δεληγ. 67. — Σ. 
Α. 1ν. 83.— «Έφ .) 23 Φεορ. 89. 

άνορθίτης, ό' (ορυκτολογ. Κ. Μητσ. 90. 

άνορθογραφέω-ώ. Ήλ Στ. Σταθόπ 
51. — Ν. Κοντ. λ. 89. — 'Ακο. 27 Αύγ. 

95. — 'Αγ Βλ. λ. 97. 

άνορθογραφήματα, τά. Μ. Π. Βρ. εν 
Έθν. Ήμερολογ. του 1869. — Π. Τριαν- 
ταφ. 70. 

άνορθογράφησις, ή. Σ. Α. Κ. 88 

άνορθογράφητος. 2. Δ. Ν. Βερν. 

άνορθογραφίαι , αί. 'Αγ. Βλ. λ. 71. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. 

ανορθόγραφος, 2. Σκαρλ. λ. 56. — 'Αγ. 
Βλ. λ. 71.— Έμ. Τοίδ. 77. — Ταύτην 
κα\ μόνην την τόνωσιν της λέξεως τω 18 . 
εδε'/θη ό Δ. Ν. Βερν. σημασίαν δε τήν δε 
μίαν «δ άνευ ορθογραφίας ω ουκ εστίν ορ- 
θογραφία», ο/ι δε διπλήν, ένεργητικην κα\ 
παθητικήν, ως εδ-/θη ό Κ. Σ. Κόντος κα^' άλ- 
λοι Ό "Αγ. Βλά/ος εν τοΤ Ελληνογαλλίκω 
λεξικω του τ(ο 1897 μίαν μεν ανέγραψε τό- 
νωσιν, την άνορθ ό γ ρ α φος, σημασίας δε 
δύο, τήν ηιιι1θΓί1ιο§Γίΐρ1ιίό κα\ την ο[ηί ίίΐϊί 
άβ8 ίιηιίβδ ιΙ'οΓϋιοι^ΐίίρΙιβ. 

άνορθογράφως Τ. Νερ. 74. — 'Αγ. 
Βλ. λ. 97. 

ανορθόδοξος. 2. Άκρ. 29 Ίουν. 98. 

άνορθότης, ή. Δ. Μαζαράκ. 66. 

[ 



άνορθοσκόηιον, τό (φυσικ.) Τ. εν Έγ- 
κυκλ. λες. 

άνόρθωτα. έπίρ 'Ανώνυμ. 793 εν επι- 
γραφή βιολιού παρά τω Α. Π. Βρετω εν 
Νεοελλην. φιλολογίας με'ρ. Β'. σελ. 93" ά- 
νόρθωτα ολισθαίνει. 

ανορθωτικός, 3. Άκρ. 10 Ίουν. 92 κα\ 
13 Φεβρ. 93. —Άστυ " 95. 

άνοροθέτητος, 2. «ΐΝεολόγος». 

άνορνγματα, τά. Έρμ. λό . 16. 

άνορυκτικός, 3. (ορε'ατα. δοκιμαί.)Άκο. 
18 Σεπτ 9: κα• 3 Μαίου 95. 

άνορύξιμος, 2. (μεταλλεΐον.) Σ/. Λεβ. 
λ. 61. ^ 

άνοσήλεντος. 2. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 79. — 
Άκρ. 12 Σεπτ. 97. 

άνοστολογέω-ώ.^λατ^ 21 ΛΙαΐου 96. 

άνοστολογήματα, τά. Βήτας Ιν 'Άστει 6 
Ίουλ. 96. 

άνοστολογίαι, αι. Άκρ. 28 Άπρ. 90. 

— "Αστυ Ο Μάρτ. 95. 

άναστότης, ή. Γο. Ξενόπ. εν Ήμιούλ. 
"Αστεως 25 Νο. 97.' 

άνοσφρησία ή. Θ. Άφεντ. 76. 

άνονλοχυτεΐν, Κύγ. Βούλγ. — Τπ. εν 
εν τοΙς Αεξ. της άρχ. γλ. το ούλο/υτεΐ- 
σθ αι. 

άνονρία^ ή. (ίατρ.) Δ. Πετρίν — Β. Γκύζ. 
εν Έγκυκλ λεξ. Φέξη- 

ανονρος,Ί' άνευ ούρας. Άκρ. 16]Μαρ.87. 

άνουαιολογήματα, τά.ίΝεα εφ. 1 Ίαν. 87. 

άνουσιολογία, ή. "Αστυ 12 Νο. 96 

άνονσιότης, ή. Άκρ. 6 Δεκ. 93. — 
«'ΐίφ.» 25 Μάρτ. 94. 

άνονσιοχυδαιολογίαι, αί Ν. Γ. Πολίτ. 
τοί 1887 άπεδωκεν οΰτω μεταφράζων τά 
εν τα'.ς Νεφελαις Αριστοφάνους τριβολεκ- 
τράπελα. 

άνοφθαλμία, ή. (ιατρ.) Άστυ27Μαρ. 94. 

ανοχής οίκοι (κατ' ευφημισμόν Γαλλι- 
κών) άντι δυσώνυμοι οίκοι ή κοινότερον 
ποΰνοστάσια. Άκρ. 25 Νο. 95. — "Αστυ 3 
Μάρτ. 96. 

άνοχλεύς, ό. (= μο)(λεΰς κατακλιντικός.) 
■ Γρ. Χαντσ. 47. 

άνοχλενω. Κρ. Χαντσ. 47. 

ανοχύρωτος. 2. '.\κο. 8 Φεβρ. 94. — 

— 'Αγ. Βλ λ. 97. 
άνταγάπή, ή. Άκρ. 1 Νο. 95. 
άντΑγγλικός, 3. Άκρ. 23 Όκτ. 86 κα\ 

19 "Ιαν. 95. — "Ιδε κα\ αν τ ι αγγλ. 
αάντΑγιαθανασιώτατον είναι τοΰτο.β'Ιιο. 
Ίσ. Σκυλ. εν 'Κφ. 
άνταγύρτης, 6. Έστ. εφ. 18 Νο. 94. 

91] 



ανταγωγή 



ανταποκριτικος 



ανταγωγή, ή. Γαλ. Γθοοηνβηίίοη. Λεξ. 
νομοτε•/ν. 40. — Χο. 'Ρουιότ:. 54. — Άγ. 
Βλ λ. 71. — Κ. Κάλλ'.άο 84. 

άνταγωγικός, 3. Γαλ. Γθοοηνβηΐϊοηηβΐ. 
Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνταγωγικώς Γαλ. ΓβοοηνβηΙίοηηβΠθ- 
ωβηί. Άγ. Βλ. λ. 71. — Άκρ. 14 Όκτ. 
97: (ΐάνταγωγ'.κώς ερωτώμεν τον δείνα β. 

ανταγωνισμός, 6. Χρυααλ. — Σπ. Π. 
Λαμ;:ρ. 86 — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνταγωνιστικώς. Ν. Κωοτ. 49. — Μ. 
Βλάο εν Έλ. φιλολ. Συλ. Κστπλ. 6.3. 

άνταναγραφενς^ 6. 'ίταλ. άβρίΐίαίο Γβ- 
^ϊδίΓαΙοΓβ. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνταναθεματίσεις, αί.Παλιγ. 8 Ίουλ. 89. 

άνταναιμικός, 'ό. (φάρμακα.) Λ'εολο'γ. 
Κστ-λεως 3 Μα:ου 90. — Έν 'Άστει 27 
ΆΓ:ρ. 9Ί : αν- 1 αναιμική κίνα. 

άντανακινέω-ώ. Γο. Λ Ξενότ:. 

άντανάκλασμα, τό. Γρ. Χαν-σ. 47. 

άντανακλαστήρ, 6. Γαλ ΓβίΙβοΙβιΐΓ. Γρ. 
Χαντσ. 70. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. — άντανα- 
κλα^ιηρε; φαν&ί. 'Άστυ 10 Μάρτ. 96. - 
"Ιοε κα\ άντανάκλαστρο ν, έτι 5έ κα\ άν- 
ταυγαστήρ κα'ι άνταύγιον. 

άντανακλαστικώς. λΥβΐίχ. λ. 796. — Θ. 
Άφ^'•**• 8~• 

άντανάκλαστρον , το Γαλ. ΓβνβΛϋΓβ 
■/.ά\ ΓβίΙβοΙβαΓ. Σ/. Λεβ. λ. 61. — ιΝ. Κοντ. 
λ.^89. 

άντανάκρισις, ή. Σ/. Λεο. λ. 61. 

άντανάκτορον, το'. «εις άντανάκτορον έ 
οοκίμασε να μεταοάλτ, τό βουλευτήοιον τη 
18,Φεβρ.9•2 6 Θ Π Δ'.» Άκρ. 30 'Οκτ. 9^ 
= ^Ανταναναρί&ο, ή πρωτεύουσα τώνΧο- 
οάς της νήσου Μαδαγασκάρη;. ΒγοοΙϊΙι. 
ΟοηνβΓ33,1. Ιβχ. Ο-ίτω κα'ι εν Άκρ. 7 Οκτ. 
95, ένθα έγράφη, ό'τ: κατά τον καθηγητήν 
των άνατολ. γλωσσών '.λριστ. Μάο, ή λεξ. 
σημαίνει Χιλιόττολις, σύνθετο; ούσα ά-ό το 
άρθρον αν, ά-ό τό τανανα (= πόλις καΐ 
άπό το άρίδο (= χίλιοι*. 

άντανασκευή ή. Δ Ι. Μαυροφρ. 60. 

άντανατέλλω. Άγ. Βλ. 75. — Έμ. 
Ί'οίδ. 77. — Π. Κ. Ά-οστολίδ. 86. 

άντανΑτολικός, 3. ι μετά του ά ν θ Ε λλ η- 
νικό;). Μακεδών έν Άκρ. 15 Σεπτ. 88. 

ανταγωνίστρια ή. Άκρ. 12 Δεκ. 86. 

άνταδικήματα, τά. Γ. Ά. 'Ράλ. 

άνταισθάνομαι/ \5 Κορ. 05. 

άνταίτημα, τό. Λεξ. νομοτενν. 40. — 
'Λκρ. 2 Ίουλ. 96. 

άνταίτησις, ή. Χο. 'Ρουσόττ. 54. 

άνταιτιάσεις, οί. Ά. Ρ. Ταγκ. 48. 



άνταλγικός, 3. (!ααρ.) Α. Κοντ. λ. 89. 
-'-άνταλκαλίκός, ,ί. (/ημ.) Ν. Κοντ.λ. 89. 

^ Ανταλκι§ιαδικός 3 «Έφ.» 2 Νο. 89. 

^Ανταλκίδειος ειρήνη, ην οί άρ/α'ΐοι τήν 
έπ' Άνταλκίδου έκάλουν Κ. Άσ. 58 έν 
λόγω 7:ερ\ Αλεξάνδρου τοΰ μεγάλου, σελ. 
22 κα'ι 164. — Έ». μυοιάκ•;, τελευταΐον έν 
Άκρ 25 Ίαν. 97. 

άνταλλαγοπράκτωρ, 6. Ίταλ. α^βηίβ 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άνταλλάκται, οΊ. \\/.ρ 2 Ίουλ. 89. 

άνταλλακτήρια τα/υδρομικά γραφε'.α. 
'Ιίλ. κωδ. .50. 

ανταλλακτικός. 3. Λεξ. νομοτε/ν. 40 

— Ίόν. κωδ. — Π. ΙΙαπαρρηγόπ. 
άντάλλακτρον, τό Ίταλ. 0Εΐηι1)ίθ. Λεξ. 

νομοτε/ν. 40. 

ανταλλάξιμος. 2. Άγ. Βλ. λ 71. 

άνταμειπτικός, 3. Ίταλ. πηιιιηβιαίο- 
ΓΪΟ. Α Γρ. Καμ-ούρ. 78. 

άνταναφορά, ή. Γ. Ι. Δέρβ. 84. 

άντανέμιον, τό. Γαλ. ρίίΓανβηΙ;. «Έφ.» 
16 Ίουν. Ν9. 

άντανθο€ολεΐσθαι. Άκρ. 8 Αύγ. 92. 

άντανθρωττικός, 3. (τρόπο;). Ί'αμπ. 

άνταντιττρότασις, ή «προτάσεις, αντι- 
προτάσεις κα'ι άνταντιπροτάσει;.» Λ'ών 18 
Μαίου 87. 

άνταννψονσθαι. άντανυψοΰτο. Σπ Τρι- 
κούπ. 

άνταπαίτησις, ή. Άγ. Βλ. λ. 71. — Ν 
Κοντ λ. 89. 

άντατταιτηταί, οί. ΙΙαλιγ. 18 Άπρ. 86. 

— Γ Σ. Φραγκούδ. έν Άκρ. 4 'Οκτ. 95. 
άνταπαντάω-ώ. «Έο.» ^Ιαοτ. 95. — 

Άγ. Βλ. λ. 97. 
άνταπάντησις., ή. Γο. Γ. Παπαδόπ. 45. 

— Σ. Α Κ. 52. — Α. Άαμασκην. 68 — Ν. 
Κοντ. λ. 89. 

άνταπειλαί, αι. Στρυμών έν Έστ. έφ. 4 
Ίουλ. 95 

άνταπευθύνω, Ά. Ρ Ταγκ. 75 — 
Άκρ 11 Αύγ. 93. 

άνταττοδεικτικός, 3. Πρ Β. Οϊκ. 

άνταττοδείξεις. αί Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Άκρ. 4 Άπρ, 94. 

άνταποκαλύπτω Π. Νιρο. έν 'Άστει 
25 Αύγ. 94. 

ανταποκριτής, 6 Επιγραφή βιβλίου 
εμπορικού τυπωθί'ντος έν Τριεστίω Ελλη- 
νιστί κα\ Ίταλιστί, τόΐ 1805. — Σκαολ. λ. 
56, — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνταποκριτικός , 3. ( μέλο; εταιρία;. 
θρίαμοος, αύθεντικότητες. σύστημα.) Ν. Κοντ. 
92] 



ανταηοκριτισΗος 



άντείσδνσις 



78. — Άκρ 22 Μαίου 91. — Έατ. ίο. 21 
Ίουλ. 9δ. — Τϊηΐβδ. εν Άκρ. 16 Μαίου 96. 

άνταποκριτίσκος,ο.ίί<ΰτ][ΐ.ίρίΒοίν.} β'Εο.» 
17 Σε--. 9;^. _ ' 

άνταηοχρίτρια. ή. Έφ. — Έν δΐ Άκρ. 
26 'Ιουν. ( 94 ;) άνί'γνω κα"Ί τό• ή ανταπο- 
κριτή ς . 

άνταττολογητήριον ζ-γ^ραψο-^,τό.Έλ./.ώ^. 

άνταηολογία, ή. Έλ. κωδ. — Ν. Κοντ. 
λ.^89.— Άγ.Βλ. λ. 97. 

άνταποσχοπεύτησις,ί\. Γαλ. άββίβηαθηί, 
άρσ. Γ. Άλ. Χαντσ. 47. 

άνταποχαιρετίζίο , 'Ιιο, Ίσιο. Σκυλ. 71. 

άνταριστοτελίϋός, '■' . Παλιγ. 1 "Ιουλ. 89. 

άνταρκτικώς. Ξ. Λάνο 40. — 'Υη. το 
έπίθ. έν το^ς Λεξ. της άρ/. γλ. 

άνταρσιαστής, ο. 'Αο'ρ. πολεμ. — Παρά- 
ξενος παραγωγή λέξεως. 

άνταρτάρχης,ό.Ί^[^.ίψ\^'λ.'^■/.ρ.Β 1ουλ.98. 
«ανταρτεύειν., ε'ς τάς υπόδουλους ^ώοας.» 
Άκρ. 9 Ίουν. 96. 

άνταρτικότης^ ή. Άκρ. 20 Σεπτ. 89. 

— Προλ. τα κατωτέρω άνταρτισμός κα\ άν- 
ταρτοσύνη, ά γειρότεριχ. 

άνταρτικώς. Πολίττ,ς εν Έστ. εο. 26 
Ίαν. 1^6. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνταρτισμός, 6. Άκρ. 18 Αύγ. 95. 

άνταρτοσύνη, ή. Άκρ. 13 Άπρ. 98. 

άνταρχειοφύλαξ, ο. 

άντασφάλεια, ή. Γαλ. ΓΘίΐδ8ΐΐΓ3,ηοβ. Α. 
Γ. Ή(πειρώτης) ε'ν Έγκυκλ. λ. — Άστυ 
2;^ Μαίου 93.— Άγ. Βλ. λ, 97. 

άντασφαλίζω, Ά. Γ. Ή, ε'ν Έγκυκλ. λ. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντασφαλισταί, οί. Άστυ 15 Μαίου 94. 

άντασφαλιστίκός, 3. (συμβόλαιον. εται- 
ρία.) Γ. Α. 'Γάλ. — Άστυ 15 Μαΐου 94. 

άντασφάλιστρα, τά. 

άνταύγασις ή. — Τπ. έν το'ς Λεξ. της 
άρ/. γλοΟσση; άνταυγασία κα\ ανταύγεια. 

άντανγαστήρ, 6. Γαλ. ΓβνβΓΐ)0Γ6 Π. 
Φφμπ. — Γ. Β. έν Έστ έφ. 31 Ίαν. 95, 
έν έπιφυλ. — Άστυ 24 Άπρ. 95, έν έπι- 
φυλ. — Άγ. Βλ. λ. 97. — Πρβλ. άνταύ- 
γιον. 

άντανγαστικός , 3. Εύγ. Βούλγ. 791. 

άντανγιον, τό. Γαλ. ΓβνβΓΐ)ϊ'Γθ Σκαολ. 
λ. λ. 

άντανγαστικός, 3. Ιΐύγ. Βούλγ. 

άνταυλικοί, οί Άκρ. 28 Ίουν 91. 

άντ Αυστριακός, 3. — Προλ. άντιΑυ- 
στριακος. 

άνταυτοκρατορία . ή ( κατά τό άντιβα- 
οιλεία.), Π. Ξανθάκ. 72, 



άνταφορίζω (έκκλησιαστικώς ) τίνα. Άν. 
Λ. Κυρ. 

άνταφροδισιακός, 3. Γαλ. αηΐΐνβηθ- 
ΓΪβη Γρ Ζαλίκ λεξ. 

άντΕΘραΐσμ,ός , ό. Άκρ. 4 Δεκ. 92. — 
Προλ. άντιΣη μιτ ισμός Παρατηρεί δε κα\ 
τήν μή δάσυνσιν τοΰ τ, ήν έ'/ομεν κα\ έν 
τή κατωτέρω λέξει Άντειμαρμένιοι κα\ 
έν άλλαις έτι. 

άντέγγραφον^ τό. Γαλ. οοηίΓθ-ΙβΙίΓβ. 
Έλ. κωδ. έν τή πολιτ δικονοαι'α. — Λεξ. 
Κοντ. 89. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άντέγκανμα., τό. Γαλ. οοηίΓ-έηι&ίΙ. Σ/. 
Λεβ. λ. 61. 

αντεγκλητήριον, τό Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άντεγκλητικός, 3. Ίω. Πανταζίδ. 89. 

άντεγκοπίς, ή Ίταλ. Ιαοοα άϊ ιίδοοη- 
Ιγο, ή οοηίΓΟ - ίαοοα. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άντεγωϊσμός.^ ό. Άκρ. 8 Άπρ. 94. — 
'Ιδε κα"Ί τά εξής δύο, Πρβλ δε κα\ τά φι- 
λαλλισμός κα\ αιλαλλισμός. 

άντεγωΐσταί, οί Φραγκιστ'ι κληθεντες κα\ 
παοά των ήμετεοων άλτοουι σταί . Άκρ. 
2θ"Σεπτ. 90. ' 

άντεγωϊστικός . 3. Άκο. 4 Λο. 90. — 
« Έφ.» 22 Ίαν. 92. 

άντεθναρχικός. 3 6 ων κατά τοΰ έσ/ά- 
το)ς κληθεντος έθνάο/ου θ. Π. Λ. Ακρ. 
11 Μάρτ. 95. 

αντεθνικός. 3. Φ. Φουον. 25. — Ν.Σπηλ. 
26. — Άλ. Σοΰτσ. 31.— Ίω. Κωλ. 41.— 
Σ Λ. Κ. 51. — Σκαολ. λ. 56. — ΈπΑε- 
ληγ. 63. Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ.97. 

άντεθνικότης, ή. Άθηνα 8 Όκτ. 32. 

αντεθνικώς. ΪΝΙ. Δημ. 77. — Άν. Δ. Κυρ. 
93. — ίΐ. έν Έστ. έο. 30 Ίουλ. 95. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άνΓείκον6ζ'ω.Σπ.Ξέν.ένΒρετ.άστ.30Ίαν.92. 

άντειμαρμένιοι, ο\. Βεν. Λεσο. — "Ιδε τήν 
σημείωσίν μου είς τήν λεξ. ΑντΕβραϊσμός, 
τήν περ\ παραλείψεως της δασύτητος. 

άντειρηνικός, 3. Καθημερ. 2. Φεβρ. 88. 
— ΈπιΟεώρ. 'Οκτ. 90. 

άντεισαγγελεύς., Έλ. κώδ. — Σκαρλ. λ. 
56. Ν Κοντ. λ. 89.- Άγ. Βλ. λ.97. 

άντεισαγγελενων, ό. Κ. Δ. Καπράλ. έν 
Παρνασσιο, 94. 

άντεισαγγελικός, 3. (άρ/ή.). Άκρ. 18 
Δεκ. 94. 

άντεισαγγελίσκος,ίΛ,ν . Ί'άλ. έν «Έο.» 
δ Μουλ. 92. 

άντείσδνσις, ή Γαλ. βη(1θ8ΐηθΒθ. Σ/. 
Λεβ. λεξ. 61. — Ίω. ΙΙύρλ. — Ίδε κα\ άν- 
τεισροή . 

93] 



αντεισηγητής 



άντεπιΘατίχά 



άντεισηγητής, 6. Έφ. Κυβ. Ίουν. 97. 

άντεισιτήριον, τό. Στίψ. Ά. Βλαστός 
88: «ό ΐοως θί'ατρόν εστίν, ένθα -ρό της 
θύοας οιανΐαουσιν αϊ γυναίκες άντεισιτήοια. » 

— "Αστυ 2-3 Νο. 91. 

άντεισροή, ή Γαλ. βηάβδίΏΟδβ. Σ/. 
Λεό. λ. 61. 

άντεα&ροντεΐα, τά. ( =άντιτηλεδολοστά- 
σια.) Το Χαντ3. 47. 

άντεκδικέομαι -οϋμαι. Ά. Φοαντζ. 39. 

— Χρυσαλ 6Ί. — Ν. Χ. Άμβράζ. 78. 
άντεκδίκηκις, ή. Άδ. Κορ. 07. — Φ, 

Φουρν. 25.— Ν. Σπηλ. 26. — Ίω. Φιλήα. 
84 — Π. Άργυρόττ. 50. 

άντεκδικητικός, 3. (διαβήματα ) Γερμ. 
ΕβρΓβ8δΐνηιαιΐδ8Γβ§6ΐη. 

άντεκδίδω « άντεξεδωκαν άντίοοησιν. » 
Ίΐλ. Τανταλ. 47, 

άντεκδούλευσις, ή. Μετάφρ. Λουίζα; 
Μίλλερ. 

=ά.ντεκζεματικόν ρευστόν, τό. Φοίοος 
Ίω. Πΰρλα. χλο. 93. 

αντέκθεσις, ή. «Έΰ.» 30 Νο 89• — 
Έσ-ερ. '.λκρ. 28 'Οκτ'. 97. 

άντεκκαλέω-ώ. Έλ κώδ. — Λεξ νομο- 
τεχν. 40. — Χρ. "Ι'ουσόττ. 

άντεκκλησιαστικός, 3. Κ. Κούμ. — Ν. 
Κοτζ. 7,^. 

άνεκκλησιαστικώς, Κ Οικ. — Ω εν 
Έστ. ίο. 30 Ίουλ. 95. 

άντέκκλησις, ή. 

άντέκκλητος, 2. ( νομικ.). Χρ. Ί'ουσο'τ:. 

άντεκστρατεύω. Π. Χ^ώτ. 

άντεκτίμησις, ή. Πλ. Λρακ. 89. 

άντέκφρασις, ή. ( εύ/αοιστιών.) Άκρ. 
30 Λυγ. 94. 

άντεκφώνησις, ή. Π. Χιώτ. 59. 

άντελατήριον, τό' (κλειδωνιας.) Γαλ. 
ίοαΐΐΐβΐ. Σκαρλ. λ. 56. 

άντελεγκτικός, 3. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άντέΚεγχος, ό. Μακεδών εν «Έο.» 12 
Ίαν. 90. 

άντελεώ Τ.μ Ι. Φιλήμ. εν Παρν. 94. 

άντελλογίσιμος^ 2. Ίταλ. οοιηροιίδαΐ)!!©. 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άντελλόγισις, ή. ( λογ στική πραξις εν 
εμποοικο'ΐς βιβλίοις. Ί Ά Γ. Ή-ειρ. εν Έγ- 
χυκλ. λεξ. 

άντελλογιστής, ό Ίταλ. οοιηρβηδαίοΓβ. 
Λεξ. νομοτε•/ν, 40. 

άνιεμ^άσματα, τά. (έμ;:ορ.). Άκρ 15 
Ίαν. και 1 Φεβρ. 95 και 25' Μαίου 97. 

άντεμ^ολιασταί, οι. Α. Καραλίβ. 
-άντεμετικά, τά. Δ. Πυρ. 31. — Πολ. 



Καλημ. 35. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. 

άντεμφρακτικός, 3. Λ. Πύρ 31. 

άντεναγκαλίζομαίτί'^Λ.Ά/.ρ. 1 1 Ίουν. 91. 

άντενάγω. Γ. ΐΜ. Βίκ. 38 — Λεξ. νομο- 
τε/ν. 40. 

άνταναγωγικός, 3. Λεξ νομοτε/ν. 40. 

άντεναγωγοΐώς. Αεξ. νομοτε/ν 40. 

άντενέργεια, ή. ίΝ. Θεοτ. — Χρ. Άκαρν 
— Α Γαζ — Ίω Κοίλ. — Α. Μουστ. Λεξ. 
νομοτε/ν. 40. — Ν. Ι. Σαο. — Ν. Κοντ. 
λ.^89. \ 

άντενέργησις, ή. Ιιύγ. Βούλγ. 

άντενεργητικός^ 3. ϋύγ. Βούλγ. — Ίώσ. 
Μοισ. 

άντενεργός, 2. (μερ'Ίς κττ.). Μ. Στ. Μα- 
λαίας 61. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άντενίσταμαι «Έφ.« 11 Φεορ. 87ι 

άντενοχοποιέοι} -ώ Σπ. Τρικούτ:. 

άντένστασις, ή Έλ. κώδ. — Άγ. Βλ. 
λ. 71.— -Ν Κοντ. λ. 89. 

άντεξαστράτττειν. ίΐύγ. Βούλγ 

άντεξχγείρω-ομαι. Άλ. Σουτσ. 53. — 
Ά Γ. Ταγκ. 66. 

άντεξονειδίζοί. Εύγ. Βούλγ. 

άντεξν§ρίξω, Εύγ Βούλγ. 

άντεπαγωγή, ή. (όρκου.) 'Ελ. κώδ. — 
Λεξ. νομοτε/ν. 40 — Ν. Κοντ λ. 89. — 
Άγ Βλ. λ. 97. 

άντεπαντικός, 3. (σωματεία ι τά Γερμ. ΥβΓ- 
. Άστυ 10 Ίουλ. 93. 
όρκος). Λεξ. νομο- 



3. ( 



αντεπακτος 

τε/ν. 40. 

άντεπάμειψις, ή Εύγ. Βούλγ. ος πολλά- 
κις ε/ρήσατο τη λέξει. 

άντεπανάστασις, ή. Σττ. Ζαμπ. 64 — 
Ίω. Περβ. 64. — Ά. Βαμ;:ας 69. - Ίω. 
Ν. Βαλ. 71. 

άντεηαναστάτης , ό. Στ: Γ. Μαλάκ 63. 

— Άγ. Βλ. λ. 71. 
άντεπαναστατικός, 3. 'Επ. Δεληγ. 63. 

— Λαμ. .Χρηστό- 74. — Άγ Βλ. λ. 71. 

άντεπανεστατικώς, Άγ. Βλ. λ. 71 κα\97. 

άντεπαρχία ή. Άρ/ε"ία Ίίλλην. παλιγ- 
γενεσίας, τ. α'. σελ. 339. — Ν. Σ-ηλ — 

Γ~. εν το'.ς Λεξικο'ίς της αρχ. γλώσ ό άν- 
τεπαρ/ος. 

αντεπέμ€αοις, ή. Κ. Παπαρρηγόπ. 

άντεπεξέλενσις^ ή.. λ. Ν. Πετσάλ. εν Άκρ. 
'.'9 'Οκτ. 92. 

αντεπεύχομαί . 
(^άντεττι^ατικά οία να 6νομάσωμεν οΰτω, 
ένστικτα των σιδηροδρομικών υπαλλήλων.» 
«'Εο.Β 6. Σεπτ. 90. 



[94] 



άντεηι€ολενς 



"Άντηνορων 



άντεηι€ολενς, ό. (στρατ. νεοελ. ) Γαλ. 
οοηίΓβ-έΙίΐιτιρβ. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντετιίδειξις, ή. ρΈο.» 3 Άπρ. Άκρ. 8 
Ίουλ. 90. — Έστ. έφ. 7 Νο. 95. 

άντείΤίίρασίί, ή. Ν. Ά Μαυροκορο. 'α- 
τοος. — Κ Σ. Ξανθό-. — Ν. Κοτζιας 78. 

— Ίω. Σκαλτσ. 93. 
άντεστιδρομή, ή. Δαν. Φιλιπ. 
άντεπιζυγίς, ή. ( νεολ.) Γαλ. ίααχ-§αίη- 

ά&^β. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντεπικρίνω, Άγ. Βλ. λ. 71, — Δ. Χα- 
σ'.ώτ. 3 ν Πανδ. 71. 

άντετΐίκρισις, ή. Ν. Βάμβ. 39. — Κ. Άα. 

— Ν. Ινονχ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άντεπικριτής δ. Άγ. Βλ. λ. 71. 
άντεστικρούω . άντεπεκοούσθη, Ν. Ι. 

Σαρ. 39. 

άντεπιλησιτικός, 3. (φάρμακα ) Δ. Πυρ. 
31. — Πρβλ . άντ ι ε ~ ιληπτικός. 

άντεττιλογίζω Λεξ. νομοτε/ν• 40. — Δια 
ταύτης κα\ τώ\ι έξης τριών λίξεων ή Γαλλί- 
στι λεγομένη ΟοηίΓοΙβ κα'ι τα έργα του ΟΟΠ- 
ίΐ'οΙβίΙΓ καΐ το άρ'/ε'ίο'ν του σημαίνονται εν 
τω Λε^ικω τούτω επ\ της Ιονίου πολιτείας. 
Έν Αθήναις δε άττό δεκαετηρίδων είναι εν 
/ρήσει το ελεγκτής κα\ το ελεγκτικον συνε- 
δριον, Γαλ. ΟΟΙΙΓ άθ ΟΟίηρίβΒ, έξω αν ά- 
πατώμαι, κα\ το άντεπιλογιστεΐον σημαίνει 
ίσιος το εν Αθήναις καλούμενον Γενικον λο- 
γιστήριον, 1)0ΐΐΓβ&ιι άθ οοΐΏρΐαΙ)1ϋ;έ, ως 
βλε'πω εν τω Λεξ. του Άγ. Βλ. 97. κα\ -ρό- 
τερον έ'τι έν τω του Σκαρλ. λεξ. δί). 

άντεστιλογισμός, 6. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άντεττιλογιστεΐον, ιό. Λες. νομοτε/ν 40. 

άντεπιλογίστής^ 6 Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άντεπιμένω «Εφ.» 17 Αύγ. 89. 

άντεσιιμονή^ ή. 'Εφ. 27 Ίαν. 98. 

άντεπιπίπτω. Δαν. Σουρμ. 

άντεπ^^ΐλήττ^ο. Εύγ. Βούλγ, 

αν τ επισείω. Ν Καλλισ-Ξρ. 

άντεπισκέτττομαι, Άδ. Κορ. — Σκαρλ. 
λ. ο6. — λ£α Πάνο. 68 —Ν. Κοντ. λ. 89. — 
«Έφ... 30 Όκτ. 94. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντεατίσκεψιςι ή. Άδ. Κοο. — Σκαρλ. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. —Άστυ '27 Άπρ. 95. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
άντεπιστημονικός. 3. 1Μ Δήυ.. 77. 
άντεπιστημονικότης , ή. Άκρ. 15 

Σε-τ. 95 

άντετΐΐστημονικώς. Μ- Δημ. 77. — Άκρ. 
25 -Οκτ. 93. 

άντεπιστολενς, υ, Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

— Φίλ. Ίω. 68. 

*άντεπιστολή, ή. Γαλ. ΟΟΠβδροηΐΙαηΟθ. 

[95 



Βασιλ. διάτ. 33. — Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Άλλην σημασίαν εΤ/ε το -άλαι ή λε'ξις. 

άντεπιστρεπτική δύ/αμις του νοός. Γαλ. 
ιβββχϊοη. Π. Κοδρ. 16. — Ό Κορ. κατα- 
κρίνας τήν φράσιν. άντ' αυτής ε-ροτεινε το 
άνάσκεψις ή άναλογισμος, ά 6 Κοδρ. υστεοον 
δεν ελειψεν ώσαύτο^ς να κατακρίνη. 

άντεπιταγή , ή, Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άντεστιτάγματα, τά. «Έφ.» 22. Σε-τ. 
91,έν έ-ιφυλ. 

άντεπίτείχισμός, 6. 

άντεπιτετραμμένος τά της σμύριδος, ο 
Γ. Πρωτο-α-αδακ έν Άκρ. 23 Όκτ. 87. 

άνΓείΤί9!'αινο^α4.άντεπι:5αινόμενος.«'Εφ.» 
12 Μάρτ. 89. 

άντεηιχειρήματα τά. Λεξ. νου.οτε/ν.40. 
— Λεξ. -\ Κοντ 89. — Άστυ 29 Δεκ. 94. 

άντεατωδή^ ή. Γαλ. οοηίΓβ ίοιίσαβ. Σ/. 
Λεβ. λ. 61. 

άντεττωδικός, 3. ( μώλυ. ) Εύγ. Βούλγ. 

άντεπωμίς, ή. Γρ. Χαντσ. 47. 

άντεττωνυμία . ή. Έφ. 95. 

άντΕρασμιανός, 3. Ίω. Β. Τέλους. 

άντερέθισις,'η. Κ. Άσ. 53: σύστημα άν- 
τερεθίσεων έν τί) ιατρική. Ίταλ. οοηίΓα- 
δΐΐιηιιΐο. 

άντερεθισμός, 6. Σ/. Λεο. λ. 61. 

άντερεθίστικός, 3 ( φάρμακα Ιν τη •α- 
τρική ) Κ. 'Λσ. 53. 

άντερισμός, 6. Ε. β. Β. Δελβινιώτ. 63. 

άντερωτνκός, 3. φάρμακον . ΐΑΙι/. Περδ. 

άντεναγγελικός,Ζ. Άδ. Κοο. 20. — Έα. 
'Γοίδ. 06.- Ν. Χ. Άμβράζ.'78. 

άντευγνωμοσύνη, η. 'Ι'. Βελεστ. 

άντΕνκλείδειος γεωμετρία, ή Κυ-.Στεφ. 
έν Έγκυκλ. Λεξ. 

αντΕνρωπαΐκός, 3. Άστυ 'Α-ρ. 91. — 
«Έφ Β 9 ιΜαίου 91. — Άκρ. 26 Σεπτ. 
91. — Π. Καοολίδ. έν 'Εσπεο. Άκρ. 4 
Μάρτ. 97 

άντεφαρμογή. ή. 

άντέφεσις, ή. Έλ. κωδ. — Χρ. Τουσόπ. 

άντέφοδος. ή. Άκρ. 2 Αύγ. 95. 

άντεφορικός^ 3. 6 κατά τίνος εφόρου ών 
ή-ένεργών. 'Λκρ. 2 Σεπτ. 87. 

άντεφορισμός, 6. το κατά τίνος εφόρου 
είναι ή ένεργεΐν. Άχρ. 2 Σεπτ. 87. 

άντήνεμον, το κοινώς παν\ τοΰ μα γέ- 
ρε ιοΰ. 'Ονομ.. ναυτ. 58. 

άντηνεμόω -ώ ίστίον κοιν. σοπράρω, 
καπάρο^. 'Ονομ. ναυτ. 58. — άντηνεμου- 
σθαι. ( παθητ. ) Ήλ. Κανελλόπ. 
Άντηνορων, ό. υποδιαίρεσις τοΰ θ'. κύ- 
κλου τοΰ κατά Δάντην "Αδου. (Ίταλ. Αηίθ- 

] 



αντηχητηρες 



άντι€ηχιχ6ν 



ηθΓ3, εν τω λο'. ασματι του ΙηΓβΓηο ) Γ. 
Άντίϋνιάδ. 74. — Το ονομ.α έκ τοϋ έν Τροία 
ποτέ Αντήνορος 

άντηχητήρες, οι. 

άντηχητικός, 3. ^βίσ. λεξ. 796. — Κ. 
Κουμ. 12. — Φ. Φουρν. — Κ. Άσ. 53 — 
Β. Λάκ. 61. — Ί. Πολυλ. 
άντηχολογέω -ώ 'Ρ• Βελεστ. 

αντί. « τών άντι- και συμπολιτευομενων.» 
Άκρ. 24 Όκτ. 59. — Πρβλ. πρό•ετι δε 
κα\ σ ύ ν . 

^ ΛντιΑγγλικός., 3. «Έο.» 11 Ίαν. 90. 
— Άκρ. 14 ιΝο. 94 

άντιαδική συνάγ/η, η" παρασυνάγ/η, ή. 
Λατ. αησίηα ΙοηδϊΐίαΓΪ». Θ. Άφεντ. 54. 

άντιαδοτόμον, τό* ον. χειρουργ. οργά- 
νου Ίω. Όλ. 

άντίΑθωςι ό• ή έτερα των δυο κορυφών 
του δρους "Αθω, ή δυτικωτε'ρα. Ν. θ. Σ/ιν. 
εν 'Οδοιπορικώ του άγ. δρου;, 88. — Κγ• 
κυκλ. Λεξ. 89 

άντιαιτήματα, τά Άκρ. 22 Αύγ. 89. — 
Όρθότερον το άντ α ί τημα. 

άντιΑκαδημιακός 3. Μω Περβάν 64. 

άντίακαθαρτικοί εκλογέα, θ7]υ.άργο^ ( ! ) 
Άκρ. 22 Αύγ. 95. 

«αντιαλκοολικη διδασκαλία εν το"ίς σ/ο- 
λείοις της Γαλλία; ζΐια.γβζ'.ια προ όλίγ(ον 
μηνώνο. ΒουλεοαρδίΞρο; εν Άκρ. 13 Δεκ. 97. 

άντιαλκοολισμός, 6. Βουλεοαρδ. ε'νθα 
άνωτ. 

ΆντίΑμερικανικός, 3. Άκρ. 9 Δεκ. 97. 

άντιαναρχικός, 3. Άκο. 26 Όκτ. κα\ 
22 Νο. 94. 

άντιανδρικη αποικία γυναικών ή ύπο της 
Μαίρης Ούώ).κερ εν Ά(χερικη συστασα ( ει 
αληθεύει). "Αστυ 8 *Οκτ. 95. — "Ονοαα 
Άυ.αζόνος Άντάνδρη εΰρηται παρά τω 
ποιητί) Κο'.ντιο Σμυρναίω. 

άντιανθρακονχος εμβολιασμός, ό. "Ελλ. 
εν Άκρ. 9. Ίουν. 98. 

άντιανθρώπινος, 2. Άστυ 15 Όκτ. 93. 
άντιανθριοπίνη πίεσις. Αυτόθι ΰ Μάρτ. 96. 

άντιανθρωπιστικός, 3. "Λστυ 27 Ίουν 
91. — Άκρ 9 Σεπτ. 91. 

άντιΑνταλκίδας, ( 6 δε'να. ) Ποωία 27 
Ίαν. 97. 

άντιαντίδρασις., ή. Άκρ. 1 Νο. 95. 

άντιανυδρο/.οΐ Ικλογε"ίς δημάο/ου (!) 
Άκρ. 22 Αύγ. 95. 

άντιάπηξ. ( άστοονομ. ). Δ. Κοκίδ. έν 
Έγχυκλ. λεξ. 89. 

άντιαποπληκτικός,Β. ( οαομακον. υδιοο). 
Άκρ. 18 Φεβρ. 88. 

[ 



άντιαρθριτικός, 3. Δ. Γ. 'Απ. εν Άκρ 

25 Ίουν. 90. 

άντιαυλικός, 3. Έατ. έο 29 Νο. 96. — 
Άκρ. 29 ΐΜαίου 97. 

άντιΑυστριακός , 3. Έστ ίο. 22 
Άπο. 96. 

άντιαυτοκράτειρα, ή. Πρωία 24 Μαίου 86. 

άντιαυτοκρατορικός^ 3. Άκρ. 30 Νο. 94. 

άντιΑφρικανοί οί Ιταλοί, οι άποστΕρ- 
γοντες τάς εν Ά'^οικη κατακτήσεις. Άκο. 1 
Ίουν. 89 και 19 Ίαν. 96. Αυτόθι 23 Φεβρ. 
96: άντιαφρικαν;κα\ διαδηλώσεις. 

άντι^αδιασμός, ο. Λατ. 8ίβ11ΐοηπ,Ιιΐ8. 
Άν Πολυζ. 36. 

άντι^αδιασταί, οί. Έλ. κώδ. 

άνζί^ακτηρικός, 3. Άκρ. 10 Νο. 90. 

άντί§ακχειακός, 3. ( στί/οι, ρυθμός.) 
Χούσ. Βαλασσίδ. έν Αθηναίου τόμ. η'. — 
Γ.' Μ. Βιζύη ν. εν Έγκυκλ. λ. 90. 
= άντι§άρ^αρος, 2. Έμ. Κόκκιν. 36. 

'Άντί^αρι, ειος, τό. Καρτερία 21 Ίουλ. 
78. — Οί κάτοικοι, Άντιβαρινοί. Άντιβα- 
ρεύς δ' έ'γραψεν ό Κ. Σάθ. 94. 

άντί§αρον . τό• ( = άντ;σταθμον.).Ν. Σπηλ. 
26. — Τά Λεξικά της άρ/ γλ ε/ουσιν εκ των 
Βυζαντινών συγγραφέων τό άντιβ άρημα. 

αντι§ασανίζω. Σ. Α Κ. 55. 

αντιβασιλεία . ή ΤΥβί^βΙ λ. 796. — 
Σκαρλ. λ. 56. 

ο.άντι§ασιλεύς βασίλισσα». Ουτοίς εγρα- 
ψεν, ( ε! δέ πρώτος, αγνοώ") ο Φαίδων εν 
Καζαμία Δ. Α. Κορομηλα τοϋ ετ. 72. — 
Πρβλ. εν τοΙς κατωτέρω τά άντιβασιλίς, 
άντιβασίλισσα . 

άντιζααιλευτικός., 3. ( επιτροπή.) Αιών. 

άντι§ασιλίζω, άντιοασιλίσασα Γαλλία. Σ/. 
Λεβ. λ. 61. _ 

άντι^ασιλικός, 3. Ίω Κωλέτ. 41. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. 

άντι^ασιλικότης, ή. Άκο. 15 Ίουν. 86. 
— Νέα έ». 20 Νο. 86. — Άστυ 25-6 'Απο- 
92 κα\ ιό Μαίου 96. 

άντι&ασιλίς,ίι. Ά.Ί\ Ί^αγκ. 88. —Πρβλ. 
το έξης, ο εγένετο κα^ συνηθέστερον. 

άντίέασίλίσσα, ή Θ Φαοαακ 52. — Ίια. 
Περβάν. 68. — Άκρ. 26 Μάρτ. 89. 

άντι^ασκάνια,τά. Ίω. Πύρλ — Έ/ρειά- 
ζετο ή λίξις, άφοΰ ύπηρ/αν τά προ βασκά- 
νι α έν το'ίς Λες. της άρ/αίας: 'Ίσως 

άντι€ασκανικόν εκ κοραλλιού κερατίδιον, 
τό. Άκρ. 4 ΪΜαρτ. 94. 

άντι&ηχικόν οαομακον οίον οί τοο/ίσκοι 
του Οβιαιίάβ. "Ωρα 17 Μάρτ. 86. — Γ.' Πα- 
παβασιλ. έν Άκρ. 22 Ίουν. 94. 
96] 



άντιΒισμαρκιχός 



αντιδήμαρχος 



άντιΒισμαρκικός, 3. Άκο. 11 Ίουν. 88. 

— « Έφ.» 5 'λτ.ρ. 91- 
άντι^εννορροιακόν ίινοόν, τό. Παλιγ. 5 

Νο 92. — 'Αχ.ρ. 12 Ίουν.'97. 
-{-άντι^ομ^αρδίζω, Γ. Σουρής εν 'Ρω- 
ιιΤ|ώ 1 ΪΜαρτ. 9". 

άντί^οσκα, τα τών -ροβατινών, ( το γά- 
λα και το έ'ριον.) "Ελλην εν Άκρ 38 Άπρ. 91 " 

άντιΒονλγαρικός^ 3. Έφ. 19 Ίουν. 89. 

άντι§ονλεντΐΗΟς, 3. Ν. Ι. Σαρ. 

άντι&ρά§ενσις, ή. Ά. Φραντζ. 39. 

άντι^ρα^ενω, Ά. Φραντζ. 39. 

άντι&ράχιον, τό. Γαλ. αναηί -1)Γ3,8. Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άντι^ρόχιον, τό. Γαλ. ραΓίίρΙνίϊβ, Σ/. 
Λεβ. λ. 61. 

άντι6ρωμιδρωτικός^ 3. — "Ιδε άρσικά- 
κοσμος. 

άντι&ρωμίΗοΙ εκλογείς δημ.άρχου( ! ) Άκρ. 
22 Αύγ. 9δ. 

άντιΒνζαντινός^ 3. ( πνεύμα) «Έο.» 12 
Ίουν. 88. 

άντιγαλακτιχός, 3. Σκαολ. λ. 56. — 
Ίιο Πύρλ. 95. 

άντιγαλακτισταί (!) οί νοθεύονιες τό γά- 
λα. Άκρ. 1δ Ίαν. 89. 

άντιΓαλλικός, 3 Ίω. Περβάν. 62. — 
Α?ών. —Άκρ. 19 Ίουν. 96. 

άντιγαμιστής, 6 ών κατά του θεσμοΰ τοϋ 
γάμου. Άκρ. 1 Αύγ. 91. 

άντιΓαρι§αλδινοί, οί. Έστ. 

άντιγάστορες' ίτζίΒ. (κατά τήν Οε'σιν.) Χρ. 
Ταούντ. εν Άρ/. εφ. 'Αθην. 89, σελ. 165. 

άντιγαστραλγικός^ 3. (ί5άρμακον.)"Αατυ 
2-3 Αύγ. 91.— Άκρ. 12 Δεκ. 95. 

άντιγαστρικός, 3. ( μέσον Οερα-είας.) Ίω. 
Ν. Λεδ. εν ΙΜνημοσύντ,. 

άντιγελάω-ώ Αμάλθεια, 46, εν έ::ιφυλ. 

άντιΓερμανικός. 3. Άκο. 4 Μαίου 88 
κα\ 8 Μαίου 93. — «Έο.» 23 Μαίου 91 

— Άστυ 7 Αύγ. 98. 
άντιΓερμανιχώς. «Έφ.» 29 ίΐεκ. 88. 
άντιΓερμανιστής^ ό. ( Δανός.) Άκρ. 24 

Ίαν. 94. 

άντιγερονσιαστικός, 3. (συλλαλητήριον.) 
Άκρ. 14 Άπρ. 96. 

άντιγεωργικός, 3. Άκρ. 21 Μαίου 90. 

άντιγλωσσολογία, ή. Λ. Σκιάς 9δ. 

άντιγλωσσολογικός. 3. Α. Σκιάς 95. 

άντιγνωμέω άντιγνωμοϋντες. Άκρ. 26 
Άπρ. 94. 

άντιγνωμία^ ή. Κύγ. Βούλγ. 

^Αντιγονισταί, οί ( : ) Αλήθεια έφ 
Άθην. 67. 



άντιγορίτης, 6. (δρυκτολογ.) Κ. Μη- 
τσόπ. Έγκυκλ. λ. 

άντιγραμματενς, ο. Πρακτ. 'Αρ/αιολ. 
Έταιρ. Άθην. 67. 

αντιγραφικός^ 3. ( αμαρτία, εργασία, 
μελέτη, πιεστήοιον. μελάνη.) Λ. Φίλιος 88. 
— Έγκυκλ. λ'. — Έστ. 24 Μάρτ. 92. 

αντνγνμνασιακοί. οί μή θε7^οντες πολλά 
γυμνάσια, οηλ. σ/ολε'ΐα της μέσης εκπαιδεύ- 
σεως. Έφ. 89. 

άντιγνμνασιάρχης, 6. Ψήφισμα του γυ- 
μνασίου Πατρών 24. 

άντιγνναικοκρατική εγκύκλιος υπουρ- 
γού εν Ίίλλάοι. «Έφ.» 28 Αύγ. 95. 

άντιγννικός, 3. (παίδευσις.) ΙιΐοΜ εν 
Ήμιφύλ. '.\κρ. 21 Ίουλ. 96- 

άντιγννισταί, οί. 'Ριϋοσπάστης εν Άκο. 
2δ Ίουν. 96 και 11 'Οκτ. 98. 

άντίδακτνλικός, 3. ( μετρικ. )Κ. Άσ. 53. 

άντίδακτνλοδεικτέω -ώ. Σπ. Παγαν. εν 
Έστ. εφ. 26 Σεπτ. 94. 

άντιδαμαλισταί, οί. Καραλίβ. εν Χρυ- 
σαλ. 64. 

άντιδανειακός, 3. ( πριίγραμμα υπουρ- 
γείου, άντιδανειακός ό Τρικούπης.) "Αστυ 
26—7 Μαίου 93. — Άκρ. 6 Ίουλ. και 10 
Νο.94. 

άντιΔαρ€ινισμός, ό. Έστ. εικονογρα- 
οτ.μ. 19 Μάρτ. 95. 

άντιδασκαλΐτις, ή. (νόσος!) Άκρ. 22 
'Οκτ. 91. 

άντιδεικτήριον, τό. Ίταλ. δοοηίπηο. 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άντιδεκανενς^ ό. Γαλ. νίοο - οαροΓ&Ι. 
Γρ. Χαντσ. 47. 

άντιΔεληγεωργιστής, 6. Β. Φιοκας εν 
Έ.στ. εφ. 7 Δεκ. 96. 

όντιδερμικά, τά. Α. Π. Ευστρατίου 90. 

άντιδεσποτικοί, οί κατά τίνος δεσπότου 
( δηλ άρ/ιερε'ως ! ), άλλα και γενικιοτε'ρα 
σημασία εΰ/ρ. ή λεξ. Γ. Ι.Δε'ρβ. 84. — Παλιγ. 

« άντιΔηλιγιάννην ζητε"ί ό κόσμος, β 
Άκρ. 14 Δεκ. 96. —Αυτόθι 26 Ίαν. 97. 

άντίΔηλιγιαννικός, 3. (κόμμα.) Άκρ. 
15 Άπρ. 96. — Πρωία 7 'Οκτ. 98. 

άντιΔηλιγιαννισμός . ό. Έφ. Άπρ. 98. 

άντιδήλωσις, ή Παλιγ. 11 Άπρ. 86. — 
Άκρ. 30 Αύγ.. 86. — Προμ. 7 Άπρ. 91. 

άντιδημαρχεύων, 6. Έσπερ. 'Λκρ. 6 
Αύγ. 93. 

άντιδημαρχικός , 3. (κόμμα κτλ.), 
« Έφ. " 4 Ίουν 87. 

αντιδήμαρχος, ό. « Έφ. » 6 Νο. 91. — 
"Ελλην ϊν 'Ακρ. 15 Ίουν. 98. 



[97] 



άντιδημεγερτικός 



άντιδοτήριον 



άντιδημεγερτιχός, 3. Φ. Φουρν. 55, 

ος διά ταύτης τ% λέξεως άττί'δωκε τήν Γαλ. 
ΓβαοίϊοηηίΐΪΓβ. άλλ' άστό/ως. 

άντιδημιονργία, ή κατά Σ/ελλίγιον εί- 
ειριονεία. Γρ. Γ. Πα~αδό~. 46. 

άντιδημοχοατικός^ Η. "Αστυ 26'Ιουν.91. 

άντιδημοχράται, οΐ. Χρυσαλ. 04. 

αντιδημοκρατικός^ 3. Κ. 'Ηρακλείδ. 40. 

— Σπ. Τρικούτ:. 
άντιδημοσίενσις, ή. Άκρ. 5 Άπρ. 87. 
άντιδημοσιενω, Νεα εφ. 
αντιδημοτικός . 3. Ν. Σπηλ. 56. — 

Σκαρλ. λ. 56 —1. Ν. Βαλ. — Ν. Κοντ. λ. 
άντιδημοτικότης, ή Δ. 1. Μαυροφρ. 55. 

— Αιών. — Ν. Κοντ λ. — Άκρ. '29 Σεπτ. 
94.— "Αστυ 1 Νο. 94, 

άντιδιά^ασις, ή. "Αστυ 30 Ίουν. 93. 
αντιδιαβητικός , 3. ( 'ατρικ. ) Παλιγ. 

28 Μαίου 86. 

<ί^Αντιδια€ολικη Ιπιθεώρησις », ον. πε- 
ριοδικού έν Γαλλία, περ"ϊ ου \'δε Άκο. 30. 
Μάρτ. 95. 

άντιδιαδήλωσις, η, Έφ. 

άντιδιαδηλωταί, ο1. 'Ακρ. 26 Μάρτ. 88. 

— Άστυ 12 Φεορ. 95. 
άντιδιαδηλωτικός, 3. « Έφ. » 1 Άπρ.88, 
άντιδιάθεσις, ή. Κύγ. Βούλγ. 790. 
άντιδιακοινόω - ώ. Σπ. Τρικούπ. 
άντιδιακοίνωσις, ή. Άκρ. 16 Όκτ. 92 

και Φεβρ. 97. — Έστ. 3 Σεπτ. 98. 

άντιδιακόπτω^ ^λόγον τινός.) Άκο. 18 
ΛΙαίου 96. 

άντιδιακρίνω. -ομαι. Εύγ. Βούλγ. 782. 

άντιδιαμαρτύρησις, ή. Ν. Σπηλ. 52. — 
Πρ&λ. το εξής. 

άντιδιαμαρτνρία, ή. 'Αδ. Κορ. 

άντιδιαμέτρως, ι έν συντάξει μετά γενι- 
κής πτώσεως. ) Στ. Ξε'ν. έν Βρετ. άσ. 6 
Φεβρ. 92. 

άντιδιατΰληκτίζεσθαι, Ά. 'Ρ. Ί'αγκ. 
94, έν 'Λπομνηα. 

άντιδιαττνλιακός^ 3. ( νομ.οσ7εοιον) 'Λκρ. 

29 Λεκ. 94. ' . 
άντιδιαρροϊκός, 3. Θ. 'Αοεντ. 76. — Θ. 

Τσικόπ 91. 

άντιδιασταλτικώς. Κ. Σ. Κοντός, 89. 

άντιδιαταγή^ ή. Ά. Κ. Όρλάνο. 69. — 
'Ακο. 13. Άπρ. 93 κα\ 27 Ίουν. 97. 

άντιδιατάραξις, ή, Χρ. Πανιαδόπ. 

άντιδιαφέρομαι, άντιδιαϊ;ερόμενοι. Α. 
Μ. Βλαστ.40.— Ν. Κοριτζ. 53. 

άντιδιαψενδω.-ομαι, «'Ιίφ. » 23 Νο. 89. 
■ — 'Κστ έφ. 7 'Ιαν. 95. 

άντιδιάψευσις, ή. « Έφ. » 9 Αύγ. 89. 

[98 



άντιδίδαξις , ή. « Παρά τοΰ Κεύνου έδι- 
δά/θη τήν Λατινικήν ό Κοραής έπ\ άντιδι- 
δάξει της (ϊλληνικης ». Δ. Θερ. 89. 

άντιδιεγερτήριος, 2. ( φάρμακα ) 'Ιω. 
Άσάν. — "Ιδε κα\ το εξής, 

άντιδιεγερτικός, 3. ( σύστημα θεραπείας 
έν τη ιατρική. ) Κ. Άσ. 43. 

άντιδιεθνής, 2. Μαρία Ν. Ι. Σαρ. έν 
Τηλεγράφιο Αθηνών, 79• 

άντιδιενέξεις, α'ι. Εύγ. Βούλγ. 

άντιδιενθυντής, 6. Έλ. χρον. 25. 

άντιδιϊσχυρίζομαι, Εύγ. Βούλγ. 

άντιδικανικοί , οΊ δυσαρεστοΰντες τους 
θεμιστοπόλους, Άκρ. 5 Άπρ. 96. 

άντιδικολόγος, 6. 

άντιδικυκλικοί , σύλλογοι έν Αγγλία 
άλλοτε κατά τής /ρήσεως τοϋ δικύκλου 
( —ποδηλάτου, ) υφιστάμενοι έτι. 'Λκρ. 9 
Νο. 9.=!. 

άντιδιοικέω -ώ, Ά. Φραντζ. 39 

άντιδιοίκησις, ή. Ά. Φραντζ. 39. 

άντιδιοικητής, ό, θ. Παπάζ. 49. — '() 
Φίλος τοΰ νόμου τοΰ έτους 24 έ"/ει τήν 
λεξιν έν σημασία τοΰ αντιπολιτευομένου τήν 
Διοίκησιν. Ούτω κα\ τά Έλλην. /ρονικά 
τοΰ αύτοΰ έτους. Άλλ' ή χρησίξ αυτή δεν 
διήρκεσε πολύ. 

άντιδιοικητικοί, οΐ ύστερον αντικυβερ- 
νητικοί κληθέντες άνδρες τής άντιπολιτεύ- 
σειος. Έλ. Χρον. 24.— Έφ. 89. — Χ. 
"Αννιν. έν "Αστει 9 'Ιουλ. 97. 

άντιδιοποίησις, ή. Λατ. νϊηίΐϊοαίϊο, 
Φίλ Ίω έν Φυσ. δικαίω έκδ, Λ. Οίκ. 

άντιδιόρνξις^τΐ. Κ. Μητσόπ. ένΈγκυκλ. λ. 

άντιδιπλωματικός. 3 Αιιίίν. — «Έ^(5. ■) 
23 Φεζρ. 9;'. 

άντιδιφθεριτικός, 3. ( ορρός, λύμφη, 
ύγρόν. μέθοδος τοΰ Βαίριγκ 'Ροΰ θεραπεία). 
Π. Νερβ. έν 'Αστει ο Σεπτ 94. — Άκρ. 
15 Σεπτ. κα\ 1 Όκτ. 94. — Παλιγ. 17 
Σεπτ. 94 

άντιδίωξις, ή^ Άλ. Τ. 'Ι'αγκ, 75. 

άντιδοκιμασία, ή. Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άντιδονεϊσθαι, « 6 ουράνιος άντεδονήΟη 
θόλος». Π. Σοΰτσ. 

άντιδονισμός, 6. Αιών. — Τ. Φιλήμ. έν 
"Αστει 13 Μαίου 94. — δο ν ί ζ ω κα\ δ ο- 
ν ι σ μ ό ν δεν έ•/ουσι τά Λεξ. τής άρ"/.γλώσ. 

άντιδοξία, ή Άδ. Κορ. — Κ. Σάθ. έν 
Χρυσαλ. ()6. — Δαμ. Χριστόπ. 74. 

άντιδοτήριον ιατρικόν, τό. δν. βιβλίου. 
Ν. Γλυκύς 728, έν αφιερώσει τής Γεωγρα- 
φίας ί\Ιελετίου. — - άντιδοτήρια κα\ άντιδο- 
τάρια βιβλία. Ξ. Λάνδ. — Άν. Κ. Δαμβ. 

] 



άντιδοτίΗος 



άντίθανατικ-η 



άντιδοτικός, 3. Κ. Πετρίτζης 08. 

άντιδονλικός^ 3. ό ων κατά του θεσμού 
της δουλείας. Άκρ. 27 'Ιαν. 8"^ ετι αυτόθι 
9 'Ιαν. 89. « ύπό άντιοουλικήν έ'ποψιν » 

- άντιδραματικός, 3. Άγ Βλ. λεξ. 97. 

άντίδρασις, ή. Σκαρλ, λ. 16. — Ίω. 
Πύρλ. 87. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. 
Βλα/. λ. 97. 

άντιδράσται, οί α'Εφ.» 41 Ίουλ 02. 
— ΒυΙΙάο^; έν Άκρ. 10 ΛΙαρτ 9'ί. 

άντιδραστήριον , τό. [ 7^1^•• ' ^• ^^άν<5. 
4:.— θ. Ά-^εντ. — Σπ, 0!κ. — Άν. Κ. 
Δαμβ 92. 

αντιδραστικός, 3. Κ. Κούμ. — Σκαρλ. 
λεξ. 56. —Κ. Σ. Ξανθόπ. 68. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ λ. 97. 

άντιδνναστεία,τ\. ί;) Γ. Ι, 'Δγγελ. 91. 
=-άντιδνναατικός, 3. ό κατά τίνος άρ- 
/ούσης δυναστείας, δηλ. ο'ίκου βασιλεύοντος 
ή ηγεμονεύοντος ) ων. Ν. Δραγ. 51. — άντι- 
δυναστ. κ•'νημα, αίσθημα κττ. Άκρ. 22 
Μάρτ. 95. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντιδνναατικότης . ή. Έστ. εφ. 30 
Νο. 97. 

άντιδνναατικως, Έστ. εφ. 26 Νο. 97. 

άντιδνααρεστέ(ο -ώ, Άν. Πολυζ. 
= άντιδναεντερικός, 3. Λ. Πύρ'. 31. — 
Ν. Κοντ. λ. 69. 

άντιδνσοσμίνη, η" φάρμ.ακον κατά της 
των ποδών δυσοσμίας. Σκρ\7: 16 'Ιουν. 96. 

άντιδνσηεσττικά φάρμακα, τά. Έσττερ. 
Άκρ. 21 Δεκ. 97. 

άντιδώρημα, τό, θ. Μανούσ. 46. 

άντιδώρησις, ή. Αιών 85. 

άντιΔωρικός, 3. Νεα Ήμερα Τεργ. Νο. 
94 ( κατά μετάφρασιν άρθρου τοΰ Έρν. 
Κουρτίου) . 

άντιΔωρισμός, 6. Νεα Πανδ. 57. 

άντιΈ^ραϊκός, 3. Άκρ. 30 Σεπτ. 97. 
ΐίάντιειδνλλιακώταται αί ποιμενίδες έν 
Ελλάδι». Άκρ. 19 Νο. 89. 

άντιεκζεματικόν οάρμακον, τό. Θόρυο 
5 Ίουλ. 98. 

άντιελενθεροτέκτονες ^ οί. Άκρ. 15 
Σεπτ. 96. 

ΆντιΕλλάς. ή Άκρ. 12 Άπρ. '92 

άντιΕλληνικός, 3. Άν. Γεννάδ. 91. 

άντιεμ&ολιαστικός, 3. « άντιεμζολιαστι- 
κης εταιρίας συνεδριον .). 

άντιεντομικός, ό. (κόνις. ) Άκρ. 6 
Μαίου 87. 

άντιεπιληπτικόν φάρμακον τότοϋ Ιιϊοςβ. 
Άκρ. 15 Ίουν 96. 

άντιεπιληητικότης, ή. Άκρ. 25 Άπρ. 97. 

[ 



άντιεπιστημονικός, 3. Θ. Π. Δηλιγ. εν 
'Άστει 22 Ίουν. 95. 

άντιερεθιστικόν, τό. Παλιγ. 22 Άπρ. 86. 

άντιερημωτικη θειορία, ή περ"! τοΰ μη 
ήρημώσθαί ποτέ τάς Αθήνας κατά τον μέ- 
σον αιώνα. Δ. Γρ. Καμπουρ. 69. 

άντιεταιρικός, 3. ( ένστικτα τά κατά 
εταιριών.) Άκρ. 9 Σεπτ. 91. 

άντιενεξαπτότης^ ή. Άκρ. 25 Άπρ. 97. 

άντιζαλιστικός , 3. ( '^άρμακον. ) Δ 
Πύ^. 31. 

άντιξητήματα, τά. Ά/ρ. 22 Αύγ. 89. 

άντιζυγία. ή. «τάξις κατ' άντιζυγίαν. » 
Γρ. Χαντσ. 47. 

άντιζνγιον, τό. Γαλ. (οοπίΐ'β -ροίΛβ ) 
Άγ. Βλ. λ. 71. — Έμ. 'Ροίδ.— Ν. Κοντ. 
λεξ. 89. 

άντιζύγωμα. τό. ( = αντιστάθμισμα. ) 
Παλιγ. 9 Φεβρ. 91. 

άντιζυμωτικός, 3. β. Άφεντ. 76. — 
Δ. Γ. Άποστολίδ. έν Άκρ. 14 Δεκ. 89. 

άντιζωγραφέο) -ώ' αντιγράφω ζίογρα- 
οίαν. Άδ. Κορ. 20. έν Πανδ. 66. — "Αστυ 
25 Μαίου 96. 

άντιζωγραφήματα, τά. Ε. Α. Σΐμ. 35. 

άντιζωοτομιαταί^ οι. Εστ. 84. — «Έφ.» 
3ϋ Ίουν. 89 — Άκρ. 31 Μάρτ. 94. 

άντιζωοτομιστιχός, 3. Έστ. 

άντιηθικοί, οί φιλοσοφοΰντες κατά τον 
δίΐηΐθΓ κα\ τον Νϊ ..β, οί καΊ Νεοκυνικοί. 
"Αστυ 1 3- 4 Μάρτ. 93. 

άντιηλεκτρικός, 3. Άκρ. 3 Νο. 89. 

άντιημικρανιακός, 3. Άκρ. 3 Όκτ. 94. 

άντιθαλαμηπόλοι χΨ^ς έν Αγγλία βα- 
σιλ. αυλής. Θ. Ν. Φλογ. 74. 

άντιθάλαμος ^ 6. Γαλ. ίΐη1;ίοΙιαηι1)Γβ. 
Οΰτιυ πολλοί, οίον θ. Παπάζ. 49• — Θ. 
Ν. Φλογ. 74. — Άκο. 5 Δεκ. 95 έν έπι©. 
— Ίίστ. έφ. 30 Νο". 96. Άλλ' ήδη πρ'ό 
τοΰ 1821 ό Ν. Παπαδόπουλος είχε μετα- 
■/ειρισθη το υ^^%6ν μετάφρασμα προ θά- 
λαμο ς, ύστερον κα\ ό Σκαρλ. Βυζ. '() δε 
Σπ. Τρικούπης έγραύε' που και άντίθυρα, 
τά" λ;ξιν κα\ έν τοΙς Λεξ. τ. άρ/. γλ. ευρι- 
σκομενην. 

άντιθαλασσινός^ 3• (άμυνα.) "Ελλην έν 
Άκρ. ;'8 Ιαν. 94. 

« άντιθαλασαίον ( ; ) δικαστηρίου έ;.ι - 
τροπή. « .Μέλος αύτης ώνόμασεν εαυτόν ύ 
ποτέ Γεώργ. ■ Αθανασίου έν τινι φυλλαδίω 
του, τιο 1828. 

νάντιθανατικί) λύμφη ή τοΰ δρος Ούώ- 
λερ, δι' ής νά έμοολιάζηταί τις κατά τοΰ 
θανάτου » ( ! ) Άκρ. 6 Άπρ. 95. 

99] 



άντιθεϊκός 



αντικαταστατις 



άντιθεΐκός 3 . Στ. Ξεν. 88. 
άντιθεϊσμός, δ Στ£'φ. Καραθεοο. — Άκρ. 
15 Φεζρ ΐ33. 
άντιθέναρ, τό' « αϊ έξω επιφάνειαι του 
[χετακαρπίου, « Φ-^"ίβ. 1 Ιούν. 9 ). 

άντιθεραπευτικός, 3. (καυτηριάσεις.) 
Κύτ:'ρ-η 15 'Ιουν. 55. 

άντιθερμιχά αναψυκτικά, τά. Άκρ. 24 
Όκτ. 98. 

άντιθερμίνη, ή. ( /ημ. ) "Ο Ά. Ί*ου. 
σοπ. 1)0. 

άντιθέσίμος, 2. Γαλ. ορρθ3ίΐΐ3ΐβ. Σκαρλ. 
λ. 56. 

άντιθεσμοθετήματα, τά Γερμ. ΕθίοΓ- 
δίοηδρπ,Γα^πιρΙιβη 'Εφ. — Αμφιβάλλω 
πολύ, αν ορθώς άττεδόθη ή σημασία τη; 
Γερμανικ. λεξε(ος. 

αντίθετης, 6. Ίταλ. ορρΟδϊΙΟΓβ. Λεξ. 
νθμοτε/ν. 40. 
άντιθετίζεσθαι, Νί'α Ελλάς 80. 
άντίθετικώς, Π. Καβοαο. 8Ί. 
άντιθετισμός, 6. Ν. Κοτζ 58. — 1Μ. Κ. 
Στεοαν. εν Προμ. '26 Άπρ. 92. 
αντιθέτω, Λ. Ποθητός 37. 
άντιθλαστικός, 3. 'Ακρ. 12 Μαίου 92. 
άντιθρησκευτιχός, 3. Συνοδικός τόμος 
51. — Γ Μαυρογιάν. 6'') . — Γ. Ί. 
Δερβ. 84. 

άντίθρησπος, 2. Άθηνα 30 Ίουλ 32. 
— Π. Χιώτ. 

άντιθρονικός, 3. ( επιγραυ.μα ρήτορος 
βουλευτού.) Άκρ. 26 Φεβρ.'ΰβ. 

άντιθνμελιχ'η σταυροφορία παρά Βυζαν- 
τινο'ΐς. Κ. Σάθ 
άντιθυμωτιχόν άριστον ή σιγή. 'Ραμη. 
άντίθωκα^ τά. Οΰτω 'ίσως δύνανται να 
τίνομασθώσι τά οχήματα, & Εταιρία τις 
αρχάς Απριλίου 93 είσήγαγεν εν Αθήναις, 
τά έκτοτε μϊ/ρι τοΟδε ονομαζόμενα Γαλ- 
λιστι βιζαβη — νίβ 3, νΪ8. Σ Λ. Κ 
άντιθωττεύω, Ά 'Ρ. Ί'αγκ. 15. 
άντά'ατρικός^ 3. Άκρ. 26 Ίουλ, 91. 
^Αντιΐηοουΐται, οι. Άδ. Κορ. 
Αντιΐμαλάϊα ορη, τά. Ποταγός. 
Άντιίσραηλιτικός, 3. ( = άντιΣημιτι- 
κός. ) Ίίφ. 7 Μαίου 93. 
Άντιίταλικός, 3. 'Κφ. 89. 
^Αντιΐωακείμισταί, οι κατά του πατρι- 
άρχου Κ]πολε(ος Ίιοακε'ιμ του Γου. Άκρ. 
9 'Ιαν 95. 
άντικαθάπτομαί τίνος. Γ. Λ'νιάν 
άντικαθιστάω -ώ, Άγ. Βλ. λ 97. 
Πρβλ. άντικ ατασταίνω. 
άντιΚαισαρικός, 3. Άκρ. 1 ΐΜαίου 93. 



άντικακία, ή το άντίθετον της κακίας. 
"Ιίριοτος άποτελε'σμ. 792. 

άντικακολογέω -ω. Εύγ. Βούλγ. — Χαρ. 
Παπαμ. 93. 

άντικακοττοιέω - ώ. Σπ. Τρικούπ. — 
Χαρ. Παπαμ. 97 

άντίκακος, 2. (Έρμήξ. ) Ίάκ. Πολυλ. 81. 

άντικαλαισθητικός, 3 Λ. Κ. έν'Άστει 
12 Αύγ. 9Ί. 

άντικαλημερίζω. Σπ. Τρικούπ. 

άντικαλλιτεχνικός, 3. Κωστ. Παλαμ. 
εν 'ι'Εφ.» \2 Μαίου 94. 'Ο αυτός εν Έστ. 
23 Όκτ. 94 : άντικαλλιτεχνικώτατ ε ς χα- 
σμωδ ι ε ς κα\ διαιρ εσείς . — Πώς αυτά 
συναδουσιν; — Τίηΐβδ. εν Άκρ. 3• Μάρτ. 96. 

αντικανονικός, 3. Θ. Φαρμ. 52. 

άντικανονικότης, ή. Έγκυκλ. λ. 

άντικανονικώς. Θ. Φαρμ. 52. 

άντικανονο^ολέω -ώ Σπ. Τρικούπ 57. 

— Παλιγ. 2 Ίουλ. 94, έν έπιφυλ. 
άντικανονο€ολισθείς, μτχ. Έλ χρον. 

26. — Ά Ν. "Ορλ. 69. 

άντικαπνισταί, οί. Άστυ 4 Όκτ. 94 

αντικαπνιστικός, 3. (εταιρία, φρόνημα. 
ενε'ργειαι ) «Έφ.» 13 'Ιουν. 90. — Ακρ, 
19 Άπρ. 91 κιΐ 3 Ίουλ. 96. 

αντιχαρδιοσχημονος κερατίου . 
πτώσ.) θ. Χ:'λδρ. έν ΊΊγκυκλ. λ. 

άντικαρκινώδης οίοός 6. Γ. Λ 
Άστει 4 Μαίου 95. 

άντικατα€αίνω. Ά. Ρ. 'Ραγκ. 75. 

άντικαταγγελία . ή. α 'Εφ.» 1 Αύγ. 89. 

— 'Ακο . ο Μαοτ . 90. — "Αστυ 31 
Ίουλ. 95. 

άντικαταδιώκεσθαι. Σπ. Τρικούπ. 

άντικαταθλί§ο3 Μ. Θεοτ. 

άντικαταλλάκτης, 6 μέλλων να πλη- 
ρώστ, την καταλλ ακτικήν, ήτοι συ - 
ναλλαγματικήν ( ΟΐΐηΐΙ»ί£ΐ1θ. ) Άδ. 
Κορ. 

άντικατασκοπεύω. «Ίίφ.» 15 Μάρτ. 92. 

άντικατασταίνω Θ. Παπάζ. 49. 

άντικαταστατέος, 3. Κ "Ασ. — Σ. Α. 
Κ.— Κ. Μυλ. 95. 

αντικαταστάτης, ό. ΊΊλ. κιοο 
Ίκ Γ. Λάτρ 55.— 'Α. Ί'. Ί'αγκ 
Π. Δ. Ζάν 84. 

άντικαταστατικός, 3. ( εκτασις 
κον. θεοαπεία ) Μ. Παραν. 74. 
Πύρλ. 87. 

άντικαταστατικώς, Ίιο Πύρλ. 

άντικαταστάτις, ή. Έστ. 13 "Οκτ. 91. 

— 'Λκρ 1 Σεπτ. 96, έν έπιφυλ. — Πρβλ άν- 
τικατ α σ τ άτρ ι α 



γεν. 
\. έν 



38. 
75. 



βαομα- 
— 'Ίω. 



[100 



ανιχαταστατος 



ΆντιΚοραϊσταΙ 



αντικαταστατός^ 3. ( κεφάλαια, κτήμα- 
τα ) 'Κλ. κώδ. 37 — Γουναράκ. 

άντικαταστάτρια , η, Άκρ. 7 Μαοτ. 
93, έν έ;:ιφυλ. 

άντιχαταστήσιμος. 2. 

άντίχαταστητέος, 3. Δ. Ν Βερν. 

άντικατήγοροι^ οι. Άδ. Κορ. 

αντικατοπτρίζω. Άγ. Βλ. 65. — Ί.Ίσ. 
71.— Στ. Ξίν. 92. 

άντικατό^ττρισις, ή. "Αγ. Βλ. 66. 

άντικατοτττρισμός , δ Γαλ. ιτιΐΐίΐ^β. 
Σκαρλ λ. 56.— Ίω. Σουτσ. — Άγ. Βλ, λ. 97. 

άντικατοπτριστικός , 3. (οίραφαι.), 
Έφ. Κυβ. 

άντικανστικός, 8. ( ιδιώτης. ) Αιγιναία, 31 . 
-{-άντικεδι§εία^ ή. (έν Α'.γύπτιο.) "Αστυ 
16 'Ιουν. 98. — Ή λίξ. εττλάσθη κατά το 
αντιβασιλεία. 

* αντικείμενα, τα κοινώς παρ' ήμ'ίν πρά- 
γμα τα, παρά Γάλλοις οΐ^^βίδ. Ν. Κοριτζας 
53. —Άστυ 2 Σεπτ. 93. 

άντικειμενίζω τι Θ. Καροΰσος εν Βΰ- 
ρωνι 76 

άντικειμενικεύω -ομαι. Δ. Α. 'Ανα- 
στασόπ. έν Πρωία 1 9 Άπρ. 96, έπίζρ. — 
Πρβλ. άντικειμενοποιε'ιο. 

αντικειμενικός, 3. Κ. Σ. Ξανθο'π, 61- 
— Γ. ΙΜιστρ. 67. — Χρ. Παπαδόπ 85. 

άντικειμενικότης, ή. Άρ. Ινυπο. 67. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

αντικειμενικώς. Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

αντικειμενισμός, ό. Ν. Κοιζ. 

άντικειμενοττοιέω • ώ, - οϋμαι , Ν. 
Κοτζ. 78. 

άντικειμενοττοίησις, ή. ( οι}.οσοφ. ) Άδ. 
Διαμαντόπ. έν Αναπλάσει 15 Δεκ. 91. 

άντικειμενοφόρο ... Δ. Χασιώτ. έν Έστ. 
έφ. 30 Σεπτ. 9ί. 

άντικέλαδος, 2. (πυρ. ) Γ. Χ.Ζαλοκ. 51. 

άντικενοκνλισμα, το• εν τών σημαοίιον 
της παρ ήμΤν παλαιοτέρας έκκλησιαστ . 
μουσικής . Έλ. φιλολ. Σύλ . Κστπλειος, 
τόμ ΚΑ'. 

άντικεραιουχέω -ώ, Σ/. Λεβ. - λ. 61. 

άντικεραύνιον, τό. Κ. Βαοδ. 12. — Ίω. 
Πύρλ. 

άντικέραυνος, 6. Ίω. Πύρλ. 

άντικερουλκέω -ώ. ( ναυτικ, ) Ίΐλ. Κα- 
νελόπ. 87. 

άντικεφαλαιοκρατισμός, ό. Κοινωνία 
26 Μαίου 91. 

άντικεφαλαλγικός, 3. Σχ. Λεβ. λ. 61. 

αντικεφαλαλγίνη, ή' ον ιατρικού. Κ. 

[1 



Χατζηγιάννης έν Έστ. έφ. 3 Νο 94. 

άντικήρνξις, ή. Κ. Κούμ. — 'Ορθότερον 
θά ήτο ίσως τό άντικήρυγμα. 

άντικλασικός, 3. "Αστυ 11 'Ιαν. 91. 

άντικλειδοκνμ€αλίκός, 3. Παλιγ. 20 
]\Ό. 90 

άντιΚλεωνικη μερ\ς έν Αθήναις έπ\ τοϋ 
Πελοπ. πολέμου. Δ. Ν. Βερν. 67. 

άντικληρικός 3. Άκρ. 8 Όκτ. 86. 

άντικληρικόφρων , 2. Άκρ. 7 'Ιαν. 
88. — Έφ. 29 Αύγ. 91. 

άντικλητήριον γράμμα, τό. Έλ. κωδ. 
«άντικλΐμαξ, ή• ανάποδη βαθμολογία. » 
Άκρ. 21 Όκτ. 94. 

άντικλινής 2. ( άντίθ του συγκλι- 
νή ς. ) Κ. Μητσόπ. 90. 

άντικνησμικός, 3. Ίιυ. Πύρλ. 89• 

ΆντιΚοδρικισταί, οί. Κοκκινάκ. ένΈρμ.. 
λογ. 21. 

άντικοινο€ουλεντικός, 3. Θ. Ν. Φλογ, 
74.— "Ωρα. — 'Άστυ 3 Ίουλ. 93. 

άντικοινο^ονλεντικότης , ή. Άστυ 6 
Σεπτ. 93. 

άντικοινο€ονλευτικώτατα, έπίο. Άκρ. 
6 'Ιαν. 92. 

αντικοινοξονλεντισμός , 6. "Αστυ 3 
Ίουλ. 93. 

<.^^ Αντικοινοηοιηθέν παράρτημα του Γεν- 
νηθήτο) φως. » 'Λθήνησι, τύποις Α. Κορο- 
μηλα, 1878. 

άντικοινοινικός, 3. Άδ. Κορ. 19. — 
Άν. Πολυζ. 36. — Σ. Α. Κ. 51. — Χ. 
Παμπ. 52. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άντικοινωνικότης., ή. Άκρ. 13 ΛΌ. 92. 

άντικοινωνισμός, 6. Άκρ. 8 Άπρ. 94. 

άντικοινωνιστικός, 3, (νομός.) «Έ©.» 
12 Φεβρ. 92. — Άκρ. 6 Μαίου 90. 

άντικολαφίζεσθαι, Άλ. Σοΰτσ. 

\^άντικόμης, 6. Γαλ. νϊοοπίΐβ. Άν(ί)ν. 
μεταφρ υπομνήματος Σατωβριάνδου, 28. — 
Ί. Ίσ Σκυλ. 45. — Πρβλ. υποκόμης. 
-\-άντικομητεία, ή. Ίω. Καρασ. 67. 

άντικομματικός, 3. ( πολιτικ. ) Δ. Ι. 
Ποιμενίδ. 43. — «Έφ η 5 Μάρτ. 95. — 
Άστυ 7 ΪΜαρτ. 95. — Άκρ. 22 Μαίου 97. 

Αντικόν - σκλα€ηνικόν φΰλον οι Βούλ- 
γαροι, ο/ι πλέον Τουραννικόν. Φρ.Ζαμβ. 12. 
ΆντιΚοντιάς, η Κ. Ν. Ί'άδος 9ϋ 

άντικοΚοντικός, 3. ( διαθέσεις. ) Μη- 
νύτιορ 9 'Οτκ. 95. 

άντίκοπον, τό. Γαλ. 1)Γίί]υβ1;. Όνομ 
ναυτ 58. 

' ΑντιΚοραϊσταί, οί. Σώφρον. Άθηνα"ίος 
έν Ίίρμτ) λογ. — Κ. Ν. Ί'άδος 90. 

01] 



άντικορδονίΗος 



άντιμ ελφδισταΐ 



-^άντιχορδονοχός, 3. Άκρ. 10 Λεκ. 91. 
κα\ πολλάκις έκτοτε. 

άντικόρνφον σ^,[^.ε■ίον, το Άραβιστι ν α- 
δ ίο. Κ. Ινούμ.. 4"2. 

αντίκονκχοί. οί. Θ. Γ. Ορφ 58. 

άνηκράτησις, ή. ( ναυτικ. ) Ήλ Κα- 
νελλόττ. 87. 

άντικραυγάζω. Έ«. 31 Μάρτ. 95. 

άντικρεωφαγ^κός, 3. (εταιρία.) Πλ. 
Ε Δρακ. εν Παρν. τεύγ. Σεπτ. 93. 

άντιΚρ η τικός, 3. (ένεργειαι.) "Αστυ 7 
Αύγ. 98. 

-^άντικρινολικός, 3. ( σύλλογος. ) Άκρ. 
22 ΙΜαρτ. 93. — ^Ί1 κατά λάθος εκεΐ οίΐτω 
έγράφη, η κα"'' επίτηδες, ώς οντάς δυσττρο- 
φερτοτερου τοϋ άντικρινολ ι ν ι κός. 

άντικρουστικός, 3. Άκρ. 

άντίκρυσις,. ή. Έφ. 93 — Τπ. εν το"!ς 
Λοξ. τ. άρχ. γλ. 6 αντίκρυσμα ς. 

άντικρνστός γορός, ό Τουρκιστί καρ- 
σιλαμάς. Α. Χουρμουζιάδ. 73. 

αντίκτυπος, 6. Γαλ. οοηΐΓβ-οοιιρ. Ν. 
Ινοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97.— Έν 
το^ς Λεξ. της άογ. γλ. μόνον ώς επίθ υπ. 
ήλεξις. 

άντικυ€ερνήτης, ό. 

αντικυβερνητικός . 3. ( Επιτροπή άντι 
Κυβερνήτου διοικούσα. )' Εγγραφ. Έλλην 
Κυβερνήσ. 27. — Αδ. Κορ. "-^9. — Ση- 
μαίνει ή λεξις κα\ τον κατά Κυβερνήτου 
πολιτευομενον. 

άντικν€ερνητισμός . ό. "Αστυ 2 ]\Ιαρ.94 

^Αντικύθηρα, τά. 

άντικυκλικοί^ οΊ. Κ. 'Λσ. 

άντικνκλών, 6 Δελτ. αστεροσκοπείου 
Αθηνών έν Έφ. 4 ΜαρΓ. 94. 

άντικνλίω Κ. Κουμ. 

άντικνματισμός^ ό. Στ. Ξέν. — 'Ιω Τρι- 
καλ. έν Προμ. 6 Όκτ. 91. 

άντικνμάτωσις, ή. Δ. Στροΰμπ. έν Α- 
θηναίο» 8ϋ. — 'Εγκυκλ. λ. 

άννικνρτωσις, ή. ( οικοδομικ. ) Γαλ. 
ΙιοηιΙ)βηιβη1; βη οοηΐΓβ. Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άντικωμίοδία, ή. 'Αδ. Κορ. 

' ΑντιΚωχικός, 3. ( ένεστι τη λέξει 
Κηοΐι ό Γερμανός ιατρός. ] « επι το άντι- 
κ(ο•/ίκώτερον. » Άκρ. 11 Ίαν. 91. 

αντιλαϊκός, 3. Άκρ 14 Απρ. 94 κα\ 
2(ί Ίαν. 98. — Αύτ-θι 9 Ίουν. 96: άντι- 
λαϊκ ώ τ ε ρ ο ς. 

άντιλάλημα^ τό. Δ. Βικέλ. — 'Εστ. έφ. 
5 Δεκ. 95. 

άντιλαμπρννεσθαι, Π. Βεργ. 85. 

άντιΛατινιστής,ό.ΣΓ..ίν' λ^.ρ 1 3 Μαίου9 1 . 

[ 



άντιληπτικότης, ή. Άν. Πολυζ. 59. — 
Φίλ. Ίιο. έν Φυσ. δικ. έκδ. Λ. Ο'κ.— Μιλτ. 
ΙΙανταζ. ■ — ΓΙ. Θωμά. 

άντιλήπτρια, ή. Άκρ. 24 Αύγ. 88. 

άντιληστρικός, 3. Άκρ. 7 Ίαν, 92. 

άντιλιθο^όλησις, ή. 'Αδ Κορ. 

άντιλίμενος, 2. Ίκ Γ. Λάτρ. 

άντιλογαριασμός , ό. Γαλ. οοηΙίΓόΙβ. 
Έλ. γρον. — 'Αντι ταύτης της λεξ. έν /ρή- 
σει τώρα εϊναι ό ελε-γγος η ή έξελεγξις. Έν 
δε τω Νομοτε/ν. Λεξ. 40, ό άντιλογαρια- 
σμος ήρμηνεύθη Ίταλιστί δια τοΰ οοη^ΓαΟ- 
οοηίο, 

άντιλοιμικός, 3. Ν. Κοντ. λ. 89. — ■ 
Άκρ. 24 'όκτ. 96. 

= άντιλόπη, ή, (ζ(5)θλογ. ) Α?μ. Νον. 73. 
— Π. <Γαρ 84. — Άγ. Βλ. λ. 97, έ'νθα 
κα"ϊ « αντιλόπη ή ορεσίβιος, = ο1ι.ιιηοΪ8. » 
έν δε τά) Λεξ. τοΰ Άθ. Σακελλαρίου κείνται 
« άνθάλωψ ή αντιλόπη. Εύστάθ. •« — 'Άλλοι 
έξετασάτωσαν άκριζέστερον τά κατά τήν λέ- 
ξιν ταύτην. Ό Σκαρλ. έν τω Έλληνογαλ. 
λεξ. έ'/ει* αηΐϊίορβ, γένος αίγάγρου, αντι- 
λόπη. 

άντιΑονκιάνειοι οί. Δ. Ι. ΙΜαυροφρ. 62. 
ΐίάντιλυμφαντικόν είναι τό οίνοϋ/ον έλι- 
ξίριον κίνα » Παλιγ. 

άντιλυσσικός, 3. (ιός. πειράματα, θερα- 
πευτική μέθοδος. Έο, 2 Μαίου 90. — 
Π. Σ. Παμπούκ. 94. 

άντιμαθηματικός, 3. (εγκέφαλος.) Σπ. 
δε Βιάζ. έν ΙΙαρν. τεύ•/. Νοεμβρ. 9Ί. 
-{-^Αντιμακαρονισταί,ο'ί. Ί. Ί*. Νερ.13. 

^ΑντιΜακεδονίζοντες, οι. Ίω. Παν- 
ταζ. 97. 

^ ΑντιΜακεδονικός, 3. Κ. Παπαο. — Ί. 
Ν. Βαλ. Η. — Έμ. 'Γοίδ. 90. — Ίω. 
Πανταζ. 97. 

' ΑντιΜανεδονισταί, οί. Ιν. Παπαρ. 
^άντιΜασσονικός^ 3. \\κρ. 21 Σεπτ. 96. 

άντιμαχία, ή. Π. Χιώτ, 49. — Γ. Τερτσ. 
63. —Άστυ 29 Άπρ. 95. 

άντιμάχως, έπίρ. Ά ν. ίερ. ί)•κ. 14 — 
Τό έπιθ. άντίμα/ος εϊνε κοινον τη τε 
άρ"/αία κα\ τη νειοτέρα φωνή. 

άντιμέθελξις, ή, Αϊμ. Νον. 73. 

άννιμεθυστικός, 3. Έφ. 

άντιμελαγχολικός, 3. Τριανταφ. 86. 

άντιμελοδραματικοί, οί κατά τά πρώτα 
έτη της βασιλείας τοΰ "Οθιονος μή θϊλοντες 
έν ΊΊλλάδι τό μελόδραμα. Β, Βελλιανίτ. 
έν Έστ. 21 Νο.' 93. ' 

άντιμελωδέίο -ώ. Σκαρλ. Βυζ 62. 

άντιμελωδισταί, οί. — Ίδε Βαγνερίζοντες. 

102 Ι 



αντιμενω 



άντινενρασθενισμόζ 



άντιμένω, (ναυτ.) Ήλ. Κανελλό-. εν 
Ποιχ. στοά, 95. — "Ιοε αν τι μονή. 

άντιμετα€ατοίός^ 3. Ν. Δουκ. 

άντιμεταγωγή, ή. 'Ιοί. Όλ. 

άντιμεταδοτιχόν (Αί'σον, τό. Άστυ 14 
Ίουν. 9.Τ. — Ποβλ. άντιμι α σ μα τι κ ό ς 
κα\ άνχι μ ο λ υ σ μ α τ ι κ ό ς. 

άντιμεταπαλέω -ώ, « Αί καθ' "Ομηρον 
άρ/αιότητες εκ τί]; Λατινίδος εις την Ελ- 
ληνίδα φωνην άντιμετακληθε"ΐσαι « Εύγ. 
Βουλγ. 04. 

άντιμεταναστίΗος, 3. ι κίνησις ) Έφ. 
31 Μαίου 91. 

άντιμετατνολίτενσις^ ή. Κ. Κούμ. — 
Άν. Πυλυζ 

άντιμεταρρνθμισταί, οί. Κ. Πα-αρ. 71. 
— Α. Μηλιαρ. •74 — Π. Γρατσιάτ. — Κλ. 
'Ραγκ. 

άντιμεταφυσίΗος, 3. ΙΝ. Δ. Αεβίο. εν 
Νια Πανδ. 70. — Σπ. Μαυρογεν. 

άντιμετριχοϊ, οί. Κ. 'Ασ. 



άντίμετρον^ τό. « έξ αντίμετρου » ( = 
εξ αντιθέτου, εξ εναντίας.) Σπ. Π. Λάμπο. 
εν Έστ. 13 Ίουλ. 80. 

άντιμετωηίζω -ομαι. 'Ακο. 22 'Απρ. 
86 και 5 Μάρτ. 94. — Άγ. Βλ. λ. 97. — 
Τπ. εν το".ς Αεξ. της άρ'/. γλώσ. τό άντι- 
αετω π ε ω . 

άντιμετώτΐίσις, ή. Σ. Α. Κ. 88. — 1. 
Μ. Δαμβ. 93. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντιμετωπισμός, ό. Άκρ. 25 Φεβρ. 92. 

άντιμετούΐτιστοίός^^. Άκρ. 23 Ίουν. 91. 

άντιμετώστως. 'Έκθεσις -ραγματογνω- 
μόνων 7:ερ\ συγκρούσεως άτμο~λοίου, υ7:ό 
Λ. Παλάσκα.* Θεοοιλάτου_κα\ Κ. Ζώτου, 76. 

— Ά-/. Ποστσλ. 84. — Ίω. Ν. Σβορών. 96. 
^Αντίμηλος, ή" νησις μικρά βορειοδυιι- 

κώς της Μήλου, ώς εσημειώθη εν τιο της 
Ελλάδος -/άρζτ^, τω έν το) Περιηγητικώ βι- 
βλίου του Κ. ΒίΙβάβΙίβΓ της γ'. εκδοσ. του 
1893. —Άκρ. 9 Όκτ. 97. 

άντιμητρικός, 3. (ψευδοφωνήσεις. ) Ν. 
Λογάδης 33. 

άντιμιασματήριον μέσον, τό. 'Κφ. 

— άντιμιασματιχός , 3. Ξ. Λάνδ. — Ιω. 
Πΰρλ. ^ θ. Άοεντ. 76. —Ν. Κοντ. λ. 
89. —Άγ. Βλ. 'λ. 97. 

άντιμιασματιχώς. Προμηθ. 90. 
άντιμιχρο^νακός^ 3. ( φάραακον. ) Άκο. 
1 Δεκ. 92. 
άντιμίσθιον, τό. Γ. Τερτζ. 69. 
άντιμοιραρχία, ή. 
άντιμοίραρχος, 6. Έφ. Κυβ. 
άντιμολυσματικός^ 3. 'Κφ. 



—αντιμοναρχικός, 3. Κ. Κοντ. λ, 89. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντιμοναχικός, 3. Γαλ. αηΐίηίοηαοαί. 
Αγ. Βλ. λ 97. 

άντιμονή, ή. τό κοινώς τραβέρσο, στά- 
σιμον. Όνομ. ναυτ. 58. — 'Ηλ. Κανελλόζ. 

— Έν τω Έλληνογαλ. λεξικοί τηϋ Άγ. 
Βλ. 97, έρμηνεύθη Γαλλιστ\ οαρβ. 
=άντιμόνιον^ τό. Γαλ. αηίητίοϊη. Σκαολ. 
λ. 56, έν ερμ. — -'Αδ. Κορ. εν "Γλη Γαλ- 
λογραικ. λεξ. — Γ. Α. Κρίν. 80. — ΙΝ. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντιμονιοΰχος , 2. ( χ^Ι^•• ) '-Α-ν. Κ. 
Χρηστ. 87. 

άντιμονιώδης, 2. Γαλ. αηΐϊΐηοΐηβιΐ.χ:. 
Ν. Κοντ. λ. 89. 

«άντιμονοτονικόν (!) οάρμακον ή εργα- 
σία ». Άκρ. 28 Ίουν. 92. 

άντιΜονοφνσιτικοί, οί. ( εκκλησ. ίστορ.) 
Κ. Κοντογ. 66- — Άν. Δ. Κυρ. 
-\~άντιμοντσουνος^ 6. (κωμικ'Γις άντι άν- 
τι-ρόσω-ος ). Άστυ 11 — 12 Ίουν. 93. 

άντιμυθολογικός, 3. ( οί Βουδδισμός). 
ιλ. Κοχζ. 78. 

άντιναρκο€όλα δίκτυα, τά. Άκο. 23 
Ίίκτ. 86. 

^ ΑντιΝαναρΐνον, ο τη 9 Φεβρ. 97 έτιοί- 
ησαν αί Ιξ μεγάλαι Δυνάμε.ς της ηνωμένης 
Εύρώτΐης, κανονοβολήσασαι άπό των στό- 
λων των τους ύπερ ελευθερίας μα/ομε'νους 
Κρητας "Ελληνας. Ά,στυ 10 και 11 Φεβρ. 
97. — Άκρ. 20 Φεβρ. 98. — Ί•:7:αίσ/υντος 
κα\ ά-αραδειγμάτιστος εν τη ιστορία πραξις 
εγε'ννησε τήν λεξιν ! κα\ ή παράλειψις αύτης 
ενταύθα θα ητο σφάλμα μου άσΰγγνιοστον. 
''0μ(ος δ' οϊς μνημονεύσω καΙ τήν ύστερον 
μετάγνωσίν των τεσσάρων Δυνάμεΐϋν ετα τό 
άνθριοπινώτερον. 

άντιναυαρχίς, ή. (ναυς. ) Σκαολ. Βυζ. 

6?. — Άν. Κ. Όρλ. 69. 

άντιναύαρχος, 6 παρά Γάλλοις νΐοβ - 
ίΐιηΪΓίΐΙ Έλ. κώδ. — Ν. Κοντ. λ 89. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντινανκληρος, 6. Γαλ. οοηίΓΟ-ηιαϊ- 
ΐΓβ Ν. Κοντ. λ. 89. 

άντιναντικός, 3. (ερωτήσεις εν δίκη.) 
Άκρ. 10 Μουλ 98. 

αντιναυτιώόεί φάρμαχον του Ί. θ. Στελ- 
λάκη, άγγελλόμενον εν Άκρ. 28 Ίουν. 96. 

— Δς εν Άκρ. 5 Νο. 97. — θόουβ. 5 
Ίουλ. 98. 

άντινενραλγικός, 3. Μιο. Πύρλ. — Β. 
Π. έν Έγκυκλ. λ. — Άκρ. 20 Σεπτ. 95. 
άντινενρασθενισμός,ό. Ακρ. 5. Απρ. 97. 
[103] 



αντινενριχος 



^Αντίπαπας 



άντινευριχός, 3. Έστ. 9 Φεβο. 92. — 
Άκρ. 30 Ά-ρ. 9-2. 

=άντινεφριτικός. 3. Ν. Κοντ. λ. 89. 
άντινοήματα, τά. «Έφ.» 8 Φεβρ. 88. 
άντινοθεντίκόν ν&1^.οθϊτ^|[^.α, το. Άκρ. 
59 Να 88. 
άντινομέω -ώ. Σ. Κ. 0?κ. 
άντινομίχοί, οι. Γερμ. ΑηΙϊηοπίϊδίβη. 
Έν τώ του Άγ. Βλ. λεξ. 97 ερμηνεύεται 6 
άντινοαικός ΟοηΐΓαάϊοΐοΐΐ'β. 
—άντινομισμός, 6. ( Έκκλ. ίστορ ;. Άν. 
Δ. Κυρ. 

άντινομοσχέδιον, ιό. Κ. εν « Μελεττι 
ο!κονομικ?, βα » 92. 

άντινοσώδης, 2. Στ Ξεν. 88. 

άντινύμφοον, τό. Γαλ. οοηίΓβ -ροΐΐρέβ. 
Γρ. Χαντσ. 70. 

άντινώτως. Άκρ. 27 Όκτ. 88. 

άντιξενικός, 3. ( 'οιλολογία. ) Άκρ. 8 
Σετ:-. 92. 

άντιξιφίζω, Λ-.αγωνίσματα Λ'. 'Ολυα- 
"ΐάδος, 88. 

άντιξιφισμός, 6 Διαγωνίσματα Δ . 
Όλυαπιαο. 88. 

άντιοδονταλγικόν^ τό. ( φάρμακον. ) Χ. 
Π. Πυλαριν. εν Έστ. έφ. 7 Ίαν. 96 

Αντί Οθωνιοταί^ οι οντες κατά τοϋ 0- 
θωνος, βασιλέως της Ελλάδος. Ν. Σπανδ. 
έν Άστει 27 Ίαν. 95. — Έστ. εφ. 14 
Ίουλ. 07. 

άντιοιχονομίϋός,'^. Τοιχίο. 23 Μαΐου 91. 

άντιοινοπνενματώδεις, ( ! ) ενώσεις ( = 
εταιρίαι. 1 Άστυ 28 Αύγ. 95. 

άντι'ΟλυμπιαΗός,ο.'ΆστΜ 13 Άπρ.ΟΘ. 

αντιοταποί, οι κατά της γοτιοεως τοϋ 
οπίου ενεογοΰντες κα"ί άντιοπικην εταιριαν 
συγκροτήσαντες. "Αστυ 25 Μαίου 95. 

άντιοργανιχός, 3. Ν. Κοτζ. 78. 

άντίΟνγγριχός, Ζ. Έφ. 10 Όκτ. 95. 
—Άκρ. 29 Ά-ρ. 96. 

' ΑντιΟυολφιανός, 3. Άγ. Βλ. 66. 

άντιπάθησις, ή. Άδ. Κορ. 05. 

αντιπαθητίχώς . Χρ. Παπαδόπ. 

αντιπαίγνια, τά. Άδ. Κορ 29. 

άντυταιδαγωγίχός. 3. Ίω. Αργυριαδ. 
76. — Π Π. Ο'/ονόμου Ιν Εκπαιδεύ- 
σει. — Βλ. Σκορδ. εν Πλάτωνι 84. — Ά. 
Ευταξίας βουλευτής 96. 

άντίπαιδαγωγιχώς. Σπ. Π. Λάμπρ. εν 
Έστ. έφ. 13 Δεκ. 94. 

άντυταίχτης,ό έν τιο παιγνίιο. Ι. ΙσΣκυλ. 

άντυιαίχτιχοι σύλλογοι κα'ι σύνδεσμοι, 
οί κατά των τυ/ηρών ζαιγν'ων. Ακρ. 10 
Μάρτ. 93. 

[ 



αάντιΠαλαιοχαθολιχοι (έν Αθήναις) 
θεολόγοι. » Δ. Α. Κυριακ. έν Έστ. έ». 9 
Μάρτ. 96. 

άντιπαλαμοχρατέω -ώ. Εύγ Βούλγ. — 
Ούδε το ά-λουν π α λ α μ ο κ ρ ατ εω κε"ίται 
έν τοΙς Λεξ της άρ-/_. 

άντιπαλίσχος,, ό• υποκοο. του αντίπαλος. 
«Έφ.υ 27 'Απρ. 92. 

άντυταλμοί, οί. Άστυ Ι;) 19 Αύγ. 96. 

άντυταλότης, ή. (!) "Αστυ 30 'Ιουν. 
91. — άντιπαλότης των δύο μερίδων. 'Ακρ 
14 Φεβρ. 92. — Είπε τις των συγχρωμένιον 
έμο!, οτι τοιαύτας λέξεις, ο'ία η παρούσα, 
δεν έ'ποεπε να συμπεριλάβω έν τη Συναγωγή 
μου. ως δήθεν γραφείσας όίπαξ μόνον παρά 
τίνος, ευρεθέντος έν στιγμή 'διασμοΰ. Άλλ' 
έγώ δεν έπείσθην, επειδή έγνων, οτι κατά 
υ.ίυ.ησιν κα\ αί τοιαϋται λέξεις μετέβησαν εις 
κοινοτέραν -/ρήσιν και έπρεπε δια τοΰτο να 
συνα/θώσί που. Τά των άρ/αίων « άπαξ 
λεγόμενα» ή η ά'παξ ε'ρημένα » δεν θη- 
σαυρίζονται έν το'ΐς Λεξικο'ίς ; κα'ι δεν θά 
ήσαν πλειότερα κα'ι δ'.δακτικώτερα δι'ήμας, 
αν έσωζοντο πλειότεροι συγγραφεί; άρ- 
■/αΐοι ; 

' Αντιπανάχεια, ή' ον. βιβλίου ίατρικοΰ 
τοϋ Άναστ. Γ. Αευκίου, 10. 

άντιτζανηγυρισμός . 6. Άγ Βλ. έν Άκρ. 
4 Φεβρ. 86. 

Άντιηανοπλία, ή• ον. βιβλίου τοϋ Μη- 
τροφάνους. — -"Ορα Δ. Θερειανοΰ Άδ. Κορ. 
Τόμ α'. σελ 38. 

άντιτζανΣλα^ιστιχός. 3. Έο. 27 
Μα'.ου 88. — Αο.'Ρούκ. έν Έστ. 11 Άπο. 

93.— Άκρ. 28 Ίαν. 95. 

—^Αντίπατζας, ό" ον βιβλίου, έκδοθ. υπό 
Άθ. τοϋ Πάριου τω 785. — Κ.Οίκ. — Σκαρλ. 
λ. 56. — Σπ. Ζαμπελ. 64. — Πώς αύτος δ 
Πάριος έτόνιζε την γεν. πτ του ονόματος, 
δ Γαλλιστι γράφεται ίΐηίϊραρβ, δέν εύρον 
έν τα" βιβλίω του, την αίτιατικήν δ' εύρον 
παρ' αύτα" τε κα\ παρ' άλλοις πολλοίς, ( οίον 
λ. γ. παρά τω Κ. Άσωπίω, 58 ) αντί π α- 
π αν. Ό δε >Μ. Ί'ενιέρης έν τω βιβλίοι του 
η Μελέται ίστορικα'ι ( τίϋ 81 ) έγραψεν δνο- 
μαστικήν άντιπ άπας κα'ι γενικήν άντ ι - 
πάπα κα"Ί αίτιατ. άνηπάπαν. ονομα- 
στικήν δε πληθ. άντιπαπαι (τον άντιπά- 
παν εύρον κα\ παρά τω Μελετίω, 728, κα\ 
έν το~) λεξ. τοϋ Ν. Κοντ. 89. Άλλα φαί- 
νεται ό τονισμός της του έν. τουλάχιστον 
άριθμοΰ ονομαστικής άν τίπαπας υπο- 
στηριζόμενος υπό των έν τη δημώδει έθιζο- 
μένων άπόπαπας χα\ ξ έ π α π α ς. 
104] 



αντιπαπικος 



αντιπεριπετες 



άντιπαπικός, 3. Άκρ. 1 Μα'ου 81 κα'ί 
21 Φεορ. 93. — * Αντί - α π τ: ι κ ά, τά. ον. 
βιβλίου του Άν. Δ. Κυριάκου, 93. 
=άντυταπισταί^ οι. 'Λδ. Κορ 30. 

άντιπαρα^ολικός, 3. ( πειράματα.) θ 
Άοεντ. Τδ. 

αντιπαραθετικός, 3. ( περιέργεια, δύ- 
ναμις.) Γ. ΧρυσοβΕργ. — 'Ιω. ΦΟήμ. — αν- 
τιπαραθετικός σύνδεσμος. ( γραμαατικ. ) Β. 
Άποστολιδ. 90. 

αντιπαραθέτω . άντιπαραθίσαντες. Ν. 
Κοτζ. 57. 

άντιπαραχέλευσις, ^ι. Κ. Κουα. — Έλ. 
κωδ. 

άντιπαρακινεΐσθαι . Ίάκ. Πολυλ. εν 
Έστ. εικονογ.. 2 Άπρ. 95, ένθα δια του 
ρήματος τούτου άπεδόθη το Όμηρ. όμό- 
κλεον άλλήλοισιν. 

άντιπαρακόπτομαι, Άθ. Χριστόπ 33. 

άντυταρακρατητιχός, 3' ενάντιος, α. 
ον τοϋ μέτρου της παρακρατήσεως της στα- 
φίδας. Άκρ. 15 κα\ 23 Νο. 9ν κα'ι 19 
λίαίν,υ 95. — "Αστυ 11 Ίουλ. 95. 

άντιπορακτέον. Εύγ. Βούλγ. 

άντισταραλντικός, 3. Θ. 'Αφεντ. 76. 

άντιπαραμυθεΐσθαι, Ν Ι. Σαρ. 86. 
*άντιπαράστασις. ή. « κατ' άντιπαράστα- 
σιν δίκη.» — Ή λί'ξ. εν τοις Λεξ. της άρ/. 
γλ. κε"ίται ο/ι κατά την σημερινήν σημασ. 

άντυιαρατηρέω -ώ. Πρακτικά Έθνοσυ- 
νελεύσ. 1843— 4.— Ι. Ν. Βαλ. 71.— Δ. 
1Ν. Βερν 

άντιπαρατήρησις. ή. Έλ. κωδ. 

άντιπαρατηρητέον Δ. Θερ. 90, 

άντυιαραχωρήσεις,Λΐ. Παλιγ.1 '1ουν.90 

άντιτταρεισάγω Κύγ. Βούλγ. 782. — Ν. 
Δ ουκ. 

άντιπαρεισφέρω , άντιπαρεισενε/θείη. 
εύκτ. Εύγ. Βούλγ. 782. 

άντιπαρέλασις, ή. (πλοίου.) Λ. Παλάσκ. 
κα\ άλλοι συν αυτω εν 'Εκθίσει πραγματο- 
γνωμοσύνης, 76. 

άντιτιαρέλευσις, ή. ( πλοίου. ) Νέ'α εφ. 
14 Φεδρ. 86. 

άντιπάρεξις, ή. Φίλ 'Ιο). εν Φυσ. δί- 
καιο), εκδ. Λ. ί)ίκ. — "Ιδε κα\ άντιπαρο /ή. 

^ Αντιπάριοι, οί κάτοικοι της νησίδας 
Αντιπάρου. 'Αντ. Βάλληνδας έν ΙΙανδ. 56. 
— Το δε της Αντιπάρου ον. Ιν κοιντ, ον 
/ρήσει { άντι του παλαιού της Ώλιά- 
ρου\ δίν το ε/ει μεν ό Ραρβ Ιν τω Λε- 
ξικώ του των κυρίων ονομάτων της 'Βλ- 
ληνικης, το ε/ει δ'μως ό Σκαρλ. Βυζ. εν 
τώ Αεξικώ του της κιθ' ήμας Έλλην. δια- 

[1 



λε'κτου, τώ Ιν έ'τει 1835 Ικδοθε'ντ• κα'ι ό 
Α. Μί^λιαρ. έν τοις Κυκλαδικο"ίς του, τω 
1874. Ποσόν δε 'ίσ(ος είναι παλαιότερον, 
δεν έξηκρίβωσα. 

άντιπαροξυντικόν,χό. Παλιγ. 5 Φεβρ.87. 

άντιπαρορμάω -ώ. Στ. Δραγ. 88. 

άντιπαρονσιάζεταί τι, Κ. Παλαμ. 92. 

αντιπαροχή, ή. Άν. Πολυζ. 36. 

άντιπατριαρχικός, 3. "Αστυ 31 'Ιαν. 97 

άντιπατριώτης, ό. Ν Σττηλιάδ 52. — 
'Ακρ. 31 'Οκτ. 95. 

=άντιπατρι<οτικός, 3. Χο. Πεο — Σ. Π. 
Λάμπρ 68. — .Ν. Κοντ. λ.' 89. ' 

αντιπατριίοτικώς.' ^'ίΤΜ 9 — 10 Μαίου 92 

άντιπατριωτισμός, 6' Χρ. Περ'. — ^Εγ- 
γραφ Τριπολιτών Πελοποννήσου 87. — 
Άκρ. 16 Αύγ. 94. 

άντυταχίκ^ δίαιτα, η. Άκρ. 8 Αύγ. 92. 

— Πρβλ. το έξης. 
άντιπαχνντικός, 3. ( μέσον, δίαιτα.) 

Δ. Βικιλ. — 'Εστ. εφ. 29 Νο. 96. 

άντιπειθαρχέω -ω 'Αρ. Ο'κ. 

άντιπειθαρχία ή. 'Ακρ. 29 Δ:κ. 86. — 
'Εστ. έφ 19 Ίουλ. 97. 

αντιπειθ αρχικός, 2. Βασιλ. διάτ. 77. 

— Ίω. Κίονσταντινίδ. — 'Ακο. 28 Σεπτ. 
94. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άντιπειθαρχικότης, ή. '.λκρ. 16 Σεπτ. 86 

άντιπειθαρχικώς, 'Αγ. Βλ. λ, 97. — 
'Ακρ. 1Ί Μαίου 98. 

άντιπειθαρχΐτις, ή. ( ον. νόσου κ(οα.) 
'Ακρ. 2 Νο 61. 

αάντιπεινίνη ήδύνατο να ονομασθή το 
υπό του 'Ιταλοϋ Ίω. Σούκκη ( τοϋ νηστευ 
του) έοευρεθεν ρευστον (κατά της πείνης.) 
Άκρ. 3 "Οκτ. 86. 

άντιΠειραιωτικός, 3. ( διαθέσεις. ) Στ. 
Ξεν. 88. 

άντιπείραμα, τό. 'Αρ. Π. Κουρτ. — Ί. 
Β. έν Άκρ. 1- Μαίου 94. 

άντιπειραματισμοί, οί. Ε. Α/, έν 'Ακο. 
9 Μαίου '.<6. 

άντιΠελοποννησιακός, 3. Ίω. Περ- 
βάν. 65. 

άντιπεπτικός . 3. 'Ακρ. 2 'Ιαν. 92. 

άντιπερικτνπεϊσθαι . άντιπερικταπούμε- 
νον φως. 1{υγ. Βούλγ. 

άντιπεριξέω, Εύγ. Βούλγ. 

άντιπεριοδικός, 3. Α. Κ. Παπαγεωογ. 
89.— Φο16. 8'.). 

άννιΠεριπατητικός, 3, ( ίστορ φιλο- 
σοο. ) Παλιγ. Ι Ίουν 89. 

άντιπεριπετές, τό των πραγμάτων. Μην. 
Μιν. 30. 



05 



7β' 



άντιττεριπλέκω 



άντιπροεδρενοο 



αντιπεριπλέκω. Ν. Δούκ. 14. 

άντιπεριηνευμονιακός , 3. (ορρός.) 
"Αστυ 13 'Λ'ρ. 98. 

άντιπεριπονητικη δοτική -τώσις, ή. 
( γραμματικ. ) Δ Ν. Βερν. 87. 

άντιπερίηολοι, και υπο~ερίπολοι, οι. 
(παιγνίίοδώς. ) Ί(ο. Καρασ. 67. 

άντιπερίτττωσις, ή. Κύγ. Βούλγ. 

άντιτζερισπαστικός, 3. Ίω. Φιλήμ. 
—άντιπερισταλτικός, 3. Γρ. Ζαλίκ. λ. — 
Δ. ΙΙύρ. 31. 

άντιπερονοσποριχός, 3- (μΕσα. υγρόν. 
φάρμακον. θεΐαν. κόνις. ) Σ". Χασιώτ. εν 
Άκρ. 15 Ίαν. 93. — Ί Λοοε'ρδ. αυτόθι 4 
Άπρ. 93. — «Έφ.» 14 Ίουλ. 93. — Κ. 
Σαρακίομ-'ν. εν Άκρ. 18 Ίουλ. 97. 

αντιπετρο^ολεΐαθαι. "Αστυ 17 Μάρτ. 95 

άντιπίεσις^ ή. Ν. Πύργ. 72. — Λ. Σπα- 
θάρ. 86. 

άντυι ι π τικός^Ζ. ( ρήματα, οία τα φθονώ, 
μά/ομαΐ" δοτικα'; δε "τώσεις Ο'.ον οί πατ=ρες 
-«ραμυθοΰνται τους πα'ίδας ό'ταν αύτο"ίς (έπ\ 
κακώ αύτ^ϋν ) εξαμαρτάνωσιν. ) Κ. Οικ. — 
Προς τι ή κακόη/ος αΰτη κα\ σ/ολαστική 
λεξις "/ρησιμεύει, ερο)τω εγώ. "Οξύνει τά/α 
την διάνοιαν του διδασκομένου το Συντα- 
κτικον νεανίου ; Φοοοϋμαι, ό'τι, σκοτιστική 
ούσα, μα λον ττ,ν αμβλύνει. 

άντυτιστεύματα, τά. Διομ. Κυρ. 

αντιπιστεντηρια^ τά. Διομ. Κυρ 

άντιπιτυριώδης^ 2. ( οάρμακον. ίιγρόν ) 
"Λστυ 9 — 10 ί\ο.— Άκρ. 27 Σε-τ. 92 και 
17 Φεβρ. 96. — Άλλ' είναι ή κατάληξις 
ώ δ η ς οικεία τη του επιθέτου τούτου έν- 
νοια ; 

αντυτλαστικός, 3. (οάρμακον. ) θ. Ά- 
φεντ. 76. 

άντυτλαστικώς. Θ. Άφεν. 76. 

αντιπλημμυρικός, 3. (έργα.) 'Λκρ. 10 
Αύγ. 88. — 'Κφ 98. 

αντιπλοίαρχος^ υ. Ί"]φ. Κυβ. 

άντιπλοντοκρατικός , 3. "Αστυ 26 — 7 
Φεβρ. 93. 

άντιπνενματισμός, 6. 'Λκρ 85. 

άντιπνενματισταί, οΊ. Γαλ. αηΐϊβρίιί- 
Ιίδίθδ. Άκο. 2 Ίουν. 87. —"Λστυ 28—9 
Μάρτ. 92. ■ 

άντυινενματιστικός, 3. Γ. Στρατήγ. 
έν'Άστει 18-9 'Οκτ. 91. 

=άντυζοδαγρικός, 3. Ν. Κοντ. λ. 89. 

άντυιοδικός, 3. ( (τ/ίαεις. εκδήλωσε ΐί.) 
Έλλην εν 'Λκρ. 2 Φεβρ. 91 —Άκο. 11 
Φεβρ. 97. 
άντιηοιητής,ό. | θρόνου, 6. Γερμ. Κγοπ- 

ί 



ρΓίΐβίοπίίοηΙ;.) Κ. Κοντογόν. 44. — "Αστυ 
15 Νο. 95. 

*άντιποιητικός, 3. ( άντίθ. του έν ττ 
ποιήσει ποιητικού.) Γερμ. Ιΐηροί'ίίδοΐΐ. Κ. 
Παλαμ. εν «Έφ.» 9 Ίαν. 92 κα\ εν Εστ. 
εικονογρ. 22 Ίαν. 95. — Έν τοίζ Λεξ. τ. 
άρ/. γλ. ή λεξις δεν ε/ει ταύτην την σημ. 

αντιπολεμικός, 3. Άκρ. 16 Μάρτ. 92. 

άντιπόλεμος, 6. Κ. Κούμ. 

άντιπολΐταί τίνος, οί" ( = αντιπολιτευό- 
μενοι. ) Άδ. Κορ. 30. — Κατά εύρυτεραν 
σημασίαν* οί ουκ ορθώς τά πολίτου καθή 
κοντά έκτελοΰντες. 'Λκρ. 23 'Οκτ 97. 

άντιπολιτενομενοσνμπολιτενόμενοι , 
οί. Έφ. 

άντιπολίτευσις,Τί Σκαρλ, λ. 56. — Εφ. 

αντιπολιτευτικός, 3. Ιιο. Κωλ. 41. — 
-Έο..) 2- ιλΙαοτ. 88. — Γ. Β. εν Άκρ. 28 
Άπρ. 95. 

άντιπολιτευτικότης^ ή. Άκρ. 6 Μάρτ. 
90. — Πρβλ. τό -/είρον άντιπολιτ ισμός. 

άντιπολιτεντικώς. Σιβι 36. — «Έο.» 
24 Σε-τ. '.ιΰ. 

αντιπολιτικός. 3. Θ. Φαρμ. 52. — Ίό. 
Φιλήμ. — Σκαρλ. λ. 56. — Σπ. Πήλ. — Ν. 
Ί Σαρ. 

άντιπολιτικώς. Ν. Σπηλ. — Σκαρλ. λ. •'^6. 

άντιπολιτ ιαμός, ό• το άντιπολιτεύεσθαι, 
η ε/ειν κλίσιν προς τοΰτο. Λ. Φραντζ. 39. 

άντιπολιτ ιστικός^ 3. Κ. Α. Κυπριάδ, 89. 

άντίπολος, ό. Κ Κούμ — Κ. Λ. Λυ- 
κόρτ. 92. 

«άντυτοτα/Κίακ^ί αμύνης εργα'β'Έλλην Ιν 
'Λκρ. 28 Ίαν. 94. — Ίίκ τοΰ αύτοΰ τύπου 
(καλουπιού) βγαλμενον τοΰτο έπίθετον, εξ 
ου κα"ί το αντιπλημμυρικός . δ ιδε ανωτέρω. 
^άντιπραίτωρ, 6. Σ. Κ. Σακελλαρόπ 
άπε'δ(οκ•' που οϋτ(ι)ς τον παρά Ί'ωμαίοις 
ρΐΌρΓίΐοίυΓοηι, ουκ οίδα πόθεν λαβών. 
*άντιπρακτικός, 3 ό ο/ι πρακτικός, Γερμ. 
ηηρΓαΙίϊίϊίοΙι. Σ. Ί Κασιμ. 86 — Έν τη 
άρ/αία γλώσση ή λέξις εσήμαινε τον άντι- 
πράττοντα. 

άντιπρέσ&υς, ό, κα\ άνειπρέσ^εις, οί. 
'Κγγραφ. Έλλην. κυδερνήσ 32. — Έλλ. 
κώδ. — Άλ. Σοΰτσ 39. — Έπ. Κ. Κυρια- 
κίδ. 92. • — 'Γπ. εν το"ΐς Λεξ. τ. άρ/. γλ. ό 
άντιπρε σ β ευ τ ή ς. 

άντίπρηνες, τό. Γαλ. ΟοηΐΓβ- ρβηΐβ. 
Ά ν Κορδ 83. 

άντιπρο§λεπτής, ό. V. Μαρτινελ. 89. 

άντιπροεδρεία, ή. Ν Κοντ. λ. 89. — 
"Ιδε κα\ αντιπροεδρία. 

άντιπροεδρεύω. άντιπροεδρευομενη σύ- 

1061 



αντιπροεδρία 



αντιρρενματινη 



νοδος. 'Ιιο Φιλήμ. — άντιπροεδρεύοντος του 
δείνα. Κ. Ο-χ. 52. 

αντιπροεδρία, ή. "Αγ. Βλ. λ. 71. 

άντιπροεδρικός, 3. Έο Κυβ. 24. — 
Άχ-ρ. 21 Φεβρ. 95. — "Αγ. Βλ. λ. 97. 

αντιπρόεδρος, 6. "Εγγραφ. Έλλην. κυ- 
Βερ'^τ^ο. 22. — Έλ. κωδ. 

άντιπροικοσνμφωνον^ τό. Π. Χιώτ. 49. 

άντιπροκήρνξις, ή. Άκρ 7 Μάρτ. 97. 

άντιπρομαχώνες , οι. Σ;: Τρικούχ: 

άντιπρονομιαχός, 3. (τυνθήκη). Άστυ 
24 ιλο. 97. 

άντιαροξενέω-ώ. "Ιω. Καρασ. 67. 

άντιπρόξενος, 6. Γ. "Αλόης 39. — Λεξ. 
νομοτε/ν. 40. 

άντιπροοδευτικός, 3. Ό Ί Ίασον.δ 
89. — Άκρ. 7 Σε-τ. 95. 

άντιπρόπλασμα, τό. . 

άντιπροπόσεις, αί. Α•ών 9 Λεκ. 86. — 
"Αστυ 27 Ίουλ. 91. 

άντιπροσ§άλλω, Εύγ. Βούλγ. — Ά. Ρ. 
'Ραγκ. 75. — Λ. Θερ 

άντιπροσ^ολή, ή. Ί. Ίσ. Σκυλ. 71. 

άντιπροσίσταμαι , άντιττοοσεστη. Εύν. 
Βούλγ. 782. 

*άντ67ΓροσκαλεΓσθαί, φιλοφρονώ; ει; δε".- 
πνα. — Έν τοί; Λξ?. τη; άρχ. γλ. κε"ίται το 
ρήμα κατ' άλλη ν σημαα. 

άντιπροστατευτικός, 3. (σύστημα εν τη 
-ολιτ. οικονομία.) Σεργ. Οικονόμου εν Άκρ. 
1 6 Μαίου 88. — άντιπροστατευτ'κοί, οί "Α- 
στυ 24 Ίουν. 91. 

αντιπροσφορά, ή. Άκρ. 6 Οκτ. 89. 

άντιπροστάτης, ό• ( τή; εν Λονδίνιο Βα- 
σιλική; Γεωγραφική; Εταιρίας, ό πρίγκηψ 
τή; Ούαλλία;.) Άκρ. ήμιφυλ. 5 Φεορ. 97. 

— Ή λεξι;, ε-λάσθη κατά τά άντιβασιλεύς, 
άντι-ρόίδρο; κτλ. 

άντιπροσφωνέω -ώ. «Εφ.» 7 ΐ\ο. 91. 

άντιπροσφώνησις, ή. Έφ. Αύγ. 97. 

αντιπροσωπεία, ή. Φ. Φουρναρ. 25. — 
θ. Μαν.— .Ν. Κοντ. λ. 89- 

άντιπροσωπενσιμος, 2. Λες. νομο- 
τε/ν. 40. 

άντιπροσώπευσις, ή. '.\ν. Πολυζ. 36. 

— Λεξ. νομοτε/ν. 40. — Λ'ίτησι; καθηγη- 
τών Πανεπιστημίου "ρός την 'Ε0νοσυνελ.44. 

αντιπροσωπευτικός, 3. Άκρ. 16 Μάιου 
91 και 10 Μαίου ΟΓι. 

άντιπροσωπεντικώς. Άκρ. 21 Νο. 94. 

αντιπροσωπεύω, -ομαι. Ί•"λλην. σύντα- 
γμα τοϋ ί4. — Λίτησι; καθηγητών Πανεπι- 
στημίου Γ.οος την Έθνοσυνίλ. 44. — Σ. 
Α. Κ. 48. 

[ 



άντιπροσωπέω -ώ. -έομαι -οΰμαι Έλ, 

κωδ. 

άντιπροσώπησις, ή. Έλ. κωδ. 

άντιπροσωπικός. 3. (σύστημα, μοναρ- 
/ία πολίτευμα, /αρακτήρ.) Ν. Σπηλ 26. 
— 'Αλ. Σοϋτσ. — "Αν ΠολυΓ. — Ι\. Ι Σαο. 

— Κ. Άσ. 58.— Θ. Ν. Φλογ. 74. 
άντιπροτάττω. Χαρ, Σ. Καραμίτσ. 66. 
άντιπροτελενταΐος, 3. ( κατά το κοιν. 

άντίπρο/Οε;.] Σ. Τσιοανο'-. 85. 

άντιπροτεραία, ή. Ά/.ρ. 19 Ίουν. 95. 

άντιπρντανις, ο. Έλ. κωδ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

αντιπρωρέω -ώ, Άκρ, 31 Αύγ. 86. 

άντιπρφρως. Λ. Παλάσκ κα"ί άλλοι πρα- 
γματογνώμονε; εν εκθέσει. 76. 

^ΑντίΠρωσσος, ο' δν. εφημερίδος εν Γαλ- 
λία. Αίιον, 

άντιπτνω . άντεοτυσεν . 'Ακο . 20 
^^πρ 95. 

άντίπτωτος. 2 (ή δεισιδαιμονία τη α- 
θεΐα) Α. Ιναραγιάν 7"^. 
—αντιπυρετικός, 3. Γρ Ζαλίκ. λ. — 
Λ Πύρ. 31. — Μο) Πύρλ. 64. — Ξ. Λάνδ. 
66. — Σπ. Μαυρογε'ν. 85. ( Παρά τούτω 
δε χα\ άντιπυρετώδη; άνε'γνων.) — Ν. 
Κοντ. λ. 89.— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντιπυρετίνη, ή. Γαλ. αηίΐίβΙΐΓίηβ. Ά. 
Ε. Παπαδάκ 87. — Κακήν έκρινε την μετά- 
φρασιν ταύτην τή; Γαλλική; λεξεω; ό "Ο 
Α. 'Ρουσόπ. έν Άκρ. 21 Νο. 87, /.λι ίοί- 
γβτ] άπλώ; την άντιφεβρίνην, 'ίνα μη 
φε'ρη σύγ/υσίν προ; την Ιξής λεξιν. 
=άντιπυρίνη, ή. (/ημ.). Σπ. Οικ. — Ίω. 
Πύολ. — Ό. Α. 'Γουσό-. 87. — Άκο. 10 
Νο'. 95. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντιπυρο&ολεΐον, τό. Σ/. Λεο. λ. 61.— 
Προλ. άντι-υροοολοστάσ 10 ν. 

άντιπυρο§ολέω -ώ. '\ίλ. /ρον. 25. — 
Ά. Φοαντ:. 39. — Κ. Παπαο. — Α. Κ. 
Όρλ. — Άγ Βλ λ. 97. 

αντιπυρο€όλησις, ή. Άκρ. 7 Ίουν. 88. 

άντιπνρο§ολισμοί, οί. Α. Φραντζ. 39. 

— .\. Σπηλ. Γ.2.— . Κ Παπαρ. 
άντιπυρο§ολοστάσιον, τό. Σ/. Λεο. λ. 61. 
άνιιΡουμουνίζοντες,υί! Κ/.ρ 8 Ίουλ. 8{1. 

-\-άντιρουσφετικός, 3. (πολιτική.) Άκο. 
21 Ίαν 95. 

άντίρρευμά. τό. Στ. Σταθόπ. 54. 

άντιρρευματικός, 3. (φάρμακα, θερα- 
πεία ). Γ. Καραμήτσ. 79. — άντιρρευματικο\ 
χύνες. ηΈ3.> 8 Νο. 89. — 'Εστ. ίο. 24 
Ίαν. 98. 

αντιρρενματινη, ή• ον. φαρμάκου κατά 

107] 



άντιρρευματισμο-ισχιαλγίνη — 



άντισοσιαλιστα Ι 



των ρευματικών και νευραλγικών πόνων. 
Άχρ. 10 Ίουλ 98 

άντιρρευματισμο-ισχίαλγίνη^ί]. ύπό Ν. 
Βακταλοπούλου, ε«;ευρεθε"ίσα|τιρ 1894 Άκρ. 

10 Ίουλ. 98. 

άντιρρήσιμος, 2. Άνορ. Λασκαρ. 86 

άντιρρητής, 6. Κ. Οικ 30. 

άντιρριζοσπαατικός, 3. «Έφ.« 23 
Άπρ. 89. 

άντιρρινικός^ 3. Θ. Άφεντ. 76. 

άντίρρίνώίεί γένος φυτών Λατ. 80ΓθΓα- 
ΙίΐΟϋ&β 'Κλ. φιλολ. Σύλ. Κστπλ. 84. 

άντιρροαί, αι. Λ. Ξεν. — Ύπ εν το"ίς 
Λεξ. της άρ^. γλ. ή άντίρροια. Ό δε 
Ξε'νος γράψας (ιροα\ κα^ άντιρ^οαίν, εβια- 
σθη 'ίσως να πλάστ) νε'αν λε'ξιν. 

αντιρροπέω -ώ. Χρονόπ. 

άντιρρόπησις^ ή. Ν Πύργ. 72. 

άντιρροηίζίο. 

άντιρροπιοταί , οί της εν Ευρώπη πολι- 
τικής άντιοόοπίας οπαδοί. Κύγ. Πούλγ. 772. 
>άντίρροπτρον, τό. Γαλ. ρ;ΐδ8β-[)ίΐΐ'Ιθΐΐί. 
Γερ[χ Ηϋΐΐρίδοΐιΐϋδδβΐ, πρυσηρτημενον εις 
άλυσιν χαλυβδίνην.» Πριοτο/ρον. Άκρ. 1 
Ίαν. 96. 

άντίρρους, 2. (Ώκεανο'ς). Φίλ. Ίκ). 
-\-άντ^ρρουσφετιΗός,'5/ Ατιρ. 25 'Ιουν.96. 

Άντιρ Ρωμαΐζοντες, οί. "Αστυ 3 Μαί- 
ου 95. ^^ 

Άντιρ'Ρωσσίζοντες,οΊ. Λέων. Δεληγεώρ. 

^ Αντιρ' Ρωοσικός^ 3. Έμμενειν £ν Άττι- 
κω ήμερολογ. 87. 

^Αντιρ'Ρωσσισμός, 6. Άκρ. 8 Αύγ. 88. 
— Παλιγ. 25 Ίουλ. 91. — "Αστυ 16 
Ίουλ. 96. 

άντίρΡωσσος, 2. Σπ. Τρικούπ. 

Άντιρρωσσισταί, οί. Κ. Ν. Τάδ. 98. 

Άντιρ'Ρωσσόφρονες , οι. Άκρ. 16 
Αύγ. 95. 

' ΑντιΣαιξπηρισταί οι εν Αμερική. Άκρ. 
23 Αύγ. 93. 

άντισεισμίΗος, 3. ( πορίσματα επιστήμης. 
οικίαι. σύστημα οικοδομών.). Άκρ. 21 Αύγ. 

86 και 15 Αύγ. 89 και 21 "Απρ. 93.— 
"Αστυ 19 Άπρ. 94. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντίσεισμικώς. Άκρ. 13 Μαίου 93. — 
Έφ. Άπρ. 94. 

ΑντιΣερΘίκός, 3. "Αστυ 18 Άπρ. 96. 

άντισηκωτήρ. 6. Γαλ. ΙιιιΙ&ηοϊβΓ. Γρ. 
Χαντσ, 70. - Άγ. Βλ. λ. 97. 

^ΑντιΣημΐται^ οί. Δ. Θερ. 89. — Άκρ. 
16 Αύγ. 92. — Χ Τρικούπ Ιν Άκρ. 13 
Νο. 93. 
= 'Αντι2ημιτικός, 3. «'Ιίφ.β 13 Ίουν. 

[ 



90. Έφ. συζητήσ. ίΟ Φεβρ 95. — Έστ 
εφ. 21 Ίαν 98. 

— ^ΑντιΣημιτισμός, 6. Α'ών. — «Έφ.» 
89. — "Αστυ 12 Άπρ. 91. — Καιρο\ 3 
Μαίου 91. 

=ΆντιΣημιτιστής, 6. «Έφ.» 21 Απρ. 
89. — Σπ. έν Άκρ. 13 Μαίου 91. - Έστ. 
εφ. 21 Μαν. 98. 

άντίαημον, τό. (ναυτ.) Γαλ. ιιρβΓί,η.) 
Όνομ. ναυτ 58. — 2. στρατ. Γαλ. Γαηίοη. 
Γρ. Χαντσ. 60. — Τηλεγράφημα Διαδό/ου 
Κωνσταντίνου έ'ν Άκρ. 21 '.\πρ. 97- — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

= αντισηπτικός, 3. Ά. Γαζ. — Ξ. Λάνδ. 
40.— Ίω. Πύρλ. 69. — Π Πατρίκ. 78. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ Βλ. λ. 97. 
άντισηπτικότης, ή Άκρ. 6 Αύγ. 93. 
άντισηπτικώς Παΰλ. Ίω. 
αντισηψία^ η. Μ Χα. Μιχάλ. 89. — 

'Ορ. Κατσαρ. 92. — Γαληνός 12 Φεβρ. 93. 

άντισϋενικός, 3. ( φάρμακα. ^ Ίο:) Πύρλ. 

άντισιγματικός . 3. (πόλεμος.) Ειρ. Άσ. 

άντισιγματισταί, οί. ϋίρ. Άσ. 

άντιοιφνλιδικός , 3. Έφ. — "Ιδε κα\ άν- 
τισυφιλιδικός. 

άντισκενωρία, ή Σχ. Λεβ. λεξ. 61. 

άντισκέψεις, αί. «Έφ.» 1 Σεπτ. 91. 
αάντισκηνική καταφορά παρά Βυζαντι- 
νο1ς.» Κ. Σάθ. 

-\ άντισκλα&ισταί οί κατά της σκλαβιάς 
οντες. Άκρ. 13 Ίουν. 90. 

άντισκονικοι έκλογε'ΐς δημάο/ου. Άκο. 
22 Αύγ. 95. 

άντισκωριακόν ελαιον. Ν. Γ. Οίκονομίδ. 

ΑντιΣλα^ίζονσαι δυνάμεις, αί. Άκρ. 
12 Αύγ. 96. 

^ΑντιΣλα&ικός^ κα\ άντισλαυϊκός, 3. (πο- 
λιτική, κράτη, έρεισμα κτλ.). Στρυμών εν 
Έστ. έφ. 13 Δεκ. 95. — Άκρ. 12 Αύγ. 96. 
κα'ι 14 Σεπτ. 97. — Ίδε περ\ του όρθοΰ 
της γραφής σλαβ την σημείωσίν μου την εν 
τη λέξει Σλαυοι. 

ΆντιΣλα§ισμός, δ Άκρ. 5 Ίουν. 91. 

ΑντιΣλαυϊσμός, 6. "Αστυ 5 Αύγ. 98. 

άντισμυριδισταί, οι. Άκρ. 23 ' Απρ. 90. 

άντισορρόπησις, ή. Ί(ο. Πύρλ 

άντισορροπία, ή. Ίιο. Πύρλ. 

άντιαόρροπον θεομόμετρον. τό. ή' άντι- 
σόρροπος, ό. Γαλ. οοιηΐιβιΐδίΐΙθαί'.Ίιο.Πύρλ. 

Υ^άντιαοαιαλίζων .) μτχ. "Αστυ 7-8 
Μάρτ. 93. 
-\-αντιοοαιαλισμός^6 "Αστυ 11 Μαίου 94. 

\^άντιαοαιαλισταί^ οί. "Αστυ 1 1 Μαίου 
94.— Έστ. εφ. 28 Μαίου 94. 
108] 



άντισονλτανικος 



άντισνναλλαΗζΐΗος 



-\-άντίσουλτανΐΗΟς, 3. Άχρ. 7 Σεπτ. 96 

— Έστ. εφ. 19 Σεπτ. 96. 
ΆντιΣονρίσταί, οι ενάντιοι τοΰ Γ. Σου- 

ρη. Άκρ. 17 Αύγ. 97. 

άντισηαθίζω. Ν. Πύργ. 72. 

άντισπαθισμός. ό. Ν. Πύργ. 72. 

άντισπασμώδης, 2. (φάρμακα.). Ίω. 
Όλ. — Θ. Άφεντ. 76. 
=άντιαηασμωδικός 3. Γρ. Ζαλίκ. λ. — 
Δ. Πύο. 111. — Βελτ. 26*Ιουλ. 53 — Σκαρ. 
λ. .^6'. — Π. Ψαρ. 84. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

— Γ. Μακ/ας 97. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άντισπαατίϋώς, έπίρ. "Αστυ 25 Αύγ. 98. 
άντιοηονδειακός. 3. (στίχος ) Χρυσοσθ. 

Βαλασ. εν Αθηναίου τό[-«.. η'. έτ. 79. 

άντισηονδειΟΒίδες μετρον κα\ στίχοι. Χρυ- 
σοσθ. Βαλασ. ένθα άνωτ. 

άντισανόνδειος πους. Χρυσοσθ. Βαλασ. 
ένθα άνωτ. 

άντιστάθμενσις, ή, (στρατού.)• Άκρ. 
18 Ίαν. 86. 

αντισταθμιχός 3, "Αστυ 20 Δεκ 90. 

— Πρβλ. αντισταθμιστικός. 
αντιστάθμισμα, τό. Σ. Α. Κ. — Σπ. Σα- 

κελλαρο'π. 94. — "Αστυ 6 Σεπτ. 94, — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

αντισταθ μισταί μαγνηται. οί. Ν. Γ Κο- 
τσοβελης 96. 

αντισταθμιστικός, 3. Σκαρλ. λ. 56. 

άντιστατόζευκτος, 2. ( γέφυρα. ) Γρ. 
Χαντσ. 47. 

άντισταφιδιχός, 3. (συλλαλητήρια.). Τϊ- 
ιηοη έν "Αστει Ί Όκτ. 95. 

άντισταφιδισταί. οΊ έν "Αμερική. Άκρ. 
16 Δεκ. 95. 

άντιστεμματΐτις, ή• όν. νόσου πολιτικής. 
Άκρ. 12 'Απρ. 92. 

άντιστήλωμα τό. Αιών 15 Αύγ. 87. 

άντιστήριξις, ή. Άκρ. 13 Ίουν. 89. — 
Παλιγ. 7. Ίαν. 93. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άντιατιγματίΗοΙ φακοί, οί* (οπτικ.). Κ. 
Ζέγγελ. έν Προμ. 26'Ιουλ. 92. 

άντιστίζω. Άδ. Κυρ. 

άντίστιξις. ή. Ίταλ οοηίιαιιηη,ί,ο, τό έν 
τή μουσική. Ν. Έμ. Στάης 88. — Άκρ. 
20 Ίουλ. 91. — Γ. Μ. Βιζ. 9.' έν Ίΐγκυκλ. 
λεξ. - Άγ Βλ. λ. 97. 



άντιστόλαρχος, ό. Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άντιστομακακικόν φάρμακον, τ6 Ιταλ. 
ίΐηΐΐδοΰΐΐαΐίοο. 1ν. Βαρβ. λ. 92. 

άντιατοχασμός, δ. Άδ. Κορ. 

άντιστρα&ιστήριον, τό. χειρουργ. οργ. 
Γαλ. Ιαοΐιβίΐβ. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άντιστρατάρχΐ]ς, ό. Γερμ. ΡοΚΙ-ηΐΛΓ- 
8ο1ια1 Θ. Παπάζ. 49. 

άντιστρατευτικά αισθήματα, τά. Βιΐΐΐ 
Βυ§ έν "Ακρ. 11 'Απρ. 94. 

άντιστρατηγιχώς. 'Κπίμετρον ε'ς ττ|ν έ- 
πίκρισ. κτλ. έκο. υπό Ήλ. Τανταλ. 47. 

άντιστρατηγία, ή. 'Αλ. Σοΰτσ. — Σπ. 
Βάσης 93. 

άντιστρατιωτικός. 3. Άκρ. 16 ΛΙαρτ. 

92 και 4 Σεπτ. 94. 
άντιστρεσττικός, 3. Δ Θερ. 90. 
άντιστρεπτοΗοκκιχός όρόός, ό. Άκρ. 

5 Άπρ. 95. — Έστ. έφ. 17"Μα;ου 97.— 
Πρβλ αντιστρεπτό κόκκο ς. 

αντιστρεπτοΗοκχίνη, ή Παλιγ. 31 
Μάρτ. 95. 

άντιστρεητόκοκκος ορρός ό τοΰ ΙΝΙάρ- 
μορεκ, ό κατά τοΰ έρυσιπέλατος κα"Ί τοΰ έπι- 
λο'/ίου πυρετοΰ. Άστυ 4 Μάρτ. 96. 

άντισνγχαίρω , νά άντισυγχαρή. Άκρ. 
2. Ίουν. 98. 

άντισνκοφαντέιο -ώ. Ν. Θεοτ. 

άντισυλλαλητήριον, τό. Άκρ. 23 Δεκ. 

93 κα"Ί 25 Αύγ. κα\ 21 Σεπτ 96. 
άντισνλΚησττίΗΤ} ενέργεια στρατιωτικών 

αποσπασμάτων έν τή καταδιώΕει ληστών. 
Άκρ. 16 Ίουν 94. ' 

άντισνμ€ατικοί^ οί οντες ενάντιοι συμ- 
βάσεως τίνος «Ίίφ.» 8 Μάιου 95 

άντισνμ€ι§αστικός,ο.ΏΛ'λι•{. 3. Μάιου 93. 
=άντισυμ§ολική, ή όν. βιβλίου τοΰ Ι. 
Η. νοδ8. 

άντισυμμαχιχός, 3. (άσμα έν Γαλλία.) 
Άστυ 30 Σεπτ 96. 

άντισυμμετρία, ή Γ. Χ Ζαλοκ. 52. 

άντισυμηόσιον . το κατ' άλλου προτέρου 
γινόμενον διά πολιτικούς λ γους, καθώς αί 
άντιδιαδηλώσεις. «Έφ.» 28 Αύγ. 85. 

άντισυνάθροισις, ή. Άκρ 8 Ίουλ. 89. 

άντισνναλλαγή^ ή. «υπουργοΊ άντισυναλ- 
λαγής » Πρωία 1 5 Σεπτ 98. — "Ιδε το εξής. 

άντισυναλλαγίας, ό' υπουργός μη συναλ- 
λαττόμενος μετά βουλευτών κα\ μή παρέ- 



άντιστιχονργέω -ώ. Μι/. Πεοδ. 

άντιστοίχησις . ή" ( σελίδ(ον δυο εν τη 

τυπογραφική προς άλλήλας.) Σκαρλ. λ. 56 /(ον αύτο'ις ωφελήματα, ίνα τους έ'χη όμο 

έν ερμηνεία' λ;ξεως ΓΟ^ίδίΓο. — Κα\ έν γε- ψήφους. "Αλφ. έν Ά'ρ. 2'ί Ίαν. 94. 

νικωτέρα σημασία ή λεξις εϋ/ρηστος. άντισνναλλαγματική, ή. Ίίγκυκλ. λ. 

αντιστοίχως. Ν. Κοντ. λ. 89. — Άκρ. άντισυναλλαχτικός, 3. (άνδρες, πολι- 

13 Μο. 93. — Έστ. έφ. 21 Ίαν. 98. τική. πρόγραμμα, άρχαί. μεταρρυθμίσεις.) 

[109 ] 



άντισυναλλακτικότης 



άντιτορπιλλοφ ό ρ ον 



Άκρ. 13 Μαίου 94 και 9 Νο. 96. χ.α> 10 
Ίουλ. 07 χ.α\ 18 Φεβρ. 98. 

άντισυναλλαχτικότης , ή. "Αστυ 11 
'Λ-ο. 98. 

άντισυναλλακτιχώς διοικεΐν. Άχρ. 5 
1\Ια•:ου '.Ι5. /.«\ Ί Σε~. 97 κα\ 13 Ίουν. 98. 

άντισυνδιασχέψεις, αί. Έστ. ί<ΰ. 27 
Ίουλ. '.ΙΤ. 

άντισυνδυασμοί, οΊ. 'Α/.ρ. 31 Αεκ. 87. 

άντισυνέδριον, τό. 'Α/.ρ. 22 Σε-τ. 96. 

άντισυνεταιριστικός . 3.'Ακρ.3.Άπρ.93. 

άντισύνοδος, η. Άν. ίερ. 0•κ. 14. — Γ. 
Π. Κρίμ. (•)'.). —Μ. Ί'ενίί'ρ. 81. 

αντισυνταγματάρχης, 6, "Εγγραφ. Έλ- 
λην. κυβερνήσ. 22. 

αντισυνταγματικός, 3. Φ. Φουρν. 25. 
— Σκαρλ. λ. 56. — Κ. Άσ. — "Ιδε περ\ 
μιας παρά την κοινην δευτέρας σημασίας 
της λέξεως ταύτης σηυείωσιν του Έκ. Κ. 
Κυριακίδου εν Ιστορία του συγ/ρόνου Ελ- 
ληνισμού τόμ α'. σελ. 165, καθ' ΐτ,ν εκλή- 
θη αντισυνταγματική ε-ιτρο-ή, ή εν Περα- 
/ώρα, υ~ό Ίιο. Κιολ-'ττη συστηθεΐσα. 

άντισυνταγματιχότης, ή. Άγ. Βλ. λ. 
7 1 . Χαρ. Τρικούπ. — Θ. Φλογαίτ. — Πρβλ. 
άντισυνταγμ α τ ι σ μ ό ς, όστις ομ,ως ενε'/ει 
ίσιος διαοοράν τίνα εννοίας, 

άντισυνταγματικώς. Ν. Σπηλ. — Σκαρλ. 
λ. 56.— ι\. Κοντ. λ. 89.— Άκο. 18 Ίαν 
95, — '.λγ. Βλ. λ. 97. 

άντισυνταγματισμός ό.'\κρ.18'0κτ. 92. 

άντισνφιλιδικός, 3. (Οεοα-εία.). Γαλην. 
1.Τ Σε— 97. - Άγ. Βλ.'λ. 97. 

άντισφενδονίζω. Λ. Δραγ. 52. 

άντισφυρηλατέω-ώ. Σ/. Λεο. λ. 61. 

άντισχεδιάζω ά-ό τα -ριοτο'τυ~α (δι' αν- 
τιγραφής, δηλ.). Κυρ. Κα-ετ. 08. 

αντισχεδιασμός^ ί>' (κατά την του άνω • 
τΞριο ρήματος σημασίαν.) Κυρ. Καπετ. 08. 

αντιοχέδιον ^ τό εναντίον τινός άλλου 
σ/εδίου. 'Αγ. Βλ. λ. 97. — Ποιοία 7 Φεβο. 
98. — Έστ. εφ. 5 Ίουλ. 98. 

άντισχετικός, 3. Εύγ Βούλγ. 

άντισχετικώς Εύγ. Βούλγ. 

άντιαχολαατικοί, οι. Ε'ο. Κ. "Ασ. 

άντισχόλια, τά. Άκρ. 14 Νο. 89. 

αντίσχολοι, οί κατά της εν κοινο'ΐς σ/ο- 
λείοις -αιδεύσειος τιον παίδων άντιτασσο'με - 
νοι κα\ προτιμώντες την οίκοδιδασκαλίαν. Κ. 
()•/.. — Τό θέμα τούτο έπραγματεύΟη ήδη ό 
τοΰ α', μ. ,Χρ. αιώνος ρητοροδιδάσκαλος 
Κυϊντιλιανός εν Ιηείίΐηΐ; οναί. 1, 2. Έγώ 
ήμην, είμαι κα\ θά είμαι εστ' αν πνέω κατά 
της έν οϊκιο διδασκαλίας, άλλα κα^ κατά 

[1 



της εν τοΐς καλουμενοις οικοτροφείοις, ρβη- 
δϊοηδ. 

άντισχΰρισις^ ή. Σ. Α. Κ. 

άντισωματεμπορικός, 3. «Μίο.» 12 
Νο. 89. 

άντιταλάντευσις, ή. Εύγ. Βούλγ. 

Άντ^ Ιταλικός 3. «Έ©.)) 31 .\ύγ. 88. 
— 'Λκρ. 22 Ίαν. 94 

ΑντΙταλιαμός^ ό. .Ν'κελ 18 Ίουν. 94. 

άντίταρσος. 6. Άκρ. 25 Ίουν. 89, 

άντίταφρος, ή. Έλ. /ρον. 25. 

άντιτάφρωμα, το'. Ελ. γρ. 25. — Όρ- 
θότερον θά ήτο τό άντιτφρευμα. 

άντιτετανικός,'ό. (ορρός, λύμφη ) 'Α/.ρ. 

5 Ίουν. 95 κα'ι 12 Αύγ 98. — Έστ. Ιίο. 
17 .Μαίου 97. 

αντιτρετραφωνικοί , οί εναντιούμενοι εις 
την εν τοις ναο'ΐς είσαγωγήν της τετραφώνου 
μουσικής. Άκρ. 15 Φεορ. 93. 

άντιτέχνασμα, τό Κ. Παπαρ 

άντιτεχνικός, 3. "Εγγραφ. 'Εταιρ. σιδη- 
ροδρ. εν 'Λκρ. ,") ΙΜαρτ. 94. 

άντιτηλε§ολοστάσια, τά. Γρ Χαντσ. 47, 

άντιτηλεγραφέω -ώ, Ν. 1. Σαρ, 86. — 
Πρωτεύουσα 20 Όκτ. 88. 

άντιτόλμημα, τό. Σπ. Ζαμπελ. 64. 

άντιτόμησις, ή. 

"Άντιτομίας, (ό Θ, Φαρμακίδης.) Κ. Ο'κ. 
52. — Σ Κ. Οίκ. 61. — Ίδε 'Αντίτομος. 

"Άντιτομιστής, ( ό Θ. Φαομακίδης.) Κ, 
Οίκ. 52. 

"Άντίτομος, ό• ό'ν. δοθέν εις το τοΰ θ. 
Φαρμακίδου βιολίον « Ό συνοδικός τόμος, 
ή περ^ι αληθείας.» Κ. ()•κ. 52. 

αντιτονικός, 3. ( ιατρικ.) Ίιο. Ασάν. 

άντιτονισμός, ό. ( γραμματικ 1 Κ. Ο'κ. 30. 

άντιτονισταί, οί. (γοαμματικ ) Κ. Ο'κ. 
30. — Κ Άσ. 65. 

άντίΓονοί, ό. (γραμματικ.) Γερμ. (χβ^βη- 
ίοη. Γ. Πανταζίδ. 80. — άντίτονοι, οί(ναυτ.) 
Γαλ. ίαιιχ ί,^ίΐηάδ 1)1-3,8. Άγ Βλ λ. 97. 
= άντιτοξικός, 'ό (όοδός. ουσία.). Έστ. 

6 Νο. 94. —Άκρ. 22 Δεκ. 94. 
=άντιτοξίνη, ή. ( /ημ-λ Μ. Θαλής εν 
Άστει 23 Σεπτ. 94, — Έστ. 6 Νο, 94. — 

".\στυ 12 .λύγ. 95. — Άκρ. 6 Ίουν, 97, 

άντίτορμος, 6. Όνομ. ναυτ. 58. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

-\-άντιτορπιλλικόν πλο"ίον. '.λκρ. 11 Ίαν. 
88 κα\ 6 .Μαίου ί)3.— «Ίίφ.» 1 Όκτ. 95. 
^άντιτορπιλλο€όλα πλοία. Άκρ. 14 
'λπρ 94 

-^-άντιτορπιλλοφ όρον πλο'ΐον ( ; ). 
Πρωία 25 Ίουλ. 96. 
10] 



άντιΤονρκικός 



άντιφυσιολογίχός 



άντιΤουρκιχός, 3. Άκρ. 2 Ίουλ. 96. 

— Πρωία 17 Ίουν, 97. 
-{-άντιτονφεχίζω. Σπ. Τρικούπ. 88. 

άντιτραπέζια-ι τά" ( = άντιμήνσία.). Π 
'Ρομ-. (39. 

άντιτρανματιχόζ, 3. ( υοωρ.) 'Ιω. 'Ολ. 

άντιτρεπτικώς, Άκρ. 21 Δεκ. 90. 

άντιτριαδισταί, η ούνιτάριοι, ώς αύτο"ί 
δνο[Αάζονται, ο εστίν Ένισταί, η Μοναοι- 
σταί. ( φιλοίτοφ.). Φίλ. Ίω. 

άντίτριαδΐται. οι" ό'ν. αίρε'σεως Χριστια- 
νών. Κ. Κοντογ. 66. — Ί. Ν. Λεβ. 66. — 
Άν. Δ. Κυρ. 72. — "Ιδε κα\ Μονυ-ό- 
στατοι. 

α^ ΑντιΤρικονσιης 6 Θ. Δηλιγιάννης είναι 
δια τους 'Ραλλικού?.» "Αστυ 29 - 30 Μαοτ. 
92. — Άκρ. 12 και 26 Άπρ. 92. 

άντιΤρικονπικός, 3. ρ'Εο.β 26 Σεπτ. 
90. — Άκρ. 23 Φεβρ. 94. — Σχρίπ ετ. 
β'. άρ. 71. 

άντιΤρικονπικότης, ή. Σπ. εν Άκο. 
16 Σε-τ. 90. 

άντιΤρικουπικώς. Άκρ. 10 Δεκ. 92. 

άντιΤρικονατισμός-, δ. «Έο.)) 5 Νο, 90. 

— Άκρ. 22 Άπρ. 95. 
άντιΤρικονστισταί . οί. Άκρ. 90. 
άντιΤρικοντιολογέοι -ώ. « Έο. » 5 

Ίουλ. 92. 

αντιτρομοκρατικοί, οί. Αιών. 
άντιτρυγικός, 2. ' χημ.) Γ. Α. Κρίν 80. 

— Άρ. Σπαθάρ. 86. ' 

άντιτνπικοί, οί οντες κατά του τύπου 
(της έφημεριδογραοίας) ώς νυν ενεργείται. 
Άκρ. 3 Μάρτ. 98." 

άντιτύττως. Λες. νοϊΑοτεχν. 40. — θ. 
'Αφεντ. εν Χρυσαλ. 64. 

άντιτνραννικός, 3. Πλ. Ε. Δρακ. 

άντιτυφικός, 3. (οοόός.). 'Άστυ 20 
Φεβρ. 9ϋ. 

άντιφαλαγγάρχης^ ό. Στρατ Κανονισμ. 
Πανεττιστ. οάλαγγος 76. 

άντιΦαληριστής, 6 μη θελων να φοίτα 
ε;ς το Φάληρον /άριν αναψυχής η διασκε- 
δάσεως *Εο. 90. 

άντιΦαρισαϊκός, 3. Εφ. 90. 

άντιφαρμακίτης λίθος, ό• το Βεζοάρ- 
διον, Ικ'ζυιΐίΐηΐ, έκκριμα τι ζωϊκον παρά τοίς 
Βου/αρίοις. Άν. Πολυζ. 

άντιφατικότης . ή. Λ. Π. Νάχος 93. — 
Άκρ. 27 Λίαρτ 97. 

άντιφατρία, ή. Κ. Κοΰμ. 

άντιφατριάξω. Ά. 1*. 'Ραγκ. έν Άπο- 
μνημον. 

άντιφατριαστής,ί. Άδ.Ινορ. — Κ. Κούμ. 

[ 



άντιφατριαστικός^ 3. «Έϊ;.)) 27 Φεορ. 
92. - Άστυ 5 Μαίου 9δ. 

αντιφέγγισμα, τό. 'Ιάκ. Πολυλ. 89. 

αντιφβ-ειρικόν, τό. Κατάλογ. εκθεμάτιον 
Δ'. 'Ολυμπιάδ. 88. 

άντιφθιαικός, 3. «Έο.» 23 Σεπτ. 89. — 
Άκρ. 13 Σεπτ. 90. — Γ. Μακκας ε'ν Γα- 
λή νω 77. 

αντιφθονέομαι -ονμαι. Ά. Ί'. 'Ραγκ. 66. 

οντιφιλάνθροίττος, 2. Άκρ. 7 Όκτ. 91. 

άντιφιλελεύθεροι, οί. Α;ών. — άντίϋΐ- 
λελεύΟεροι εφημερίδες, αι. 'Άστυ 2 Όκτ. 95. 

άντιφιλενω. Π. Χιώτ. 

αντιΦιλημονικός, 3. Άκρ. 22 Νο 87. 

— "Ιδε Φιλημονισταί. 
άντιφι?.ολογικός^ 3. Άστυ 22-3 Αύγ. 

91.— Έστ. 22 Αύγ. 93. — Κ. Παλαα. 
έν Έστ. εφ. 17 Άπρ. 95. 
—άντιφιλοσοφικός,^. Χρ. 'Λκαρν. — Άδ. 
Κορ. — Ίω. Πατάκ. 

άντιφιλοσόφως. Λ' Δούκ. 14. 

άντιφιλοτιμήματα τά. 'Εφ. 91. — Πα- 
λιγ. 6 Ίουν. 9Ί. 

άντιφιλοτιμία, ή. Γ Πρινάρ. 51. — Άρ. 
Ινυ-ρ. 67. — Άκρ. 5 Μάρτ. 94. 

άντιφιλοφρονήσεις, αί. Ν. Ι. Σαρ. 
= άντιφλογιστικός , 3 Ίω. Άσάν. — Δ. 
Πύρ. 31. — Ξ. Αάνδ. — Κ. Μαυρογιάν. 41. 

— Θ. Ά(5εντ. 76. — Κοντ. λ. 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97". 

άντιφοιτητικός, 3. Άκρ. 11 Σεπτ. 92. 

άντιφορολογικός^ 3. « Εο.» 9 Μαίου 
89.— Άκρ. 2 Ίουλ, 89. 

άντίΦραγκος, ό. Άστυ 22-3 Αύγ. 91. 

άντιφρενολόγος. ο' ον. περιοδικού φύλ- 
λου, ο εκδίδουσιν οί εσωτερικοί του έν Βι- 
σετρη της Γαλλίας άσυλου. 'Ακρ. 20 
Ίουν. 93. 

άντιψρονέω -ώ, άντιορονοϋντες. Σ. Α. 
Κ.^ 51. 

άντιφροσννη, ή. 'Εφ. 88. 

άντιφρούραρχος, 6. Ν. Σπηλιάδ. 52. 

άντιφυγαδενειν τους της αντίθετου πο- 
λιτικής μερίδος εναλλάξ. Α. Μ. Βλαστ. 40. 

άντιφνΐα, ή. Εύγ. Ιίούλγ. 

άντιφυλλοξηρικός, 3. Ίω. Κ. Άποστο- 
λίδ. — II. Γεννάδ. — Σπ. Χασιώτ. 

αντιφνματικόν ύγρόν, το τοΰ Κω/. 
«'Εφ.» 12 Ίαν 90. 

άντιφυματίνη, ή. Σ. Α. Ζαγκαρόλ. 96. 

άντιφυσικός, 3. 'Αδ. Κορ. 19. Άστυ 
6-7 'Οκτ. 92. —Άκρ. 16 Μαίου 95. 

άντιφυσικότης, ή. 'Λκρ. 15 Σεπτ. 95. 

άντιφυσιολογίκός, 3. Άκρ. 31 Ίαν, 92. 

111] 



άντιφνσιολογιχώς 



άντίωακειμισται 



— Λ. Κακλαα. εν Νί'α ' Ελλάδι, ήμερολο- 
γίω τοϋ 96. 

άντιφυσιολογικώς. Τίηιβ3. έν Άκρ. 8 
Όκτ. ϋϋ. 

άντιφνσώδης, 2. (ουσία.). Άκρ. 4 
Μάρτ. 92. 

άντιφντοφάγοι, οι. Άκρ. 16 Σε-τ. 98- 

άντιφωνάζω. Λρ. 1. Προβελ. 70. — 
'Λργ. Έφταλιώτ. εν Άκρ. 17 Ά~ρ. 96. 

άντιφώνημα, τό. Α'ων 26 Δεκ. 86. Θ. 
Παιταδημητρακόπ. 89. — Άκρ. 6 Νο. 91. 

— Ατλαντίς Νε'ας 'Γόρκης 7 Σεπτ. 95. 
άντιφώνως, Π. 'Ρομ-ο'τ. 69. 
άντιφωτίδες, οά δια τό πολεμικόν ναυτι- 

κόν. Άκρ •:6 'Οκτ. 96. 

άντιφωζίζα». Άδ. Κορ. — Α. Μουστ. 

^ Αντιφωτομαχικά, τά' αν. συγγραφής 
ανεκδότου του Ν. Λογάδου, 33. — "Ιδε Μ. 
Βοετοΰ 'Εθνικ. ήαερολόγιον του 1869, 
σελ. 613. 

'*άντίχαιρε! Άλ. Σοΰτσ. 39. — Ά. 'Ρ. 
Ραγκ. 66 — Ίω. Κ. Καμπούρ. 78- — Έν 
τοις Λεξ. ιηε άρ/. γλώσσης δεν ευρίσκω 
σημειωαΕνην τοιαύτην εν "ροσαγορεύσει /ρη- 
σιν της προστακτικής του ρήι^ατος τούτου. 

άντιχαιρετίζω. Κ. ΓΤαπαρρηγόπ. 67. — 
Ν, Κοντ. λ. 89. — 'Ακρ. νΤ Ίαν. 96. — 
Άγ. Βλ.λ.97. — Ό τύπος ούτος καλλίτερος 
του άντί'/αιρε τώ. 

άντιχαιρέτησις, ή. 

άντιχαιρετισμός , Άδ. Κορ. — Έλ. 
χρον. — Ά. Ί'. 'Ραγκ. 

άντιχαιρετιστικός σΰνδεσιιος ανδρών 
"/αιρετιζόντ(ον άλλιος κα\ ούχι δια βγαλσί- 
μ.ατος του καπ^λλου «Έφ.υ 14 Ίαν. 90. 

άντιχαιρετώ. Σκαρλ. λ. 56 — Άγ. Βλ. 
λ. 71. — Γ. Κ. Στρατήγ. 87. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. —Άκρ. 18 Ίουν. 95. — Παρατη- 
ρηθήτω, οτι ό Ελληνικός λαδ; ένιί) άπδ 
αίώνιον πιθανώς είχεν άπομάθτ) την προσα- 
γι-ρευσιν χα'ίρε εξ οίαςδήποτε αιτίας [μάλι- 
στα δε εκ τοΰ οτι κατ' Εύρίπίδην « ουδέν 
χαρτδν επασ-/ε » , διετήρησεν όμως τα χαί- 
ρε είσματα, χαιρετήματα, χαιρετώ, χαιρέτα 
με τον, καλώς τα /αίρεστε. Χαιρετισμούς 
δε ό κοινός λαός οίν δέν άπατώμαι, μόνον 
τους της Παναγίας λέγει, τους ε'ν τα"ίς εκ- 
κλησίαις ψαλλομενους, τους κα"Ί έγκώαια 
λεγόμενους εν Ηπείριο, καθώς μο"Ί είπεν ό 
Λ. Φίλιος. 

άντιχαλάξιον, τό ( = χαλαζαγωγός. ). 
Ίίο Πύρλ. 

άντιχάνδαξ 6 Ίταλ. οοηίι-α - ίθ38α. Π. 
Χιώτ. 63. — 'Εφ, Κυο. 19. Αύγ. »9 — 

[ 



Πρβλ. τό έξης. έτι κα"! τα άντορύγματα• 

άντιχαρακώματα, τά. Γαλ. οοηΐτβναΐ- 
Ιαίϊοπδ 'Ελ. χρον. 25 — Σπ. Τρικούπ. 

άντιχειμετλίνη^ ή" ό'ν. ελαίου κατά τών 
χειμέτλίον Α. Λ. Τζεράχης εν Άκρ. 16 
Δεκ 87 κα\ 1 Φεβρ. 92. 

άντιχημικός, 3. (Ι'νωσις. ) Άκρ. 19 
Ίουλ 92. 

άντιχημικώς. Άκρ. 8 Νο. 94. 

άντιχλευάζω -ομαι. Δημ. Γαλαν. — • Ν 
Δραγούμ. 79. 

άντιχλωρωτικός , 3. Παλιγ. 22 Άπρ.86. 

άντιχοιραδικός , 3. Σκαρλ. λ 56. — 
Φο^ίβος 91. 

άντιχολερικός, 3. Δ. Πύρ 31 — Άκρ. 
4 Μαρτ 93. 

άντίχορος, 6. Γαλ. οοηΐΓβ - άαηοβ.Πανδ. 
1 Όκτ. 54. —Μ. Στ. Λίαλαίας 61. — Γρ. 
Γ. Παπαδόπ 66.— Ί. Ίσ Σκυλ. 90.— 
Πρδλ. άντόρχησις. 

άντιχρηστικός, 3. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

— « άντιχρηστικά συμβόλαια τά έν τοας 
'Ιονίοις νήσοις υπό τό όνομα γ α λ δ ί τ σ ι α 
γόδεις γόδω κα\ τενούντα απαγο- 
ρεύονται.!) Σ. Κ. Μπαλάνου πολιτ. κωδ. τ. 
Ίον. νήσοίν, 1867, σελ. 271. 

άνΧριστιανικός, 3. Αδ. Κορ. 29- — 
Ίκ. Γ. Ίω. Πατάκ. — Κ. Άσ. 53.— Ζ. 
'Ρώσ. 68. 

άντιΧριστιανικότης , ή Άκο. 85 κα\ 
3^Νο. 98. 

άντιΧριστιανικώς. Δ. Ζ. Σακελλάρ 95. 

άντιΧριστιανισμός, 6. Άκρ. 9 Μαίου 
91. — Ί'^ξηγητής των γραφών (έν Μασ 
σαλία) Σεπτ. 96. 

άντιΧρίστως. Θ. Β. Βενιζ. 79. 

άντιχρονιοταί, οί παραδεχόμενοι που έν 
τώ λόγω άντιχοονισμόν γοαμματικώς. Κ. 
Οίκ. 38.' 

άντιχρονολογέω -ώ. Σχ. Λεβ. λ. 61 

άντιχώρησις,ί^. Θ. Παπαδημητρακό».. 89. 

άντιχωριστικός, 3. ( μέθοδος, γνώμη. ) 
Άγ. Βλ. 66. 

άντιψήφιομα, τό. Σχ. Λεβ. λ. 61. — 
Άκρ. 18 Μαίου 96 

άντιψηφωνήτης, ό, 'Άλοας έν Άκρ. 
24 Ίαν. !)4. 

άντιψνχαρικός ^ 3. Κ. Παλαμ έν 'Εστ. 
έφ. 23 'Οκτ. 9Ί 

άντιΨυχαριστής, ό. «'Εφ.» 12 Σεπτ. 94. 

άντιψωριακός, 3. Β. Άφεντ. 76.. 

— άντιψωρικός, 3. Σκαρλ. λ. 56. — Γ. 
Καραμήτσ. 79. 

άντίκοακειμιαταί, οΊ κατά Ιωακείμ τοΰ 



112 



αντ- ιώδες 



αννπερνικητος 



Γ'. πατριάρ/ου Κστπλεως. "Άστυ 21 
Ίαν. 95. 

(ίάντ-ίώδες περί/ρισμα, το κατά της σκω• 
ριάσεως τοΰ σιδήοου. δ άντιπάθειαν ώνόμα- 
ζαν οί Έλληνες. ■ Ρΐΐη. ΧΧΧΙΥ, Ιδ.» κ. 
Άσώπ. εν Εισαγωγή εις Πίνδαοον, 43, 
σελ. 15 . 

άντλιοφόροι, οί Τουρκοβαρβαριστι του- 
λου[Α7:ατζηδες. Ν. Λραγ. εν Πανδ 1 Νο. 62. 

άντλοδόχη, ή' Γαλ. ββηίΐηθ. Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άντλοσίφωνες . οι κοινώς τρούμπαις τοΰ 
ά[Χ7:αοιοΰ. Όνομ. ναυτ. 58 — Άγ 
Βλ. λ. 97. 

άντλότροχος, 6. Γαλ. Γοαβ η, σοάβίβ, 
( Τουρκοοαρβαρ. ντουλά~ι.) Γρ. Χαντσ. 47. 
—άντοδονταλγιχόν φάρμακον , τό Δ. 
Πυρ. 31. 

άντΟθωνιχός, 3, ( ρεΰ[χα πολιτικόν 
κτλ.) 'Λκρ. 4 Σεπτ. 87. 

άντΟθωνισταί, οί. Δ. Κάο. εν Έστ. εο. 
10 Όκτ. 96. 

άντολίγαρχικός, 8. Άθ. Χ. 'Ροντ. 76. 

άντονομαστιχώς. Π. Καρολίδ. 91. — 
Πρβλ. άντ ω ν ο ρι α τ ι κ ή. 

αντοξνς κονις, ή. Θ. Άφεντ. 75- 

άντορθόδοξος, 2. Ν. Χ. Άμβράζ. 78. 

άντορνγματα, τά. Γ. Σοΰτσ. 9(1. 

άντόρχησις. ή, 1'αλ. οοηΐΓβ-(1αη8β. Γ. 
Άθ. Γερ 50.— Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άντονδενιστιχός, 3. (ενωσις.'. Α'ών. 

άντοφθάλμιον , τό. Ά. Σπαθάρ. 86. — 
άντοφθάλμιοζ φακός. Β. Λακ. 61. — Δ. Χα- 
σιώτ. — Τ. ^Αρχ^^ρόπ. 91. 
*άντοχενς, 6. [στρατ.] Γαλ. οΐι&ρβ άβ 
1)Γβ1α§^β; § ; ναυτ. πυρ.] Γαλλ. ίπ,υβδβ 
1)Γα§υβ. 'Αγ. Βλ. λ. 97. 
*άντοχή, ή. Γαλ. Γβδΐδίαηοβ. Ν. Κοντ. λ. 
89. — Παλιγ. 15 Ίαν. 93. — Έν τί, πά- 
λαια γλώσση ή λίξ. εΤχεν άλλοιοτεραν ση- 
μασίαν. 

άντοχιχός, 3. (χάρτης). Φύσις 10 Ίαν. 
93. — άντοχικός ει? αγώνα. Ν. Έπισκοπ. 
εν Άστει 22 Άπρ. 96. — άντοχιχώτατον 
πλοΐον. "Αστυ 16 Αυγ. 97. 

άντύ€ρισις, ή. 'Αδ. Κορ. 18. — Ίδε περ\ 
τοΰ τ α ΰ τοΰ εν ττ, λε'ξε• ταύτη κα\ εν τη 
άντυβρίζω οσα λέγονται έν τη Περ\ τοΰ 
νόμοι καλόν, νόμω κακόν διατριβί) τοΰ 'Αδ. 
Κοραή. 
άντώθησις^ ή. Ν. θεοτ. — Άντ Δαμασκ. 

άντΩχελλιστής, 6. Κ. Σάθ. έν «Αθή- 
ναι κα\ Βυζάντιον», 94, σελ. σλζ'. 
"Αντωνιάδης, 6. όν. κύρ οικογεν. 

[ 



= ^Αντωνίνιάς, ή• ον. ποιήματος επικοΰ 
τοΰ πρεσβυτέρου των Γορδιανών Καισάρων, 
ύπόθεσιν ε/οντο; τάς πράξεις των δύο 'Αν- 
τωνίνων, τοΰ ευσεβούς καΙ τοΰ οιλοσόοου. 
("Οοα \ν. 8. Τβηίίβΐ Οβ8θ1ιίο1ι1:6 (1. τδτα 
ΙΐΙβΓ&ίιΐΓ, 1870, § 353, 7.) Σ. Α. Κ. 

άντωνομασία, ή. Άδ. Κορ. 11. 

άντωνοματιχη σημασία λέξεως. 'Αδ. 
Κορ. II. 

αντωοειδής, 2. (σχήμα.) Δ. Κουτσομητ. 

αντωηώς^ επίρ. 'Α/. Ποστολ. 73. 

άννδρανλίχεντος Ί' ουκ ε/(>)ν γνώσεις 
υδραυλικής. Σ. Α. Κ. 90 εν Πρακτ. άρ- 
χαιολ. Εταιρίας. 

άνυδρίδιον, τό τοΰ ισατικοΰ οξέος, (χημ.) 
Γ^ Α. Κρίν. 80. 

άννδρίτης, 6. (χημ). Ξ Λάνδ. 40. — 
Δ. Κουτσομητόπ — Σπ. Ο'κ. 

άννδριτικός,3. (χημ.). Άν. Κ. Χρηστ.87. 

άννδρΐτις γύψος, ή. Κ. Μητσόπ. 

άννδρομιγής, 2. (γύψος.). "ΟΟ. Α. 
Τουσόπ. 

άνυπαχοή, ή. ^βϊ§. λεξ. 796. — Ββ- 
ΙΐθΓΐΙΙβ, Γραικ. κα'ι Γαλ. λ. — Άκρ. 1 
'Α-ρ. 86. 

άνντΐανδρία, ή. Γαλ. 00Ηΐ3α1;, άρσ. "Α- 
ποθήκη τ. παίδ. εκδ. Σ. Βλαντη. — ϋβΐΐθ- 
Γ|ηθ Γραικ. χάι Γαλ. λ — "Αστυ 30 
Ίαν 94. 

άννπαρχτέω -ώ. Εύγ. Βούλγ. — Το 
ανύπαρκτος κα\ ή άνυπ α ρ ξ ί α ευρηνται 
εν το'ίς Λεξ. τ. άρχ. γλώσ. 

άνυηεξαλνχτως. Στ. Ξίν. — Ί'π. το 
επίθ. έν τοις Λεξ. της αρχ. γλώσ. 

άνυπέραρτος^ 2. (= Λατ. ηοη ηϊιηϊυδ.) 
1. Ν. Α. Μαυροκορδ. έν τω Περί καθηκόν- 
των βιβλίω του ( έκδ. 1719, σελ. . .) — Δια- 
οεύγει έμε τό τε έτυμον κα\ ή παρατεθει- 
με'νη υπό τοΰ συγγραφέως Λατινική ερμη- 
νεία της λέξεως Μη τι συνετέθη έκ τοΰ άν 
στερητικού κα\ υπέρ κα\ άρτος [ως έκ 
τοΰ αίρω ], καθώς υπάρχει χα ρ τ ό ς έκ τοΰ 
χαίρω; 

ανυπεράσπιστος, 2. Θ. Παπάζ. 49. — 

Φιλόστοατ έν "Αστει 19 Αύγ. 9ο. — Άγ. 

Βλ. λ." 97. — Άκρ. 4 Ίουλ. 98, έν έπιφυλ. 

άννπερασπίστως, Έο. 89. — Άκο. 

16 Όκτ. 96. 
άνυπερεξαχόντιστος, 2. (υ!/η.) Τϊτηβδ. 

έν Άκρ. 16 Άπρ. 96. 

άνυπερθεμάτιστος, 2. (?σχϋ? ευδαιμο- 
νία.) Α. Καραγιάν. 72. 
άννπερνίχητος, 2. Πρωία 15 Σεπτ. και 

25 ΛΌ. 96 κα'ι 9 Ίουν. 97. 

113] 



άνυηερπήδητος 



ανωαις 



άνυπερπήδητος^'2. (φραγμός κττ.) Σοφ. 

Καρύδ — Τϊηΐβδ. εν Άκρ. 8 Μάρτ. 98. 
άνυπερτέρητος, 2. Σ/. Λεβ λ. 61. 

άννηόδονλος, 2 Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 

άνυστοδονλωτος^ 2. Δ. Ν. Βερν. 67. — 

Ίΐλ. Ώρολογ. 83 

άνυποθήκευτος, 2. Άγ. Βλ. λ. 71. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. 

άνυποχορίστως. Άδ. Κορ. 11 

άννοτοληψία, ή. Θ. Ποπάζ. 49. — 
Σκαρλ. λ. Γ)(). (όστις δμως λε'γει την λε'ξιν 
άοόκιμον προτιμών άντ' αύτης την ά δ ο - 
ξίαν.)— Άγ. Βλ. λ. 71. ~ Σ. Α. Κ. 
88. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Θόρυβ. 5 
Ίουλ. 98. 

ανυπολόγιστος, 2. Δημ. Γαλαν. — Άδ. 
Κοο. 16. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ 
λ.^97. 

άννπολογίστως. Άκο. 16 'Οκτ 91. — 
(. Μίφ.» 31 ΙΜαρτ. 95. — Άγ. Βλ. λ. 97 

άννπομονέω -ώ Άγ. Βλ. λ. 71. — Ά. 
'Γ. Ί'αγκ. 75.— Ν. Κοντ. λ. 89. — 'Λκρ. 
η Ίουλ. 97. 

άννπόμονος^ 2. Σκαρλ. λ. 35. — Αγ. 
Βλά/. λεξ. 71. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άννηομόνως. Δ. Μουρούζ. 25. — Άγ. 
Βλ. λ. 71. — Ν. Γ. Φραντζ. 75. — Ν. 
Κοντ. λ, 89. 

άνντιοσκέλιστος, 2. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άννποατατολογίαι,οά 'Λκρ. 13 Φεβρ.92. 

άννποατήρίκτος ^ 2. Ί. 'Ρ. Νερ. — Π. 
Καλλίγ. — ΓΙ. Καλλιοούρσ. 

άνυποφόρως Ι. Κονδ. εν Σκρ\π 26 
Μαίου 96. 

άννηόχρεος, 2. Δ Κυρ. 

άνυποψήφιοι , οί" ( παιγνιωδώς δμοϋ 
μετά τοΰ ύποψή(ρ•.οι.) Άκρ. 8 Σεπτ. 93. 

άννατοψία, ή. Ν. 'Κπισκοπόπ. εν "Λστει 
5 Σεπτ. 96. 

άνυσίμετρον, τό. — "Ιδε άνυσμα. 

άνυσιμότης, ή. Άκρ. 10 Φεβρ. 92. — 
Σπ. Παγαν. ε'ν 'Άστει 17-8 Φεβο. 93.— 
Έστ. έφ. 29 Δεκ. 95. 
ιι*ανυσμα, τό. ούτω κατά 'Άγ. Βλά/ον, 
εξικτόν δε κατά Κ. Σ Κόντον ώνομάσθη 
τό Φραγκιστι ΓβΟΟΓά, η μεγίστη επιτευ/θεΐ- 
σα έπίδοσις εις εν αγώνισμα.» "Αστυ 9 
Μαΐου 96. — Που κα\ πότε 6 Βλά/ος κα\ 
ό Κόντος έπρότειναν τά ον(5ματα ταίίτα δια 
τό Γβοοτά, μοΊ εμεινεν άγνωστον. '() Βλά- 
χος εν τω Έλληνογαλ. Λεξικίο του, τω εκ- 
δοθε'ντι άρ/άς Ιανουαρίου τοΰ 1897, δεν 
ϊγει την λεξ. άνυσμα, ήτις κεααι εν τοΙς 

[1 



Λεξ. της άρχ. γλ. μεθ' ερμηνείας* κατόρ- 
θίομα. Άνυσίμετρον δε κα\ τελεσίμε- 
τ ρ ο ν ή τ ε λ ε ό μ ε τ ρ ο ν, εν δε τω ορόμω 
ειδικώς τελεόδρομον επρότεινεν ό Άλ. θ. 
Φιλαδ. εν Άκρ. ν3 Μαίου 96. Έτι ό αυ- 
τός, ώς υποθέτω, ύπό το ψευδώνυμ.ον 'Ρε'τ- 
γκεν επανε'λεβε τό άνυσίμετρον, γράψας 
εν 'Λκρ. 10 Ίουλ. 96 τό άρθρον αΆκτ^νε;» 
κτλ — Τστερον δε εγρα•^ε τις 1. Γ. εν Ή- 
μιφύλλοι Άκρ. 1 Δεκ. 96 μακρόν άρθρον, 
εν ω άποδοκιμάζιον τά άνιοτεριο ον ματα, 
επρότεινε, τη βοήθεια του Θουκυδίδου, Αρι- 
στοτέλους, Πολυβίου, ΊΙρωδιανοΰ καΐ Πλου- 
τάρχου, δυο άλλα, την μνήμην κα\ την 
άναγραϊ;ήν(!; "Εγώ σιγώ παραπέμπω δε 
εις τά Λεξ. της άρχ. γλώσ. ά ε/_ουσι επίθετα 
τελεοδρόμος, 2, κα'ι τελεσίδρομος, 2, δ•/_ι 
βέβαια με σημασίαν τοΰ Γοοοτά. 

άννψωτήρ, 6. (ηλεκτρικός, υδραυλικός. ^ 
έ'τι κα\ ό Γαλλιστι λεγόμενος αδΟβηδΟΐΐΓ, ό 
εν τα"!ς οίκίαις προς άνύψωσιν τών ένοικούν- 
των εις τά διάφορα πατώματα 'Λκρ. 31 
Δεκ. 88 κα\ 21 Ίαν. 93 κα\ 23 Αύγ. 95 
και 3 Φεβρ. 96. —Έστ. εο. 2 Νο. 95. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άννψωτής, ό. Άκρ. 7 Μαίου 89. 

ανυψωτικός, 3. Άν. Σούλης 84. — 
Άκρ. 25 Μαίου 96. 

άνωγενη πετρώματα, τά. Κ. Μητσόπ. εν 
Έγκυκλ. λ. 

άνωδομή, ή. (αντιθέτως τη υποδομτ.) 
.Μ -μ. (εν περιγραοη σιδηροδρόμων.) Άκρ. 
16 Λύγ. 95. 

άνωκατωειδές πρόγραμμα πολιτικόν τοΰ 
δείνα. 'Άστυ 14 Άπρ. 95. άνωκατωπτώσεις, 
αί. ( μετοχών ) Ν. Γ. Κοτσοβίλης εν Άκο. 
13 Νο 98. 

^Ανωμαλικοί,οί αντίθετοι τών Αναλογι- 
κών τό πάλαι γραμματικών. Γ. Ν. Χατζιδ.98. 

άνωμαλοκόραξ, 6. (ζίοολογ.). Κ. Μη- 
τσόπ. 91. 

άνωνοειδης κα\ άνωνώδης•, 2. ( φυτολογ. ) 
Σκαρλ. λ. 56, εν ερμην. — Έγκυκλ. λ. 

άνωνυμογραφεΐν, τό. 'Άστυ 30 'Ιουν. 
93. — άνωνυμογραοοϋντες, οι. «Έφ.» 25 
'Λπρ. 98. 

άνωνυμογραφία-ι ή. Άντ. Κόριζας έν 
"Λστει 29 'Οκτ. 95. 

άνωνυμογράφος, ό. Άκρ. 13 Μαίου 89. 
— Έστ. εφ. 15 Λύγ. 98. 

άνωνυμοεπιστολογραφία, ή. Άντ. Κό- 
ριζας έν Άστει 29 'Οκτ. 95. 

ανοοσις, ή. ( φυσικ.) Β. Λάκιον 61. — Τιμ. 
'Λργυρόπ. 84. 
14] 



ανωτεροτης 



άξιόπτνοτος 



άνωτερότης, ή. Άνορ. Λασκαρ. 86. 

άνωφεροκατωφερής, 2. Ί. Π. Καρδα- 
μάτ. εν Άκρ Μ Μαίου 89. 

αξαντος, 2. (έ'ρια.) Γαλ. ηοη ΟΆτάβ. 
'Λγ. Βλ. λ 97. 

«άξένως τους ξένους υπεδε'/οντο.». 'Ιω. 
Περβ, 62. 

άξεστότης, ή. Άκρ 

άξέστως. Α Φραβασ. 88. 

άξιαγάστως' Εύγ. Βούλγ. 797. 

αξιανάγνωστος, 2. Νε'α εφ. 13 Νο. 86 

άξιεκτίμητος, 2. "Αστυ 27 Όκτ. 9'ί. 

άξινοειδής, 2. Ίω. Όλ 

άξινονργός, 6. Α. 'Ρ. 'Ι'αγκ. 60. 

άξι,ο§ρά§ευτος. 2. Σιβι 'β. 

αξιογέλαστος, 2. λΥβΐ^. λ. 796. — Κυρ. 
Καπετ. 08. — Γρ. Ζαλίκ. λεξ. — Χ. Δ. 
Μεγδ. 

άξιόγνωστος, 2. Κυρ. Καπετ. 08. 

άξιόγραπτος, 2. Έο. συζητ. 13 Αύγ. 94. 

άξιόδακρυ έθνος. 'Αν. Πολυζ. 74. 

άξιοδακρντως 'Λκρ. 1(1 'Ιουν. 95 και 
11 Μαίου 98. 

αξιοζήλευτος, 2. 'Αγ. Βλ. λ. 71. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Ύπ. εν τοΊς Λεξ. της άρ/. 
γλ. το άξίόζηλος. 

άξιοζωγράφητος,2.Στ:.7.!χμτζ εν Πανδ.60. 

άξιοθανμάστως. 'Ακρ. 9 Νο. 96. 

άξιοθεώρητος, 2. Σεβά/ θαλασσινού 
φυλλάδα ^ 

άξιοθήρευτος, 2. Νε'α εφ. 12 Μάρτ. 91 

άξιοθησαύριστος, 2. Σπ. Ζααπ. 59. 

αξιοθρήνητος, 2 Ήλ. Μην. — 'Αδ. Κορ. 

— Π. Ι Χαλικιόπ 52. — Σπ. Τρικούπ — 
Το άξιόθρηνος ευρηται παρ' Ευριπίδη. 

άξιοθρηνήτως 'Ακο. 4 Μαίου 86. — 
Έστ 13 Σεπτ. 92. 
άξιοκατ αγέλαστος, 2. Κυρ Καπετ. 08. 

— Λ. Ι. Καρουσ. 92; 
άξιοκατάκριτος. 2. Χρ. Πεο. — Έλ./ρον. 

24. — Ά. !\Ιουστοξ. — Ίκ. Γ. Λάτρ. 

άξιοκατακρίτως. Σκαρλ. λ. 56. 

άξιοκατάπληκτον,τό 'Ακρ. 27 Μάρτ. 91. 

άξιοκατάτττνστος,^. «Έφ.» 12Ίουν. 87. 

άξιοκαταχώριστος, 2. Ίω. Σ. Μελανίτ. 
Ιν 'Ακρ. ;-0 Σεπτ. 91. 

άξιοκατηγόρητος, 2. 'Λλ. νψηλ. προ- 
κήρυξ. 21. — Σπ. 'Αντ. 51. 



άξιοκόλαστος, 3. Γ. 'Αριστάρ/. 80. 

αξιολάτρευτος, 2. Ρ. Βελ. — Σ. Α. Κ. 
63. — Μω. Καρασ. 67. 

άξιολατρεύτως. 'Ακρ. 23 'Ιουν. 93, εν 
επιφυλ. 

άξιολύατητος, 2. Φιλολ. τηλε'γρ. 17. — 
Έλ. 7ρον 24. — Κ. 'Ασ. 

άξιομαθής, 2. Κ. 'Ασ. — Προτιμώ το 
εν τοις Λεξ. της άρχ. άξιομάθητος. 

άξιομακαρισμός, 6. οΈφ.» 10 Φεβρ 93. 

άξιομεγαλοπρεπής, 2. (Γαλλία.) Γ. Έ- 
ξαρ/όπουλος, 42. (*) 

άξιομελέτητος, 2. 'Ακρ. 20 Ίαν 87, 

— Έστ. έφ. 15 Φεβρ. 95. 
άξιόμεμπτος, 2. Ν. Κοντ. λ. 89. — 'Αγ. 

Βλ. λ 97.— 'Ακρ. 4 Φεβρ. 97. 

άξιομεταρρύθμιστος, 2. ( ψαλτική.) Π. 
Βεργ. 88. 

άξιομετάφραστος,2 . « ' Εφ. » 1 Άπρ.9 1 . 

άξιομισθία, ή. Γαλ. ιιιβΓΪΙβ . Σκαρλ. 
λ. 56. Γαόο. — Στρατούλης. εν "Αστει 'όΐ 
'Οκτ. 93. 

αξιόμισθος, 2. Γαλ. ιιΐθΓΐΙοίΐ'β. Σκαρλ. 
λ. 56. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άξίοσταραδειγμάτιστος , 2. Έγγραφ. 
Έλλην. κυβερνήσ. 31. — Σπ. Ζαμπ. 64. 

άξιοσταρακολούθητος, 2. Εύγ. Βούλγ. 

άξιοπαρατήρητος, 2. Κυρ. Καπετ. — 
Π. Κοδρ. — Χ. ι\. Μεγδ, — Α. Μουστοξ. 

άξιοπαρηγόρητος, 2. 'Έγγραφ. Ί. Κα- 
ποδιστρίου, 30. 

άξιοηαρόμοιαστος , 3. Δ. Σολομ. 24. 

άξιοπερίγραπτος, 2. Έστ. εο. 20 
Σεπτ. 95. 

αξιοπερίεργος 1 2. 'Κλ. χρον. 25. — ίΝ. 
Σπηλιάδ. 26. — Σ. Ι. Τσιβανόπ. 85. 

άξιοπεριφρόνητος, 2. Α ΙΜι/αλόπ.76. 

— Αιών 3 Δεκ. 87. —Σ. Δ. Βάλβ.'ε'ν Προμ. 
30 'Ιουν. 91. — Δ. Βικελ. εν 'Εστ. 25 
'Απρ. 93. 

άξιοπίστεντος, 2. λΥβί^. λ. 796. — 
'Αν. Ι'οΰδ. 

αξιοποινία, ή. 'Αν. Πολυζ. 36. 

άξιοπρέπησις, ή ( στάσεως σωματικής.) 
Ν 'Επισκοπ εν "Αστει 13 Ίαν. 95. 

αξιοπρόσεκτος, 2. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άξιοπροσέκτως '.\κρ 21 Φεβρ. 93. 

άξιόπτυστος, 2. Σ. Α. Κ. 74. 



(*) Ταύτην μόνην την λε'ξιν εκ των πολλών του πασίγνωστου ποτέ 'Εξαρ/οπούλου 
άνεγράψαμεν έν τη παρούση Συναγωγή ώς δε"ίγμα της αξίας του έν τη δημιουργία λέξεων. 
Ισως δε έποίησε και τινας καλάς' άλλα προκατειλημμένοι οντες κατά της άλλοκοτίας του, 
δεν διετρίψαμεν αρκούντως εις την άνάγνωοιν των δημοσιευμάτων του. 

[115] 



άξιοσήμαντος 



άηαγαλμάτωσις 



άξιοσήμαντος, 2. Ά. Π. Κερ. 82. 

άξιοαημείωτος, 2. Κυρ. Καπετ. 08. — 
Άδ. Κορ. Η.— Γρ. Ζαλίκ. λεξ. — Κ. Σχιν. 
— Γ. Χρυσοβ. — 'ΑΘ. Ί'ουσόπ. 55. 

άξιοσημειώτως. Άθ. Παπαλεξανδρης(;) 
77. — Γ. Καοα[α.ήτσ. 79. — « Έφ. » 9 
Ίουν. 89. 

άξιόσημος, 2. Π Χιώτ. 

άξιοστίέσιαστος 2. (παρελθόν.) Άκρ, 
22 Όκτ. 90. 

άξιοσπαργάνιστος , 2. ( ψελλίσματα ) Σπ. 
Ζαμπ. 59. 

άξιόστε7ΐτος,2. Κ. Άσ. 53. 

άξιοστιγμάτιστος, 2. Παλιγ. 18 'Ιουλ. 
93. — Τΐηιοη εν "Αστει 29 Όκτ. 95- 

άξιοστυγής, 2 Ίώσ. Μοισ. 

άξιοσύγκρίτος, 2 Ν. Σπηλιάδ. 

άξιοσυγχώρητος, 2. Ν. Παπαδόπ — Ν. 
Σπηλιάδ. — Λ. Φραντζ. — Ί. Ίσ. Σκυλ. 
71. — Τώρα γράφουν συνήθως το συγγνω- 
στός, άλλα άξιοσυγ/ώρητ η λησμοσύνη ε- 
γραψεν έτι ό Γρ. Ξενόπ. τω 1894 εν Παρ- 
νασσού τόμ. ίΤ'. 

άξιοανμπάθητος^ 2. Άλ. Καγκελ. — Ν. 
Παπαδότΐ. 

άξιοσύστατος, 2. Άθηνα 33. — Κ. Σ. 
Ξανθόπ. 68. 

άξιοταλάνιστος, 2. Αστο ί2 Λίαρτ 94. 

άξιοταμίευτος., 2. ( νόμισμα κττ ) Ά/. 
Ποστολ. 

άξιοτιμώρ-ητος, 2. Άντών Κορών, — 
'Κλ. Κώο. — Βελτίωσ. 18 Μάρτ. 54. 

άξιοτύπωτος, 2. (βιβλίον. ) Ίω. Βε- 
λούδ. 57. 

άξιονχος, οί αξιώματα ε/οντες, άξκομα- 
τικοί. Άκρ. 18 Σεπτ. ί;.8. — Πρβλ. άξιο 
φόρος κα\ άξ ιω μα τοΐ5 /ος. 

άξίόφθονος, 2. Ά. Γ. Γαγκ. 75. 

αξιόφο€ος, 2• Έ. Α. Σ'μ. 52. — Άνών. 
μετάφρ. φυλλαδίου του Έδμ. Α1)0ΐΐ1:. 60. 

αξιοφόρος, ό Γερμ. λΥΰΓίΙβηΐΓίΐβ^βΓ 
Ίω. Καρασ. 67. 

άξιοφρούρητος , 2. Έφ. Ίουν. 92. 

άξιοφύλαχτος, 2. (ό'ρια.) Π. Χιώτ. 

άξιοχαρακτηριστιχώτερον στάδιον. "Α- 
στυ 23 Μάρτ. 94. 

άξιοχλεναστος, 2. 'Α. Ί*. Ι'αγκ. 94 έν 
'Απομνημ. 

άξιοχρεότης, ή. «Έφ.» 23 Όκτ. 94. 

άξιοχρεωσύνη ., ^. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Πρβλ. άξιο/ρεότης. 

άξιόψεχτος, 2. Θ. Φλογαίτ. 89. 

άξιϋπόληπτος , 2. ( άνθρωποι.) 'Ακρ. 
14 'Απρ. 95. 

[ 



*άξιωματικίι απλώς, ή μείζων μερ'ις της 
άντιπολιτεύσε(υς ώνομάσθη εν "Αθήναις τω 
1894 ή ύπ' άρχηγόν τον Δ Γ. 'Ράλλην, Έφ. 

άξιωματικίσκος, ό. Άκρ. 22 'Οκι:. 94. 

άξιωματιχότης^ ή. Λατ. (ϋ^ΓΪίαβ. *Αλ. 
Θ. Φιλαδ. 96. 

άξιωματολογέω -ώ Άκρ. 24 Σεπτ. 87. 

άξιωματονχοι, οί, "Ωρα. — «Έφ.» 29 
Αύγ. 91. 

άξόλοττον, τό, (ζιοολογ.) Αιμ Νον, 73. 

αξονικός., 3. ( κίνησις. κύλινδρος, χρώ- 
ματα.) Βεν. Λε'σβ. - Δ. Πυρ. 36 — Δ. 
Χασιώτ. Β. εν Έγκυκλ λεξ. 

άξονικόός Βεν. Λε'σβ, — Δ. Πύρ. 36 

ά^ονο)'ενί7ί, 2. (βλάσται.) Σπ. Μηλ, 

άξονόγομφος. 6. Γρ. Χαντσ 47. 

άξονοδέται, οί. Γαλ. 1)Γίάβδ ά'θ83Ϊβιΐ. 
'Ονομ ναυτ. 58. — 'Αγ Βλ. λ. 97. 

άξονόζενγμα., τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

αξυρισιά, ή. Άκρ. 21 Αύγ 89. 

άξύστωτος, 2. Γαλ. ηοη 1ΐίΐπιρ6 -βθ. 
Γρ. Χαντσ. 70. 

άοιδιμώτερος . 3.( συγκριτ. του άοίδιμος.» 
Ν. Κοριτζας 53. 

άοατλία, ή. ( Γερμ λνβ1ΐΓΐθ8ί§ΐ£βϊΙ? ) 
Κ, Κούμ. 

άοριστικότης ή. Α. Σ. Μαυρογεν. 72. 

άοριστό^ιος., 2. ( όμοΰ μετά τοϋ άεργος.) 
"Αλφας έν Άκρ. 31 Μάρτ. 94. 

άοριστολογέω -ώ- Άδ. Κορ 

άοριστολογήματα, τά. Παλιγ. 5 Σεπτ. 89. 

άοριστολογικός, 3. Σκαρλ. λ. 56. 

άοριστολογικώς Σκαρλ λ. 

άοριστολόγος, 6. Κ. Π. έν Έστ, 14 
Μάρτ. 93. 

άοριστοηολέω -ώ ρεμβάζων. Άκο. 15 
Ίαν. 94. 

άοριστόφθαλμε άναγνώστοια, ώ Άκρ. 
23 Αύγ. 89. 

αορκος, 2. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άορτηροδέτης, 6 'Οδηγίαι προς χρησιν 
των τουφεκίων κτλ. 66. 

άορτηροϋχος, 6 επ\ του κόπανου του ό- 
πλου. Γρ. Χαντσ. 70. — Κανον. άσκήσ, 
πεζ. 76. ^ 

αορτικός, 3. (άνατομ.) Δ. Α. Μαυρο- 
κορδ. 36. — Δαμ. Γ. 43. — Γ. Καραμήτσ. 
79. — Χρ. Παπαδόπ 

άορτΐτις, ή, ό'ν. νόσου. 

^Αονστρία, ή. 'Ίδε κατωτέρω τά έπικρα- 
τήσαντα έν τϊ) κοινϊ) των γραφόντων χρή- 
σει Αυστρία Αυστριακός κτλ. 

^ Αονστροχΐοι, οί. Άδ. Κορ. 

άηαγαλμάτωσις, ή. 
116] 



άπαγγελτέος 



άηανθράχωσις 



άπαγγελτέος, 3. Π. Κουπιτ. 76. 
άηαγγελτής, 6 (στί/ιον.) Άκρ. 1 Αύγ. 
9ϋ. — 'Γίΐ. έν τοις Λεξ. της αρχ. γλώσ. ό 
άπαγγελτήρ. 
άηαγγελτός, 3. Γ. Ν. Χατζιδ. 
άπαγγέλτρια, ή. Άκρ 31 Ίαν. κα\ 12 
Δεκ. 92. 
άηΑγγλικανίζεσθαι. Στ. Ξίν. εν Βρετ. 
άστ. 5 Μάρτ. 92. 
άηαγορεντής, ό. Λεξ. νομοτε^^ν. 40. 
άηαγχόνισις, ή. Ά. Φραντζ, 39. — Ίω 
Περβάν. 64. —Ν. Κοντ. λ. 89 — Άγ. 
Βλ. λ. 97.— Πρβλ. τό έξης. 

αηαγχονισμός, ο. Άκρ. \ Άπρ. 87. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

απαγχονιστέος^ 3. Άκρ. 22 Ίουν. 91. 

άηαγχονιστής, 6. Ν. Δραγ ^\. 

άπαγωγενς, 6. [ [χΰς έν ττ) ανατομία.) 
Αιμ. Νον. 73. — άπαγίογεύς ανθρώπων 
ζϋίων κττ. Άκο. 15 Άπρ. 87. — Ν. Κοντ. 
λ.' 89. — Παλι'γ. 21 Άπρ. 90. —Άστυ 
9 Ίαν. 97 — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άσιαγωγικός, 3 ( άποδειξις. συμπε'ρασυ.α.) 
Θ. Λιβ. — Στ. Λ. Βάλβ εν Προμ 14 Όκτ. 
90. — Ν. Κοντ. λ. 89. —Άγ, Βλ. λ. 97. 
— 2.) άπαγωγικόν σώμα ανδρών βοηθούν- 
τ(ον άπαγιογεα. «Έφ.» 17 Φεβρ 88. 

άηαγωγίϋώς Κ Κούμ. — θ Τσικόπ. 91. 

αηαιδαγωγησία, ή. Άκρ. 13 Άπρ. 96. 

άπαίνεσις, ή Ν Ι. Σαρ. 51. — Κατε- 
κρίθη ή λεξις εν Πανδώρα. Άλλ' άπαινεω 
κα\ επαίνεσις ευρηνται έν χοΊζ Λεξ. της 
άρχ. γλώσ. 

άηαισιοδοξασίαι. αι. Άκρ. 10 Δεκ. 91. 

άπαισιοδοξέω -ώ. Ε. Α. Σΐμ. 50. — 
Π. Γρατσιάτ. 78. — «Έο.» 3 Νο. 95. — 
Άγ. Βλ λ. 97. 

άηαισιοδοξία, ή Ν. Κοντ. λ. 89. — Ν. 
Γ Μαχαφ. 91. — Έστ. εφ 13 Όκτ. 95, 
έν έπιφυλ. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

απαισιόδοξος, 2. Αιών 11 ΙΝο. 86. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. —Άκρ. 15 Όκτ. 95.— 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άηαισιοδόξως. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άίίαισιολογήματα, τά. Άκρ. 4 Άπρ. 
και 6 Μαίου 97. 

άτιαισιολόγοι, οΙ. Ίω. Σοΰτσ. 69. 

άηαισιόμορφος. 2. Άρ. Προβελ. 

άηαισιότης, ή. Καθημεο 30 Άπρ. 87. 
— Χαο. "Αννιν. 89. — Στρυμών έν Έστ. 
έο. 25 Ίουν. 95 — Άκρ. 6 Νο. 96. — 

Άστυ 27 Φεβρ. 97. 
άπαισιονργία. ή. Ίώσ. Μοισ. 
άηαιθίόφρονες,ο\.{ = απαισιόδοξοι. )Άκρ. 

ί 



άηαιτητικότης , ή. Φλόξ, 80. 
άπαιτητιχώς.Ά. έν Άκρ. 29 Όκτ. 96. 
άτιαιώρησις, ή. Άκρ. 24 Μάρτ. 89. 

άτιαλειφαί, αί έν γραφ^. ( = σβεσίματα.) 
οΈφ.» 16 Σεπτ. 92.• — Άλλα κείται έν 
τοΈς Λεξ. της ίργ, γλώσ. ή άπάλειψις. 
άπ (α) λη Χεσμένος, μτ/. Εύγ. Βούλγ. 

άσταλλαγέντας . 6 κοινολαϊκή παραστρε- 
βλωσις του άρσ έν. απαλλαγείς, ( της στρα- 
τείας,) ώς κατά τό δυστυ'/ες έτος 1897 
συ)/νά έλέ/θη κα\ έγράφη έν έφημερίσιν. 
Οί άπαλλαγέντες όμως πληθ. άρ. δεν έπα- 
θαν παραστρέδλωσιν, επειδή ή δημοτική χλί- 
σ ς τών ονομάτων δεν τήν έχρειάζετο. Ιδε 
δε περ\ της μεταφορικής /ρήσεως της λέξεαις 
ταύτης δσα λέγει 6 Γ. Ν Χατζιδ. έν Με- 
τάφρ. Άναγνιοσμάτων τυΰ ^ΥΤιίΙιηβγ τω 
1898, πολύ περίεργα μοι φανέντα και σχε- 
δόν απίστευτα. 

απαλλοτριωτέος, 3. 'Ελ. κώδ. 

άπαλλοτριωτιχός, 3. Άν. Πολυζ. 36. 

άπαλλοτριωτός, 3. Άν. Πολυζ. 36. — 
Κ. Φρεαρ. 54 — Β. Οίκον. 63. 

άπαλοκίτρινος, 3. Άκρ. 17 Ίαν 96. 

άπαλοκύανος. 2 Άκρ. 18 Άπρ. 95, 
έν έπιφυλ. κα\ 1 7 Ίαν. 96. 

άπαλομελής, 2. Φλόξ, 80. 

άπαλοποδοσυρμός, 6. "Ιίλλην έν Άκρ. 
24 Ίαν. 94. 

άπολόχροια ή. Άκρ. 10 Ίαν. 95, εν 
έπιφυλ. 

άπαλοψηλαψάω -ώ. Ί. Ί'. Νερ. 13. 

άπάλννσις, ή. Άκρ. 13 Σεπτ. 95 εν 
έπιφυλ. 

άπαλνντικός, 3. (σάπων) «Έφ » 30 
Αύγ. 89. 

άπάμ&λυνσις, ή. Σ. Α. Κ. έν Χρυσαλ. 
65. — Θ. Άφεντ. 76. 

άπάμΟλωσις, ή Χ. Παμπ. 46. 

απΑμερικανίζεσθαι. Άκρ. 3. Νο. 92. 

άπαμύλωσις, ή. ( /ημ.) 'ΌΘ. Λ. Ι*ου- 
σόπ. 90. 

άπανθιστέος, 3. Σ. Α. Κ. έν Άθη- 
ναίω 76. 

άπανθιστής ό. Άδ. Κορ. 17 — Κ. Δ. 
Σ/ιν. 4ό. 

άπανθολογέω -ώ. άπηνθολογηκώς. Κ. 
Οικ. 66. άπανθολογησάμενος δε κατά μέ- 
σην διάθεσιν έγραψεν ό Σ. Κ. Οίκ. έν Πανδ. 
1 Μάρτ. 64. 

άπανθράκωμα, τό. Άν. Κορδ. 88. — 
"Ιδε κα\ έ'ςανθράκιομα. 

άπανθράκωσις, ή. Άν. Κ. Χρηστ. 87^ 
— Χρυσαλ. 

117] 



άπανθρωτνίξεσθαι 



απαρχαιωσις 



*άπανθρωπίζεσθαι Λ. Ι. Μαυροφρύοης 
τω 1861 ε/ρήαατο ττ, λίξει κατά σημα- 
σίαν του μεταβάλλεσθαι τον άνθρωπον εις 
άλλο τι /εφον. Έν τοΙς Λεξ. οε της ίργ. 
γλώσ. κε'ίται ή λε'ξις εκ τοΰ Στοβαίου κατά 
την έναντίαν σημασίαν. 

άπανθρωπισμός, 6. το γίνεσθαί τίνα ά- 
7:άνθριο-ον. Άκρ. 1 Ίαν 93 κα\ 27 Ίαν. 
94. — "Ιδε κα\ το ανωτέρω. 

άπανθρωπικός, 3. Άκρ. .5'Ιουλ. 9'ί. 

άπανταχοϋσα, ή. κοιν. -αντα/οΰαα, εγ- 
κύκλιος οηλ. γραοη άρ•/ιερε'ων πατριαρ'/ων. 
Παίσιος Κστπλειος 732. "Ορα Α Π. Κεραμ. 
Βιβλ'.ΰθ. Ίεροσολυμ. σελ. 21 1 . 

άσταντητικόΰ, 3. ( αρΒρον.) Σ. Α. Κ. 

άπαντογράφος . 2. (ό οε'ΐνα.) Έατ. ε'^. 
15 Φεβρ. 95. — "Ιοε τό έξης. 

απαντον^ τό. Σκίοπτικώς υπο Κ. Άσω- 
"ίου τ(ΰ 1853 ε-λάσθη ή λεξ. αΰτη διά τα 
εκδοθέντα του Παναγ. Σούτσου Ά-αντα. 
"Εζησε δε ή λεξ. και εφεξής και γράοεται 
έτι, ο'.ον έν «Έο » 18 Μαοτ. 89 κα"ϊ 8 
Αύγ. 91. —"Αστυ 8 • 9 Αεκ! 91. — φίλο 
λογ ά'παντον τοΰ γυμνασιάρ/ου δε'ΐνα, έν 
Άκρ. 22. 'Ιουν. 96 τοΰ ύπου,,γοΰ δείνα. 
Πρωία 1 Νο. 97, — Νά, τί θά ε•;:η τό νά 
γεννηθη λέξις με καλήν μοίραν! 

άτιαρα^ίαστος, 2. Λεξ νομοτε/ν, 40. — 
Βελτίωσις, Νο. 53. — Ν. ϋο'ντ λ. 89. — 
■'Λστυ 7 Μάρτ. 95. — Αγ. Βλ. λ. 97. 

άπαρα^Ίάστως Λεξ. νοιχοτε/ν. 40 — 
Ν. Κοντ. λ. 89. — 'Αγ Βλ. λ. 97. 

άπαρα^λήτως. Τ. Νεο 67. — 'Ακο. 23 
Ίουλ. 98. 

άαταραγκώνιστος, 2. Ίκ. Γ. Λάτο. 

άπαραγνώριστος, 2 Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. — 
β. Λιο. — Λ. Ν. Βερν. — θ. 'Αφεντ. 76. 

άπαραγωγικότης, ή. Άκρ 9 Λίαρτ. 94. 

άπαραγώγως. 'ΑΘ. Χ 'Ροντ. 76." 

άπαραδειγματίστως Στ. Ξέν. έν Βοετ 
άστ. 28 "Ιαν. 92. 

άτταράδοτος, 2. Ήλ. Τανταλ. 

άπαραθέτως . ( = άσυγκοίτως ) Εύγ 
Βούλγ. 782. 

άπαράθίχτος. 2. Άκρ. 30 Ίαν. 94. 

άσιαραιόω -ώ. Ν. Α. Σοϋτσ. 

άπαράχαμπτος . 2. Θ. Άοεντ. έν Πα- 
λ:γ. 22 -Οκτ. 90. 

απαραχλινής, 2. Ίκ Γ. Λάτρ. 

άπαράκρουστος, 2. Θ. 'Αφεντ. 87. 

άπαραλείπτως. Σ-. Ζαα-. 04 — Ά- 
τλαντ. 19 Σε~. 96. 

απαράλληλος, 2. ( έ-ιφάνεια. ) "Αθ. Του- 
σόιζ. έν «Ίία.» 15 Αύγ. 95. 

[1 



άπαράλντος,1.[ δεσμοί. ) Εύγ.Βούλγ. 772. 

άπαραμείωτος, 2. Έλ. Χρον. 24. — 
Ίω. Φ'.λήμ. 37. — Κ. Δ. Σ/ιΟ. 45.— Έο. 

άπαραμειώτως. Α. Κ. 'Ορλ. 69. 

απαραμόρφωτος, 2. Γρ. Ξενότ:. έν Έστ. 
90. —Λ. Ν Βερν. έν «'Εφ» 18 Νο. 91. 

απαραπλάνητος, 2. 'Ακρ. 14 Ίαν. 95. 

άπαρασημοφόρητος^ 2. Πετριτζόπ. έν 
Αιώνι 

απαράστατος , 2. 

άπαράσφαλτα . έπίρ. Χ. Λ. Μεγδ. 

άπαρατηρητεί. Άκρ. 13 Ίουν. 88. — 
«'Εφ... 8 Ίαν. 92. — Πρ(θ{α 20 Όκτ 97. 

άτταργνρωσις ή. ( μετάλλου 1 Αιών. 

άπαρέγκλητος, 2. ( — άνεγκλητος.) Π. 
Χ'.ώτ. 63. 

άτζαρέκξατον το έν λόγον ίίνευ δηλ. ζα- 
ρεκόάσείον. Α. Μουστοξ. 

άπαρεμφατογράψοι, οί. (γοαμματικ.) 
Έμ. 'Ροίδ. 93. 

άπαρεμφατομανής , 2 . ( ποολογοι. ) 
(.'Εο..) 11 Σε— 92. 

άπαρεμφατοσχημάτιστος, 2- ( γραμ- 
ματικ. ). 

άτταρεμφατοφο^ία., ή. Κ. 'Ασ. 53. 

άπαρενθέτως. Έρμ. λογ. 21. 

άπαρενοχλήτως. Εύγ. Βούλγ. 

άπαρεξηγήτως. Γ. Μ Βιζ. 88. 

απαρέσκεια, ή. Ν. Λούκ. — '.Αν. Πολυζ. 
— Γ. Α. 'Ράλ. — Γ. Μ Β(ζ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άτταρηγόρως. Άγ. Βλ. — 'Εψέ/θη ή 
λεξ. τω 74 ύ~ό Κ. Σ. Κοντού. 

άοταρίθμητ-ής, ό. Έλ. κώδ. 80 — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άπαρνήσιμος, 2 Κ. Σ Ξανθόπ. 62. 

άπαρομοίαστος, 2. Δ. Γουζ. 07. 

απαρουσίαστος . 2. Άκρ 10 Όχτ. 87. 
«άτταρσενικωσι^ της λέμβου ύ;:ό τών 'Ατ- 
τικιστών.» Έα. Σ. Αυκούδ. έν Έστ. 10 
'Οκτ.^ 93. 

άπάρτης, 6. Γαλ. ίΐδΟβΠδβαΓ. 

απαρτία, ή έν ταΐς συνεδριάσεσι βουλευο- 
μεν(ον σίομάτων ά-αιτουμένη, Γαλ. 1β ρΐβ- 
ηυηι. Ν. Ι. Σαρ. — Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Καταστατικ. Ίστοο. κα\ Έθνολογ. Εται- 
ρίας 89. — Άγ. 'Βλ. λ. 97. —Ίί λέξ. έν 
τη άρ/. γλώσση έδήλου άποσκευήν. "Εχει δε 
κα\ άλλην έτι νυν σημασίαν, οίον έν τω Πο- 
λιτικίο κώδικι των Ιονίων νήσων, 

άπαρτιακός. 3. (διατάγματα. Ιτίοος.) 
«Έφ.» 14 Φεβρ. 94 και Ίαν. 95. 

άπαρχαίωσις, ή. Λεξ. νομοτε•/ν. 40. — 
Κ. Σάθ. 

18] 



άηασ^εστονσθαι 



άηειρόχρωμος 



α.ηασ§εστονσθαι, άπτ]σβ3στω[ΑΕνος. μτ/. 
(οστά. λίθοι) Χρ. Τσούντ. 89. — Έστ 
εφ. '-ί9 Δεκ. 95. — ά;:οσβεστωθε"ίσαι Αθή- 
ναι. Φ. εν Άκρ. 17 Ίουλ 91. 

αηασ§έστωσις, ή.'ΌΘ. Ά Ήουσόπ. 90. 

α.πασ§όλωσις, ή. θ. Έλ, 07. — Έστ. 

απασι, το Φραγκιστι λεγομενον οΐΏΠΪΐίυβ, 
ο/ημα. Νεα ϊο. 2 Νο. 93. — Δεν τολμώ 
οϋτε να συστήσω ούτε να κατακρίνω τήν 
/ρησιν ταύτην της δοτική; άντι ονόματος. 
Λίγω μόνον, οτι ετΐεκράτησεν ή λεξις λεω- 
φορε"ΐον 

άπασχόλημα, τό. ']/.. Γ. Λάτρ. 

άτιατάγως εττίρ. «Έφ.» 23 Φεβρ. 89. 
— Κΰρηται εν το^ΐς Λεξ. της άρχ. γλ. τό 
άτταταγί. 

άπατηλίτης^ 6. ( όρυκτολογ.) Κ. Μητσόττ. 

άπατητήρια όζτικά, τά• είοος θεαμάτων. 
Άκρ, 19 Άπρ. 92. 

άπατίτης^ δ (όρυκτολογ.) Κ Μητσόπ. 

αττάτμιαις^ ή. Έγκυκλ λ. 

άπατορία, η. Ευγ. Βούλγ. 

άπατος, 2. (άγγεΐον.) Άθ. Σταγ. 
Η άπατριάρχευτος έαεινεν 6 θρόνος. » 
Ζ Μαθ. 

ά7Γα•ι»}'αι', αί. 

άπανδητικός, 3. Στ. Ξί'ν. 

ά,πανδ ισμός. ό. Άκρ. 31 Δεκ. 94, εν 
επιφυλ. — '\'γ.. εν το"ίς Λεξ. της άρ/. γλώσ. 
ή άπαύοησις, λίξις όρθότερον εσ/ηματισμε'νη. 

άπαντοχράτωρ, ό. Γερμ. ΕχΙϊαΐδθΓ [6 
'Ιω. Καντακουζηνός.) Κ. 'λσ. — Πρβλ. άπο- 
διδάσκαλος, λε'ξιν τοϋ αύτοΰ Κ Άσωπίου. 
Ομοια τα παλαιά άτίοβασιλεύς, άποστράτη- 
γος, άπο υπάτων Ιουλιανός κα\ ε'ίτι άλλο 
τοιούτον. 

άπαφρίσματα, τά. (των εν καμίνοις με- 
τάλλιον.) Άκρ. 5 Αύγ. 98. 

άπαφύσσας, μτ/. Ευγ. Βούλγ. 

αττάχυντος, 2. Θ. Άφεντ. 

άπέδητος, 2. Ί(ο. Μαργαρίτ. 79. 

άπεδομήσατο, με'σ. άορ. Εύγ. Βούλγ 

άσιεθισμός, 6. Σ. Α. Κ. 

άπειθαρχέω -ω. Άκρ 31 'Ιουλ. 86. 

απειθάρχητος, 2. «'Εο.» 12 Αύγ. 89. 

άπειθαρχικός, 3. Άκρ 3 Σεπτ. 88. 

απείθαρχος, 2. Σπ. Μαυρογεν. 85. — 
"Αστυ 29 Αύγ. 96 

άπειθητικότης,Ύΐ. (!)Άκρ. 13 Φεβρ. 86. 

άπειχαστικώς. Στ. Λ. Βάλβ. 80. 

άπεικονιστής, ό Άκρ. 16 Μαίου 87. 

άπείλησις, ή Φίλ. 'Ιω, εν Φυσ. δικαίο), 
έκδ Λ. Οικ. 

όπειραίων, όνος, 2. ( ζόφος.) Δ. Ν. Βερν. 

[ 



^Απειρανθία, η. 

άπειράνθρωπος, 2. πολύ πολυάνθρωπο;, 
δηλ. Έφ. Μαίου 98. 

άπειρογώνιος, 2. Εύγ. Βούλγ. — Έν 
τοΙς Λεξ. της άρχ γλ. είϊρηται τό άπειρο 
γο)νος. 

άπειροδίκαιος, 2. (ό θεός ) Δ, Λάτ. 

απειροελάχιστος, 3. Ν. θεοτ. — Άλ. 
Βαλβ. 90. 

άπειροελευθεριότης, ή. Ίώσ. Μοισ, 

άπειροεπίθετος . 2. (ή θάλασσα.) ΓΓα- 
λιγ. 24 Μαίου 90. 

άπειροθέλγητρος, 2. Γ. Σ. Πόγγης 60. 

άπειροκοινώνητος, 2. (νε'οι ) Άκο. 4 
Νο, 92. 

άπειροκοσμία, ή. Εύγ. Βούλγ 
νάπειρομάκαρον θεόν.» Ίώσ. Μοισ, 

άπειρομεγέθυνσις,η. Άκρ. 17 Μαρτ 86. 

άπειρομήχανος,2. ( τρόπος. ) Ίώσ. Μοισ. 

άπειρόμματος, 2. Έφ. 

ηπειρόμορφος, 2. Σ. Μελισσην. 59. — 
Δ, Ν. Βερν. 60. 

άπειρόμοχθος, 2. Β. Μιλάκ. εν Έστ. 
11 Σεπτ. 94. 

άπειροπαράτασις, ή ( δικών.) Άκο. 7 
'Οκτ. 86 

απειρόπλαστη συμφωνία ΪΜ. ΙΜητσάκ. 
εν Άκρ. 3 'Ιαν. 95. 

άπειροπλατής, 2. Δαμ. Χριστόπ. 74. 

άπειροπόϋ•ητος. 2. 'Ιώσ. Μοισ. 

άπειροποίησις, ή, θ. εν ^5υλλαδίω «Ή 
κοινωνία» εν ΆΟ. 48. 

άπειροποίκιλος,Ί. \. Ν. Βεον, — 2.Έυ.. 
Μ»οίδ. 90. 

άπειρόσοφος, 2. Ίώσ Μοισ. — θ. 
Καίρ. 49. 

άπειροστημόριον, τό. ΙΝ. Θεοτ. 799. — 
Εύγ. Βούλγ. 05. — Κ. Οικ. 30. 

άπειροστός, 3. Εύγ. Βούλγ. — Ν. Θεοτ. 
799. —Γ. Κ. Βούρ. 43 

άπειροσχημάτιστος, 2. Δ. Ν. Βερν. 60. 

άπειροτατικόν, τό. ( δύναμις της ψυ/ης.) 
Θ. Καίρ. 51. 

άπειροτέλειος, 2. Κ. Οίκ. 13. — Θ. 
Καίρ. 49. 

άπειροτεχνΐα, ή (ιατρική.) Έλ. κώδ. 
• — Χαρ. "Αννιν. εν Έστ. 90 χα\ εν Χρι- 
στουγεννιάτ. Άκρ. 96. 

άπειροτεχνίτης, ό' έπίτάσις τοΰ δημώ- 
δους πολυτε/νίτης. Ί. 'Ρ. Νερ. 16. 

άπειρότιμος, 2. Εύγ Βούλγ. 

άπειρόφθαλμος, 2. Τέρας καΊ δΐηΐΪ3 έν 
Άκρ. 1 1 'Λπρ. 94. 

άπειρόχρωμος. 2. Σ. Π. Λάμπρ, 66. 
119] 



άπεκδέρω 



απεριορίστως 



άηεκδέρω. Σπ. Γούζ. 87. 

άπεκδοραί, αί. Ν Χ Άτ^οιτολ. 94. 

άπεκδυτήριον^ τό. (κυριών παρ' αίθου - 
σαν /οροΰ.) Άχρ. '<?9 Σεπτ. 93. 

άπεκκλίνω. Κ Κοντογ. 

άπεκκολλαοθαι . άπεκκολΓ^Θ-'ν Κ. Π. 
Λάρ.7:ρ 95. 

άΰτεκκρίμ,ατα, τά. ΆσίΑοο. 

απεκκρίσεις, αι. Π. Καλλιβούρα. 52 . — 
Θ. Άφεντ. 76 

απεκκριτικός, 3. ( λειτουργίαι.) Άκρ. 

άπεκΑατινίσας, μτχ. Εύγ. Βούλγ. 
<(ά^^εκ^ΓV£Γ^α4 τί δύσοσμον.» Ν Λούκ. 14. 

άπεκσάρκωσις, η. Ί. Κ. Καμπούρ. 88. 

ά^^εκσ^^^^α> -ώ' άπεκσπασθώσι. Ευγ . 
Βούλγ 78-2. 

άπεκσφενδονίζω. Εύγ. Βούλγ. 

άπεκτρέπεσθαι Γεο Μαυρογ. εν Έστ. 
εφ. κ; Λεκ. 94. 

άπεκφορτίζω Ίω. Κόκκων. 31. 

άπεκχνλίζειν. -εσθαι. Θ. Άφεντ. 76. 

άπεκχνλισις, ή. Θ. Άφεντ. 76. 

άπελενθερώσιμος, 2. Σκαρλ. λεξ 56. 

άπελευθερωτήριον γράμμα, τό. Γαλ. 
δαιιί- οοικίαίί. Ν. Παπαδόπ. 
*άπελευθερωτικός, 3. Άκρ. 23 Ίαν. 
88. — Ή λεξ. ετεθτ) πρώτον τω 1883 εν 
τί", Συναγωγή μου των άθησαυρ. κτλ εξ 
επιγραφής τη; Καλύμνης. 

άπελενθερώτρια,ί^. Έστ. εφ. 1. Αύγ.95 

άπΕλληνίξω ττ|ν Ελλάδα. 'Ικ. Γ. Λάτρ. 
55. — « άπ ηλληνισμενος "Ελλην.» Άδ.Κορ. 

— Τοιαύτην της δασύτητος παραμε'ληοιν 
υφ' ημών των νεωτερο^ν Ελλήνων θα ίδτ, 
τις γεν.>με'νην κα\ Ιν ττ, λέξει πυριτύαλος 
κα\ εν άλλαις* φυσικω τώ λόγω, άφοΰ κα\ 
προ αιώνιον τοΰτο εγίνετο. 

απελπις. 2. Ν Κοντ. λ. 89. 

απελπισία, η. Ήλ. Μηνιάτ. — Ιώσ 
Μοισ. — \νβΐ§. λεξ. 796. — Άδ. Κορ. — 
Δ.Σολομ. — Οί παλαιοΊ ελεγον άπελπισμόν. 

— Ευρηται δέ άπελπιιτία παρά το~ Ιω. 
Τζετζτι. 

άπελπιστής^ι 6. 'Λκρ. 31 Αεκ. 90. 
άπελ7Γίσζ-ικ05,3. ^βί§. λεξ. 796. — Έλ. 
7ρον. 24. — Σκαολ. λ. 5^. — Χ. 'Άννιν. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άπελπιστικώς. Στ. Ξεν. — Γ. Μ. Βιζ. 

— Άγ. Βλ. λ. 71. — Σπ. Παγαν. 88. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. 

άπεμπνέίο. « Ιάν άγάπην σ' έμπνευσα 
δια έκείνην πρώτα, την άπεμπνε'ω σήμε- 
ρον.ο Λ. Γουζ. 

άπεμποδίζω. Δ. Άλεξανδρίδ. 07. 



άπεμπόδισις, ή. θ. Άφεντ. 76. 
απέμφραξις, η. Άκρ. 21 Φεβρ. 89. 
*ά.πενεκτικΎΐ και άποκομιστική κα\ αφαι- 
ρετική πτώσις, δ έν τη Λατινιζη γραμμα- 
τική α1)1αί;ίνα3 ο&8ΐΐ8. Άδ. Κορ. 16. — 
Άν. Παλλατίδ. 34. — Γ. Χρυσοβ 39. — 
Γ. Πρινάρ. 51. — Έτε'θη πρώτον ή λεξ. 
άπενεκτική εν ττ. Συναγωγή μου των άθη- 
σαυρ. κτλ. εκ του Δοσιθε'ου. 

άπενεχυράζειν Ίταλ. άΪΒρβ^η&Γβ. Αεξ. 
νομοτε)'ν. 40 
άπενθάρρννσις ή. Άρ. Π Κουρτ, 
άπενθαρρννω. -ομαι. Άρ. Π. Κουρτ 
άπενταρία, ή. Πάν έν Άκρ. 1 Ίαν. 95. 

— Πρβλ. άπεντΛρ(ι)σύνη. 
απένταρος, δ μή έ/ων ούδε πεντάοαν. 

Εύθ. ΓουβεΤ.. 82. — Άκρ. 16 Μάρτ. 87. 

— Έμ. Σ. Λυκούδ. έν Έστ. 16 Ίαν. 94. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
άπενταρωσννη, Άκρ. 1 Σεπτ. 88. 
άπεξαρθρόω -ώ. 
άπεξάρθρωσις, ή. Ίω. Όλ. 53. 
άπεξείκασμα^ τό. Σ/. Λεβ. λ. 61. 
άπεξελαννω. Εύγ. Βούλγ. 
άπεξελέγχοί Εύγ. Βούλγ. 782. 
άπεξεράω -ώ. Ευ •. Βούλγ. 
άπεξοστρακίζω. άπεξωστράκισται. Εύγ, 

Βουλγ. 782. 

άπεποιθησία, η. Σ. Λ. Σ. 

απέραντο ζ ωΐα, ή. Εύγ. Βούλγ. 

άπεραντομεγέθης . 2. Εύγ. Βούλγ. 

άπεργάται, οι ποιοΰνιες άπεργίαν, Α Φι- 
λαδ. έν Άκρ. 11 Σεπτ. 90. 

άπεργέω -ώ. Άκρ. 3 Μαίου 86 χα\ 9 
Άπρ. 96. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

απεργία, ή. Ν. Κοντ. λ. 89. — Άκρ. 
18 Αύγ. 96. — Έστ. έο. 18 Άπο. 96. — 
'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άπεργικός, 3. (στάσις, επιτροπή εργα- 
τών, ιδιότης.) Πατοινός εν Άκρ. 24 Μαίου 
89 κα\ 29 Λεκ• 91 κα\ 26 Μάρτ. 94. 

άπερήμωσις, ή. Εύγ. Βούλγ. 

άπεργΐτις, ή• δν. νόσου κα\ εν ττ) Ιερά 
Συνόδο). (!) Άκρ. 18 Αύγ. 96. 

άπερίαπτος, 2. Ν. Δούκ. 

άπεριγράπτως. Άκρ. 16 Ίουν. 87 και 
5 Ίουλ. 96. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άπερίθαλπτος, 2. Γ. Παπασλ. 

άπερικαλύπτως. Τα/υδρομ. όδηγδς τοΰ 
1893 έν 'Αθήν. — Άκρ Ίΐ ί\ο. 93. 

άπερίκλειστος, 2. Στ. Σταθόπ. 54. 

απεριορίστως. Κυρ. Καπετ. 08. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

[1201 



απεριπατοι 



άπλέτως 



ηάαιερίσζατοί εγίνοντο οι Περιπατητικοί.» 
Εύγ. Βούλγ. 

άπερίστλοχος, ?. Π Καλλιγ. 

άπεριπλόπως . Γαλ. 8αη8 ίίκ,οηδ 

Άδ. Κορ. 

άπερυιοίητος, 2. Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Φοίύ. 1 Όκτ. 94. 

άπεριστάλτως. Α. 'Ρ. Ί'αγκ. εν Άπο- 
ρ.ν/^μον. 94. 

άπερίστροφος, 2. Άκο. 16 Φεβρ. 95. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άπεριστρόφως Άκρ 21 Μαίου 92. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 
άπερισνλητος, 2. Έφ. 
άττερισύλλεκτος. 2. Άκρ. ΙΟΝ. 93. 
άτιεριτείχιστος, 2. Παλιγ. 10 Δεκ. 91. 

— άπεριτο ί /ιστον οικόπεοον. Άκρ. 24 
Όκτ. 95. 

άπεριτέχνητος, 2. Σ. Ν. Βασιλ, 09. — 
Προλ. το §ξη;. 

άπερίτεχνος, 2. Κ. Παλαμ. εν Έγκυκλ. 
λ — Κ. Π. Λάρ,πρ. 95. 

άπεριΰ&ριστος, 2. Πρωία 20 Αύγ. 98. 

άτζερινμνητος, 2. Άν. 'Αναγν. 

άπεριφράκτως. Άκρ 20 Ιουλ. 88. 

άπερίχριστος, 2. Κ. Φρεαρ. 64 . 

άσιερνθριακότως, Ν. Δούκ. 

άπεστιασμένως Άγ. Βλ. 66. 

άπέταλος. 2. (άνθος) Αϊιχ. Νον. 73. — 
Ν. Καντ. λ. 89 — Άγ. Βλ. λ. 97. — 'ϊπ. 
εν το'ΐς Αεξ. τη; άρ/. γλώσσης, το άπε'τηλος, 
ο θα ήτο δυσνοητότερον την σήμερον παρ' 
ήμ"ίν. αν επροτιματο. 

άπενγενίζω, άνυψώ τίνα ίπο κατωτ='- 
οας τάξεως πολίτου ε?ς εύγε'νειαν. Ν. 'Ι. 
Σαρ. 49. 

*άΐΐενθνντέον. Γαλ. ΒαάΓθδδβΐ'. Πανελ- 
λήν. ήμεοολόγ. 80. — Νεα εο. 15 Φεβο. 
93. — Άκρ. 28 Μάρτ. 97. —Ή λ;ξ κα- 
τά γενικ(ι)τεραν σημασίαν (οχι την σημερι- 
νήν ) ετέθη πρώτον τω 1883 Ιν τη Συνα- 
γιογη μου των άθησαυρ. κτλ. εκ Σωρανοϋ 
τοΰ Έφεσίου. 

άπευθυντήριον, τό, 'Ιταλ. ϊηιϋιΐζζο. 
Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άπενθυντικός, 3. Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άτιΕυρωσταΐζω. 'Ικ. Γ. Λάτρ. 

άπεΧάνσωσεν δ δείνα το οικοδόμημα" 
τό έκιμε κατά τον τρόπον τοΰ άρχιτέκτονος 
Χάνσεν. Άκρ. 

άπεχμάζω, ή' άποδεσμεό(ο, κοιν. ξεμ- 
ποτσάρ(ι). 'Ονομ. ναυτ. 58. — Άγ Βλ. 
λ. 97. 

άπηδαλιούχητος, 2. Α. Μ. Βερν. 68.— 

[ 



Ν. Κοντ. λ. 89. — Σπ. Παγαν. εν Άστει 
17-8 Ίαν. 93. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άπήθηαις, ή. Άν. Κ. Χρηστ. 87. 

άπηλεκτρισθηναι έν Άμερικί]. ( κατά 
το άπαγ-/ονισθηνα'. κα"• τη αύτη σημασία, ) 
Άκρ. ΐ4'Ίαν. 89. ' ' 

άπ'ηλιθίωσις, ή. Λ. Ν. Βερν. 

άστηλίθιωτίΗος, 3. Άκρ. 27 Σεπτ. 89. 

άηηνεμία^ ή. Άρ. Π. Κουρτ. 86. 

άπιδανικεύω. Π. Κ. Άποστολίδ. 

άπιδέλαιον . τό. Β. έν Όμήριο 75. 

άπιδιόω -ώ. 'Ιταλ. ερπορπαΓβ. Λεξ. 
νομοτε/ν. 40. 

άηιδίωσις, ή. 'Ιταλ. δρΐΌρΓΪαηιβηΙο. 
Λεξ. νομοτε/ν. 40- 

άτιιδοκρΰσταλλα, τά. (ζα/αροπλαστ, ) 
Άκρ. 19 Ίαν. 94. 

άηιθανολογία, ή. Σκαρλ. 

άπίθυνσις, ή. Γαλ. (Ιτθδδα^β, άρσ. Γρ. 
Χαντσ. 70 

άπιθυντής^ό Γαλ. ιΐΓθΒδβΠΓ Γρ.Χαντ.70. 

άίΓίθυνΓίκό?,3•( γνώμιον.) Γρ. Χαντσ. 70. 

άπιθνντριον, τό. Γαλ. (ΐΓ68δοΪΓ α ηιαϊπ. 
Γρ. Χαντσ. 70. 

άατίνδαλμα, τό. Σπ Σούγκρ, εν Πλά- 
τιονι 85. 

άπινδαλματίζεσθαι. Λ Α. Χαντσ. 

άπινδαλματισμός, 6. 'ΙΙρ. Μητσόπ. 

άπιοδ^ώκτι,ς, ή 'Κταιρία τοΰ σιδηροδρό- 
μου Πελοποννήσου, «Έφ » 19 Ιουλ. 88. 

απιοαρινίτης , ό' είδος ακτινωτών. Εύρ. 
Ιράν — Α. Κ. Δαμβ. 98. 

άπιόλη, η πετροσελινοκαφουοά, ή. Α. Κ. 
Δαμο. 98. 

=άηίθλίνη, ή. ό'ν. φαρμάκου. — "Π λεξ. Ιή- 
/ει τό σ•'λινον (Λατινιστι ίΐρϊηηι ). 

άπιομάχος,2. α'Εφ.» 19 'Ιουλ. 88. 

άπιοφάγος, 2. «Έφ.» 19 'Ιουλ. 88, 

άτζιστεύτως. 'Ι. Κ. Άποστολίδ ίν Πα- 
λιγ. 22 Ίαν. 92. 

άπιστότης, ή. Λεξ. νομοτε/ν 40. 

άττίσχνανσις, ή. Δ. Πετρίν. — ΔΡ. Άπ. 90 

άπιχνογράφημα^ τό. Έστ, 

άπλανητίΗος, η άδιαπλανητικός, 3. (φα- 
κοί.) Κ. Ζί'γγελης εν Προμ. 26 'Ιουλ 92. 

άπλανθής, 2. (φυτολογ.) θ. Χ. ίν Ίϋγ- 
κυκλ. λ. 

άηλανογραφία, ή απλανών άστεριον πε- 
ριγραφή. Η Καίρ. 49. — "Ιδε κα\ τό έξης. 

άπλανολογία, ή. Θ. Καίρ. 49. 

άπλΕλληνικός, 3. (διάλεκτος.) Δ(ι)ρόθ. 
Πρώϊος 04 

άτιλέζζος. έπίο. « Παροδίτης » έν 'Κστ. 
έφ. 2 Ίαν. 95. 
121] 

8β' 



άπλενατία 



άπο€άρ&αρος 



άπλευστία, ή. \ίξ. νομοτε/ν. 

άπλ7]γής, "2. Σιβι, 36. 

άπλημμέλητον, τό (των βιβλίων.) Κα- 
θημερ. 7 Νο. 87. — άπλη[χμΞ'λητος, 2. Κ. 
Α. Λυκόρτ. 92. 

άπληρωσία, η το μή πληροΰσθαι χρείας 
τινάς. Φίλ. "!(.). έν Φυσικ. ο•κ. έκδ. Λ Οικ 

— 2) τό |χή γίνεσθαι πληοωμήν /ρημάτων. 
Άκρ. 3 'Οκτ. 89. 

άπληρωτεί. επίρ. Έμ.'Ροίδ. 85. — Άκρ. 
2 Γ. Σεπτ. 91. 

άπληστέω •ω. άπληστοΰσα κατακτήσεων. 
Δ. Θερ εν Πανδ. 56. — Τα της άρ/. γλώσ. 
Λεξικά έχουσι [χόνον τό άπληστεύομαι. 
*άπλόγραμμος, 2. — Ή λεξ. ετέθη πρώ- 
τον τω 1883 εν τ•7| Συναγωγή μου των ά- 
θησαυρ . κτλ. ε'κ τοΰ ' Ηριονος. 

άηλογραφέω -<ο. άπλογραφημε'να Λ. Ι. 
Μαυροορ. Γιΰ. 

άπλογραψία,τ\' (των εμπορικών βιβλίων.) 
Γ. Κονδος ί(') 

άπλογραφιπός, 3. (μέθοδος.) Γ. Α. 'Ράλ. 

— Κ Καλαϊτζάκ. 
άπλοδίαίΓθ?,2.90. — Παλιγ 24 Λεκ. 94. 
άπλοΕλληνικός,'ί. (γλώσσα, διάλεκτος. 

ιδίιομα.) Γ. Βενδώτης 783. — Πολυζ. Λαμ- 
πανιτζιώτ. 791. — Σπυρ. Άσάνης, η" Ίιο- 
νας Σπαρμκότ. 797. — Δ. Ν. Δάρβ. 06. 

άπλοΕλληνίς διάλεκτος, ή. Μι/. Χρηστα- 
ρης ΟΊ. — Δ. Ν. Δάρβ. 06- 

άπλοΕλληνιστί. Ν. Κατραμ. 54. — Α. 
Π. Βρετ 57. 

απλοέπεια, ή. Κ. Παλαμ. εν Έστ. 10 
Ό/.τ. 93. 

άπλοήθεία, ή. Άν. .^Ιουστοξ. 

άπλοήθης^ 2. — το άπλόηθες. Ίιο. Φιλήμ. 

άπλοθλαστιχός, 3. ( φυσικ.). 

άπλοιΉότης, ή. Κ. Σ. Ξανθοπ. 62. — 
Θ. Αιο. — Σίμ. Άποστολίδ. 

άπλοκατάσχενος, 2. Χ. Δ Μεγδ. 

άπλοΛατινιχός, 3. (γραμματική.) Σπ. 
Ζαμ-. 6'ί. 

άπλομελλοντικός, 3. ( μανία, έρως των 
την καθαρεύουσαν άσπαζομ-'νων. Ιίμ. 'ΙΌ'.δ. 
88 και 93. 

άπλοποίέύύ -ω' ποιώ τι άπλοΰν εκ συν- 
θέτου η περιπλόκου.Άν ΐΜουστοξ — Σ/.Λεβ. 
λ. 61. • — Γ. Α. Γεράκ. 63. — απλοποιείται 
τι. Εφ. Άσ. 74. — ήπλοποιήθη. Α. Ν. Στούπ. 
84. — ήπλοποιεΐτο. Π. Καρολίδ. 91. — 2,) 
ειδικώς• /αλώ με'γα νόμισμα εις μικρά χερ- 
μάτια. Άκρ. 10 Σεπτ. 91. — 3.) έπ\ γλωσ- 
σικο<3 υοους' ποιώ απλούστερο ν τον λόγο ν. 
Κ. Σάθ.'94. 

[122 



άπλοτιοίησις, ή. Σ/. Λεβ. λ. 61. — β. 

Αοεντ. 76. 

άπλοποιητικός, 3. (μέθοδος.) '\κρ. 11 
Ίαν. 87. 

άπλοποιός, 2. 

άπλοπόνηρος, 2. Κωστ Παλαμ. Ιν Νεα 
'Ιίλλάδι ημερολόγιο) 96. 

άπλοΡωμα'ιΉός^ 3. (μετάορασις.) Δ. Ν. 
Δάρο. 799. 

άπλόταρσα, ή" άπλό/ειρα έντομα, τά. 
(ζιοολογ.) Σ/_. Λεβ, λ. 61'. 

άπλοτοιχία, ή. Άν. Σοΰλης 8Ί. 

ατιλότοκος^ 2 ( υφαίρεσις εν τη άριθμη- 
τικτ,.) Γ. Λ. Γεράκ. 63. 

απλότρεμα '/.}ο\α. τά. (όμοΰ μετά τών 
/λάίαις, κραυγαΤς. Δ. Σολομ. 

άπλονστάτως. επίρ. Δ Μαρκίο. 43. 

άηλουστέρεσις, ή. Δ. Νίτσου εν 'Κρμη 
λογ. 19. — "Ισως κατά σφάλμα τυπογραοι- 
κόν, άντ"ϊ άπλουστε'ρ ε υ σις, ότι ή λεξις θα 
άπεοαινεν υποφερτοτε'ρα τών έξης δύο. 

άπλονστενσις. ή. θ. Λιβ. 61. — Έ©. 
89. — Ίάκ. Πολυλ. εν Έστ. 94. — Κατέ- 
κρίθη ή λεξις υπό Δ. Ν. Βερν. εν η'Ολίγ. 
λεξεσι Ι) τιο 1866, οφ(χ)ς, νομίζω. 

άπλονστενοο •ομαι. 'Ιιο. Σκαλτσ. 65: 
-Ι-ήπλουστεύθη. — Π. Κουπ. 76. — απλου- 
στεύεται τό ζήτημα. Άκρ. 8 Ίουλ. 92. — 
Γερ. Μαυρογιάν. 93. — Ίάκ. Πολυλ. εν 
Έστ. 94. 

απλωτήρ, ό. ( νεολογ.) Γαλ. όίβηάοΪΓ, 
Ν Κοντ. λ. 89. —Άγ. Βλ. λ. 97. 

απλωτήρια, τά. (ποοσούίων.) Άκο. 26 
Σε-τ. 87. 

άττνενμάτιστος, 2. ( λεξις . γράμμα.) Κ. 
Οικ. 30. — άπνευμάτιστα τά δύο δώ. Έλ. 
φιλολ Σύλ. Κωνστπλεως 64. 
οάίτό καί δι' όλα τά με'ρη τοϋ κόσμου.» 
"Αστυ 29 ΪΜαίου 98. — Ή σύνθεσις αυχη 
Γερμανίζει, ό'πως κα\ άλλαι τίνες τοιαυται 
περιληφθεΐσαι εν ταύτη τη Συναγωγή. 

απο€αθμίζω. Ίταλ. (Ιβ^ΓαιίΛΓβ. Λεξ. νο- 
μοτε/ν. 40. 

άπο§άθμισις^ ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άπο€ανανσόομαί -ονμαΐ' άποβαναυσω- 
θε'ίσα λεξις. Άκρ. 27 Ίουν. 90- — 'Ανατο - 
λή 5 Μαίου 96. 

άπο€ανανσωσις^ ή Παλιγ. 4 Μάρτ. 91. 

άπο^αραθροϋσθαι άποβαραθρωθεΐσαι 
εκτάσεις γης. Γ. Ν. Κοοινας εν Άκρ. 23 
Σεπτ. 95. 

*ά3το€άρ€αρος, 2. « διαστρόφοις κα\ άπο- 
βαρβάροις δόγμασι ξένων κα\ άποβαρβάρων.υ 
Ν. Δούκ. 14. — 

] 



άπο6αρ§αρονσθαί 



απογενματοαναί 



*απο6αρ€αρονσθαι Ν. Λούκ. 14. — Άδ. 
Κορ. ?9. — Αϋτη και ή εφεξής λίξι: ετ;'θη- 
σαν πρώτον εν τγ, 1[).τ\ Συναγωγί] τών άθη- 
σαυρ στίον κτλ. εκ του ^Ιι/. Ακομινάτου. 
*άπ,ο€αρ6άρωσις, ή Ν. Δούκ. — Σκαολ. 
Βυζ. 35. — Άκρ. •27Ίουλ. 94. 

άηόΘαρον, το ή κοινώ: ντάρα των ζυ- 
γιζο[Α3νο)ν πραγμάτιον, Γαλ. (αΓβ. Έλ. κώδ. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. — Φαίαξ έν Έστ. έ». 
17 Αύγ. 95. — Άγ. Βλ. λ. 97. Ή ελλη- 
νική λε'ξις καθ' δ (χο'Ί είπεν ό Άδ. Ίω 
Παπαδιαμαντο::ουλος κατεσκευάσθη υπο του 
Κ. Άσω7:!ου. 

άπο€άσια, τά. « πανηγυρίζομεν τα /αρ- 
[Λοσυνά σου άποοάαια, ΌΘ(ον ! » Κ. 0;κ. 35. 

— '^]/ρειάζετο ή νεα αυτή λεξις , άφοΰ 
πρόπαλαι υπηρ/αν τά ά— οβατήρια; 
-\-άστο^ασί€οζον>{ωσις^ ή. (!) Άκρ. 17 
Ίουλ. 89. • — Ποϋ Οά καταντήσωμεν τοιαύ- 
τας λΞ'ξεις 7:οιοΰντες ; 

*άσΐο€ατιχός, στρατο'ς, 6. Έστ. ε©. 10 
Φεβρ. 97. 

άπο^ανχάλησις, ή. Σ. Α. Κ. 48. 

άπο&εζύρωσις, ή. «Έφ.» 2 'Ιουν. 95. 

άστο&ελτέρωσις, ή. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άπο^ήχων. μτ/. (μετά το βή/ειν.) Έστ. 
εφ. 13 Φεδρ. 96. _ 

άηο€ί€ασις, ή. Έστ. 'ν-ΰ. 26 Μαίου 96. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. — 
'Χτ.. εν το■ί^ Λεξ. της άρχ. γλ. δ άπο- 
βιδασμος. 

άηο€ί€αστέος, 3. Έφ. 88. 

άστο&ο&αστιχά καταστήματα, τά Άγγλι- 
στι άοοίίδ. Ίω. Σκαλτσ. 64. 

ά^το€ιωτήρ^ος, 2. (πραξις.). 'Ιόν. κώδ. 
51. — άποοιωτήριον έ'γγραφον. Γ. Α. ΙΜαυ- 
ροκορδ. 46. — Άκρ. 5 Μάρτ. 88 έν 
έπιφυλ. 

άσιο^ακίζεον Χ. Βερνάρδ. 61. 

άπο&λαχόα> -ώ. -ονμαι. Δ. Λερ. — Λ. 
Πατΐαρόηγοπ. — Χαρ. "Αννιν. — 'Αν. Γεν- 
νάδ. — άττοβλακωμε'νος. Γ. Σουρης εν Έστ. 
εικονογραφ, 12 Φεβρ. 95, ε'κ στιχουργίας 
του 81. 

άπο€λάκυνσνς,7]. Κοινιονία 28 'Απρ.91• 

άπο§λάχωσις, ή. Α. Γ. Βακαλόπ. — 
'Αγ Βλ. λ 71.— Φλόξ, 80. — Γ Σ. 
Φραγχ. εν Άκρ. 9 ΐΜαρτ. 98. — Πώτ: 
αυτόθι 7 Μαίου 98. 

αάπο&λακωτήρια εί'ναι, ο/ι γυμνάσια τα 
γυμνάσια μας.» Άκο. 27 Αύγ. 86. — "Αστυ 
31 Ίουλ. 91. 

άπο^αχωτής. ό. Άκρ. 7 Ίουν. 94. 

άπο&λαχωτιχός, 3. Έο. 93. — ΤΗβ 

[ 



δίίΐΓ έν Άκρ. 25 Αύγ. 96. — 'Αλ. θ. Φι- 
λαδ έν Άκρ. 28 Δεκ. 98. 

άπο€λέννωσις, ή. Σπ Μηλ. 85. 

άπο^όλιμος, 2. (τοκετός.). Κοινωνία 1 
"Απρ. 91. 

άπο€ορ€όρωσις , ή διόλου βοοβόρίοσις 
Άκρ. 19 Σε-τ. 89. — Παλιγ. ΐ8'Ίαν. 93. 

άηοΒουλγαρίζεαθαί. ΑΙ Βλάδος ( ; ) 60. 
— Ακρ. 20 Ίουλ. 89 

αποΘουλεντής^ό Κ. Άσ. — Πρβλ. άπο- 
καΟηγητής 

άπο€ράχνωσίς, ή. «με'χρι άποβρα/νώ- 
αεως » Παλιγ. 18 "Οκτ. 89. 
II άτζοΘραχού μένα οράματα του πυρε'σ- 
σοντος.» Άκρ. 8 Αύγ. 96 — "Ιδε κα\ άπο- 
βρά"/(οσίς κα\ άποβραχ(ι) μένος. 

άπο€ραχύνομαι. Ιϊύγ. Βούλγ. 

άττο^ραχωμένος μ.τ/. Έλλην έν Άκρ. 
15 Ά-ρ. 91 

«άττοβράχωσίί, ό'/ι άποψίλωσις του Ελ- 
ληνικού έδάοους.» Άντ. Άθ. 'Ροντ. έν Άκρ. 
19 Αύγ. 94'. 

ά.πο§ρυονσθαι. Γ. Α. Γεράκ. 50. 

άηο6ρο}τιχός, 3. Άν. Κορδ. 
«άπο€νζίαν (κατά το άπεργίαν) ή-είλη- 
σαν αί -αραμάναι τοϋ βρεοοκοιιείου. » Ί'αμ- 
παγ. 14 Ίουλ. 88. 

άτιό^υστρον, το. Γαλ. ίΪΓβ-Ι^πιιοΙιοη. 
Σ"/. Λεβ. λ. 61. — Πρβλ. φελλάγρα. 

άπο^ώ^ανσις, ή. Έστ. έ©. 13 ΙΝο. 95 κα\ 
30 Μάρτ. 97. 

-{-άηογαϊδουρωθώσι . ίιπτκτ . Άκο. 5 
^:ε:ττ. 91. 

άπογαιότης, ή Ν. Ι. Σαρ. 63. — Πρβλ. 
άπογ ε ι ότης. 

άπογαίωσις, ή' μεταβολή εις γην. Ιίυάγ• 
γελ. Ίίμμανουήλ έν 'Ομήρω, 74. 
-\-άηογαλ§άνωσις, ή. ( άνθριαττίνου νεκρού 
σώματος.) \\κρ. 23 Όκτ. 90. 
->ΓάποΓαλλίξειν ( = Γερ. βηίλνβίδοΐιβη ) 
τους έν Αλσατία και Λωρραίνη λαούς. Μ. 
Κ. Κέ-ετζης έν Ίίστ. έφ. 14 Ίουν. 96. 

άπογαλονχεΐται. Περ. Γ. Ί'αυτόττ. 83. 

άπογεοασηχά βαδίσματα Ί'^ττου, Ν. Γ. 
Πιλάο. 91. — Ιδε κα\ προςγειαστικά. 

άπογειότης, ή. Ν. Ι. Σαρ. 40. 

άηογείωσις, ή. Κύγ. Βοΰλγ. 

άπογέμισις, ή. Κανονισμ. άσκήσ. πεζι- 
κού 76. 

άποΓερμάνίξομαι " γίνομαι Γερμανός. 
Αθηναϊκή 22 Σεπτ. 89. 

άπογευματιαναι συναναστροφαί, αί Άκρ. 
Κ) Ίαν. 87 και 20 Ίαν. 88. — Πρβλ τά 
εξής δύο. 

123] 



απογευματιχή 



άτιοδιοτιομπαΐος 



απογευματιχή ώρα, ή. 'Λκρ. 11 Ίαν. 87. 

άηογενματινός. 3. (εφημερίς. Ο'.ασκίοα- 
σεις χιΓ.ό τύπον ε-ισκ;ψείον καθ' ώρ'.σ[Αενας 
ήμε'ρας. τραίνον. ά-αγγελματικα\ άπογευ- 
ματιναί ) Ίίφ. '2 .Μάρτ. 'Μ. — Σ" Π.Λά[Απρ. 
ε'ν Έστ. εί3. 5 'Α-ρ. 94. — Γορύλλας εν 
Πόλει 25 Φεβρ. 95. 

άπογιγαντόω -ώ. — ά-ογιγαντούΐΛενος. 
Ά. Γ. Η-εφ. 88. 

άπογιγάντωσις, ή. «Έο » 12 Άπρ. 90. 

άπογλνχανσις, ή. Χ Παι^αμ. 97. 

άηογλώττιαις, ή Ν. Σ 'Ρίζου 56. — 
Το ρήμα άττογλιοττίζιο υπ. εν τοΐς Λεξ 
της άρ/. γλ. 

άπογνωσία, ή. Θ. Μαν. 

άπογοήτενσις, ή. Γαλ. (Ιβδβηοΐΐίΐηίβ- 
ηιεηΐ. Κ Πώτ., 61. — Στ. Ζαμ-. 64. — 
Ν. Θ. Σχιν. 83; — Π. Βρα;λ. 84. — Βλ. 
Γ. Σκορδ. ^8δ. — Άχ. Παράσ/. 86. — Γ. 
Μιστριώτ. 89. — Άρ. Λ. Παναγαοτίο. εν 
Άκρ. 1 Άπρ. 96.— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άτΐογοητεντιχός, 3. Άκρ. 19 ΙΜαίου 88. 

— Κλ.Ί'αγκ. 89. — Π. Καρολίδ. 92. 
άαταγοητεντιχώς. Άκρ. 31 Μάρτ. 87. — 

Γ. Βώκ. εν Έστ. εφ. 4 Φεβρ. 95. 

απογοητεύω -ομαι. Ν. Ι. Σαρ. — Α 
Μι/αλό-. 76. — Βλ. Γ. Σκορδ. 85. — Γ. 
Κ. Χούμ. 86. — Άγ. Βλάχ. λ. 97. — «α- 
πογοητευμένοι κορδονικοί.ι)"Αστυ 20 Αύγ. 
97. — Έριοτώ εγώ, δια τί οί αγαπώ ντες 
το ^ημα τοϋτο δεν το αετα/ειρίζονται με 
τον άναδιπλασιασμόν του ; 

άπογομφονσθαι. Ν. Λούκ — Ν. Κοντ. 
λ 97. ^ ^ 

άπογονία, ή. Π. Κοδρ. — Ανώνυμ. εν 
^υλλαδίο) « Τό εν Βερτυδίω στρατοπεδον » 
Ιδ. — Δ. Μουρούζ. 25. — Δ. Ι. ΙΜαυροφρ. 

— "Ηλεγξεν ό Άδ. Κοραής τω 1819 την 
λε'ξιν. — Ή άπογονή κεααι εν τύίς Λεξ. 
της άρ)τ. γλώσσης, ην και οί νυν γράφοντες 
μετα/ειρίζονται. 

άπογονίκός, 3. Εύγ. Βούλγ. — άπογο- 
νική αδυναμία. Χ. Α, Ήλιόπ. 94. — Έν 
τοις Λεξ. της άρ•/. γλώσ. μόνον ως όνομα 
μηνός κείται το Άπογονικός. ό. 

άπογονομανής 2. κα\ άπογονομανία, ή. 
( — ε-ιγονομανία, ό'περ ιδε'.) Σχ. Λεο. λ. 61. 

απογρανίτωσις, ή. Θρασ. Άγγελόπ 
'Λθάν. εν Άκρ. 4 Ίουν. 94. 

άπογραπτέος^ 3 «Εφ.» 19 ΙΜαρτ 89. 
*άπογραφιχός, 3. ( πίναξ κτλ.), απογρα- 
φική, ή. Γαλ βΐαΙίδΗίΐυβ. Έστ. 10 Αύγ. 
86. — Ή λε'ξις ώς ΙπίΟ. μόνον ίύρηται εν 
το'ς Λεξ. της άρ-/. γλ. 

[1 



άπογνμνωσις, ή. 'Ακρ. 26 Μάρτ. 87. 

άπογνμνωτήριον, το εν τοΙς 'Ρΐιΐμαίων 
θεάτροις &.ΐΐ(^1ϊαπιιιιι. Γ. Χ. Ζαλοκ. 50. — 
Προλ. σκυλευτήριον 

άπογυμνωτής, 6. Μ'/. Κρίσπης 88. 

άπογνμνωτιχός, 3. '.λκρ. 31 Μαίου 89. 
— Παλιγ. 19 'Λπρ 94. 

άπογνψωσις, ή. 

άπογωνιαστήρ, ό. Γαλ. ίΐ1^Γΐ<^-0{ΙΓΓβ, 
άρ7. Γρ. .Χαντσ. 70. 

άποδαρτιχόν ανεύρυσμα, τό. Λατιν α- 
ηοατ. (3ϊδ8β€ΐιη8. Θ. Άφεντ. 54. 

άποδασόομαι -οΰμαι. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άποδάσωσις, ή. Ν. Χλιορ. εν Προμ. 24 
Μάρτ. 91. 

άπόδειγμα, τό Τ. Ι. Φιλήμ. εν Έστ. 
εφ. 1•.' Ίουν. 94. 

άποδείχτης, 6. Λεξ νομοτε/ν. 40. 

άποδειχτότης, ή. Φίλ. 'Ιιο. 

άποδειματόω -ώ Φίλ 'Ιω 

άποδειμάτωσις^ ή. Φίλ. 'Ιω. ίν Φυσ. 
δικαίο), εκδ. Λ. Ο'κ. 

αποδείξιμος, 2. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άποδειροτόμος 6. Άδ. Κορ. έν ταΐ? 
εις Στράοιονα σημειώσεσιν. 

αποδεκατισμός^ 6. ^Υβί^βΐ λ 796. — 
Δ. Βικε .. 

άποδεκτήριον, έγγραοον, τό. Άστυ 25 
Αύγ. 96. 

άποδελφινόομαι -ονμαι. « Εύβοια.» 

άποδερμάτωσις^ ή. Π. Γεν^^δ. — "Ελλην 
εν Άκρ. 17 Άπρ. 91. 
νάποδηγματα ^ρεα, τα του ερίου, ήτοι 
α'. όδάξ άποσπώμεναι εξο/α\ τοϋ νήματος η 
τραχύτητες." Οίίτως ό Φίλ. 'Ιω. τοϊ 1865 
άπεδωκε τα 1αηβ3, ΐηΟΓΒα του Ιίατούλλου 
(Έπιθαλαμ. Πηλ. κα\ θετ. στ. 317.). 

άποδήμησις, ή. Ν. Ινατραμ. 54. — "Αν. 
Ιίολυζ. 59. — Σπ. Ζαμπεί 64. 

άποδημητήρια. τά. Ελ. κώδ. 

άποδημητιχότης, ή. (των Γύφτων ή 
Τσιγγάνων. ) Άκρ, 21 Ίουλ. 86. 

άποδημιαχά, τά. (;) Π Άραβαντ 66 

άποδημομανία, ή. Σπ. Ζαμπέλ. 64. 

άποδιαπλέχω. Σχ Λεο λ.. 61. 

άποδιαφεύγω Γ. Δ Μάνεσης 86. 

άποδιαφθείρω.-ομαι.Ίώ^:.Μοΐ'3 — Έφ. 
Φεβρ. 98. 

άποδιδάσχαλος, 6. Κ. Άσ. 

άποδιέθνωσις, ή• « ήτοι κοσμοπολιτι- 
σμό:. » Καθημερ. 3 Δεκ 87. 

αποδιοπομπαίος τράγος, ό. 'Ακρ. 10 
.Μαίου ί>8. — Άγ. Βλ. λ. 97. —Μόνον ό 
άποπομπαΐ ος τρ. είναι γνωστός εκ τοϋ 

24] 



άποδιπλόω 



αποθηκεύω 



Λευϊτικοΰ 16, 8, 9, έτι δετό άποδιοπομ- 
πε'ομαι και ή άποδιοπομπησις καϊ το 
άποδιοπομπητό'ον, α έ'/ουσι τά Λεξικά 
της άρ/, γλ. Ι(α\ περ\ μεν του αποδιοπομ- 
παίου τράγου εγώ δεν άποφα νομαι. Ή 
δε μετο/ή άποδιοπομπεύσας , ην έγραψε 
τις εν « Πλάτωνος » έτ. Ζ'. σελ. 232, ήμαρ- 
τημενιος ε-/ει. 

άποδυζλόω -ώ. ιι έμπορου άποδιπλοϋν- 
τος υφάσματα άδιακόπως. » "Αστυ 29-30 
Σεπτ. ' 91. 

άποδοκίμασις, ή. Ελ. χρον. 24. — 
Έλ. κο'ίδ. — Φαίαξ εν Έστ. εφ. 2 Αύγ. 9Ί- 

άηοδοαιμαστής^ ό. Λ. Ι, ΙΜαυροορ. 60. 

— Άχ.ρ. -28 Άπρ. 97. 
αποδοΗΐμαστιαώς. Άκρ. 17 Φεβρ. 96. 

— Άγ. Βλ. 97. 
άποδοΗΐμαστικώτατα . ΐΓ.[γ. Σκρ\π 21 

Αύγ. 94. 

άτζοδραματίζω. Άκρ. 7 Φεβρ. 89. 

άποδραστιχός. 3. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άποδρομέω -ώ. Τ. Ε. Δρακ. 49. 

άποΔωρίζεσθαι Λιομ. Κυρ. 60. 

άιτοελοϋσθαι. « καταργήσατε τά έ^,η, αν 
δεν θέλετε να άποελωθητε. « Άκρ. 15 
Όκτ. 93. 

άποΖακννθίζεσθαι . "Λστυ 15-6 
Άπρ 93. 

-\-άποζενιθονται ή οικονομική της Ιτα- 
λίας κατάστασις.» Πατρινός εν Άκρ. 17 
Φεορ 89 — Ή λεξ. νοθογενής, ένέ/ουσα 
τό Άραο. ζενίθ, ό'ρον τ?,ς αστρονομίας. 

άποζενατήρ, δ. Ήλ. Κανελλόπ. 

άστοζημιόω -ώ. -ονμαι. Λεξ. νομοτε/ν. 
40. — Βασιλ. διάτ. 56. — Σκαρλ. λ 56. 

— Κ. Κοοκιδ. 50. — Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Άγ. Βλ. λ 97. 

άποζημιώσιμος, 2. 

άποζημίωσις, ή. Εγγραφ. Έλ. κυοερ- 
νήσ. 21. — Έλ. κώδ. — Λεξ νομοτεχν. 
40. —?ί. Κοντ. λ 89. —Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποζωοϋσθαι. Σ. Α. Κ. 57. — άποζω- 
ούμενος. Άκρ. 5 'Ιουν. 94 εν έπιφ. 

ά^^οζωωσ^ς, τι- Γαλ. &ηΐΐΐ]ίΐ1Ϊ8αΙϊοη. Κ. 
Βαρδαλ έν Φυσικτ,, σελ. 46 — Ά. Μ. 
Πετσάλ. έν Άκρ. 17 Άπρ, 91. — « άπο- 
ζιόωσις οδόντων, δηλ. τελειοποίησί; τιυν »( ; ) 
'Ακρ. 12 Άπρ. 94. 

άηοθαλάσσωσις, ή' τό να τά κάμνη 
τις θάλασσα, ώς κοινώς λέγεται ( = να 
•/αλνα τι καταστρέφη . Σφΰρα 9 'Ιουν. 96. 

άποθαμ^όω -ώ θα άπεΟάμβωνεν. « Ε'ώ.» 
21 Αύγ. 92.— Άκρ 2 Μαίου 96. — 'Τό 
παθητικόν άποθαμβ ο ϋ σ θ α ι ετέθη πρώτον 

[1 



έν ττ; έμί. Συναγωγή τών άθησαυρ. κτλ. εκ 
του Διδύμου Άλεξανδρ. 

άποθαμ€ωτικός,3. Φλος, 80. — Πρωία 
2 .Μαίου 97. 

άποθάρρννσις, ή• τό άφαιρείν τινά τό 
θάρρος (κατά νεωτερικήν σημασίαν. ) Γ. 
Παπασλ. — Μ. Στ. Μαλαίας 01.— Ίω. 
Περο. 65. — Άναστ. Βυζ. 69. — Κ. Α. 
Ίσηγόν 74.— Κ. Ν. Τάδ. 98. 

αποθαρρυντικός, 3. (κατά την τοΰ ά- 
νιοτέοω σημασίαν.) Ιοί. Πεοβ. 64 — Έμ. 
Τοίδ. 85. — Λ'. Κοντ. λ. 89. — Άκρ. 1 
Ίουλ. 94. — Άγ. Βλ λ. 97. 

άποθαρρυνηχώς' (κατά την τοϋ άνιο• 
τέοω σημασίαν.). Παλιγ. 6 Ίουλ. 88. — 
Π. Καρολ'δ. 92. — Άκρ. 31 Όκτ. 94, έν 
έπιφ. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

αποθαρρύνω" αφαιρώ τίνα τό θάρρος, η 
τον κάμνο^ να τά 7*^ΤΊ• Ευ/ρηστον δε -/.0ί\ τό 

αποθαρρύνομαι παθητ. Άγ. Βλ. 66. 

— Άν. Γούδ. 69 — Σ. Δ Κ. 71.— Γ. 
Σ. Β, έν Βύοωνι 76. — Σ. Π. Λάμπρ. 86. 

— Ν Κοντ 'λ. 89.— Αγ. Βλ. λ. 97.— 
Ίω. Πανταζιδ. 97. — Έν τη άρ/. γλ. τό 
εναντίον εδήλου ή λέξ. "Ιδε Κ. Σ. Κοντού 
η Παρατηρήσεις » , σελ . . . 

άποθαυμασμός, 6. ΑΙ'Όν. — Φλόξ, 80. 

— Κ Π έν «Έφ.« δ '(»κ- 92. 
απόθεμα τό. (πραγματειών.) — Ν. Κοντ. 

λ. ,^9 — Άκρ. 12 Μαίου 90- — 'Αγ. 
Βλ. λ. 97. 

αποθεματικός , 3. ( κεφάλαιον. άποθε- 
ματ. τρίκλειδον ταμείον.). Έλ. κώδ. — Ίω. 
Σοΰτσ — Ν. Κοντ. λ. 89. — ■Αγ.Βλ.λ.97. 

άποθεματοΰχοι, οί. (σταωίδος•). Άκρ. 
5 Ίουλ. 95. 

άποθεμελίωοις, ή. ]Ν Κοτζ. 78. 

άποθέρμανσις, ή. Άν. Κ. Δαμο. 87. 

άποθερμαντήρ. 6. Άν. Κ Δαμβ. 87. 

άποθεσιοφνλαξ, 6. Σχ. Λεο. λ. 61. 

αποθέτης, 6. Γαλ. ρ&ηίβΓ άβ Γβ1)α1;, 
ραηϊβΓ α ραρϊβΓ. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποθετικότης,τ^. (φιλοσοφ.). Ν• Κοτζ.78. 

άποθετιχώς Ί'ίλ. Ί<ϋ. — Στ. Δ. Βάλβ. 

αποθέτω. Α. 1\1 Βλαστ. 40 — Όβΐιόςαβ 
λ. —λ Κοντ. λ. 89. 

αποθεωτικός 3. «Ίίο.» 1 1 ϊΜαιου 90. 

— '.λκρ. 25 Άπρ. 92. ' 
άποθηκεύσιμος, 2. '.Ακρ. 3 Σεπτ. 87. 
άποθήκενσις, ή. Έλ. κώδ. — Γο. Χαντσ. 

47. — .λ. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

αποθηκευτικός, 3. Γ. Κωνσταντινίδ. 
.Μακ. 89. 

αποθηκεύω. Γρ. Χαντσ. 47. — Ν. Κοντ. 

23] 



άποθήχια 



αιτοααρωαις 



λ. 89. — "Α. 'Ρ. Ί'αγκ. εν Άπομνημον, 
94 — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποθήχια, τί' άσ/.οειοή τίνα δργΛνα. φυ- 
τών. Έγχ.υκλ. λ 

άποθηκιχά :ξοδα,τά. Άκρ. 11 Ίουλ.94. 

άποθηκόγραφα, τά' δανείζειν επ\ άπο- 
θηκογράφων. "Ιΐλλην εν Άκρ. 1δ Ίουν. 98. 

άποθηκοφνλαξ, 6. Λεξ νομ,οτεχν. 40. 

— Έφ Κυο - Άγ. Βλ. λ. 97. 
άποθηλάοαντες, μτ/. ::αυσάμενοι του 

θηλάζειν το γάλα της μητρός Ήλ. Στα- 

θό-. δ1. 
άποθήλννσις^ ή. Α. Μάνο; εν Παρνασ- 

σω, 77. 

άποθηλνντικός,^.'^ΐ.'^τίοί εφ. 19 Ίουν. 96. 

άποθηριωτήρια, τά' ( αϊ φυλακα'ί των 
Ί'ωμιών.) Γ. II. Άκρ. 28 Φεορ. κα'ι 81 
Ίουλ. 9Ί. 

άποθησαύρισις, ή. Λ. Βικελ. — Ν. Γ. 
Πολ. 95. 

άποθησανρισμα, τό. Σπ. Μηλ. Ϊτ6. 

άηοθησανριστής-, ό. Λ•ών 13 Ίουν. 87. 

— Κ. Παλαμ. εν Έστ. εφ._ 19 Δεκ 96. 
άποθησανριστίκός, 3. Έστ. 21 Σεπτ. 

86. — Κ. Μηταό-:. εν Προμ. 12 Ίαν. 92. 

άτιοθητεύειν . «παις φυλακισμένος άπο- 
θητεύει μετά μήνα.» Γ. Π. εν Άκρ. 28 
Φεορ. 94. 

άποθίνωσις, ή. Γερμ. Νβ1ΐΓαη§. Ίταλ. 
1ί(1ο. Άν. Πολυζ. 59. — Ν. Σπάθης 88. 

άττοθολονσθαι. Φλόξ 80. 

άηοθράσυνσις, ή. Καθημερ. 21 Σεπτ 
87.— «Έο.» 17 Φεοο. 89. — Άκρ. 4 
Ίουν. 93. 

άποθρήνησις ή. Λ Ν. Βερν. 67. 

άπόθριστος, '2. κόμη.) Φίλ. Ίω. 6•^. 

άττοθρομβοϋσθαι. Στ. Π. Ε. Γιαννόπ. 

άτιοθυμία. η. <Όι δίδοντες -/ρήματα αι- 
σθάνονται κάποιον παλμόν άποθυμίας.» Ν. 
Έπισκοπόπ. εν "Άστει 13 Νο. 94. 

άατόθυρος, 2. 

άττοιητίκευτος, 2. Σ. Α Κ. 51 — "Ιδε 
κα\ τά εξής δύο. 

*άηοιήτικος. 2. Δ. ίΝ. Βερν. 87 — Έν 
τοις Λεξ τής αρχ. γλ• κείται το επίθ. τοΰτο 
εκ του Σ/ολαστοΰ Διονυσίου τοϋ περιηγη- 
του οξύτονον 

άτιοίήτιστος, 2.Σπ. Ζαμπελ. εν Πανδ.60. 

άσΐοικιακέμπορος, ό. Άκ. 21 Ίουν. 
κα\ 10 Ίουλ. κα\ 7 .Ν. 94 κα\ 5 Μαίου 95. 

άποι,κιακός, 3. (είδη. κράτος, πολιτι- 
κή, νομίσματα.". Δ. Μαργαο 49. — Στ. 
Σταθόπ. 54. — Άν. Πολυζ. 59. — Ήμερο- 
λογ. Ανατολής 83. — Άχ^. Ποστολ. 84. 

[ 126 



άποικιάρχαι, οί. Άγ. Καπ. 86. 
»άποικιοθήρας εγε'νετο ό Βίσμαρκ. » 
«Ίίφ.» 22 Αύγ. 85. 

άποικιοτόκος, 2. ( ούναμις ). Έφ. 

άποκιστικός, 3. (φυλή. κράτος (οίον ή 
'Ολλανδία. ) πνεύμα, ρεΰμα ). Άκρ. 13 
Άπο. 88. — Ί. Λαμπρίδ. εν Άκρ. 23 
'Οκτ. 95. 

άποικογενής, ό εν άποικίαις γεννηθείς 
Κύρ(οπα"ίος, Γαλ. 0Γ(5οΐ6. Σκαρλ. λ. 56. — 
Σ/. Λεο. λ. 61. — "Ιδε κα'ι άμφί/θιον. 

άποικοδομητικόν πόρισμα, τό (άντιθετ. 
του =ποικοδομ.) Άκρ 20 Αύγ. 98. 

άαζοινήτως. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 
«αποινον [ άπό - οΤνος. ] έξερευγόμενοι. « 
Άκρ. 10 Άπρ. 87. 

άττοκαθάρισις,τι. Άδ. Κορ. — Τ.Νερ.74. 

άποκαθαρμός, 6. Πρ(οία 1 Νο. 97. 

άποκαθαρσία, ή. Εύγ. Βούλγ. 

άποκαθαρτήρ, ό. Γρ Χαντσ. ι7. — 
Γ. \. Κ. εν Προμ 3. Μαίου 92. 

άποκαθαρτήρια μη/ανήματα, τά. Άκρ. 
21 Δεκ. 90. 

άποκαλαμίοτικά άροτρα, τά. Σπ. Χα- 
σιώτ. εν Άκρ. 5 Ίαν. 99. 

άτζοκαλλωπιστήριον πρόγευμα, τό. Ίάκ. 
Πιτζιπ. εν Άποθ. τ ώφελ. κτλ Άπρ. 48. 

άπακαλνπτήρ, 6. Λεξ νομοτε/ν. 40. 

— 'Ίδε κα\ άποκαλυπτής κα\ άποκα- 
λ ύπτιο ρ 

αποκαλυπτήρια, τά. (άνδριάντος.) Νε'α 
εφ. 2 Άπρ. 87. — Άκρ 7 Μαίου 95. 

άποκαλυπτής, ό. Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Άκρ. 27 Φεορ. 90. 

άποκαλυπτικώς. Τϊπίθδ εν Άκρ. 19 
Μάρτ. 96. 

άποκαλύπτωρ, 6. Ν. Ι. Σαρ. 68. — 
'Εστ. δελτ. 5 Άπρ. 87. 

άποκαρδιόνω. Γ. Θεο/αρόπ. 3Ί. — Στ. 
Ξεν. — άποκαοδιιομΐνοί. Δ. ΒικεΤ.. — Άκρ. 
5 Άπρ. 93. ' ^ ^ ^ 

άποκαρδίωσις, ή• ( άντίθ τοΰ εγκαρδίιο- 
σις.). Γ. Θεο/α:όπ. 34. — Στ. Ξε'ν. 88. 

— Παλιγ. 13 'Οκτ. 94, εν επιφ. 
αποκαρδιωτικός , 3. Άκρ. 25 Ίαν. 91 

και 9 Μαοτ. 93 κα\ 19 Μάρτ. 94, και 21 
Μαίου 96 ' και 12 Σεπτ. 98. 

άποκάρπωσις, ή. άποκαρπώσεως οδοί, 
αί. Γαλλιστ'ι οΐιβηαίηδ Λβ άβΛβδϋίπΓβ.Άν. 
Κορδ. 83. 

άποκαρτερικός^ 3. ( μαρασμός.) Χ Α. 
ΊΙλίόπ. υ4. 

άποκάρωσις, ή. Άλ. Σοΰτσ. 39. — 
"Αστυ 1 ί\1α!ου 96. — 'Ακρ. 9 Ίουν. 96. 



ατΐοχατανταω 



άποκόμισις 



άποχαταντάω -ώ. άπο/.αταντώσιν εις . . . 
Κυρ. Καπει. Οί^. 

άποπαρωτικός , 3. Δς ίν Άκο . 10 
Σεπτ. 97. 

άποχαταράομαι -ώμαι « τί καταρώα.αι 
κα'ί άττοκαταρώμαι! » Ί. 'Ισ Σκυλ. 45. 

άποπατάρτισις, ή. Δ Γουζ 07. 

ά^Iοκαταστάσ^μος , 2. « αποκαταστάσι- 
μος είναι ό πτιο/εύσας.» 'Κλ. κωδ. 

άττοχαταστάτης, ί. ( των "Ελληνικών 
γραμμάτων εν τί] Δύσει ό Μανουήλ Χρυ- 
σολωρας. Λατ. ΓββΗΐΐΐΐΟΓ. ). Δ Μαυ- 
ροφρ.62. 

ά7ΐοχατάστατος,2. «Έφ.» 30 Μαίου 92. 

άττοΚατιλινωθεΐσα πολιτεία. Άκρ. 21 
Ίουν. 94. 

αηοχατοητρίζομαι. Χρ. Παπαόοπ. 80. 

— Έστ. οελτ. 10 Άπρ. 88. 
άποχαφενέδωσίς, ή. (εκκλησιών.) Έστ. 

εφ. 22 Ίουλ. 97. — - Έκε"ΐ ορα τον λόγον, 
δι ' δν επλάσθη ή νΞα αυτή λεξ. 

άστοχεντριχός, 3. «οι άγαν άποκεντρι- 
κοί. ». 

άποχ ε κολοχννθωμένος' μτ/. Άκρ. 28 
Δεκ 98. ^ Ιδε και άποκολοκυνθόω. 

άπόχεντρος. 2. (δύναμι:.)Κ. Κούα. 12. 

— Ν. Κοντ λ. 89. 

άποχεντρόω -ώ. Άγ. Βλ. λ. 71 — Α. 
Σπαθάρ. 80. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άποχέντρωοις, ή. Τιμ. Φιλήμ. — Άγ. 
Βλ. λ. 71. — Άθ. Χ. Τον-. 76. — Έμ. 
'Ροίδ. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άποχεντρωτιχός, 3. Τιμ. Φιλήμ. — 
Άθ. χ. 'Ροντ. 76. — Άγ. Βλ. λ. 71. — Γ. 
Άντωνοπ. 81.— Θ. Ν. Φλογ. 88.— Ν. 
Κοντ. λ. 89. 

άποχεντρωτιχώς. Άθ. Χ. 'Ροντ. 76. 

— Γ. Ί. Άγγελόπ, 
άποχεράτωσις , ή . ( παθολογ. ). θ . 

'Λφεντ. ό4. 
άαιοχεφάλισις^ ή. Φιλολογ. Συνεκδ. 49. 

— '\γ. Βλ. λ. 71 — Ν Κοντ. λ 89. 
αηοχεφαλιατήριος μη/ανή. Κ. Άσ. 58. 

— άποκεφαλιστήριον, τό. Σ/. Λίβ. λ 61. 

— Ίδε κα\ τό εξής. 
άποχεφαλιστίχη μη-/ανή. Κ. Κουμ. 
άποχηρυχτιχός, 3. ( έγγοαοον,Ι Έστ. 

εφ. 25 Μάρτ. 95. — Άκρ. 24' Αύγ. 95. 

άποχηφήνωσις ή. Άκρ. 9 Μάρτ. 87. 

άποΚινεζοϋσθαι «άποκινεζωθείσα επι- 
τροπή των Ολυμπίων. » 'Λκρ. 4 Δεκ.. 94. 

άποΚινέζίοσις, ή Άκρ. 9 Άπρ. 93. 

άποχλαδίξεσθαι. Γερμ. δίοΐι αΙ)ΖΛνθϊ^βη. 
Στ. Σταθόπ. 54. — "Ιδε κα\ τό έξης. 



άποχλαδισμός, 6. Γερμ. Α1)Ζ\νβί2ΐιη^ 
(σειράς ορέων.) Στ. Σταθόπ. 54. 

άποχλεισμοθήρας, ( = 1)1ο1ίαάβ πΐηηβΓ.) 
Άκρ. 23 Ίαν 86. 

άττοχλειστής, δ \\βϊ^ λ. 796. — Α. 
Κ.^Ο. — ΤίηιβΒ. 90. 

ά^^οxλει.στιxός . 3. 'Αν Πολυζ. 36. — 
Άλ. Σοΰτσ 39 — Λεξ. νομοτε/ν. 40. — 
Φιλολογ. Συνεκδ. 49. — Κ. Φρεαρ. 54. — 
Στ. Σταθόπ. 54. — Σκαρλ. λ. 56." — Άγ. 
Βλ. λ. 71. 

άηοχλειστιχότης . ή. Γαλ. β.νοΐαδϊνΐ- 
8πιβ. Γ. Λ. Τάλ. 41. — Σ. Α. Κ. 45.— 
Δ. Ν. Βερν. 67. — Θ. Γ. Όρ-^. 68. — Ν. 
Κοτζ. 76. — Άγ. Βλ. λ. 71. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. 

άποχλειστιχώς. Έλ. κώδ — Ά ν. Πο- 
λυζ. 36. - Λεξ. νομοτε/ν. 40. — '.Αμάλ 
θε•α 27 Όκτ. 45. — . Ίόν. κώδ. 51. — Δ. 
Τσαμαδ. 57. — Δ. Ν. Βερν. 67. — Ν Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ 97. 

αττοχλείατριαι δυνάμεις Εύρωπαϊκαί, αϊ 
την Ελλάδα άποκλείσασαι με τους στόλους 
τΐιΐν εν έ'τει 1>>86. Έφ. 

άηοχληρίζο}. Άδ. Κορ. 

άποκλήρωσις . ή• στερησις κλήρου. Ίόν. 
κώδ. 51.— Σκαρλ. λ, 56.' — Ν. Κοντ λ. 89. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
άποχληρωτιχώς, Εύγ. Βούλγ. — λΥβί^. 

λ. 796. 
άποχλιοιόμετρον, τό 
άτιοχλιτιχός, 3. {πυξίς.)Άντ. Δαμασκ. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
άποχοίμισις, ή. Σπ. Τριχούπ. 
άποχοιμισμός, 6. 'Ιω. Φιλήμ. - Στ. 

Ξεν. 92. 

άποχοιμισταί, οί εν Γαλλία βη(1οηηθΐΐΓ3, 
θ. '.λφεντ. 76. 

άτζοχοιμιστιχός, 3. Άστυ 29 — 3υ Αύγ. 
91 —Άκρ. 22 Μαίου 94. — Άγ. Βλ. λ.97. 

άποχοιμιστιχώς. οΈφ.» 6 Νο. 88. 

άποχόλλησις, ή. "Εγγραφ. δίκης Σαρό- 
γλου 88. — Άκρ. 8 Ίουλ. 88 κα'ι 3 Μαίου 
93 και 21 'Οκτ. 97. 

άποχολο§ό(ο -ώ. Ιίύγ. Βούλγ. — Ν 
Δούκ. Ι Ί. 

απολοχννθόω -ώ. άποκολοκυνΟιοαί'νη 
κεφαλή, '.λκρ. 3 Ίουλ. 88. 
(ΐάποχολοχ'ννθωτήρια τα σ/ολεΐά μας.ΐ)(!) 
Γ. Π. εν Άστει 7 Μαίου 96. 

άποχολοχυνθωτιχός ^ 3. « Εφ. » 6 
Φεορ. 92. 

άποχομ&όω -ώ. 

άποχόμισις, ή. Άκρ. 1 Ιουλ. 96. 



[127] 



αποκομισματα 



αποΗνηνωται 



άποκομίσματα, τά. Άστυ 21-2 Αύγ.92. 

άποκομιστέος, 3. Σ. Α. Κ. 92. 

άποκομματισμός, Ό. ( πανεπιστη[χίου• 
εις κόμμα 7>.ΰλ(τικ6ν ε'μβολή.) "Αστυ 14 
'ί)/.τ. 95. 

άπακομμάτωσις^ ή. (του στρατού με- 
ταβολή εις κόμμα πολιτικόν ;) Παλιγ. 23 
Φεβρ. 91. 

άποκονιορτοΰαθαι . << άΓ:οκονιορτ(οΘε"ίσαι 
Άθηναι.» 

άποκονίωσις, ή' μεταβολή εις κόνιν. Π. 
Βράϊλ. εν Νεα Πανδ. 71. 
αατιοΚοντωθεΐσα δημοκρατία των γραμ- 
μάτιον » ( = εις Ιν. Σ. Ινόντον μεταβληθε^ίσα 
ή μεταστασα εις το σύστημα του το γλ(οσ- 
σικόν.») 'Ακρ. 13 Δεκ. 90. 

άποκοπενς, ο Σ. Α. Κ. 71. 

αποκόπρωσις, ή• διόλου κόποωσις 'Ακρ. 
19 Σεπτ. 89. 

-^άποκορδονίζεσθαι άπεκοροονίσθη ό κ, 
Δηλιγ. «Έφ.» 9 Φεβρ. 91.— "Αστυ 20 
Ίαν. 96. — άποκορδονισμε'νος. μτχ. 'Ακρ. 
29 'Απρ. 9,5. 

-\^ά.ηοκορδόνισις, ή. «'Κφ.» 1 Ίουν. 91. 
-\-ά.στοκορδονονσθαι. 'Ακρ. 20 Δεκ. 95. 

άηόκορος, 2. (ουρανίσκος.) Γαλ ]•Λ8- 
8ίΐ8Ϊό; 1)1π,δό. 'Αγ. Βλ. λ. 71 κα\ 97. 

αποκορύφωμα, τό. 'Ακρ. 18 'Απρ. 95. 
— Α. Κουρτίδ. έν "Αστει 28 Δεκ. 97. 

άτιοκορνφωαις, ή. 'Ακρ. 7 Μάρτ. 88. 

άποκοσκινίζω' 'ΑΘ. 'Ρουσόπ. 
«άττόκοτα κενά δόγματα.» Ήλ. Ταν- 
ταλ. Μ. 

άστοκότησις^ ή. κοιν. αποκοτιά. 'Αδ. 
Κορ. Οί. 

άποκονκκισμός, ό Θ Γ. '(•ρφ. 58. 

άποκονκκονσθαι . άπεκουκκώΟησαν. Θ. 
Γ. Όρφ. 58. 

άποκοφίνωσις, ή. ίΝεολ. Πατρών 98. 

άποκοχλιόω -μ κοιν. ξεδιδόν(ο. Γρ. 
Χαντσ. 70. - Φυλλάδιον εν "Αθήναις έκδοθ. 
τ(Πι 87: «Πλεονεκτήματα οωταερίου.» — 
'Αγ Βλ. λ. 97. 

άποκοχλίωσις, ή. κοιν. ξεβίδωμα, Γαλ. 
άβνίδδαο'β. Γ. Χαντσ. 70. — Κανονισμ. ά- 
σκήσ. πεζ. 70. — 'Αγ. Βλ. λ. 97 

άποκρεμασμός, 6. Γαλ, (Ιόρβποΐαηοβ. 
'Αλ. Καγκελλάρ 750. 

άποκρεώδές τι' κοιν. άποκρεάτικο Σ. 
Α Κ. 88. 

άποκρεωμανεΐς^ οί. «Έφ.» 10 Φεβρ. 89. 

άποκρεωτικός. 3. «Ίίο.» 10 Φεβρ. 
89. — 'Ακρ. 24 ΐΜαίου 89. ' 

άποκρήμνως. έπίρ Β. Λεονάρδ. 96. 



άσιοκρητίδωσις . ί\' μεταβολή εις κρητί- 
όα, Γ. Καραμήτσ. 79. 

άττοΚρητισθέντες. μτ/. άποβαλόντες τήν 
ιδιότητα του Κρητός. 

άποκρικό<ο -ώ τά ά'μματα της άλύσείος" 
= ξεκλειδόνίο. 'Ονομ ναυτ. 58. — 'Αγ. 
Βλ. λ. 97. 

άηοκρίκοισις^ ή• ( άλύσου ) Στ. Ξ:'ν. έν 
Βρετ. άστ. 27 Φεβρ. 92. 

άποκριτικώς γεγραμμε'νη επιστολή προς 
άλλον, Ί(θ. Φιλήμ. 

άπόκρονσμα, τό. Θ. Πλ. 07. 

άστοκρύπτης, 6. ^ΥβίΩ^βΙ λ. 79β. — 
Λεξ, νομοτε/ν 10. 

άποκρνσταλλοποιέω -ώ. -ονμαι Π 
Ξανθάκ. 72. — Διαφέρει τι τό ρήμα τοϋτο 
του έν τοΙς Αεξ. της άρ/. γλώσ. άπαντών- 
τος άποκρυσταλλόο3 -ώ ου /ρησιν ποιούνται 
συχνήν κα"Ί οί νυν γράφοντες ; 

άποκρνστάλλωμα, τό. Γρ. Χαντσ 47. 

— "Αστυ 1 Μαίου 96. — Τϊηΐ68. εν 'Ακρ. 
6 Ίουν. 96. 

άποκρυστάλλωσις, ή. Γρ. Χαντσ. 47. — 
'ΑΘ. Χ. 'Ροντ. 76. — Ν. Γ. Πολ. 82. — 
Δ. (=)ερ 89. 

άποκρνσταλλωτικός, 3. Γρ. Χαντσ. 47. 

αποκτάω -ώ' ( = κτώμαι. ) τό παθητ. α- 
ποκτάται τι. αποκτημένος. μτ)(. Εύγ. Αιτωλός. 

— 'Αδ. Κορ. 10. — Έλ. κώδ. 37. — Λεξ. 
νομοτε/ν. 40. — Φίλ. Ίω. 49. — Ν. Κοντ 
λ. 89. --'Αγ Βλ. λ. 97. — Έν τΓ. πάλαια 
γλώσση υπάρ/ον ρήμα μόνον τό αποκτά ο - 
μα ι -ώμαι, σημαίνει• αποβάλλω τήν κτη- 
σιν. Τοΰτο δε πασίγνωστον. 'Ανάγνωθι τά 
περ"Ί τούτου εν τω Ήμερολογίω τοΰ 1885 
εύτραπε'λως γεγραμμε'να υπό Ειρ. 'Ασ. εν 
σελ μ'. κα\ εξής. Έν τούτοις άνε'γνων ^γώ 
εν 'Ακρ. 21 Μάρτ. 93 τά" « Συγ/αίρομεν 
το"ίς δείνα αποκτήσαμε νοις επιστήμονα 
άριστον τον δε"ίνα » "Αν εγράφετο καν ά π ο - 
κτήσασιν,ϊνα μείνη καθαρά ή νεωτερική χρή- 
σις, μεθ' ολην τήν άρ)^αιοπινή σύνταξιν! 

απόκτημα, τό 'Ρ. Βελ. — λΥβΐ^ί λ. 790. 

— Δ. Γουζ. 07 — Σιβι 36. — Φίλ. Ίω. 59 
κα\ 71. — Σ. Α. Κ. 88. — 'Ίδε κα\ τά εις 
την ανωτέρω λε'ξιν ως κα\ τήν άπόκτησιν 
σημειωθεντα κα"ϊ γνώθι, ό'τι δυσκολώτατον, 
ει μή αδύνατον, τό άντιτάσσεσθα τοις πολ 
λοΈς, κα\ ουδέ εΰ/αρι τη άληθεία. 

άποκτήνωσις, ή. Π. Ι. Χαλικιόπ 52. 

— 'Αγ. Βλ. λ. 71. —1\. Δαμαλ. 78. — 
Φλόξ. 80. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

αποκτηνωταί, οι. Σοσιαλιστής έν α'. δε- 
καπενθημέριο Φεβρουαρίου 94. 



[128] 



αποκτηνωτήριος 



άπολιτογράφητος 



άηοκτηνωτήριος, 2. (ΐίυλακαί.) Άκρ. 
15 Ίαν. 94. 
άποκτηνωτικός, 3. Άγ. Βλ. λ. 71. 

*άη6κτησις, ή ( = κτησις. πρόσκιησι;.) 
Ίώσ. Μοισ. — Ψβ\§. λ. 796, — Κοσμ. 
Οίκον. 03. — Άδ. Κορ. 04 και 17 και 22. 
κα\ 29. — Γρ. Παλιουρίχ. 1. — Κ. Φρεαρ 
54. — Ίω. Σοΰτσ, ■ — 'Ιω. Σκαλτσ. 65. — 
Φίλ. Ίω. 71 —Ν. Λ. Λεβιδ. 72. — Ν. Δα- 
(χαλ. 78. — Σκαρλ. λ. 35 χα\ 54. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Τό πά- 
λαι εΤ/εν, ως γνωστιίν, ή λε'ξις εναντίαν ση• 
μασίαν. Κα\ εν ταΈς εξηζ δυσι λε'ξεσιν ή ση- 
μασία νεωιερική, δεκτή γενομένη ύπό πλεί- 
στων λογίων, κα"ϊ ου των αφανέστατων. 
(ΐάτΐοκτητης δεισιδαίμων άρ/αοτήτων.» 
ό'ν. κωμο)δίας του 'Ιταλοΰ Γολδίίνη, μετά- 
φρασθεν οίίτως 6πό Π. Λαμπαν. τω 791. 
— ^Υβΐ^. λ. 796. — Λεξ νομοτεχν. 40. 

άποκτ-ητός, 3. (προτερήματα κτλ ) Έλ. 
γρον. 24. — Ν. Κοντ. λ. 89. — Όρθον 
είναι τό παλαιόν επίκτητος, ο μεταχειρίζον- 
ται κα\ πολλοί την σήμερον γράφοντες, έτι 
δε κα"ι τό άπλούστερον κ τη το ς. 

άποκυνοειδή, τά' (φυτολογ.) Σ/. Λεβ. 
λ. 61. — άποκυνώδη δ' έγραψε που 6 Θ. 
Χελδρ. — "Ιδε κα\ τό εξής• διότι είναι κα 
τάρα να έχουμε ν δια κάθε πράγμα τρε"ίι; κα\ 
τεσσάρας λέξεις. 

άηοκυνόμορφα, τά. (ουτολογ. ) Α'μ. 
Νον. 73. 

άηοκνφόω -ώ. Εύγ. Βούλγ. 

απολαβή, ή Ίω. Πεοβάν. 68. — Άγ. 
Βλ. λ. 71.— Ν. Κοντ. λ. 89. — ΌΆγ. 
Βλ. τω 1873 έγραψε που, όπως κα\ άλλοι 
προ αύτου κα^Ί μετ' αυτόν, άπολαυή, όπερ 
ό Σ. Κοντός έν τιϋ « Σ(ϋκράτει » έσημείω- 
σεν "να τό επικρίνη, κα"Ί θα τ6 έπε'κρινεν υ- 
σιερον δι' δ εν τω Λεξικω τοϋ Βλά/ου, 
το) έκδοθέντι εν έτει 1897, δεν έτεθη πλέον 
τό άπολαυή. 

άηολάκτισις^ ή. Σπ. Ζαμπε'λ. 64. — Π. 
Κορωνα'ίυς εν «Έο. » Κ) Σεπτ. 89. — Σπ. 
Π. Άραβ. 95. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

απολαξενίο. Σ. Α. Κ. 

άποΛατίνωσις, ή• μεταβολή εις Λατίνων 
τό δόγμα. Κ. Φρεαρ. εν Πανδ. 62. 

άπολατρενω. Σ. Ν, Βασιλ. 69. 

άπολανσιμος, 'Ί. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άπολανστιχότης, ή. "Αστυ 25 Μάρτ. 
95. — Τΐηΐ€8. εν Άκρ. 9 Άπρ. 96 κα'ι 
5 Άπρ. 98. 

*άπολέμητος, 2" δν δ^ν δύναται τις να 
πολεμήση. Πρωία 6 Μαίου 92. — Ί1 λεξις 

[ 



παρά Πολυβίω 3, 90, 7 σημαίνει τον μη 
πολεμηθε'ντα, μη κακωθί'ντα διά πολέμου, 
την δε του μη δυνάμενου νά πολεμηθώ, ση- 
μασίαν έχουσι τά Λεξικά της άρχ. άναγε- 
γραμμενην εκ του Αισχύλου κα\ άλλιον εις 
το άπόλεμος, ό'χι βέβαια ώς τΤ|ν μόνην. 

άπολεμήτως' χ(ορ\ς πόλεμο ν. Άκο. 26 
Άπρ. 98. 

άπόλεξις, ή. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

απολετίίδωσις, ή, — ΓΓρολ άπολέπισις. 

άτΓολεπίδωτίκόί,Β.Λασκ. κα\ Μυρ.λ. 88. 

άττολέπισις, ή. Γρ Χαντσ. 47. — Ά. 
Σκιάς έν Έφ. άρχαιολ. Άθ. 94. 

άττολέπτυνσις, ή. Ι. Λ. Βάρδ, έν Όμή- 
ρω , 78. 

«άηολεστέος και ούτος.» ( = πρέπει νά 
χαθ^, χαλασθί], θανατωθη.) Ήλ. Τανταλ. 
68. — ΕΓναι ορθώς παρηγμένον τό ρηματι- 
κον τοϊίτο έπίθετον, 

άττολεύκανσις, ή. Άκρ. 26 Σεπτ. 87. 

άηοληθαργέω -ώ. Π. Κ. Άποστολ. — 
άποληθαργοΰσθαι. άπεληθαργώθη. Γοούλ. 
Ιν Άκρ. 19 Άπρ 94. 

άποληπτέος, 3• Έλ. κώδ. — Πρακτ. 
Φιλεκπαιδ. εταιρ. 63. — Πρακτ. Έταιρ. 
άρχαιολ. 73. 

άπολήπτωρ, 6. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άπολησμάνησις, ή. Εύγ. Βούλγ. 

απολήψιμος, 2. ( έξοδα κττ.) Λεξ νομο- 
τεχν. 40. — Κατάστημα εργασιών πρωτο- 
δικείου Αθηνών, έν Άκρ. 19 Ίαν. 88. 

άπόληψις, ή. Λεξ νομοτεχν. 40. — ΙΝ. 
Κοντ. λ 89. — Άγ Βλ. λ. 87. 

άηολίθωμα, τό. Σκαρλ. λ 56. — Σπ. 
Ζαμπέλ. 64. — Θ. Βενιζ. 75. — Ν. Κοντ. 
λ.^ 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άπολιθωτικός, 3. ( πνεϋμα. πηγα\ υδά- 
τιον. επενέργεια.) Κ. Άσ. — Α. Δ. Βάλβ. 
90. — Άκρ. 29 Άπρ. 92. 

άπολίθωτον όστοΟν, τό• ( — όστεόλιθος, 
6 ) Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άπολίμνασις., ή. Γαλ δία^ηαίϊοη. Άκο. 
16 Μάρτ. 81). 

άπολιπαροΰσθαι. Ευγ. Βούλγ. 

άπολιτενσία, ή. Κ. Οικ. 

άπολίτευτος, 2. ( = απολίτιστος.) Σιβι 
36. — Σκαρλ. λ. 56. 

άπολιτικώτατος 6 δε'.να.'Λστυ 14 Νο.95. 

απολίτιστος, 2. Άδ. Κορ. 26 — Χ. Σ. 
Καρμίτσ. έν Χρυσαλ. 66. — Σ. Α. Κ. 68. 

— Γ. Ν. Χατζιδ. 98. — άπολιτιστότερος, 
3. Γ. Κ(ονστανιινίδ. 76. 

άπολιτογράφητος . 2. Ί'. Σ. Λ. λ. 42. 

— Ν. Δραγ. 79. 

1291 



άσιολλαπλασίαστος 



απομαχρννσις 



άπολλαπλασίαατος^ ?. Εύγ. Βουλγ. 

άτιολλαηλασίάστως. Εύγ. Βοΰλγ. 

^ Απολλιναρίστιπώς. έπίρ. Σύνοδος Κσττζ- 
λεως ε7:\ Συμεών ::ατριάρ"/ου, εν ακολουθία 
τινι του 1470. 

^Αοτολλωνόμορφος, 2. "Ελλην εν Άκρ. 
31 Λύγ. '.Π.^ 

ά-ηολογητήριον έ'γγραφον. τά. Ελ. κωδ. 
αάπολογιστικώς κατετέθη το τίμημα ε•ς 
τό ταμε'ίον » Ήμερολόγ. θλιβερών συμ- 
βάντίον, υτ.ο Λημοσθ. Μ;τατη 1888. 

άπόλοιμοι, οι Ίταλοοαρβαριστι καλούμε- 
νοι υ,ορτιδες. Β. Ί. Κιατίπ. 37. — Α. 
Μ. Βλαστ. 40. 

^ ΑποΑοονμενος ώνομάσθη σκωζτικ'ος 
εν "Αστει 5-6 ΙΝο. 92 6 τη; Νιας εφημερί- 
δος συντάκτης, ώς μαθών δήθεν τάς του ε•ς 
Αθήνας ελθόντος "Αγγλου ελεγκτού Λ ό ο υ 

διαγνώμας κα\ εκδούς αύτάς ε'ς τόκαινον. 

^Απόλοχος. Ουτιο; ό εν Ίλιάδος Ζ. Ί — - 
τ. όλο/ος μετεμορφώθη γλ(οσσικώς υ7;ο Αλ. 
Πάλλη εν τη μεταφράσει του της ( 'Ομήρου) 
Μλιάδας, ¥,ν εξεδο^κε τω 1892. — Ό 'Λγα- 
αε'μν ο ς, ό Λυσσεας, ό Δομενιας, οι 
Αίϊδες κα'ι άλλοι άνδρες κα^ γυνα"ίκες, 
Θεο\ κα\ θεαί, ώς και /ώραι κα\ κτίσματα, 
οίον Ζερβθ7:όρτι ( = αϊ Σκαια\ πύλαι ) με- 
τεμορφώθησαν εκε"! όμοίιος ύ-ο του Πάλλη 
δια λόγους τινάς, βαθε'ίς ίσως γραμματικούς, 
Ψυ7αρικούς' άλλα ποίας ειχεν αμαρτίας ό 
Ί-~όλο/οι;, 'ίνα κα\ αύτος μεταοαπτισθη 
άεικειος, ένω ό Αντίλο/ος και ό ()ρσίλο/ος 
έμειναν, ώς εί/ον παρ' 'Ομήρο) ; Αίνιγμα 
τοΰτο συστηματικής γλιοσσολογίας ! 

άτιολύμανσις, ή. Γαλ. (1θ8ΪηίβθΙϊοη.Σπ. 
Μαγγίν. — Άν. Κ Χρηστ. — Έμ. Η'οίδ. 
93. — Β. Πατρικ. 94. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
— Αυτή ή λε'ξις φαίνεται ευδοκιμούσα 7:αρά 
τάς άλλας ταυτόσημους τάς ταυτοχρόνως 
-οιηθείσας παρ' ήμ'ΐν. Πρβλ. άπομόλυνσις 
και άττομίανσις και τό ρήμα άπομιαίνω. 

άπολνμανταί^ οι έργον έ/οντες τό άπο- 
λυμαίνειν οικήματα κα\ άλλα πράγματα με- 
μολυσμενα. 'Ακρ. 5 Μαίου 95. — Έστ. 21 
Νο. 98. 

*άπολνμαντ'ηρ^ ό. Άν Κ. Χρηστ. — «Έφ.» 
27 Αύγ. 92. — Ή λε'ξις αυτή έπροτάθη άν- 
τι της ανωτέρω, ά'τε παλαιά. 'Αλλ' εν τοΈς 
Λεξ. της άρ/. γλώσ. σημειοϋται ώς άπαξ 
μόνον εν τη Οδύσσεια ά'ζαντώσα με σημα- 
σίαν ό'λως άλλΟ',αν της νϋν ζητούμενης. 

άηολνμαντήρίον, τό• απολυμαντικός στα- 
θμός. 'Ακρ. 5 Όχτ. 92. — Β. Πατρικ. 94. 

άπολνμανζίϋόςι 3. (κλίβανος κτλ. ) Άν. 

[130 



Κ. Χρηστ. — απολυμαντικής αγωγής εφαρ- 
μογή. 'Ακο. 26 Ίουλ. 93. — απολυμαντι- 
κά μέσα. Β. Πατρίκ. 94. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

απολνποίαιλος, 2. Ί. 'Ρ. Νερ. 13. 

άπολνταρχεΐσθαί. άπολυταρ/^ούμενα κρά- 
τη. Έωθ'.νή Ιό Μάρτ. 95. 

απολνταρχία, ή Μ. Στ. Μαλαίας 61. 

— Π. Καρολίδ. 91. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άτνολνταρχίΗός, 3. Σχ. Λεβ. λ. 61 — 

Άρ. Κ. Ο•/.. 77. — Π. Καρολίδ. 91. 
άατολνταρχικώς. Άκρ. 19 Ίουλ. 86. 
απολυταρχισμός, ο. Άκρ. 28 Νο. 92. 

— Λιαφερει τι της άπολυτοκρατίας, κα\ της 
απολυταρχίας κα\ τοϋ άπολυτισμοΰ κα'ι της 
άπολυτοφροσύ νης ; 

απολυτήριος, 2. (εξετάσεις, εγγραφον, 
ήτοι δίπλωμα Ι Έο. Κυβ. — Ίω. Άργυρ. 76. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άπολυτηριοϋχος, 2. (μαθητής, μαθή- 
τρια. ) "Εγγοαφ. δημαρχείου Πειραιώς έν 
Άκρ. 24 Ίουλ. 90.— 'Άστυ 7 Δεκ. 90 
και 4 Σεπτ. 94. 

αηολυτισμός, ο. 'Αθηνά 8 'Οκτ. 32. — 
θ. Παπάζ. 49. — Έλ. φιλολ. Σύλλογ. 
Κστπλεως 64. — Ν. Κοντ. 'λ. 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άπολυτοχρατία ή. Άκο. 14 Δεκ. 94. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
άπολντομοναρχιχός^ 3. άπν.λυτομοναρ- 

■/ικωτάτη ΊΊοσσία. Άκρ. 19 Σεπτ. χα\ 29 
'Οκτ. 92. 

άπολυτοσύνη, ή. τό ειναί τίνα απόλυτον. 
Φαλεζ έν Άκρ. 17 Άπρ. 93. 

άπολυτοφρόνως. έπίο. Άλούπης έν Έο. 
16 Ίουν. 89. 

άπολυτοφροσύνη, ή Β. Φαρσής 69. — 
Άγ. Βλ. λ. 71. —Ν. Κοντ. λ. 89. 

άπολυτόφρων , 2. Π. Άργυρόπ. 50. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. —Άστυ 7 Ίουν. 95. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άστόλ<οτος, 2. ( φώς τό τοΟ ηλίου.) 'Ηρ. 
Μητσόπ. 64. 

άπομαγνητίζειν, η• ληπτικώς μαγνητί- 
ζειν. II. Καλλιβούρσ. 52. — άπομαγνητί- 
ζεσθαι' άποβάλλειν την μαγνητικήν δύναμιν. 
Ίω. Ν. Λεβ. 53. 

άπο μαγνήτισμα^ τό. "Ομηρος 77. 

άτιομαγνητόω -ώ. Εύγ. Βούλγ. 

άπομάαρυνσις, ή. Άλ. Σοΰτσ. — ■Ήλ. 
Σταθόπ. δ1. — Στ. Σταθόπ 54. — Ν. Ι. 
Σαρ. — Σκαρλ λ. 56. —Ν. Κοτζ. 58.— 
Κ. Παπαρόηγόπ. 71. — Βλ. Γ. Σκορδ. 85. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. — Γ. 1Ν. Χατζιδ. 95. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 



αηομακρυσμος 



αηομωρανσις 



άπομαχρνσμός, 6. II. Σοϋτσ. 65. 

άπομανονσθαι. Κυγ. Βοΰλγ. 
-\-ά.πομαντηλόθ3 -<ο ά-ομ.αντήλίοσον τα 
κρινόροοα της αυτίτσα; σου ! Ίίστ. 7 Δεκ.9•^. 

άπομαρασμός, 6. Ίω. 'Ολ. 53. — Π. 
Χίώτ. 59• — Ύτ:. παρά θεοφοάστοι ή άπο- 
μάρανσις, ι^ εχρήσατο •/.α\ ό Λ. θερειανός τω 
1890, "σως /.α\ άλλοι 

άπομαρίλενσες, ή. ( της πυρίτιοος.) Γρ 
Χαντσ 47. — Ή λ- ξ. εκ της από κα": της 
μα ρ ίλ ης σύνθετος "Ιδε τα Λεξ. της άρ)».γλ. 

άσιομαρμαρόω -<ο. 'Λλ. θ. Φιλαδ. 88. 

— Ί. Λραγάτσ. 9-2. — Άκρ. 6 Μάρτ. 93. 
άπομαρμάρωαις, ή. Έστ. εο. .9 Μαοτ. 

95. —Φ Η. εν •Λκρ. 18 Άπρ". 96. 
-7-άσιομασαάρενμα.ζ6.^ Κ/.0. 13 !Μαρτ.94. 
+ ά7το^ασκαρευσ(ί,η Άκρ 1 1 Άπρ. 95. 

άπομαχία, ή. "Κγγοας;. Έλλην. κυβερνήσ. 
28. —Άκρ. ^'2 Αυγ'. 94 και 19 Άπρ. 95. 

άπομαχιχός, 3. (δικαστήριον. ταμεΐον 
κτλ.) Άλ. Σουτσ. 39. — Γεο. Ζιο/ιος 69. 

— Έφ. Κυβ 

άσιομεθέλκω. Σ/. Λεβ. λ. 61 εν ερμη- 
νεία λεξεος ραΓίΐΙοηποΓβ. 

απομεινάς η. Ί. Ρ. Νερ. 

άπομελετήματα, τά. Εύγ. Βούλγ. 

άπομεριστιχως. Σ/ Λεβ. λ. 61. 

άπομεαεγγϋησις, ή. Ίταλ. δνίηοοίδ,- 
ηιοηΐο (ϋ' 5βΓ|ΐιβ3ΐ:ΐΌ. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 

άστομεταλλίζω. άπεμετάλλιζεν. *Ακρ. 23 
'Οκτ. 91. Λυτό '^ ι κα"ϊ άπόμεταλλεύση, 
ύπτκτ. 

άπομετάλλωσις, ή. Άν Κορδ. 88. — 
ά-ομετάλλ(οσις της 'Κθν. τοαπεζης. 'Λκο. 
■^5 Όκτ. 93. 

απομηδενίζΐο άπεμηδενίσθη Στ. Ξεν. 
εν Βρετ. άστ. 19 Νο. 91. — Πρβλ. το εξής. 

άηομηδένωσίς, ή. Γαλ αηηαϋό. Π. 
Ί(οαννίδ. "^5. 
=άπομηκομετρία, ή. Γρ. Ζαλίκ. λ. 05. 

άπομήνισις, ή. Άρ. Κυπρ. 67. 

άπομιαίνοα. 'Ιίφ. 

άπομίανσις, ή Έφ. 

άπομιαντήρίος, 2. (χάρτης.). 

απομιμητής, 6. Ν. Σπανδ. εν 'Άκρ. 24 
Φίζρ. ',)3 — 'Κπιθεώρ. 24 Φεβρ. 95. 

άπομιμητιχός. 3. Ίιο. Κ. Καμποΰρ. 88. 

— Σ. Κ. Σακελλαρό- εν 'Κστ. Η Νο. 90. 
— 'Λκρ. 10 Αυγ.'95. 

άττομίσθωσις, ή. Σ. Α. Κ. 85. 
άπομνηματίζίο. Μο). 7,κ>•/. 82. 
άηομνημονενματογραφία, ή Μ Γ. Δ. 
εν 'Κγκυκλ. λ. 
άτιοιινημονενματογράφος, 2. Γ. Πα- 

[ 



πασλ. — Μ. Δήμιτσ. 77. — Άχρ. 14 'Απρ. 
92. — Δς εν 'Ακρ 14 Δεκ. 96. 

άπομνημονεντής, ό. Ί. 'Ρ. Νερ. 41. 

άπομόλυνοις, ή. Γαλ. (ΙβδΐηΓβοϋοπ. Σ/• 
Λεο. λ. 01 . — "Ιδε κα\ ά .- ο μ ί α ν σ ι ς κα\ 
άπολύμανσις κα"Ί ά π ο μ ο λ υ σ μ ό ς. 

άτνομολυντιχός, 3. (μέσα.) Σγ. Λεβ. λ. 
6 1 . — ' Ελ. φιλολ. Σύλ. Κστπλ. 

απομολύνίΟ' ξεμουρδάρεύιο. 

άπομολνσμός, ό. Σγ. Λεβ. λ. 61, εν 
ερμ — Β Π. 90. 

άπομόνωσις, ή. θ Μαν 46 — Στ. Στα- 
θόπ. 5^. —Π. Καββαδ. 73. — Α. Μι/α- 
16-. 76. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

άτιομονωτήρ,, ό. (όργανον φυσικής ) Γαλ. 
ΐεοΙαΙβΠΓ. Β. Λάκ. 61. — 'Ακο. 26 Αύγ. 
94. — Πρβλ. το έξης. 

άπομονωτήριον , το. Παρά μεν τοΐς Λε- 
ξικό ρ. Σγ. Λεβ. κείται ή λεξ. ώς ερμηνεία 
τοϋ έν τη φυσική λεγομένου Γαλλιστι ϊεο- 
Ι&ίβαΓ. "Αλλοι δε χρώνται αύτη κα\ άλλως, 
οίον άπομονιοτ. φρενοβλαβών η φυλακι- 
σμενιον. Π. Κ. Άποστολίδ. — « Εβ.^ 18 
■Ιουν 92. — Μ(ο. Γαλβ. 95. 

άπομονωτιχός, 3, Β. Λάκ. 61. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. —Έστ. ίο. 9 Δεκ. 94. 

άττομονωτικώς βΈο » 2 Ίουλ. 91. — 
'Λκρ. 15 -Νο. 92. 

άπομονωτός, 3. Χ• Πα-αδόπ. 87. 

άποΜοσχο^ιτίζεσθαι. άποΜοσκοδιτισθ τ,. 
Άκρ. 9 Ίαν. 96. 

άτιομορφίνη, ή. ( χημ. ) Λατ. ΕροίηΟΓ- 
ρΗίηπτη. Η. 'Αοεντ 76. — Γ. Καραμήτσ. 

ί'^.- Ι'. Α. Κρ'ίν, 80. 

απομπος, 2. Ι φράσις.) "Αστυ 4 Νο. 94 . 
άπομνζησις, ή. Π. Ταρ. 84. 
άπομυζητήρες, οί. ( πλόκαμοι όκταπο- 
δίου. ; Ι•: ρ. εν 'Λκρ. 18 'Οκτ.' 95. 
άτζομνζητήριον., τό. Π. Ηαρ. 84. 
άπομνζητιχός, 3. Π. ^Ιαρ. 84. 
άπομνιϊστήριον, τό. Έστ. 23 Νο. 86. 

— Ο λαός ό'μιος λέγει μυγιαστηρι κα\ μυ- 
γιάζομα•., όρθότερον 'ίσως'ετι δε κα'ϊ μυγι άγ- 
γιχτος. 

άπομνχτης, ό. Σγ. Λεβ. λ. 61. 
άπομύξημα, τό. Σπ. Ζαμπ. 
άποΜωαμεθανίζω.ίΙ Τριανταφυλ. 70. 

— Πρβλ. τήν ε•ς την λεξιν ΛΙιοαμεθανίΓιο 
σημείιοσιν μου. 

άποΜωαμεθανισμός , ό. Π. Τριαντα- 
φυλ. 70. 

άηομώρανσις. η. Μελεται χτλ — Έστ. 
εο ;'. Δεκ. 9θ. — 'Αγ. Βλ. λ. 97. — 'Λχρ. 
9' Αύγ. 97. 
131] 



ασΐομωραντίΗος 



άηοπελιδνοΰσθαι 



άηομωραντιχός^ 3. 'Ιω, Μ. Σπανοων. 
^ν Άκο. 24 Αύγ. 85. 

άποναρκωτίχός^3. «Έςι.» 1 'Α;:ρ. 91. 
— "Αστυ 7 Άπο. 94. ' 

άπονεόσσενσις, ή. Γ. Καραμή-σ. 79. 

άπονευρώδης, 2. Ίω. Όλ. 
=:άπονευρωτιχός, 3. (ελάσματα, ταινίαι. 
προεκοολαί.) Γρ. Ζαλίκ. λ. 05. — 'Εριχ. 
λογ. 19 — Α. Καλλιζωκ. εν "Αστει 17-8 
Σεπτ. 91 

('άστονεφελονμαι ώ; ναπολεόνι προ καΐ 
μ.ετά τον συμβιόασμον. » Δάφνις ( = Λ. 1. 
Καλογεροπ.) εν Ποικ. σταα τοϋ 95. — Πρβλ. 
το έξης 

άπονεφέλωσις, ή. υψιοσις της τιμής τοϋ 
ναπολεονίου ώς τα νε'φη. Έφ. 92. 

άπονηρεύτως. Άκρ. 20 Αύγ. 95. — 'Τπ. 
το επίθ. εν το"!; Λεξ. τ. άρ/. γλ. 

άπονησοχερσωθηναι την Λευκάδα. Εύγ. 
Βούλγ. 

άπονήσωσις, ή. Άν. Πολυζ. 74. — Κ. 
Λ. Κ. εν Έγκυκλ. λ. 

άπονίψεις , οά. Α. Σ. εν Άκρ. 22 
Αύγ. 95. ^ ^ 

άπονομεύς, ό. Κ. ΪΜανιάκ. εν Άκρ. 12 
Αύγ. 91. 

άπονομο€ίίοτος , 2. ( δικηγόρος.) Άκρ. 
12 Φεβρ. 87. — Έποιήθη ή λεξ. ο/ι άφυώς 
κατά το άρ/αΐον άποχειρο βί ο^τος. 

άποννχίσις, η. Κ. Άσ. 53. 

όπονωθροΰσθαι. θ. Χαδελλας. 

άατοξειδοωτίκός, 3. Ν. Χλωρ. — 91. — 
Προλ. άποξειδιοτικός. 

ατιοξειδοΰσθαι. Ξ. Λάνο. 42. — ίΝ. 
Κοτζ. 58. 

άποξείδωσις, ή. Λατ. (Ιβδοχ)'θ1αίϊο. Ξ. 
Λάνδ. 40. — Σχ. Λεβ. λ. 61. — 'Κλλην. 
γεωργία το'μ. β'. τεΰχ. 4ον.ετ. 86. — Πρβλ 
ά ποξύ δ(οσ '. ;. 

άστοξειδωτίΗος, 3. (μέσα. ) 

άπόξεσις, ή. Έστ. εφ. 29 Νο. 96. 

άττοξέστης, 6. Σ/. Λεβ. λ. 61 

άποξεστικη μηχανή, η άποξεστρια, ή. 
Γρ. Χαντσ. 70. 

άποξήρανσις, ή. Λ. ΙΝΙαρκίο. 43. — Θ. Γ. 
'Οο-:.. 70. — Άγ. Βλ. λ. 71.— Άν. Σού- 

λης,'84. 

άατοξηραντήριος, 2. ( μη/ανή. μέθοδος.) 
Παλ'.γ. 22 Φεβρ. 86. 

άποξηραντικός^'ί ( αίΐλακες. εογα. οιά- 
λαι.) Λαν. Φιλιπ — Θ. Άοετ. 88.'— Άκο. 
11 Σεπτ. 92. 

άττοξηρασμός, 6. Ίω. Όλ. 

άτΐοξυδιόω-ώ. Λ. Ν. Παπαβασιλόπ. 82. 



άποξύδωσις, τι Θ. Ήλ. — "Ιδε κα\ άπο- 
ξ ε ί δ Οί σ ι ς. 
άποξνρισμα, τό. Σ. Α. Κ. 61. — Γπ. 

εν τοΙς Λεξ. της άρχ. ή άποξύρησις. 

ατιοος, 2. ( ορός.) Δαν. Φιλιπ. 

άποονρωοις, ή. ( των Αθηνών ( !) Άκο. 
31 Ίαν. 96. 

αάηοηάγονοι μάλλον η απόγονοι μας οι 
κατά το έτος 6489, δτε κατά τον σεισμο- 
λόγον Φάλμπ, ή γη μας εις νε'αν παγο^με- 
νην πεοίοδον θά έλ.θη.» 'Έλλην Ιν Ήαΐ'ΰύλ. 
Άκρ. 14 Σεπτ. 97! 

άποπαραλλόθεν. επίρ. « τ"ίς άπ' εδώ, τις 
άπ' εκε"!, τις άποπαραλλόθεν. » Δ. Γουζ. 07. 

— "Ηθελεν έπαινεθη ή λεξις, αν εύρίσκετο 
εν τω Λισ/ΰλο), ε?μαι σ/εδόν βέβαιος. 

άποΠαστέρωσις, ή. ( του γάλακτος δια 
βράσεως προς τελείαν καταστροφήν παντός 
μικροβίου, κατά την με'θοδον του ΡαβΐβιΐΓ. 
Άκρ. 23 Φεβρ. 93. 

άποπατητήριον, τό. Σπ. Μαυρογεν, 85. 

άττοπατιάς αϋρα, ή. Άκρ. 9 Αύγ. 93. 

— Είναι τοΰτο κατά τό πόντιας αΰρα 
του Εύριπίδου, κα\ πλουτισμός της γλώσ- 
σας μας ! ! "Ιδε και τά έξης δύο ! 

άτΐοπατίζεσθαι. άποπατιζόμενος. Α Σ. 
εν Άκρ 23 Αύγ. 95. 

άττοπατοκαθαριστής. ό. "Αρδην, Δεκ. 
86. — «Έφ.» 2 Άπρ. 87. — Άκρ. 10 
Ίαν. 90. 

άποπατοπάροδος, ή. Άκρ. 14 Δεκ. 95. 

άττοττεδολόω -ώ τό βλήμα. Γαλ. άβδβη- 
δαΙίοίβΓ ηη }ιΐ•ϋ]6θΐϋβ. Γρ. Χαντσ. 70. 

άποπεδίλωσις^ ή. ί του βλήματος.) Γαλ. 
άθδβηδίΐΐ^οΐα^β. Γρ Χαντσ. 70. 

άτιοπεδιλωτής, 6. Γαλ. ι1βδοηΒαΙ)θΙβαΓ. 
Γρ. Χαντσ. 70. 

άττοπειραματικώς. Β. Στάης εν εκθέσει 
/ειρογράφ(ο προς την Άρ/αιολογ. Έται- 
ρίαν 91. 

αηοπειρατήριος, 2 . ( ανασκαφή κτλ, ) 
Σ Α. Κ 6δ. 

αττοπειρατίκός, 3. ( άποπειρατήριος. ) 
Πανδ. 1Γ) .Μάρτ. Πβ. 

άηοηειρογράψος^ ό. Ού'τως εχάλεσεν αυ- 
τός εαυτόν ό Δανιήλ Φιλιππίδης, ώς γρά- 
ψας κα"ί εκδούς τιο 17 τό βιβλίον « Άπό- 
πειραν άναλύσειος τοΰ νοουμένου » κα\ ούτω 
φέρεται το επίθ. τοΰτο εν τω υπ' αύτοΰ τω 
1 8 εκδοθε'νη βιβλίιο <• Φλώρου επιτομή των 
Ί'ιομαϊκών, παρά τοϋ άποπειρογράφου της 
Ί'ουμουνίας. » 

ά,ηοπελιδνονσθαι. άποπελιδνωμε'νη. Στ. 
Ξεν, έν Βρετ. άστ. 21 Φεβρ. 92. 
132] 



αηοπεμτιτήριον 



απορροφησις 



άποπεμτττήριον γράμ-μα. Α:ών 7 Νο.86. 

άττοπενίχρωσις, ή. Παλιγ. 5 Μαίου 93. 

άποπεραντοκός, 3. Αεξ. νο^,οτεγν. 40. 

άποπεραντικώς. Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άηοπερατωζΎΐρ κύκλος, ό /ωρίζων το 
πεφιοτισμενον ήυ.'.σφαίριον της σελήνης «7:6 
του άοωτίστου, 6 Λατινιστι ίβΓίηίηαΙΟΓ. 
Λ. Κοκκίο, εν Προμ. 8 /α\ 22 Μάρτ. 92. 

άποπετρόΐο -ώ. 

άποηεφασισμ,ένως. επίρ. Λ. Γουζ. 07. 

άποπηγάζω Ν. Σπηλ. 26. 

άηοηηλόίο -ώ :δ τηλεβόλον. Γρ. Χαντσ. 
47. — 2.) ά~ο7:ηλοΰσθαι ί όμοΰ μετά τοΰ 
άποκτηνοΰσθαι. ) "Ελλην εν Άκρ. 5 Ίουλ.88. 

άποπιθηκιστικός, 3. Άκρ. 10 !Μαρτ.93. 

άποστιθήχωσις, ή. Άκρ. 26 Ίαν. 94. 

άηοπλανητής, 6. "Αστυ 26 Μαΐου 95. 

αποπλανητικός, 3. Άκρ. 17 'Απρ. 86. 

άπόπλασμα, τό. Φίλ. 'Ιω, 61. 

άποπλατύνεσθαι. «Έφ.» 7 Νο. 88. 

άποπΧάτννσις, ή. 

άποπληχτοειδής, 2. ( παροξυσμο'ς. ) Γ. 
Καραμήτσ. 79. — Χ. Τσιριγώτ. εν "Αστει 
24 Νο. 97 — 'ϊπ. εν το'ίς Λεξ. της άρ/. 
γλώσ. τό επίθ άττοπληκτώδης. 

αποπληρωμή, ή. Έλ. κωδ. — Έγγραφ. 
πριοτοδικείου Τρΐ7:όλεο)ς 96. 

άποπλήττω. θα ά7:ο7:λήξιο.ά7:ί'-ληξα= ε!ς 
άποπληξίαν έπεσα. Άδ. Κορ. — Έν τοΐς 
Λεξ. της άρ/. γλώσ. ευρηται τό άποτζληκτί- 
ζ(ο κατά την σημασίαν ταύτην. 

άποπλνντική μη/ανή. Ακρ. 26 Σε::τ. 87. 

άποπνενματίζω τΐ' μεταβάλλω τι άπο 
ύλικοΰ ε;ς ;:νίυματίκόν Άν. Λ. Κυρ. 72. 

άποπνενματισμός, 6. ( Γερμ. νβΓ^βΐ- 
5Ϊί§αη§ τοΰ Χριστιανισμού.) Άν. Δ. Κυρ. 
74. — Ή λεξ. δεν εϊ/ε τό πάλαι ταύτην 
την σημασ. ως ούδ' ή του άνοιτερω ρή- 
ματος. 

άποπνενματονσθαν. ( γραμματικ.) Λ. 
Ι. Μαυροφρ 60. 

αποπνικτικός, 3. «Έφ.» 18 Δεκ. 87. 

— Άκρ. 19 Άπρ. 91. — Άστυ 22 Ίουν.97. 
άποπνικτικώς. Γ. Β. εν... II Ί>ε6ρ. 

94. — Τίηΐ€8. εν'Ημ'.φύλ. 'Λκρ. 22 Δεκ.96. 

άηόπνικτος, 2. Φλόξ. 80. 

άποπνίκτωρ, ό. θ. Άφεντ. 68. 

άπόποινος, 2. Άρ Κ. Ο'κ. 79. 

άποπριονίζίο. Σ. Α. Κ. 76. 

άπόπρισις, ή. 1ω. Όλ — Κ. Π. 
Λάμπρ. 95. 

α^Γοπτίκί/,ή.Γαλ.ρβί'δρβοΙίνθ. Ά. Μουστ. 

— Άκρ. 10 Αύγ. 92. — "Λλλοι,κιι οΊ πλειό- 
τερο ι νομίζω, την ώνο'μασαν προοπτικήν. 

[1 



άποπτίλωσις, ή. Γ. Μ. Βιζ. εν Έστ. 8 
Μάρτ. 92. 

άπόπτνσις . ή Έστ. εφ. 29. Όκτ. 96 

άποπυρακτόω -ώ. σίδηρος άποτΛίρακτω- 
μενος. Άκρ. 27 ΐΝο. 90. 

άποπνραμίδωσις , ή . "Ακρ . 20 
Άπρ. 85. 

άποπυριτιονσθαι. Αίμ. Νον. 73. 

άποπυριτίωσις, ή. ( τί5ν ζώντων στοι- 
χειωδών οργάνων των φυτών.) Σπ. Μηλ. 

άποπώλησις ή. Άδ. Κορ. 

άποργανόω -ώ Λ. Πετρίν. 

άπόρθμεντος, 2. Δ. Ν. Βερν. 
*απορος, 2. (σώμα, τό μη έ'/ον πόρους.) 
ιΝ. Βάμβ. — Έν το'ίς Λεξ. της άρ/. γλώσ. 
τό έπίθ. τοϋτο κυρίως είπεΐν δεν έ/ει ταύ- 
την την νειοτερικήν σημασίαν ύπάρ/ει 
δ' εν αύτοίς τό άποροποίητος, ε/ον αυτήν. 
Άλλ' εγώ προτιμώ τό άπορος. 

άπορράγωσις, ή. (εν τη ο'νοποιίχ.) Δ. 
εν επιφυλ. Πρωίας 22 Όκτ! 96. 

άπορρακονσθαι άπορρακωθεϊσα συνθή- 
κη τοΰ Βερολίνου. Εφ. 

άπορράκωσις, ή, Έστ. εφ. 4 Μάρτ. 96. 

απορρααωθέντες μονα/οί. 'Αγ. Βλ. εν 
Χρυσαλ. 64. 

άπορραφή, ή" τό νά ξεοόάβτη τίς τι. 
Άκρ. 19 Σεπτ. 89. — Τό όημα, εξ ου ή 
άπορραφή, έ/ει εν τοΙς Αεξ. της άρ/. γλώσ. 
άλλοίαν σημασίαν, την τοΰ ράπτιον φράσσίο 

άπορ Ρετσίνωσις^ ή τοΰ έν Πειραιε^. Ίδρυ- 
θε'ντος άνδριάντος τοΰ στρατηγού Γ. Καραι- 
σκάκη, ή υπό τοΰ δημ.άρ/ου δηλ. Ί*ετσίνα. 
Σκρ\π 14 Μαίου 95. — Πρβλ. άποΤσιλλε- 
ριοσις κα'ί άποΣακήρωσις κα'ι άποΣκυλιτσι- 
σθείς. 

άπορρενστονσθαι. ( γραμματικ.) Δ. Ί. 
Μαυροφρ. 60. — 2.) "Αλλως, κατά γενικω- 
τε'ραν, ύλικήν σημασίαν. 'Αν. Κ. Χρηστ. 
87. — άπερ^ευστωμε'νος. Προμ. 30 Ίουν.91. 

άπορρενστωσις, ή. Σπ. Οίκ. — Προμ. 
23 Φεβρ. 92. 

άπορρικνονσθαί' άπερ^ιχνώθηοαν. Άκρ. 
20 Μάρτ. 96. 

απορρίμματα, τά. ΛΥβΐβ. λ. 796. — 
Σπ Τρικούπ. — Άκρ. Η Φεβρ. 93. 

άπορρίνησις. ή. Ίμ. Όλ. 

απορριπτικός, 3. Έφ. 3 Μάρτ. 89 

άπορροητικη θεωρία, ή. ( φιλοσοφ. ) 
Γερμ. Κιικιηαΐίοιίδ -Τΐιοοιίβ, ΪΝ. Κοχζ. 

άπορροφήματα υπόγεια, τά.Γαλ. ΐΐΐ'ςίΐί^θ 
ιηβηΐ3 δοιιΐοηαϊηβδ. Άν. Κόρο. 83. 

άπορροφήσιμος, 2. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άπορρόφησις, ή. Φιλολ. τηλεγρ. Ι7• — • 

33] 



απορροφητής 



άποσκελέτωσις 



Σκαρλ. λ 56. -'[<ο. Γ. Ί,οάν. 69 —Θ. 
Φλογαίτ. εν Βύριονι 76. 

απορροφητής, ό. Ξ. Λάνδ. 40. — Σ/. 
Λεβ. λ. 61. 

απορροφητικός, 3. Σ/. Λεβ. λ. 61. — 
Άγ. Βλ. λ 71. — ΕΙρ. Άσ. 74. — άπορροφ. 
γάρτϊ]ζ. 'Κφ. Κυβ. 

άπορροφητικότης, ή. Σ/. Λεβ. λεξδΐ. 

— Ίί>). Γ. Ίίοάν. 69. — Διπλ(ομάτης εν 
''Αστει^7 Ίουλ. 96. — 'Λγ. Βλ. λ. 97. 

άπορροφητικώς. Άκρ. 30 Αύγ. 95, εν 
επιφυλ. 

άπορρνπαίνο3 τι ( = άποοίυπόω -65 ) Γ. 
Παραακευόπ. εν "Αστει 5 Δεκ. 96. 

άπορρυπτιχός, 8. Θ. 'Λφεντ. 76 

άπορρυτιδονσθαι. Δ. Λ ... ος εν Ποικ. 
στοά τοΰ 9ϋ. 

άπόρρυψις. ή. Θ. Άφεντ. 76. 

άπορρωσσίζεσθαι. Άκρ. 21 Αύγ. 86. 

άπορύχτωσις, ή. 'Αν. Κόρο. 83. 

άπορφάνισις, ή. Μεθ. Παπαναστ. 75. 

— Ίω. Βαρελ. 82. 
άπορφανισμός, 6. Ν. Κοντ. λ. 89. — 

'Κστ. έΦ. ν6 ΐΜαρτ. 94. — Αγ. Βλ. λ. 97. 

— Άκρ. 13 Ίουλ. 98. 

απορφανόίο -ω. άπορφανώσασα. άτ^ωρ- 
φάνιοσεν. Άκρ. 15 Αύγ. 89 — ΕΙρ. 'Ασ. 
ίν Ποικ. στοά 95. — Τα Λεξ. της άρ/. 
γλ. ε/ουσιν άπορφανίζίο και άπορφά- 
V ι σ μ α . 

άπορφάνωσις, ή. Έφ. 89. — Μ Χα- 
τζ(5π._ εν Νεα^ εφ. 7 Άπρ'. 92. —Ν. Έπι- 
σκοπόπ. εν Άστει 13 Άπρ. 96. 

άποσάθρωσις, ή. Γερμ. νβήνίίίβιηη^. 
Ήρ. ΙΜητσοπ. — 'Αν. Σκιάς 94. 

άποΣακήρωσις^ ή• μεταβολή εΙς Σακήρ, 
τον την Κοήτης διοικητήν. « Έφ. » 27 
ΙΜαρτ. 90. 

άπόσαξις, ή. (Τππων.) Άκρ. 20 Αύγ. 
98. — 1 π. το ρήμα άποσάττιο εν το"ίς 
Λεξ. της άρ/. γλ. 

άποσαπροΰσθαι. άπεσαπρώΟη. Χ. Πα- 
παμ. 90. 

άποσάρωσις, ή. Λ. Γρ. Καμπούρ. 89. 

— Γ. Ν. Κοφινάς 95. 
άποσαφήσεις, αί. Ίω. Σκαλτσ. 93. 
άποσ^εστέος, 3. Έλ. κωδ. — Κ. 'Ασ. 

— Έπίμετρον κτλ. έκδ. ΊΙλ. Τανταλ. 47. 
αποσβεστικός, 3. ( παραγραφή, προθυ- 
μία.) — Π. Καλλιγ. 58. — Φίλ. Ίω. εν 
Φυσ. δικ. έκδ. Λ. 0?κ. — Κ. Ν. ΓΙολυγ. 90. 

— 'Λγ. Βλ λ. 97. — ΠρΓο'α 3 Ίουλ. 97. 
άποσ&ολισμός, 'Λ. Ί'. Ί*αγκ. εν Άπο- 

μνημον. 94. —"Οχι δόκιμος λεξις. Πρβλ. 

[1 



άπασβόλωσις, κα^ οσα μακρά μακρότατα 
εγράφησαν υπό Γ. Ν. Χατζηδ. τω 1884 έν 
Μελίτη επι της νεα? Μίλληνικης, σελ. 38 — 
44, μεθ' όσα ό Δ. Ν. Βερν.έγραΐεν Ιν Μ'ευ- 
δαττικοΰ έλε'γ/ου, σελ 245 — 6. 

άποσειράδιον, το Γαλ. 1)θΐιί (1β ίΓίΐϊί;. 
Γρ. Χαντσ. 70. 

άποσηματίζω. Ίταλ 8ΐ)θ11ίΐΓθ. Λεξ νο- 
μοτεχν. 40. 

άποσηματισμός, ό. Ίταλ. 8ΐ)θ11θ. Αεξ. 
νομοτε/ν. 40 

άποσημειώματα, τά Κύγ. Βούλγ. 

άποσημειώσεις, αί. Ί^ο. Σακελ. 

άποσηπτικός, 3. άπομακρύνιον την ση- 
ψιν. ( ενέσεις, ψεκασμοί, φάρμακα.) '.\. Ε. 
Παπαδάκ. έν \κρ. 27 Ίουλ. 94 κα'ι έν "Α- 
στει 15 Ι\1α'ου 96 καΙ εν Πρωία 6 Ίουλ. 98. 

άποσηπτικώς. Α. Ε. Παπαδάκ. έν Πα- 
λιγ. -.ίΟ Σεπτ 94. 

άποσηψογόνος μύκης, ό Ν. Χλωρ. 91. 

αποσβένει ή γε•ρ ( = άποστα.'νει, κουοά- 
ζεται.). 'Ιο). Ζαμπε'λ. έν Κωνσταντίνιο Πα- 
λαιολόγΐι). — Άρ. Προβελ. 87. — Άλλ' έ- 
χει αρά γε όρθως ή γραφή αΰτη ή έξαρ/αϊ- 
στική τοΰ κοινότατου έν τη συνήθεια ρήμα- 
τος, κα\ ή έκ του σθένω σύνθεσίς του; Πο- 
λύ αμφιβάλλω ■ διότι το απόστασα κα\ τό 
αποσταμένος τι θα τά κάμωμεν; 'Ίίγρα- 
ψε δε ό Κοραής τω 1804 και τά" «ποΐον όνει- 
δος, έάν άποσταθωμεν εις αυτήν τήν αρ- 
χήν τοΰ σταδίου!» δηλών οίίτω τήν με τά 
Τσταμαι, ίστάνιο συγγένειαν τοΰ ρήματος. 
'Ίδε κα"Ί. Άτακτα αύτοϋ. Πρβλ. κα"Ί Σκαρλ. 
λεξ. της καθ' ήμας Ίίλ. διαλ. έν λέξει 
άποστα' νω. 

άποσία, ή. τό μη πίνειν. Άκρ 17 
Μάρτ. 94. 

*άποσιγαροσυλλέχται, οι. Άκρ. 1 1 Αύγ. 
92. — Ίίστ. έφ. 5 Σεπτ. 95. — Πρβλ. 
άκρ οσιγαροσυλ. 

άποσιδήρωσις, ή. 'Λκρ. 22 Άπρ. 96. 

άποσιωπητήριον, τό νυκτερινον έν το"ίς 
στρατώσι σάλπισμα. Άκρ. 15 Άπρ. 87, 
έν παραρτήμ. 

άποσια>πητής, ό. 

άποσιωπητικός, 3. ( σημε"ία έν τη γρα- 
φή ) 'Λκρ. 19 Νο. 88. 

άποσιουπητικώς Λ. Ν. Βερν. 87. 

άποσκελεθρόομαι -οΰμαι. Κ. Ίεροκλ. 
έν Άκρ. 31 Μάρτ. 97. 

άποσκελετόω -ώ. -όομαι -οΰμαι. ΙΊύγ. 
Βούλγ. — 1(1). Καρασ. 67. — Ί(οακ. Βα- 
λαβ. 89. 

άποσκελέτωσις, ή. Άστυ 8 Δεκ. 88. 
34] 



αποσχενασις 



άποσταφιδονσθαι 



άποσχενασις. ή. Σπ. Ζαμ,τ:. 64 

άποσπεναστος, 2. ( ναΰς.) Ν. Δραγ. 79. 

άποσκενηκόμος, ο. Μ. Στ. Μαλαίας 61. 

άποσκενοφύλαξ, 6. [ίν σταθμιο σιοηρό- 
μου.) Άκρ. 5 ΪΝο. 95. 

άποσκίρτησις, ή. Κ. Κοΰμ. — Έπ.Στα- 
ματιάδ. — Άκρ. 20 'Ιαν. 94 

ά^νοσκιρτητ^κός. 3. (διαθέσεις πολιτευο- 
μεν(ον.) 'Ακρ. 2δ Ίαν. 94. 

άποσκλτ^ρυνσί^, ή. Ά. Ρ. Ταγκ. 51. 

— Σ. Α. Κ. 52.— Δ. Ν. Βερν. 67. 
άτιοσκοπαί, οά. ( πολιτικαί.) Σπ. Ζαυ.- 

πελ. 64. 

άποσκοράκισις, ή. Δ. Ν. Βερν. 66. — 
Ά ν. Γούδ. 69. — Πλ. Ε. Δρακ. 92. 

άποσκν&αλισμός, ό. Άκρ. 25 Μαίου 96. 

άποσκν§αλιστέος, 3. Φιλολογ. τηλεγρ. 
17. — Δ. Ι. ΛΙαυροφρ. 62. 

όττοΣκνλιταθείς ό "Αγγλος ποιητής 
Βύριον, 6 εν τω μαρμαρίνιο συμπλεγματι το~ 
εν Αθήναις ίδρυθε'ντι οαπάντ, του Σκυλί- 
τση, ο έργον, κατασκευασθεν εν Γαλλία κα- 
τεκρίθη παρ' ή[χίν υπό πολλών καί, νομίζω, 
δικαίως. 'Ι'ε'ντγκεν εν Άκρ. 22 'Ιουλ. 96. 

άποσκωρίασις, ή. Φ. Β. εν 'Ακρ. 13 
'Απρ. 96. 

άττοακωριαστήρ, 6. Γρ. Χαντσ. 70. 

άηοΣλα§ιζεσθαι . άπεΣλαδισμενοι. Μ. 
Βλάδ. ( •, ) 6υ — Ίω. Περβάν. 64. — Πρβλ. 
τά εξής τρία. 

ά7εοΣλα§ο3θείς.\}.τ/.' Α\, Πάλ εν Πανδ. 
58. —Φρ. Ζαμδάλδ. ^72. 

άποΣλά§θ3σις^ ή 'Αλ. Πάλ εν Πανδ. 58. 

ά(Γ^οΣλανϊαθεΐσα.]^/ι•/. 'Ρεντγκ. εν Άκρ. 
2 Μαίου 96. 

άποσμηκτικός. 3. Άδ. Κορ. 

άπόσμηκτρον, τό. Κανονισ[Α. άσκήπ. πεζ. 

— ΙΝ. Κοντ. λ. 89. 
άποαμίκρνναις^ ή. Φ. Β. εν Άκρ. 9 

Ίουν. 96. 

άσιοαμίλευσις, ή. ΜΙρ. Μητσόπ. 61. 

άηοσπαοματάρχης, ό. Έλ. κώδ. 

άποσηασ ματ αρχικός^ 3. Άκο. 21 Αύγ. 
86 και 7 'ϋκτ. 93. 

αποσπασματικός^ 3. (πνεϋμα τώ,ν νο- 
τίων Αμερικανών εν έτει 186. Έφ. — θα 
ήτο ορθότερον το αποσπ αστικό ν. — 2) α- 
ποσπασματική συνήθεια, ή των στρατιωτικών 
αποσπασμάτων. Άκρ. 7 Ιαν. 96. — 3) ά- 
ποσπασματικα'ι εκφράσεις, Γ. ΙΝ. Χατζιδ. εν 
Μετάφρ. Αναγνωσμάτων του ^Υΐιίίηβ)^ πε- 
ρί γλωσσικής 98. 

άττασπασματικώς. κατ' αποσπάσματα, 
Γερμ. ίΓα^πιβηΐ&ΠΒοΙι. Γ. Πανταζίδ. 80. 



άποσπασματογράφος, ό. ( = τώ εξής.) 
Φραγκ. Ζαμβάλδ. εν Αθηναίοι 72. 

άποσπασματοδίφης,ό. Γερμ ΡΓίΐ^ιηβη- 
Ιϊβί. Ούτως ώνομάσθη ό ιστορικός Γαΐΐηΐβ- 
Γ&}'6Γ. ως έκδούς τά περίπυστα ΈτΆξϊηαιίβ 
ίΐυδ (Ιβιη ΟΓΪβηΙ εν έτει 18 Κλειώ. 

άστοσπαστικός. 3. ( δύναμις.) Βεν. Λεσβ. 

άηοσπερίδες, αί. Γαλ. δΟΪΓέβΒ. Ίω. Φι- 
λήμ 34. — Προλ. τάς λεξ. εσπερίς κα\ 
εοεσπερίς, τάς πλειότερον εύδοκιμησάσας. 

άποσπόγγισις, ή. Θ. Άφεντ. 76. 

άποσπονδυλεν μένοι, τρο/οι μηχανή- 
ματος . Ν. Έπισκοπ. εν "Αστει 24 Αύγ. 94. 

άποστάθμησις, ή κοιν. ντάρα. Βασιλ. 
διάτ. 31 Μαίου 89. — "Ιδε κα\ άπόβαρον. 

άποστάκται^ οί. 'Ακρ. 18 'Ιαν. 95. 

άποστακτέος, 3. Β. Λάκ. 61. 

άποστακτήρ, 6. Ο. Α. 'Ρουσο'π. 81. — 
Έλ. κωδ. 89. — Άκρ. 2 Αύγ. 94. 

άποστακτήριον, τό. Γαλ. (ΙΪΒΐϊΙΙβΓΪΟ. — 
Ο. Α. ΊΌυσόπ. εν Έστ. 4 .\ο. 90. — 
Άκρ. 21 Άπρ. 96. — άποστακτήρια, 2. 
( σκεΰος. κέρατα.) Θ. Άφεντ. 76. — Γ. Χ, 
Κ εν Προμ. 26 Ά ρ. 92. 

άποστακτικομηχανήματα, τά. 

αποστακτικός, 3. Γ. Δ• Άργυροκαστρ. 
Ξ. Αάνδ. 40• — Δ. Στροΰμπ. 58. — νη- 
πενθες τό αποστακτικών. Ο. εν Ν. Πανδ. 1 
Μάρτ. 58. 

άποσταλακτήρες,(Λ."\στ\> 19-20 Νο. 91. 

άποσταλακτικός , 3. Ξ. Αάνδ. 40. — 
άποσταλακτική, ή. Έφ. Κυβ. 

άποσταλάξιμος, 2. ( υλη ) Άρ. θεοδω- 
ρίδ. έν Άκρ. 10 'Ιουλ 95- 

άποατάλαξις, ή. Ν. Κοντ. λ. 89. — 'Άλ- 
φας ε'ν 'Ακρ. 26 'Ιαν. 94. 

άποσταλτικός^ 3. Αεξ. νομό τεχν. 40. 

άποστασίαρχοι, οΓ Άθ. Χριστόπ. 33. 

άποστααιομέτρης, ό. Γαλ. ιϋβίαποϊο- 
ηΐϊ'ΐΓθ. Γρ. Χαντσ. 70. 

άποστασιόμετρον, τό. "Ακρ. 14 Όχτ. 
91. - — Τό έν τή Άκρ. έλλε"ίπον 'ώτα εγώ 
έπρόσθεσα. 

«άποστατίδης ήτο 6 Ματθαίος Καρυό- 
φυλλος » (εις τά θρΓ,σκευτιχά. ) Ίω. Σα- 
/.ελλίων. 

άποστατώδης, 2. ( καρδία. ) "ΙΊγγραφ. 
δημόσ. έν Δρ. ΪΝ. Δρόσου Ιστορία Τήνου, 70. 
*άποστανρωθεντες. μτχ ( όμοΰ μετά 
του σ τ α υ ρ ωΟ έ ντε ς.) Άκρ. 13 Άπρ. 
95. — Ίίν το"ίς Αεξ. της άρ/. γλ. κατ' άλ- 
λην σημασίαν κε"ίχαι το ρήμα. 

άποσταφιδονσθαι. Ν. Κοντ. λ. 89. — 
Άστυ 17-8 Μαίου 92. 



[135] 



άηοσταφίδωσις 



άσζοσννθεσις 



άποσταφίδωσις . ή. Έλλην. γεωργία 95. 

άποστέγνωσις, ή. Άκρ. Ι'β Σεπτ. 87. 
*ά7ΐοστειρόω •ώ. ('ατρ.) άπεστεφιομενον 
(γάλα = δΙβΓΪΐΪ80 ) Άλκ. Παπαπαναγιώ- 
της έν Άκρ. 2 Όκτ. 90 και λ Ίουλ.98.— 
Νε'α ή σημασία της λί'ξεως. 

άποστεόω -ώ. -ονμαι. Δα[α.. Γ. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποστερητικώς Λεξ. νομοτεχν. 40. 

άποστέωσις, ή. 'Ιω. 'Ολ. — θ. Άιοεντ. 
54. — Θ. Σοφούλ. 92. — Ν. Κοντ. λ. '89. 

άποατήθισμα, τό. Ίώσ. Μοισ. — 'Λν. 
Κ. Χρηστ. εν Πλάτωνι, 84. 

άτΐοστηματο^ριθής, 2. ( κεφαλαί.) "Λστυ 
8 Ίαν. 98. 

άσιοστητέον. Θ. Άφεντ. 76. 

άποστηθισταί, οί. Σ. Α.. Κ. 62. 

άποστίλ€ωσις, τι. Δ. Γρ. Καμπούρ 89. 

άηοστοι€άζω Όνομ. ναυτ. 58. 

άσιοστοι&ασία^ ή. Γ. Α. 'Ράλ. 

άποστοιχε^οϋσθαι. ( /ημ. ) Άν. Κ. 
Χρηστ. 87. 

άσζοστολάτοιρ, ό. { εμπορ.) Ν. Παπαδόπ, 
'Ύστερον ήλθε ν ε;ς /ρησιν 6 άπο στόλε ύς, 
ει κα\ ή λεξ. εν τη πάλαια γλώσση ^'Χ-ν 
είδικωτεραν άλλην σημασίαν. 

^Αποστολίδης, 6. όν. κύρ. οίκογεν. 

άτζοστολιχώς κινε'ΐσθαι, όοεύειν, περιπα- 
τε"ίν. ( = πεζή ) ο παρά τοΐς Φράγκοις λέ- 
γεται ρβάΐΐιηδ αροδίοΙοΓηηι.) θ. Άφεντ. 
76. — Γ. Π. εν Άκρ 24 Μαίον 94. — 
Έστ. εφ. Μάρτ. 96. — "Ελλην έν Ακο. 
8 Σεπτ. 97. 

^ Αποστολοεναγγέλια, τά. Ιίυχολόγιον 
τό μέγα, έν Κστπλει, 03. — Άλλ' ή σύν- 
Οεσις αϋτη της λέξεως, βλέπω, δεν συμφίονε^ί 
με την συνήθη, την εν το^ς τετραυάγγελον, 
άνδρομονάστηρον, γυναικ ο' π α ι δ α, άμπε- 
λοχώραφα, πάλαι ό π α ιδ ο κ. άλ. 

άποστολοκήρυξ, 6. Ί, Λάουνδς 42. 

άοΐοστοΚοπαράδοτος, 2. ( κατά τό Θεο- 
παράδοτος, πατροπαράδοτος κτλ.) Δ.Θερ. 89. 
*άπόστολος . ή. η την Γαλλία ν, την συ- 
νήθη εν τω κόσμω άπόστολον των καλών 
κα\ των κακών ενίοτε ιδεών. ) Π. Άργυ- 
ρόπ. 50. 

άποστοματισμός, 6. Χ. Παπαμ. 97. 

ά,ποστόμωμα, τό. Δ. Ν. Βερν. 

άποατομωτής^ υ. Άνδρ. Λασκαρ. 80. 

αποστομωτικός, 3. (δύναμις.) Π. Σω- 
τήριος εν Άκρ. 8 Μάρτ. 93. 

άποστομωτικώς ΣΛ.ϋαΧΒ. έν Προμ.91. 

άποστρα€(οτικός, 3. Γ. Π. έν 'Άστει 
21 Φεβρ. 96. 

[136 



άποστραγγάλισις, ή. Άν Πολυζ. 

άποστράγγισις, ή. Γαλ. άιαίηα^ο. Π. 
Γεννάδ. 79.— Άν. Κορδ. 83. — "Κκθεσις 
μηχανικών της Κυβεονήσ έν Άκρ. 11 Ίαν. 
9 ^. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποστραγγιστήριος μηχανή. Έγκυ/.λ.λ. 

αποστραγγιστικός, 3. ί έργα έν γη ελώ- 
δει.) Π. Γεννάδ. 79. —Άκρ. 3 Όκτ. 87. 

— Ν. Χλωρ. 91. — Πρβλ. έ κ στραγγι- 
στικό ς. 

αποστρατεία, ή. Έφ. Κυβ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Έμ. Σ. Λυκούδ έν Έστ. 16 Ίαν. 
94. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποστρατενσιμοι, οί. Έλ. κώδ. 

άπαστράτευσις ή. Έφ. Κυβ. — 'Κμ. 
Σ Λυκούδ. έν Έστ. 10 Ίαν. 94. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. —Πρωία 6 Μαίου 97. 

άποστρατευτέος , 3. Άκρ. 28 Σεπτ. 91. 

άποστρατευτικνς, 3. ( σύνταξις.) Έλ. 
κώδ. 

άποστρατιώτενσις, ή. Ούτως 'ίσως μετα- 
φραστέα ή τοΰ ΜοίΏΙΏδβη λέξις ϋβΐηίΐίία- 
ΓΪδίηιη^ ( Ιί3,1ίβη8 ) ή έν τω ε'. τόμοι τής 
Τιομαΐκης ,ίστορίας του, σελ. 229 (της α'. 
έκδ. τοΰ 85.) Σ. Α. Κ. 93. 

απόστρατοι, οΊ. Έλ. κώδ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποστρέ§λωσις, ή. Άστυ 6 Φεβρ. 95, έν 
έπιφυλ. — Φ Β. έν Άκρ. 3. Ίαν. 96. 

άποστρε§λωτικός, 3. Γ. Π. έν Άκρ. 2 
Φεβρ. 94. 

άποστρογγνλωσις, ή. Δαν. Φιλιπ. — 
Δ. Φίλ. έν Έπετηρ δ. Παρνασοΰ έτ. β'. 98. 
άποστροφισμός, 6. ( φ(ονηέντων. ) Ίώσ. 
Μοισ. 

άπόστυψις, τι• Άκρ. 26 Σεπτ. 87. 

άποσυμ&άλλω. (στρατ.) Γαλ. οΙβΙίΓα^'βΓ. 
Γρ. Χαντσ. 70. —Άγ. Βλ. λ. 97. 

άποσνμ^λησις, ή' άποσυμβολή, ή. Γαλ. 
ά^1)^α^α§β. Γρ. Χαντσ. 70. — Άγ. 
Βλ. λ. 'όΤ. 

άποσννθέματα, τά. Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άποσυνθέσιμος, 2. (ουσία.) Άθ. Σαχελ. 
λ. έν ερμ. — Άντ. Ε. Παπαδάμ. 87. 

άποσύνθεσις, ή. Γαλ. άόοοιηροδίΐίοη . 
Δ. Νίτσου, έν Ερμή λογίο), 19. — Ξ.. Λάνδ. 
40. — Ν. Κωστ. '49.— 'Ν. Κοτζ. 58 — 
Σπ. Λαμπ. 64. — Ίω. Περβάν. 64. — 
"Αγ. Βλ. — Αίμ.Νον.73. — Ίω.Άογυρ. 76. 

— Γ. Καραμήτσ. 79. — Γ. Α. Κρίν. 80.— 
Δ. Βικέλ. 84. — Άν. Κ. Χρηστ. 87.— 
Δ. Χ. Σεμιτ. 87. — Θ. Άφεντ. 87. — Ν. 
Κοντ. λ. 89. — Γήν λέξ. ταύτην φιλόλογοί 
τίνες ήδηάπό πολλών ετών χακίζουσιν. Άλλα 

] 



άηοσννθετικος 



αηοτερατωσις 



κατά τι διαφερουσιν αύτης αί εν τοΙς Λεξ. 
της παλαιάς γλώσσης χατακε/ωρισμεναι ά- 
ποσυνάγω, άποσυνάπτω, άποσυνερ- 
γε'ω, άποσυνίσταμαι. άποσύστασις; 
Κα"ι τί ώφελε'ΐ να την καταδικάζωσιν οί γραμ- 
ματικο\ εις θάνατον, άφοΰ αυτή εξ εαυτής 
κα\ της άλλων πολλών δυνάμεως ζη κα"Ί 
βασιλεύει, γεννήσασα κα\ παιδία κα\ εγγό- 
νια άλλα τε κα\ το επίθετον εύαποσύν- 
θ έτος ; 

άηοσυνθετικός, 3. Ξ. Λάνδ. 40. — Ν. 
Κοτζ. 58. — Ν. Γ. Κωτσάκ. 74. —Γ. Α. 
Κρίν. 80. — θ. Βενιζ. 84. — Κ. Α. Λυ- 
κόρτ. 92. — Ίάκ. Πολυλ. 94. 

άτζοσυνθετικώς. Ξ. έν Έστ. 28 Φεβρ. 
93. — Άκρ. 7 Ιλίαίου 93. — Πρωία 24 
Όχτ. 96. 

άτζοσυνθέτω (κα"ϊ άποσυντίθημι κα\ άπο- 
συντίθεμαι), Ξ. Λάνδ. 40. — Π. Άογυρί^π. 
50. — Θ. Άφεντ. 54. — Σχ. Λεβ'. λ. 61. 

— Σπ. Μαυρογε'ν. 64. — Σπ. Ζαμπ. 64. 

— Άν. Κ. Χρηστ. 87. —Άγ. Βλ. λ. 97. 

— Ν. Κοντ. λ. 89. — άποσυνε'θεσεν Άκρ. 
6 Σεπτ. 91. 

άηοσννομιλέω -ω. « σαν άποσυνομίλη- 
σαν. » Ίω. Βηλ. 23. 

άποσνντρί§ω, (μετά του αποτελειώνω.) 
Άκρ. 16 Ίαν. 94. 

άποσνρίκτέος, 3. Εύγ. Βούλγ. 

άποσυρμός, δ. 'Ιώσ. Μοισ. 

άπόσνρσις, ή. ( /αρτονομίσματος κτλ. ) 
Άκρ. 2 Ίαν. 87 κα\ 29 Άπρ. 85. 

άποσφενδόνησις, ή. Άρ. Κυπρ. 68. 

άτιοσφόγγισις, ή. Π. Δ. Κούππαΰ 92. 

άτιοσφράγισις. ίι- Έλ. χώδ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άηοσχαστικός, 3. Γρ. Χαντσ. 70. 
*άαζοσχεδι.άζειν . ο άπεσ/εδιάσθησαν τα ό- 
φθεντα κτίσματα.» Σ. Α. Κ. 80. — Το άπο- 
σ/εδιάζειν εν τοΙς Λεξ. της αρχ. γλώσ. κατ 
άλλην σημασίαν κείται. 

άποσχεδιαστήρ , δ. Γαλ. 61)θΐιο1ιοΪΓ. 
άρσ. Γρ. Χαντσ. 70. 

άποσχισμός, δ. Περ. Γρηγορ. 80. — "Α- 
στυ 15-6 'Απρ. 93. 

άτιοτακτικη σύνταξις, ή διδομένη εις τους 
Ιν αποτάξει στρατιωτικούς. Ίίλ. κώδ. — 
Βασιλ. διάτ. 10 Νοεμβρ. 97. 

άποταμίενμα, τό. Έλ. κώδ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Έπ. Ζ. Βοίσχ. 90. — Άγ. Βλ. 
λ.^ 97. 

άποταμίενσις^ ή. Έλ. κώδ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — 'Κπ. Ζ. Βοίσγ. 90. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. 



αποταμίευταί, οί. Έλ. κώδ. — Βασιλ. 
διάτ. 95. 

άποταμιεντέος, 3. Ίώσ. Μοισ. 

άποταμιευτήριον^ τό. Συνεδριον Έλ- 
ληνικ. συλλόγων 79. — «Έφ.» 24 Σεπτ.91. 

άποταμιεντικός•) 3. ( κατάστημα κτλ.) 
Έλ. κώδ. — Άκρ. 16 Νοεμβρ. 96. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άποταμιευτικότης . ή. Γ. Σ. Φραγχούδ. 
17 Ίουλ. 92. 

άποταμιεντικώς. Άκρ. 1 Ίου ν. 94. 

άποτά ν σου προς τίνα ! πρστκτ. του απο- 
τείνομαι, /ρόνου άορ. Π. Σούτσος. — Ποιη • 
τικί) αδεία φαίνεται, έπλάσθη ή προστακτι- 
κή αυτή κατά τά δημώδη, στάσου, πιάσου 
από τά κάγκελλα, κρεμάσου άπό τό σ/οινί, 
κοιμήσου, ντύσου, γδύσου, κτενίσου, νίψου, 
γκρεμίσου, 'ξομολογήσου, 'ξεκουμπίσου, κα- 
μώσου κιλ. περ"ί ων άνάγνωθι τά έν σελ. 
174 κ. εξ. του Δοκιμίου του Δ. Ι. Μαυρο- 
φρύδου. 

άποτανταλονσθαι. άπετανταλοϋτο. Νεο- 
λόγ. Πατρών 98. 

άηοταριχεύειν. άποτεταριχευμενος. θ. 
Άφεντ. 7ό. 
-\-άποταρταρινισμ6ς , ό, ' Ακρ. 1 7 Ίαν . 94 . 

ά.ηοταρταρόθ3-ίο. -ονμαι.'Ατίο. 2 Ίουν. 
9-.^: και 8 Φεορ. 94 και 24 Μαίου Ρ7. 

άποταρτάρωσις, ή. 'Ακρ. ]2 Μάρτ. 83. 

άποτέκνωσις. ή• γέννησις τέκνου. 'Ι. Γα- 
λάτ. έν Έλ. φιλολ. Συλλόγ. Κστπλεως 64. 

ά^ΐοτελε^ωτής, 6. Άκρ. 2. Αύγ. 94. — 
Άστυ 5 ΛΙαρτ. 96. 

όηοτελεσματίζω. (;) Άκρ. 18 Ίαν. 92. 

άποτελεσματικόζ'ης^ ή. Φίλ. Ίω. 09. 

— Γ. Μ. Βιζ. — Γ. Άντωνόπ. — Ν. Κοντ. 
λ.^ 89. 

άποτελεσματικώς. Άγ. Βλ. λ. 71. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. — Χ. έν Έστ. έφ. 15 Ίουν. 
95. — Τπάρ/ει ίν τοΐς Λεξ. τίίς αρχ. γλώσ. 
το επίθετον μόνον, άλλα κατά τίνα ίλως 
ειδικήν σημασίαν. 

άττοτελματίζεσθαι . Γ . Κωνσταντινίδ. 
Μακεδ. .-9. 

άποτεΐματόω -ώ. -ονμαι. Άκρ. 30 
Άπρ. 86 κα\ 28 Ίουν. 96. — άπετελμα- 
τώθη το δε"ίνα ζήτημα. "Αστυ 24 Νο. 95. 

άποτελμάτωσις, ή. Γαλ. δί&^η&ίΐοη. 
Άκρ. 18 Δεκ. 86. 

άποτελωνίζω. Άκρ. 20 Νοεμβρ. 92. 

άσιοτεράτωσις . ή. (οικοδομής, σκωπτι- 
κώς άντι άποπεράτωσις.) Λύσ. Καυτανζ. — 
Κατά γενικωτε'ραν δε σημασίαν. Κ. Σ. Κόντ. 

— Άκο. 5 Όχτ. 92. 



[137] 



9β' 



α ποτετριμμενως 



αποτνχως 



άποτετριμμένως. ίπΐί. Θ. Άφεντ. 76. 

άηοτέφρωσις, ή. Δ. Νίτσου 19. — Έστ. 
— Ν. Κοντ. λ 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άίτοτεφρωτήριον, τό. (νεκρών.) Ίίστ — 
Άκρ. 1(ί Νοεμδρ. 93. 

άτιοτεφρωτικός . 3. ( κλίβανος.) Άκρ. 
ήμ,ίφυλ. 5 Φεβρ. 97. 

άπατης, ή. ( = άπόστασις.) Ίώσ. Μοισ. 

άποτιγρεωθεΐσα πόλις . Νε'α Έφ . 11. 
Άπρ. 93 

άποτίλλωσις, η. '.\κρ. 21 Φεβρ. 87 
και 15 Σεπτ. 92. — Άλλ' ΰπάρ/ει εν τοΙς 
Λεξ. της άρ/. γλ. λ ξις όρθότερον ^σ/ημα- 
τισμε'νη ή τίλσις και ό άποτιλμ,ο'ς. 

άηοτίναξις, ή. ( ζυγοΰ.) "Εγγραφ. Σαν- 
τορίνης 21. — Ζήκ. 'Ρώσ. 68. — « Έο » 
18 Μάρτ. 93. 

άστοτιτανοΰσθαι. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 41. 

άτνοτίΐάνωσίς, ή. Εύγ. Βούλγ. — Γ. 
Καραμήτσ. 79. 

άστοτμητικός. 3. Γρ. Χαντσ 70. 

άτίοτμήτρια μ.η/ανή. Γρ. Χαντσ. 70. 

άποτοίχιος στερεΌ)σίς πυροβόλου, ή. 
'Ονομ ναυτ. 58. — Άγ. Βλ λ. 97. 

άποτόλμημα, τό Εύγ. Βούλγ. — Ά. 
'Ρ. 'Ραγκ. 6:1. 

άποτόλμησις, ή. Λεξ. νομοτεχν. 40. — 
Ν. Σπανδ. ί\> Άκρ. 31 Μάρτ. 96. 

άπότολμος, 2. πολύ τολμηρός. "Αγ. Βλ. 
66. — "Ισως κα^ όίλλοι κατά ταύτην την ση- 
μασίαν έ'γρα']/αν το έπίθετβν τοϋτο, δ'περ Ιν 
το'ΐς Λεξ. τ% άρχ. γλώσ. φέρεται ώς έχον 
την έναντίαν κα"ΐ δη Ικ του Λουκιανού. Ού- 
τω δε κα\ εσχάτως υπ' αύτοϋ του Άγ. 
Βλ. ίν τω λεξικω του 97, και πρότερον Ιν 
τ(Γ Λεξ. τοΰ Ν. Κοντ. ήρμηνεύθη δια του 
Γαλ. Ιϊιτιϊίΐθ. 

άποτομενομαι . λε'γω ή πράττιο τι άπο• 
τόμωζ Λ. Α. Άναστασόπ. εν Άκρ. 1ΓΙαν.99. 

άηοτομικός, 3. Γρ. Χαντσ. 70. 

άηοτομίς, ή. Γαλ . 1θ οουροΪΓ. Γρ. 
Χαντσ. 7θ 

άποτομότης, ή. Θ. Π. Ληλιγ. — Έλλην. 
γεωργία, 89. — "Αστυ 24-5 Ίουν. 93. — 
Άκρ. 19 'Ιαν. 97. — 'Γπάρχει έν το"ίς Λεξ. 
της άρχ. γλώσ. ή άποτομία. 



άποτότζισις, ή. 'Άστυ 21 Δεκ. 93. 

άποτραχηλόω-ώ.Γαλ. ιΙβοαρβΙβΓ. 'Ονομ. 
ναυτ. 58. — Άγ Βλ. λ. 79. 

άποτρεπτήρια, τά. (παντός κακοϋ.) Έστ. 
εφ. 11 Άπρ. 94. 

α.ποτρι€εΰς, ό. Γαλ. οπΓθίίβ, Οηλ. Γρ. 
Χαντσ. 70. 

άτζοΤρικονπόίο -ώ . άπετρικουπώθη . 
«'Εφ » 10 Ιαν. 90. (*^ 

άποτριπτικός. 3. 'Αν. Κορδ. 

άστότριπτος, 2. (ένδυμα,). 'Εστ. 28 
Δεκ. 86. 

άπότριτοί, οί εναπομείναντες άπο τοΰ 
τρίτου πολιτικού κόμματος. Άκρ. 22 
Φεβρ. 92. 

άποτρίχωσις, ή. Μ(ο. Πΰρλ, 

άστοτροπαιόδοξος. 2. Άκρ. 3 Φεβρ. 91. 

άποτροπαιότης, ή. Άκρ. 29 'Ιουλ. 94. 

άποτροπαιότερος. 3. Σίμ. Άποστολίδ. 
89. — Αμφιβάλλω, αν εν τη άρ/. γλώσση 
βαθμο\ συγκρίσειος τοΰ θείου επιθέτου α- 
ποτρόπαιος ήλθαν πάτε εις χρήσιν. 

άποτροπαίως. θ. Γ. 'Ορφ. 58. — Άγ. 
Βλ. εν Χρυσαλ. 64. 

άποτροηενς, ό ( άρας.) Άρ. Κυπρ. 67, 
εν μετάφρ. Ιστορίας της Έλλην. φιλολο- 
γίας, τόμ. α'. σελ. 136. 

άποτροπίασις, ή. "Αγ Βλ. εν Χρυσαλ. 
64. — Ακρ. 4 Αύγ. 94, εν Ιπιφυλ. 

άττοτροσιιαστίΗως. Άκρ. 5 Αύγ. 92. 
-^άττοτσαρονσθαι. « άπετσαρώθη ολόκλη- 
ρος ή Γαλλία « κατά τήν εις Παρ ίσιους επί- 
σκεΊ/ΐν τοΰ Τσάρου της 'Ρωσσίας. Άκρ. 28 
Σεπτ. 96. 

-{-άηοΤσιλλέρισεν 6 δείνα τό οικοδόμη- 
μα, δηλ. τό έκαμε κατά τον τρόπον τοΰ 
Γερμανού άρχιτέκτονος Έρν. Τσίλλερ.αΆκρό- 
πολιςοι — "Ιδε καΙ άπεΧάν<τ(ι)σεν. 
-\-άστοτσίγαρα, τά. Άκρ. 5 Ιαν. 97. 

άτζοτνντλόω -ώ τί> πυροβόλον. Γρ. 
Χαντσ. 47. 

άποτνπωτίΗα πρίσματα εν τηλεσκοπίοις. 
Πριοία 12 Δεκ. 97. 

άττοτυφλωτικός, 3. Άκρ. 1 Σεπτ. 87. 
— Ραμπ. 14 'Ιουλ. 88. — Χ. Α. 'Ηλιόπ.94. 

άποτνχώς. Σπ Τρικούπ. 88. 



(*) Έκ τοΰ ονόματος τοΰ Χαριλάου Σπ. Τρικούπη σύνθετοι λέξεις εχουσαι έν τω 
μ-'σιο ή τώ τέλει τό Τ ρ ι κ ο υ π κα\ διά τοΰτο διαλανθάνουσαι τόν τά τοιαύτα περιερ- 
γαζόμενον, έποιήθησαν αί έξης, εύρισκόμεναι πάσα μία αυτών έν τω οικείοί τόπο) της Συνα- 
γΐι)γης ταύτης. Λοιπόν άντιτρικούπί,ς, άντιτρικουπικός, άντιτρικουπικότης, άνητρικουπικώς, 
άντιτρικουπισμός, άντιτρικουπισταί, άντιτρικουπολογεω, άποτρικουπόω, έκατοντακούπης, έκ- 
τοικουπίζω, μεγαλοτρικουπική δεκαπενταετία. 

[138] 



αηονραιοω 



άηοχαλυ€δοηοιεΐα 



άηόνραιόω -ω. κάννην Γαλλ. (ΙβοηΙ&ΒΒβΓ 
υη οαηοη. Γρ. Χαντσ. 70- — Άγ. Βλ. 
λ. 97. 

άπονραίωσις, ή. ( της κάννη; ) Γαλ. άβ- 
οιι1&8δβιηβηί ά οη οαηοη. Το. Χαντσ. 70. 

— Άγ Βλ. λ. 97. 
άπουραιωτικός, 3. Γρ. Χαντσ. 70. 

*άπουσιάζω• είμαι απών. Άγ. Βλ. λ. 
71. — Ν Κοντ. λ. 89. — «Έφ. 25 Μαίου 
93. — Έν τϊ) αρχ. γλώσστι δεν εΤχεν ή λε'- 
ξις ταΰτην την σηαασίαν. 

άπονσιαστιχόν πρόστιμον, τό. Α. 'Ρ. 
•Ραγκ. 87. 

αηοφαλάκρωοίς. ή. Άκρ. 9 Οκτ. 90. 

— 'Γπάρ/ει εν τοΐς Λεξ της άρ/_. γλώσ. το 
ρήμα μόνον, εκ τοΰ Φρυνίχου. 

αποφανάτισις, ή. Άκρ. 3 Ίουλ. 89. 

άποφανατισμένος. μτ/ ( δ'χλος Τουρ 
κων.) Άκρ. 31 Ίουλ. 96 

άποφααιοτέον. Άνώνυμ, μετάφρ. Σαλ- 
λουστίου, εν Κωνστπλει, 43. 

άηοφασίατικός , 3. Άνών. εν Πανουρ- 
γίαι? Μπερτόλδου 1683. — Εύγ. Βούλγ. — 
\ν6Ϊ§ λ. 796. — Κ Κοΰμ — Έλ. χρον. 
24. — Α. Φραντζ. 39. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. — Άνε'γνων τήν λέξ. 
κα\ έν Βυζαντινοί Χρυσοβούλλω μονής 
του "Λθω. 

άποφασιατίκότης, η. Άλ. 'Γψηλάντου 
προκήρυξις 21. — Σπ. Τρικούπ. — Σ. Α. Κ. 
εν Φίλοι τοί3 λαοΰ 15 'Απρ. 47. — 'Αρ. 
Βαλαορ. — Έμ. Γουοελ. 82. 'Ιω. Πανταζ. 
97. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

ά.σιοφααιστι>ίόάς. Ίώσ. Μοισ — Άνώ- 
νυμ. μετάφρ. Λαυσαϊκοϋ, 756.• — "Εγγραφ. 
Γατριάο/. Κστπλεως 05. — Σκαρλ. λ. 35. 

— Δ. Χ.' Σεμιτελ. 67.— Ν. Κοντ. λ. 89. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
άποφασματονσθαι. Άκρ 30 Σεπτ. 94 
άποφατέον . Εύγ. Βούλγ. 
άτιοφέλλωσις, ή. Σπ ΙΝΙηλ. 
άποφενάκοσις, ή. άφαίρεσις της φενάκης. 

Δ. Στροΰμπ. 88. 

άτζοφενξιμος^ 2. Λεξ. νομοτε/ν. 40 

άτζοφθάλμοος'-^Λ/.όζ, 6. Ρ. ]\ικολαίδ.88. 

άτζοφλεγμάτισις, ή. (χημ. τεχν.) "Οθ. 
Λ. 'Ρουσόπ. 90. 

άποφλεγματιστής, ό. (χημ. τεχν.) Όθ. 
Α. 'Ρουσόπ. 90. 

άτΐοφλογιστίζειν . "Οθ Α. 'Ρουσόπ. 90. 

άηοφλοΐζω. άποπεφλοϊσμε'νος. Θ. Ά- 
φεντ. 76. 

άποφλοίωσις, ή (δένδρων.) Έλ. χώδ. 

— ( επιφανείας μαρμάρου. ) Σ. Α. Κ. 90. 



ηοφλοιωτίχός,Β• Σχ. Λεβ. λ. 61. 

άποφοιτητήριον, τό. Έλ. κώδ. — Φίλ. 
Ίω.58. — Γί.Κοντ.λ. 89. — Άγ. Βλ.λ.97. 

άποφοιτήτριαι, αί. Μ. Ιν Άκρ. 14 
Αύγ. 94. 

άποφολίδωσις, ή. 'Ρ. Σ. Λ. λ. 42 

ά^ιοφολιδωτικός, 3. 'Ρ. Σ. Λ. λ 42. 

άποφολίζεσθαι. Θ. Άφεντ. 76. 

άποφορικόν οξύ, τό. (χημ.) Άν. Κ.Χρηστ. 
έν Άκρ. 23 Δεκ. 91. 

άποΦραγκόω -ώ. άποοοαγκώση. Σ. Κ. 
Οίκ. 66. 

άτιοφρακτικός, 2. Παΰλ. Ίω. 86. — 
Κα\ οί έν τω Άγγλικω Κοινοβούλια) θΙ)3ΐ;ηΐ- 
οίϊοηϊδίββ λεγόμενοι ε/.λήθησαν παρά των 
ήυ.ετεοων Αποφρακτικοί, οίον Ιν Άκρ. 
Δεκ. 88 

άποφνλακίζω έξάγο) της φυλακίίς. Σπυρ. 
Τρικούπ. 6(1. — Αιών. — Άκρ. 30 ΙΜαρτ.ί)7. 

άποφνλάχισις, ή. Άκρ. 30 Μάρτ. 87. 

— Γερ. Μαυρογιάν. 87. 
άποφυλακϊτης 6. Γ. Καπετανάκης. 
άηοφνλάκωσις Ιωάννου τοϋ βαπτιστοΰ 

ύπό τοϋ Ήρώδου ( = φυλάκωσις, φυλά- 
κισις. Εύγ. Βούλγ. — Τη άπο έχρήσατο 
Ιν τη λέξει ταύτη ό Βούλγ. ίπως ό Θουκυ- 
δίδης εν τω άποικοδομε'ω κα\ οί Γερμανο\ 
τη αΙ) έν τή ΑΙ)8ρθΓΓυη^. 

άηοφνλλίτης, δ. Κ. Μητσόπ. Ιν 'Εγ- 
κυκλ. λεξ. 

άποφνματα, τά. Άκρ. 14 Σεπτ. 87. 

άηοφυσήματα, τά. Ν. Δούκ. 1 ■.. ^ — 'Εμ. 
•Ροίδ. 93. 

άποφνσιόνω. Ίταλ. δη&ΙιίΓατθ. Λεξ. νο- 
μοτεχν. 40. 

«άπόςοντα, η• τελειόφυτα φυτόβια θερ- 
μοκηπίου, οί ημέτεροι νεανίαι » Άλ. Θ. Φι- 
λαδ. έν Άκρ. 25 Δεκ. 98. — Εγράφησαν 
ταϋτα κατά παρήχησιν προς χλευασμόν 
των αποφοίτων κα'Ί τελειοφοίτων των σχο- 
λείων. 

άποφωτίζεσθαι λαμπρώς. Φλόξ, 80. 

άποχαιρετίσματα, τά. λΥβίβ". λ. 796. 

— ΣΙΒΙ, 36. — Ν. Κοντ. λ. 89. 
αποχαιρετιστήριος, 2. ( γεΰμα. παρου- 
σιάσεις, στιγμή, επιστολή χττ.) Άκρ. 1 '( 
Μαίου 89 και 1 Φεβρ. 95. — Άγ. Βλ. λ. 
97. — Τπάρχει εν τοις Λεξ. της άρχ γλώσ. 
επίθετο ν άποχαίρετιστικός, δ κα\ τήν σή- 
μερον γράφεται, οίον Ιν Ίω. Κίνγ Διαφό- 
ροις, τω 59. 

άποχαλίνωσις. ή. Άκρ. 17 'Ιαν. 97. 
άποχαλν^δοποιεΐα, τά, Γαλ. ΕοίθΠθβ. 
Άν. Κορδ. 83. 

[139] 



άποχαλν6δόω 



άπροάγγελτος 



αποχαλνΘδόω -ώ' άπο)<αλυβδ(οθεντες 
βρα/ίονες. Θ Άφεντ. 87. — Έστ. 

άσιοχανδάχωσις. ή. Άκρ. 7 Όκτ. 86. 

αποχαννωαις, ή. Φλόξ. 80. — «Έφ » 
12 Ίουν. 88. — Άκρ. 8 Αύγ. 94. —"Α- 
στυ 23 Νο. 9δ. —"Αγ. Βλ. 97. 

άποχαννωτός^ 6. Ακρ. 30 Όκτ. 90. 

αηοχαννωτίϋός., 3. Π. Βεργωτ. 88. — 
«Έφ.» 30 Μαίου 89.— "Αστυ 27 Ίουν. 
91. — ΔεσποινΊς Μπουκουβάλα 98. 

άποΧερον^ίπωσις, ή. ( των /ορικών ά- 
σ[χάτων της Σοφοκλέους Αντιγόνης, ή εί- 
σηγήσει του Γ. Μιστριώτου γενησομε'νη 
υπό του ίερο•!/άλτου Σακελλαρίδου) Άκρ. 7 
Ίαν. 96. 

άποχέρσωσις. ή. «Έφ.» 3 Όκτ. 92. — 
'Αγ. Βλ. λ. 97. 

άποχετευτέος, 3. Σ. Α. Κ. 

άποχετεντήριος, 2. (σωλήν.) Σπ. Μηλ. 

άποχετεντιχός^ 3. (σωλην κτλ.) Λαν. 
Φιλιπ. — Θ. Άφεντ. 76. 

άηοχλώρωσις, ή. το μη είναι πλέον 
■/λωρό^ρουν. Άκρ. 16 Ιουν. 87. 

άστοχοιραδοΰσθαι Άκρ. 28 Νοεμβρ. 86. 

άποχοιροΰσθαι. Ακο. 1 'Ιουλ 89. 

άτιοχονδρονσθαι. Ν. Σπανδ. εν Άκρ. 
23 Φεβρ. 93. 

άποχορδίζεσθαι. άποχορδισμενον δργα- 
,/ον μουσικόν. Ίω. Σκαλτσ. 93. 

άποΧρίστωσις, ί\.^\ Δρακούλης έν Αγ- 
γελία εκδόσειος βιβλίου του 94. 
<ίάποΧριατ(οτΐΗ6ν βιβλίον του Πλ. Ε. 
Λρακούλη. » 'Ακρ. 6 Φεβρ. 94. 

άποχρωματίζοι . -ομαι Εύγ. Βούλγ. — 
Ξ. Λάνδ. — Σ. Π. Λάμπρ. 66. 

άποχρωματισμός, 6. Ί(ϋ. Πύρλ. 64. — 
Άκρ 10 Μάρτ. 94, εν επιφυλ. 

άποχρωσίμετρον, Γαλ. όΐβοοΙοΓΪιηβίιβ. 
Σχ. Αεβ. λ. 61. — 'ΌΘ. Α. 'Ρουσόπ. 90. 

άποχρωστίΗος, 3. Φαρμακευτ. δελτ. 72. 

— Άν. Κ Λαμβ. — "ΟΟ. Α. Ί'ουσόπ. 90. 
άηοχνδαΐζοα λεξιν. άπεχυδαίσθη. άποχυ• 

δαϊσθεν. Άδ. Κορ. 29 κα\ 32. — Πλ. Ε. 
Δρακ. 92. 

άποχνδαιονσθαι. Σπ Ζαμπελ. 64. 

άποχνδαϊσμός, ό. Άδ. Κορ. 32. 

άποχωμάτωαις^ ή . έλευθε'ρωσις, γύμνιο- 
σις από /ωμάτίον. Έστ. δελτ. 8 Μαίου 88. 

άαιοχωρηματίαι, οι. Άκρ. 18 Δεκ. 91 . 

— Πρβλ. άφοδευταί. 
αποχωρηματώδης, 2. (λίμνη κακομοι- 
ριάς.) Άκρ. 16 Ίουν. 87. 

άποχωρητήριον, τό. ή κοινώς πόρεψη 
( = πόρευσις ) και χρεία, έ'τι κα\ άναγκαΐον 

[140 



η δε νεοείσακτος αρχαία λε'ξις, ό άπόπατος 
εξευγενίζεται υπό των αμαθέστερων εις ύπό- 
πατον. «Έφ.υ 24 Δεκ. 88. — Έπιγραφην 
έν οίκοι εχοντι δια τό κοινόν τοιούτο άπο- 
χωρητήριον, Ιν Αθήναις παρά την πλατεΐαν 
της Όμονοίας, ε?δα τω 1895. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. — 2) άποχωρητήριος λόγος. Παρν. 82. 

άτΐοχωρητής, 6. Άκρ. 24 Ίαν. 90. 

άηοχωριστός, 3. Φίλ. Ίω. έν Φυσ. δι- 
καίου, έκδ. Λ. Οίκ. 

άποψαλίδίσμα, τό.Άκρ 16 Σεπτ. 97. 

άποψαλιδίζω. Κ. Κούμ. — Έν τοΐς Λεξ. 
της αρχ. γλώσ. υπάρχει τό άποψαλίζω, 
δπερ βέβαια δεν έπρεπε να μετακληθη εις 
νέαν χρήσιν. 

άποψιλωτέος, 3. (το'πος.)Θ. Άφεντ.76. 

άποψιλωτιχός, 3. (μηχανή, σκευασίαι 
δια τρίχας.) Άκρ. 4 Σεπτ 88 κα\ 1 Μαίου 
93 κα\'30 Μαίου 95- 

άποψιττακίζω. Δ. Ν. Βερν. 

άποψυγεΐον, τό. ( δια τό κονιάκ.) Άκρ. 
17 Αύγ. 93 καΐ 24 Σεπτ. 94. — Έν τοίς 
Λεξ. της αρχ. γλώσ. υπάρχει τό ψυγε'ΐον. 

άηοψυχτήρ,ό. Γαλ. §1&οίβΓ6,θηλ. Έλγ. 
έν 'Ακρ. 9 Μαίου 96. 

άηοψυκτήρίον, τό. Κ. Μητσόπ. 76. — 
άποψυκτήριοι προθάλαμοι, οί. 'Αν Κ. 
Δαμβ. 85. 

άποψυκτικός, 3. ( δεξαμενή, αίθουσαι. 
μηχαναί.) Άκρ. 6 'Ιουλ. 88. — Κ. Μητσόπ. 
90.— αΈφ.ΐ) 29 Ίαν. 92. 

άηοψυχή , ή . ( = ξεψύχημα . ) Φ. 
Φουρν. 25. 
άαιοψνχραίνω. Άλ. Σοΰτσ. — Ξ. Λάνδ. 40. 

άποψύχρανσις, ή. Ξ Λάνδ. 40. — Ε- 
πιϋεώρ. 29 Άπρ 94. 
ΐ'άπραγματοατοίησις(1) αναγκών φίλων,» 
ή. Τηλεγράφημα βουλευτού παραπονουμέ- 
νου, έν 'Άστει 30-1 Μαίου 93. 

απραγματοποίητος, 2. Σπ Τρικούπ. 
— Σκαρλ. — Π. Τριανταϊΐυλ. — Ν Κοντ. 
λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. ' 

άπραγμάτωτος, 2. (= απραγματοποίη- 
τος ) Φίλ. Ίω. έν Φυσ δικ. έκδ. Λ. Οίκ. 

άπραχτεί. έπίρ. .Χαρ. Τρικούπ. 

άπρεποδράστης^ 6. Άκρ. 22 Όκτ. 98. 

^Απριλιακός ιχθύς, δηλ. ψεΰμα πριοτα- 
πριλιάτικο, κατά την Γαλλικήν φράσιν ροΐδ- 
δοη (ΙΆνΓΐΙ Άνών μετάφρ. φυλλαδίου τι- 
νός του Εάηι. Α1)οαΙ:, 60. 

Άπριλιάς, ή. (κατά τό Ίλιάς.) Άλθώ- 
τας έν Χρυσαλ. 63. 

άπροάγγελτος, 2. Γ. Μ. Βιζ. — Σ. Π. 
Λάμπρ. 91. — Πρβλ. τό έξης. 



άπροανάγγελτος 



άτιροτέλεστος 



άπροανάγγελτος, 2. Θ Άφεντ 76. 
άπροαπότρεητος . 2. Φίλ Ίω. εν Φυσ. 
δίκαιο), εκδ. λ. ΟΙκ. 
άπροάσπιστος. 2. «Έο.β 23 Δεκ. 88. 

— Άκρ. 5 Ίουλ. 95 και ■ 15 Λεκ. 98. 
άπρο€ασάνιστος^ 2. Χ. Δ. Μεγδ. 
απρόβλεπτος, 2. Ίω. Φιλημ. 37. — 

Ποακτ. Φιλεκπα'.δ. έταιοίας 49. — Λ. ΒικεΤ.. 
92. — Ν. Κοντ. λ. 89.'— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άπρο€λέπτως. Ν. Κοντ. λ. 89. 

άπρο^λεψία, ή. «Φίλος τοΰ ν-μου» 25. 

— Ά. Φραντζ. 39. — Σκαρλ. λ. 56- — 
Κ. Άσ, 58. — Ν. Κοντ. λ, 89. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άπρό&ονλος, 2. Δ. Βικε'λ. 

άπρογνώριστος, 2. Π. Κοδρ. 

απρογνώοτως σου. χωρ\ς να το προ- 
γνωρίζΐΓ|ς. 'λδ Κορ. 10. 

άπρογύμναστος, 2. Κ. Κριτοβουλ. 

άπροδιαθεσία, ή Κ. Κούμ. 

άποδιάθετος, 2. Χ. Δ. Μεγδ. — "Εγγραφ, 
^ο[ιάρχ. Αττικής 17 Φεβρ. 93. 

άπροέδρευτος, 2. (συμβούλιον. £ταιρία.) 
Σ. Α. Κ. 86. 

απροειδοποίητος, 2. Άκρ. 10 Ίουν. 90. 
κα\ 9 Σεπτ. 91 και 21 Ίαν. 92. 

άπροειδοποιήτως. Άκρ. 27 Δεκ. 90 
κα\ 4 Νο. 94. — «Εφ.» 23 Όκτ. 91. 

άπροετοιμασία, ή. Στ. Ξε'ν. 

απροετοίμαστος, 2 Κ. Κριτοδουλ. — 
Στ. Ξε'ν. 89. 

άπροετοιμάστως. Άδ. Κορ. 15. — Άκο. 
7 Σεπτ. 89. 

άπροθέσμως. Σπ. ΜαυρογΕν. 85. 

άπροπάλεστος, 2. Ποακτ Έθνοσυνε- 
λεύσ. 43-4. — Πρβλ. απρόκλητος. 

άπροκαταλήπτως. Ίώσ. Μοισ. — Δαν. 
Φιλιπ. — Έμ. Κόκκιν. 36. — Σκαρλ. Βυζ. 

— Άγ. Βλ. λ. 97. 
άπροχαταληψία, ή. Παλιγ. 27 Φεβρ. 

95, Ιν έπιφυλ. — Άγ. Βλ. λ. 97. 
άπροπατάρτιστος, 2 Ήλ. Σταθο'π. 57. 

— Δ Ν. Βερν. 88 — Έμ. Καραγιαν- 
νόπ. 90. 

απρόκλητος, 2. Α. Ρ. Μ'αγκ. 41. — 
Παλιγ. 18 Ίαν. 94. — Πρωία 17 Ίουν. 97. 

άπροκλήτως. Άκρ. 17 ΙΜαρτ. κα\ 28 
Άπρ. 96. 

άπρομάντευτος, 2. Άκρ. 15 Φεβρ. 92. 
■ — 'Κφ. Δεκ. 98. 

άπρομελέτητος, 2. Άκρ. 11 Δεκ 86. 

άπρομελετήτως. Έλ. κώδ. 

άπρομηνντος, 2. 

άπρομύητος, 2. Ν. Δούκ. 

[ 



άπρονοητικός, 3. Σπ. Χασιώτ. εν «Έφ.» 
24 Άπρ 90. 
άπρονοητικότης, ή. Ήρ. 'Ραοτάν. 82. 

— Άκρ. 17 Νο. 92. 
άπροοδενσία, ή. Κ. Ήρακλείδ. 40. 
άπροόδεντος, 2. Άκρ. 9 Όκτ. 91. 
άπροόριστος, 2. Ν. Σπηλιάδ. 26. 
άπροπαίδεντος, 2. Κ. Άσ. 
άπροπαρασκεύαστος, 2. Ίω. Φιλήμ. 

— Σκαρλ. λ. 56. — Στ. Ξε'ν. 92. 
άπροπαραακενάστως. Σ. Α. Κ. "Αστυ 

27 Δεκ 94. — Πρβλ. το κατωτέρω άπρο- 
παρασκε ύως. 
άπροπαράσκευος, 2. Άκρ. 28 Ίουν. 94. 
άπροπαρασκεύως. . . . 
άπροπλήρωτος, 2. (γράμμα κττ.) Έφ. 
Κυβερν. 

άπροαΘλησία, τ\. (άπδ νόσου.) Άκρ. 12 
Όκτ. 94. 

άπροσΘλήτως. Χρ. Τουσόπ. έν θ:μιδι, 
54. — Έστ. εφ. 15 Φεβρ. 95. 

άπροαβουλήτως, « στανικώς. » Δ. Γου- 
ζέλ. 07. 
άπροσδιαθετώτερος, 3. Φίλ. Ίω. 52. 
άπροσδιονύσως. Δίον. Χαρικλης εν Όμη- 
ροι 77.— Άκρ. 28 Άπρ. 95. 
απροσδιοριστία, ή. Δαν. Φιλιπ. 
άπρόσευκτος, 2. Κ. Οίκ. 
άπροσήκων. μτ/. Ίταλ. ΐαοοηνβηϊβηίβ. 
Λεξ. νομοτε-/ν. 40. 
άπροσηκόντως. Λεξ. νομοτε/ν. 40. 
άπροσκλητεί. Έπίρ. Στ. Ξε'ν. 89. 
άπροσκρονστως. Γυίλφορδ. 19. — Άκρ. 
28 Σεπτ. 92 
άπροσλήπτως. Εύγ. Βούλγ. 
άπροσμέτρητος, 2. Άκρ 8 Φεβρ. 91. 
άπροσποιήτως Άστυ 18 Άπρ. 96. 
απροσπταίστως. Ν Δοΰκ. — Γ. Π. 
Κρεμ. 09. 
άπροστοιχείωτος, 2. Δ. Ν Βερν 
άπροστοχασία, ή. 1^. Ζαλίκ λ. 
άπροστοχάστοις. Ίώσ. Μοισ, — Βοσπ. 
εν Βορ. 10. —Α. Γαζ. — Δ ΙΜουρούζ. 25. 
— Α.' Ποθητός, 37. — Α. Φραντζής 39. 

άπροσυλλογίστως. Κ. Κούμ. έν 'Ελλην. 
λ. εν ερμ. 
άπροσφορία, ή. (κρίσεως.) Γρ. Ζαλίκ. λ. 
άπροσφόρως. «Έφ.» 23 Φεβρ. 92. 
άπροσχεδίαστος, 2. Νέα Έφ. 15 Άπρ. 
92— Άκρ. 15 Άπρ. 95. — Πρωία 3. 
Αύγ. 97. ^ ^ _ 

άπροσωπία, ή. λΥβΐ^. λ. 796. 
άπροσωποκράτητον, τό. Β. Κούβελ 89. 
άπροτέλεστος, 2. (νοΟς.) Ίώσ. Μοισ. 
141] 



απρονηολόγιοτος 



άραΘοηοιαιλτικη 



άηρονπολόγιστος, 2. ( δαπάνη.) Ό5. 
'Ιάλε[Αος 79. 

άπροφήτεντος, 2. ( Καζαμία;, ήμερολό- 
/Ίον άνευ προφητειών, οίον εξεδόθη εν Αθή- 
ναις τω 1853.) 

άπροφυλαξία, ή Εύγ. Βούλγ. — Ίω. 
Πύρλ. 89. 

άπρυτάνεντος, 2. Σ. Α. Κ. 50. 

άπρωτοκόλλητος, 2. "Αστυ 9 Φεβρ. 9β. 

απτηνοδντης, 6. ό'ν. πτηνοΰ. 'Αδελφο\ 
Καπετ. 10. — Σκαρλ. λ. 56. — Π. Ψ«ρ. 84. 

απτήριος^ 2. 92. 

απτοησία, ή. Σιοτηρία 13 ΙΜαρτ. 93. 

απτότερος, 3. ( άπόδειξι^. εφόδια.) «Έφ.» 
ί και Ο Άπρ. 89. — Έφ, 95. 

ατιτοτνπούτήρ, ό' πιεστήριον γραμμάτιον 
απτών εκτύπων δια τυφλούς. Ί. Ίσ. Σκυλ. 
88 προφορικώς μο"Ί το άνεκοίνωσεν ώς ό'ν. 
αηχανης, δ κατεσκεύασεν. 

άπτροδόχη, ή. Γρ. Χαντα. 47. — Πρβλ, 
τα έξης. 

άπτροθήκη, ή. Γαλ. ο&οΐιβ-ιηβοΐιβ ιηαΓ- 
ΓηοίΙθ. 'Ονομ. ναυτ. 58. 

άπτροΰχος^ Γαλ. ροΓίβ-ΓπδοΙίθ. Όνομ. 
ναυτ 58. 

άπτροφόρον, τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άπτυλλιοθήκη, ή. Γρ Χαντσ. 47. 

άπτύλλιον, η• άνάφλεκτρον, τό. Γρ. 
Χαντσ. 47. 

άπτνλλιοπήγιον, τό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άπτνχίωτος, 2. ( διδάσκαλος. ) Δ. Ν. 
Βερν. 88. 

απτνχος, 2. ( χιτών.) Θ. Σοφούλ. 92. 

άτττνχως επι'ρ. Άθ Σ. Κουμαν. 

απνριγέννητος^ 2. ( όρυκτ.) Γαλ. ργΓΟ- 
χβηβ Άγ. Βλ. λ. 97. 

άπυροέόλητος^ 2. Ά. Φραντζ. 39. 

άπυρπόλητος, 2. Ά. Φραντζ. 39. 

απνρωτιχή ( ! ) άποκάλυψις ενός εφημε- 
ριδογράφου, οτι δήθεν έν το'ΐς άνακτόροις 
της άνάσση? Βικτωρίας δεν θερμαίνουν δια 
πυρός τα δωμάτια. Άκρ. ΐΟ'Ιαν. 89. 

άπωθι^τΐΗος, 3. Ι. Πύρλ. — Α. θ. εν 
Άκρ^ 23 Οκτ. 97. — Πρβλ. τό εξής τό εκ 
του άπιοθίζω. 

άπωθι-στιαός, 3. Π. 'Κοαννίδ. 25. 

αατωλησία, ή' τό Τουρκιστί χεσάτι. Σχ. 
Λεβ λ. 01. — Έφ. 94.— Οί παλαιοί έΤνε- 
γον άπρ α σία ν. 

απωσμα, τό. Ίώσ. Μοισ. 

άπωστίΗος, 3. Γ. Μ. Βιζ. εν Θρακ. επε- 
τηρίδι του 97, (εκ παλαιοτέρου δημοσιεύ- 
ματος του.). 

^ Αρα€ίζοντα έθνη, τά. Στ. Καραθεοδ. εν 



Έλ. φιλολ. Συλ. Κστπλ. 63- 

Άρα&ίκουργήματα, τά. Γαλ. αΓ&1)β8- 
Γ|ΐιβ8. Ρ. Σ Λ. λ. 42, ένθα έν το'ί παρορά- 
μασιν 6 σχηματισμός οϋτος κα\ ό εξής τίθεν- 
ται κατά διόρθωσιν άντι των εν ταϊ κειμενω 
του λεξικού τεθειμενιον Άραβουργήματα και 
Άραβουργίαι. Άλλ' Ιγώ ταΰτα ώς συντο- 
μώτερα προτιμώ. 

^ Αρα6ΐΗουργίαι^ αί. 'Ρ. Σ. Λ. 42. 

Άρα§Ινδικός, 3. Γ. Γ. Παπαδόπ. 46 

"ΆραΘινοφόροί^ οί. Γαλ. οαΐ•αΙ)ίηϊθΓ8. Γρ. 
Χαντσ. 70. 

"Άραβίς, ή. (γλώσσα, γυνή.) Στ. Καρα- 
θεοδ. 63. — Θ. Βελλιαν. εν «Έφ.» 1 Άπρ. 
94. — 'Έτι 'ΑραβΙς ή κοινώς καραμπίνα. Γρ. 
Χαντζ. 70. — 'Αλ. Μεταξάς 87. — 'Ακρ. 
4 Μαίου 98. 

^ΑραΘισμός, 6. Κ. Παπα^ρηγόπ. εν Νεα 
Πανδ. 57. 

= Αρα€ιατής^ 6. 'Α. Γ. Αευκ. 43. — Ν. 
Πετρής 62. — Ν. Κοντ. λ. 89. 

^ Αρα§ιστι>{ός^ 3, Στ. Καραθεοδ. Ιν Έλ. 
φιλολ Συλ. Κστπλ. 63- 

Άρα&οΑιθιοπικός, 3. Γ. Πανταζίδ.80. 

Άρα§οΓάλλοι, οΐ συν το" Ίβραίμη εν Πε- 
λοποννήσω κατά των Ελλήνων πολεμήσαν- 
τες. Γ. Χ.' Ζαλοκ. 51. 

^Αρα^όγλωσσος, 2. Π. Καρολίδ. εν Άκρ. 
2;θχτ. 95. 

Άρα6ογραφίαι, αί. ( = ποικιλματογρα- 
φίαι, Γαλ. αΓίΐΙ»β80[11β8. Α. Τ. 'Ραγκ. 06. 

Άρα^οειδή συμπλέγματα. Γαλ. αΓ&1)β8- 
Γ[ΐΐβ8. Τ. Νερ. 89 — Όχι καλλίων, παρ' έ- 
μο\ κριττ), η λε'ξις αυτή παρά τάς άλλας, άς 
ανέγραψα εν ταύτη τη συναγωγή, οΰσας εξ. 

^Αρα€οΕνετικός , 3. Γ. Κωνσταντινίδ. 
Μακεδ. 89. 

ΆραΘόκοΗχος^ 6. κοιν. καφές Σχ Λεβ. 
λ. 61. 

Άρα€οκρατεΐσθαι. 'Αραβοκρατουμε'νη Ι- 
σπανία• Λ. Θερ. 89. 

Άρα&οκρατία, ή. Κ. Σάθ. 85. — Μαργ. 
Εύαγ. 

Άρα^ολόγος, 6. Γ. Πανταζίδ. 80. 

Άρα^ομαθής, 2. "Αστυ 1 1 Ίουλ. 98. 

Άρα^οΠερσικός, 3. ΛελφΙς εν Άκρ. 28 
Σεπτ. 94. 

^ Αρα^οΠερσιστί επίο. ΔελφΙς εν 'Ακο. 
28 Σεπτ. 94. 

^ Αρα^οΠερσοΤουρκικός, 3. Σκαρλ. Βυζ. 
— Ί. Τσικόπ 91. — Έστ. εφ. 21 Δεκ 94. 

' Αρα6οποικίλματα, τά. Π. Καββαδ. 84. 

'Αρα€οποικιλτική, ή. (τέχνη.! Π. Καβ- 
βαδ. 84, — Πρβλ. ποικιλματογραφία. 



[142] 



Άρα€όηολις 



άργίλιον 



^Αρα€όπολίς, ή. Ιερουσαλήμ. Άχο. 27 

Όκτ. 98. 
Άρα&οσίτινος, 3. Ακρ. 11 Φεβρ. 92. 
^ Αραβόσιτος, δ το κοινώς Άοαττοσίτι. Σ/. 

Λεβ. λ. 61. 
'Άρα€οσιτοσ>ιεπής, 2. (αγρός.) 

^ΑραΘοαιτοσπαρμένος, μτγ. ( άγρο'ς. ) 

Άκρ. 4 Ίουλ. 9:^. 

^Αρα^οσιτοφόρος. 2. Θ.ΙΓούσιος 84.^ — 
Δ. Καρκαβίτσ. 90. 

^ Αρα€οσιτόφυλλα, τά. οΈφ.» 30 Νο.87. 

Άρα^οσιτοχνλός,ό. ή 'Ιταλιστ'ι ροίβηΐα, 
θηλ. Άκρ. 1 1 Μαίου 89. — Τοιαΰται λε- 
ξ£ΐς.[χακρω? άναλυτικαί. ούσκολα έμβαίνουν 
εις τά στόματα του λαοϋ, καΊ εύκτα'ίον εΤναι 
να άπε/ωμεν αυτών. 

Αρα^οσιτώνες, οί. "Αγ. Βλ. 

^Αρα^οΣυριατίός, 3. Π. Καρολίδ. 92. 

Αρα€οΤονρκικός^ 3.Λ.Ι. Μαυροφρ 61. 

Άρα§ονργέω-ώ. άραβουργημένη Μιχ. 

'' Αρ-Ίυρότζ. 87. "Αστυ. 91. 

^Αρα^ουργήματα, τά. Γαλ, 3,Γ&1)β8(1ΐΙθ8 . 
■ρ. Σ. Λ. λ. 42. 

Άρα^ονργής, 2, Άλ Βυζ 

^ Αραβόφωνος, 2. ("Ελληνες ορθόδοξοι.) 
'Ιωακ. Βαλαβ. 89. — "Αστυ 10 Ίουλ. κα\ 
24 'Απρ. 98. 

άραιανθής, 2. (βότρυς ουτών.) Θ-Χελορ. 
εν Παλιγ. 30 Όκτ. 91. 

άραιογνωμόνίον, τό. Γρ. Χαντσ. 70. 

άραιογνώμων, 6. ταύτο τω άνωτ?'ρω. Γρ. 
Χαντσ. 70. — Πρβλ άραιόμετρον. 

άραιογραφέω-ώ.Σ.Α.Κ.ίν Φιλίστορι 61 . 

άραιογραφία, ή, Σ. Α. Κ 51 κα\ 73. 

άραιοκατοικεΐαθαι. άραιοκατωκημενη 
συνοικία. "Αστυ, 22 Αύγ. 9•ϊ. 

άραιομετρικη ζυγός, ή. Κ. Δ. Ζε'γγελης 
εν Παρνασσού Έπετηρίδι, 96. 
=άραιόμετρον, τό. Δ. Στροΰμπ. &8. — Β. 
Λάκ. 61. 

άραιόξενος, ό' ορυκτό ν συγγενές τώ δι- 
χενίττ). Κ. Μητσόπ. 90. _ 

άραιοποιός, 2. οστεϊτις.) ή. . 

άραιοπυκνόμετρον, τό. Ιί. Δ Ζε'γγελης 
εν Παρνασσού Έπετηρίδι 96. 

αραιοπώγων, επίθ. Α. Φραβασ. 88. 

άραιόακιος, 2. Αλβανός εν "Αστει 3 
Ίουλ. 97. 

άραιότενκτοι (;) οΐκοι.'Ακρ. 24 Ίουλ. 94. 
-\-άρακοδοχεΐα, τά. (ρακής δηλ.) Ν. Π. 
Παρίσ. εν 'Αττικω Ήμερολογίω 87. 

'Αραμαΐζειν. Στ. ΚαραΟεοδ. 63. — Γ. 
Πανταζίδ. 76. — Λάζ. Βελελ 95. 

^Αραμαιοσνριακός, 3. Γ. Πανταζίδ. 80. 

[ 



^Αραμαΐς γλώσσα, Στ. Καραθεοδ. 63. 

Αραμαϊσμος, 6, Α. Π. "ίεραμ. 84. 

^Αραμαΐστί Γ, Πανταζίδ. 76. 
Αραντίεια ούματα τά της πνευμονικής 
αρτηρίας. Ρ. Ν. Β. Ιν 'Κγκυκλ. λεξ. 

"Άρατιίδης, 6. δν. κύρ. οίκογεν. 

Αραράτια υψη, τά. "Αστυ 18Φεβρ. 96. 

^Αραχθοπλαισι(ω)μένη"\οτα, ή. 'Ακρ, 
1 Ίοϋν. 94. 

άράχνινος, 3. (ιστοί ) Άκρ. 20 Άπρ. 
98. — Ί'-άρ/ουν εν τοΈς Λεξ. της άρχ. γλ. 
επίθετα εκ της αράχνης τέσσαρα με άλλας 
καταλήξεις^ κα\ δεν μας ήρκεσαν. 

άραχνο^ριθής^ 2. Κ. Παλαμ. 87. — Ακο. 
7 Φεβρ 93. 

άραχνοθήρας, ό. γένος πτηνών. Σ/. Λεβ. 
λεξ. 61. ^ 

άραχνοκέντητος, 2. (κεντήμ. Ισθήτων) 
Άκρ. ΙΟ Ίουν. 89. 

άραχνολογία, ή. Σ/. Λεβ. λεξ 61. 
=άραχνομαντεία, ή. Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 

άραχνόπλεκτος, 2. Άκρ. 88. 

άραχνόσκελον, τό. γένος πιθήκιον. Σ/. 
Λεβ. λεξ. 61. 

άραχνοσκεσιής^ 2. Σπ. Π. Λάμπρ. έν 
Καζαμία του Δ. Κορομηλα 72. 

άραχνοστημον ύφασμα, τό. Τηλ. Α. Μιτ. 
εν Πανελλην. συντρόφω 92. 

άραχνόστρωτος,'ί. Πε'τρ. 'Αποστολίδ. 92. 

αραχνοτροφεΐα, τά. "Αστυ 22 Μαίου 94. 

αραχνοΰφαντος, 2. Άκρ. 12 Ίουν. 89. 

άραχνοφαγία, ή. ;:Έφ.» 31 Αύγ. 87. 

^Αρ§υλιάς, ή. άρθρον εφημερίδος περ\ αρ- 
βύλων στρατίίοτικών εν διαμά/η βουλευ- 
τική. Άστυ 12 Φεβρ. 91. 

άρ§νλοποιεΐόν, τό. «Έφ.» 29 Νο. 9. 

άρ§νλοποιός, ό. 'Λκρ. 4 Μάρτ. 95 χαΐ 
20 Δεκ. 96. 

άργεια, ή. εν των σημαδιών της παλαιοτέ- 
ρας παρ' ήμίν εκκλησιαστικής μουσικής. 
Ίίλλην. φιλολ. Σΰλ. Κστπλεως, τόμ. Κ.\'. 

'Άργειακός, 3. Γ.ί\ Τσερεπ 91. 
= άργεντάρίθν, τό.ημία άλλοτροπή τοϋ αργύ- 
ρου, έν με'ταλλον χρυσοίΐδεςΐ)."Αστυ 1 Δεκ. 92. 
■ άργεατοζέφνρος. 6 κοινώς πονε'ντε μαΐ- 
στρος άνεμος. Σ/. Λεβ. λεξ. 61. 
^Άργη, τά. «Οί Πελασγο\ ωκουν τάς εύ- 
φοριοτερα; πεδιάδας, ας έκάλουν "Αργή κα\ 
έ'κτιζον πόλεΙς όχυράς, τάς Λαρίσσας.» Δ. Ν. 
Βερν. 67. — Έν τη Λατινικτ) γλώσστ| . . . . 

άργιλιομιγής, 2. Κ. Λίητσόπ. εν Προα. 
'^ Φεβρ. 92. 

άργίλιον, τό. — Ν. Κοντ. λεξ. 89. — Πρβλ. 
άργίλλιον. 

143] 



άργιλλάσ€εστος 



άργοφλυαρογράφος 



άργιλλάσ€εστος, ή. Θ. Άφεντ. 76. 

άργι?Λασ&έστωσις, ή. "Οθ. Πυλ, 

άργιλλικός^ σ/ιστόλιθος, 6. Γερμ.. Τΐΐοη- 
δοΙιίβίβΓ. Εύρ. εραν. — "Ιδε κα\ άργιλλοσ/ισ- 
τόλιθος. 

άργίΧλιον, τό. ό'ν. μετάλλου, το φραγκι- 
στι &1ιιηιίηίιιιη. θ. Άφεντ. 76. — Δ. Στροϋ- 
μπος, 81. —Γ. Χ. Παπαγειοργ. 82. — "Αγ. 
Βλ. λεξ. 97. — Έν δέ Ν. Κοντ. λεξ. 89 χαΐ 
Ιν Προμ. 9. 'Ιουν. κα\ 1 Δεκ. 91 έγράφη 
αργίλων. 

άργιλλιοοικονομικά θαύματα. "Αστυ 27 
Σεπτ. 93. 

ηργιλλιόχαλχος^ 6. ή• κρατερωμα άργιλ- 
λίου . 

άργιλλοαμμώδης, 2. "Ομηρ. 74. 

άργιλλογλύπτης, ό . . 

άργιλλοκεραμίδες^ αί. Δ. Γ. ΙΤαπαγεϋ)ρ- 
γίου 90. 

άργιλλοκονία, η. Γαλ. οίιηβηίΕ^β. "Αστυ 
14 — 5 Ίαν. 92. — 'Ακρ. 3 Φεβρ. 92. 

άργιλλομιγής,2. Α.Σγ.{^ζότζ. Ιν Προμ. 19 
Αύγ. 90. — 'Αν. Κορδ. ίν 'Ακρ. 5 'Ιουλ. 94. 

άργιλλοπλάσσω Ζ' Κ . Θ Ήπ. λεξ. 95. 

άργιλλοπλάσται, οί. Π. Κ. Γρατσιάτ. 88. 
— Πρβλ. άργιλλοπλαστουργός κα\ άργιλλο- 
/■λύπτης. 

άργιλλοηλαστεΐον, τό. Ά. θ. Ήπ 
λεξ. 95. 

άργιλλοπλαστική, ή. (τε'χνη.) Στ. Ξί'ν. 
— "Ομηροζ 78. 

άργιλλόηλαστος, 2. Αμάλθεια 27 Όκτ. 
45.— Σκαρλ. Βυζ. 62. - Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

όργιλλοστλαστονργήματα, τά. Σκαρλ. 
Βυζ. 62. 

άργιλλοπλαστονργός, 6. Σκαρλ. 

άργιλλοσχιστόλιθος, 6. 'Αν.Κ. Χρηστ. 89. 

άργιλλοτίτανος^ό. 'Αν. Πολυζ 59. — Μ. 
Βρατσάν 85. — 'Κστ. δελτ. 5. Άπριλ. 87. 

άργιλ{λ)ονχος, 2. Ξ. Λάνο. 40. 

άργιλλοφυής, 2. Σκαρλ. λεξ. 56. 

άργιλλόχροος, 2. Σκαρλ. λεξ. 56. 

άργιλλόχωμα, τό. Γαλ. (ίβΓΓθ) ^Ιηίδβ. 
Άγ. Βλ, λεξ. 97. 

άργιλλωρνχεΐον, τό. Σκαρλ. λ. 56. 

άργο&ατέω-ώ, Ν. Δούκ. 

άργό&ιος, 2. 'Ακρ. 8 Αύγ. 94. — 'Άστυ 
14 Ίαν 97. 

αργο§ιόω-ώ. άργοβιοΰσι κα'ί άργολογοΰσιν 
Άδ. Κορ. 03. 

άργογράφος, 2, (όμοίΐ μετά τοΰ άργολό- 
γος) Άκρ. 24 Άπρ. 89. 

άργοκινησία, ή Σκαρλ. λεξ. 56. — Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

[1 



άργοκινητέω-ώ, 'Ιωσ. Μοισ. 
άργοίεσχία, ή. Έστ. 27 Ίαν. 90. 

^ ΑργολιδοΘήρας, μεταλλευτική εταιρία. 
Όδηγός Αθηνών Δ. Α. Κορομ. 74. 
"Άργολιδοκορίνθιακός., 3. Άκρ, 17 

Ίουλ 90. 
^ΑργολιδοκορινΘίας^\νο\χ6ζ,6. Έφ — Α. 

Μι/αλοπ 76. 

άργολογήματα, τά. \νθΐ^. λεξ. 796. — 
Άκρ. 25 Μάρτ. 86. 

αργολόγος, 2. \νβΐ§. λεξ. — Οθ1ΐθ(ΐιΐβ 
λεξ. 25. — Ν. Κοντ λεξ. 89. -Άκρ. 24 
Άπρ. 89. — Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άργομισθία, ή. Άγ. Βλ. λεξ. 97. 
άργόμισθος, (αξίωμα υπάλληλοι). Άστυ 
22—3 Ίαν. .2.— Άκρ. 7 Μαίου 92. — 
Άγ, Βλ. λεξ. 97. — Πρβλ. άμεριμνομέριμνος. 
=άργόν^ τό τρίτον συστατικών στοιχείον τοΰ 
ατμοσφαιρικού άε':ος, νεωστι άνακαλυφθεν. 
Άστυ 9 Φεβρ. 95. — Άκρ. 16 Φεβρ. κα\ 
23 Νο. 95. - Έστ. εικονογοα». 2 Μαοτ. 
95. — Άκρ. 16 Σεπτ. 98. ' ' 

^Αργοναναρχος, 6 Ιάσων. Καισ. Δαπόντ. 
768. 

^Αργονανς, ή, Α. Ο'κονομίδ. 72. 

* Αργοναυπλιάς, ή. ό'ν. ποιήματος υπο- 
βληθέντος εις τον Βουτσινα"ίον αγώνα τοΰ 
1867. 

Αργοναντονόμος, 6. (;) «Έφ.η 8 Μαί- 
ου 93. 

άργοττορίζω, τι ή τίνα. ήργοπόριζον. Άδ. 
Κορ. 05. 

άργοπόρος, 2. Ν. Κοντ λεξ. 89. — Ίακ. 
Πολυλ. 94. 

άργοπραγεΐν, άργοπραγοΰντες.(δμοΰ μετά 
τοΰ άργολογοΰντες.) Έστ. έφ. 6 Αύγ. 95. 

Άργοσικνώνιον, έργαστήριον πλαστικής. 
Π. Καοβαδ. 8 Ι. 

άρ^Όστολεω-ώ, «πολλά α'ίτια ήργοστόλη- 
σαν την άπόκρισίν μου. Άργοστόλησε την 'ε'κ- 
δοσιν αβιβλίου». 'Αδ. Κορ. 18. — "Ιδε κα\ το 
εξής• 

άργοστολία. ή. βραδύτης. αργοπορία καϊ 
βραδε"ία στάλσις, Άδ. Κορ, 11 κα\ 12. 

^Αργοστολΐτις, η. νόσος καθηγητού τίνος 
τοΰ μετατεθηναι εις 'Αργοστόλιον. 'Ακρ. 18 
Μάρτ. 94. 

άργοσύνθετον, τό. έν των σημαδιών της 
παλαιοτέρας παρ' ήμ^ν εκκλησιαστικής μου- 
σικής. Ίίλ. φιλολ,Σύλ. Κστπλειος, τόμ. ΚΑ'. 

αργόσχολος, 2- «Ίί©.» 3 Μάρτ. 93 — 
Άκρ. 22 Φεβρ. και 16 Άπρ. 94. 

άργοφλναρογράφος, 6. (άντι μυθιστοριο- 
γράφος.) Δ. Α. .Χαντσ. 54. 



44 



Άργοφόνος 



Άργυρόπαις 



Άργοφόνος, ό Έρμης (=Άργειφόντης τοΰ 
Όμηρου.) Ίάκ. Πολυλ 80. 

άργοφωνεΐν, Έμ. Ροίδ. 93. 

άργυννίδες, αι. (εντομολογ.) Π. Σ. Κον- 
δύλης εν Βύριονι 76. 

άργνράκτινος . 2. (άλως σελήνης.) Σκ, 
Παγαν. 88. 

άρ^Ί/ραλλάκτί/ί,ό.Λεξ.νομοτε/ν. 40. — Ή 
λε'ξις δεν έπε'ρασεν ε^ς κοινήν χρησιν, νιχηθεΐσα 
Οπο τοΰ άκαταληπτοτε'ρου, άλλα παλαιού καί 
πως εύπροφερτοτερου άργυραμο ι β ο ΰ, 

άργνραμοι€εΐον, το'. Άκρ. 20 Ίουν. 88, 
— «Έφ.» 6 Ίαν. 89.— Έστ. Ιφ.27 Αύγ.90. 

άργνραμοι^ή ή. /άλασμα μεγά/ων νομι- 
σμάτων εις μικρότερα κέρματα. 'Α. Ταγκ 94 
Ιν Άπομνημ. 

άργνραπαρνηαία, ή. 

άργνραηόατολοι, οί . Έφ. 

άργνρανγής, 2. Σπ. Ν. Βασιλ. — Άρ. 

Προβελ. 72. — Ν. Κοντ(5π. 

άργυρεπίχριστος, 2. Τηλ. Α. Μιτ. Ιν 
Πανελλην. συντρόφω 92. 

αργυρεπίχρνσος . 2. Γ. Λαμπάκ. 87. — 
Πρβλ. άργυρ ο επίχρυσος. 

άργνρία, ή. τοΰ Λε'διν. όν. πάθους των 
μυλοκόπων. Ρ. Ν. Β. Έγκυκλ. λεξ. 

Άργνριάδης. 6. ό'ν. κύρ. οικογεν. 

Άργυριάς, ή. (='Λργεντίνη ή έν Άμερι- 
κί) πολιτεία). Άν. Πολυζ. 59. 

Άργυρίεκτρντζανίδης., 6. Όρο. Αεξικον 
Λατινοελλην. Ουλερί/ου τί5ς δ'. υπ' εμοΰ 
Ικδύσεως τοϊ3 1873. ίν λέξει ΑΓ^βηΙίθχΙβί'β- 
1)Γοηϊάβ8. Σ. Α. Κ. 

άργνρίνη , ή. ψευδί^ς άργυρος. Βρετ. άστ. 
5 Δεκ. 91. 

άργνρο€αφής, 2. Κ. Μαυρογιάν 41. 

άργνρο^ιομηχανίΗή, ή. Λ. Ξεν. 

άργνρο€ολέίο - ώ. Άκρ. 8 Νοεμβρ. 92. 

άργυρο€όστρνχος, 2. 92. 

άργυρόγλαυπος, 2. (φως.) «Έφ.» 16 
Ίουλ. 90. 

άργνρογόνος, 2. (χημ.)• Γ«λ. ΆΤξβηϋ- 
ίΐίΐηβ Σκαολ. λ. 56, έν έρμ. 

άργνρογλνπτιχη τέχνη, ή. Α. Δ. Μω- 
ραϊτίδ. 94. 

άργυροδιάχρυσος., 2. 'Ιω. Κομνηνός, 745. 

άργνροδόξαρε ! κλητ. πτ. τό τοΰ "Ομήρου 
«άργυροτόξ'» 'ΛΘ Χριστόπ. 

άργνροειδώς. θ. 'Αφεντ. 76. 

άργνροεπίχρναος., 2. Άκρ. 12 Ίουν. 89. 

άργνρόηχος, 2. ( φωντ{, γέλως) . "Αγ.Βλ. 
00.— "Αρ. Ι. ΙΙροβελ. —Γ. Α. Βαλα- 
βάν. 87. — 'Α.Φραβ. 88. — 'Ακρ. 2 Ίουλ. 
96, έν έπιφυλ. 



άργνροθηΗωμένη 7πάΟη, ή. Ν. Αουχά- 
νο;. 1.-.20. 

άργυρόθριξ 7.ίζ,^ί'Κ^[, ή. Άκρ. 10 Νο.92. 

άργνροκέφαλος, 2. (άγαλμα θεοΰ. φιά- 
λη οι'νου.) Κ. Κρακ. 56. — Άκο. 1 Μάρτ. 
92, έν έπιφυλ. 

άργνροχηροπήγια, τά. Σ. Α. Κ. .54. 

άργνροκίνητος., 2. Α. Π. Βρετ. 54. 

άργυροχίτρινος, 3. Άκρ. 18 Όκτ. 92. 

άργυροκλωσταί, αί. Λ. Ξ εν. 

άργυροκονία, ή. (καταρράκτου.) "Ελλην 
έν'Ακρ.18 Ίουν. 98. 

άργνρόκραμα, το. Ξ. Λάνδ. 40. 

"άργνροκονσταλλίνως^ι'ύΜΊΐ'^ αί Ισπα- 
νίδες». ΤίηΐθΒ. έν Άκρ. 17 Μαίου 93. 

άργυρόκροσσος, 2. (Ιπι^μίδες) Α. Ρ. 
'Ραγκ. 45. 

Άργνροκρύπτης, 6 και η Φ . . . άσμα- 
τοχιομοίδία 'Οδ. Μελα•/ροινο0', παρασταθεϊ- 
σα έν 'Αθηναις τον Αϋ'γουστον τοΰ 96. 

^Αργνρόλαιμοί, ο. όν. κύρ. οΐκογέν. — 
'Ίσ^υς μετάφρ. του Τουρκ. Γκιουμους γκερ- 
δάνης. 

άργυρολάτρης, ό. Άδ. Κορ. 

άργυρολενκάζων, μτχ. Α. Μιχαλοπ.76. 

άργνρόλενκος, 2. Γ. Α. Γερ. 50. — 
Έστ. έφ. 1 Νο. 94. ^ ^ 

άργνρολογίκός, 3. Ηλ. Σ. Σταθο'π. 
57.— Άστυ 29 Ίαν. 96. 

άργνρομανία, ή. «Μέλισσα» 21, τε- 
τράδ. γ'. 

άργνρομέτωπϋς, 2. Άκρ. II Λεκ. 90 
και 22 Ίουν. 98. 

άργνρομίμητος, 2. Έφ. Κυβ. 

'( 'Άργνρόμηλον την Μήλον ήρχισαν οί 
Μήλιοι να ονομάζουν, άφ' δτου άνεκαλύφθη 
έν αύτη ή άργυροΰ/ος βαρυτίνη.* Άκρ. 29 
Δεκ. 91. 

άργυρομόλν^δος, ό . ΊΙμερολο'γιον Ε- 
στία; 88. 

άργυρομολνΘδονχος, 2. Ξ. Λάνο. 40. 

άργνρόμορψος, Ί. Φρ. Σκοΰφ. 1681 

άργυρόνωτος, 2. (άρά/νη.) Έγκυ/.λ. 
Λεξ. Ν. Γ. η. 

αργνροξανθόχρονς, 2. (λακέρδα.) Άκρ. 
26 Μάρτ. 94. 

αργυροπαραγωγός.^^. 'Ακρ. 15 Ιαν. 90. 

Άργνρόηαις, ό. Ον. κύρ οίκογεν. εν 
Πρωία 10 Σέ-τ. 96. 

άργνροπάρνφο^, 2. Έστ. 21 Ίουν. 87. 
— Γ. 11. ΐν Άκρ. 18 Ίουλ. 94. —Γρ. Ξ. 
έν Έστ. εϊκονογρ. 9 Απρ. 95. 

αργνροπλάκωαις, ή. (εικόνων.) Λ. Καυ- 
τανζ. έν "ΑΟτ|ναίω. 76. 



11451 



10 



άργνρόηλεκτος 



Αρεονπολις 



άργνρόπλεκτος, 2. Ά/. Ποστολ. — 
Έϊ. Κυβ. 
άργυρόατλουτος, ■2.(γή)Άν. Πολυζ. 59. 
άργνροηοίχιλτος,2. 'Λκρ. 20 Μάρτ. 97. 
άργυρόηορπος,^ . 'Λχρ. 19 Μάρτ. 94 έν 

άργνροπότις Ο'-ψα, ή. 'Λλ. ΈίΟΰτσος 

άργνροπράσινος^ 3 .'Λρ. Π. Κουρτ. 87. 

άργυρότττερος. 2. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 

άργυρορράντιστος^ 2. Θ. Βελλιαν. έν 
"λστί'. Μ Αύγ. 98. 

άργυρόρειθρο^. 2. Φ. Λ. Οί/.ονοα. εν 
'Λττ. τ,υ.ίρολ. 74. 

αργνροροδόχρονς, 2. «Έφ.» 22 Οκτ. 
88. 



Άκρ. 9 Ίουλ. 92. 
Ίταλ. £ΐΓ£:βη1:&η&. 



( επιφάνεια. ) Άκρ. 

Γ. Δροσίν. 

'Ιωακ. Βαλαο. 89. 

Αλβανό: έν 



αργυροσκεπής, 2 
άργυροσκενή. τ). 

Α;-. νοαοτ-:/ν. ΊΟ. 

άργυρόσπαρτος, 2 
19 '( )/.τ. 88. 

άργνροστεφής, 2. 

άργυρόοτίΗτος. 2. 
Ά. Ί'. Ί'. 94, έν Άπο[Λνηα. 
"Αστε ι 3 Ίουλ. 97. 

άργυρόστιληνος,"2. Αδελφοί Ιναπετ. 1 1. 

άργνροστόλιατος, 2. Β. Άποστολίδ.88. 

^ Αργυρόστομ,ος, ό. ( όαοϋ μετά του Νι- 
κίλ»^στου.ος, σκω-τικώς και αντιθέτως προς 
το παλαιόν Χρυσόστομος.) "Αστυ 10 Μαίου 
9(1. 

άργνρόστρωτος-, 2. Π. Σοΰτσ. — 'Αλ. 
^]ουτσ. .^Γι. 

άργυροανρματόπλεκτα, καλλιτε/ντίμα- 
τα, τά. Γαλ. ίΙΙϊ^ΤΗηβ. ^\.. Ξϊν. 

άργνροτεφρόχρους, 2. Ας έ 
Άκρ. 27 'Οκτ. 9(;. 

ηργνροτράχηλος, 2. Ν. Λούκ. 

άργυροϋφαντος, 2. Γ. Φατζ. 
Α. Φραντζ. 39. 

άργνροϋφής, 2. Άλ. Βυζ. 

άργυροϋχος. 2. Ξ. Λάνδ. 40. — Π. 
Δ. ΙΙαντ. 09. 

άργνρόφαιος, 2. Τ. Ε. Δρακ. 49. 

άργνρόφαντοι κουσταλλοπίνακες , οι. 
« Ί']ζ. » Ι.-, Σεπτ. 88. 

όργνροφασιανός,ό, Άδελφ. Καπετ. 10. 

άργνροφόρος, 2. (Έρμης, κιβοίτιον κτλ.) 
Κ. Κουυ.. — 1]καρλ. λ. 56. 

άργνρόφρων. 2. Πρωία 11 Δεκ. 90. 

άργυρόφνλλος, 2. (έλαία, έλαιοίν). Άκρ. 

8 Άπρ. 93 και 21 Μάρτ. 90. 

άργυρόφωτος, 2. (σελτ^νη). Άκρ. 21 

Άπρ. 93. 

αργυροχάρτον^ έξ. 

[ 



Γ,αΐφύλ. 



700. — 



άργυρόχλωμος, 2. Α. Μι/αλο'π. 76. 

άργυρόχρνσος, ό. έφεύρεσίς τις του Ειη- 
ιη&η8. "Αστυ 27 Μαίου 98 — Εϊ αληθεύει. 
άργυροχρυσοσύνθετος, 2. Φραγκ.Σκοϋφ. 
άργνροχρυοοχοεΐον, το. Νέα έφ. 13 
Νο. 80. 
αργυροχρυσοχόος, ο. Άκρ. 15 'Οκτ. 88. 
άργύρωσις ή. Έφ. Κυβερ. — Ξ. Λάνο. 
40. — Κ. Άσ. 43. Β. Λάκ. 61. 
άργυρωτός, 3. Δ. Γουζ. 07. 
^Αρδεσιανη πλάξ, ή. Καιροί 22 Μαίου 
96. έν έπιφυλ. — άρδωσία δε έγράφη έν τω 
Αε?. του Άγ. Βλά/ . 97 ή Γαλλική &Γάοί86. 
*(^άρδεύσιμον 'ύδωρ.» Άκρ. 14 Αύγ. 94. 
— Τό έπίθ. εϋρηται μεν έν τοις Αεξ. της 
άρ"/. γλ. άλλα δεν μοί φαίνεται προσήκον 
εις το ϋδιοο. 

άρδεντήριον, τό. Γαλ. ίΓΓΪ^ίΐΙβαΓ. Κ. 
Δϊ,λι/. 

άρδευτίΗος, 3. (μη/αντ^). Παλιγγενεσ. 
3 Μαίου 91. 

^ Αρδηνισταί, οι οπαδοί των έν τω πε- 
ριοδικω"'Άρδϊ|νΐ) άρ•/ών. Γ. Καραβιάς, 86. 
άρειμανιεύεσθαι. Άκρ. 3 Ιαν. 92. 
άρειμανίως. Μπίλλερ 68— Άγ. Βλά/. 
λεξ. 97. 
άρειμανώς. Χ ρ. Περ. 
^Αρειογραφιπός /ά^τίϋ, δηλ. ό του Ά- 
ρεος. — Αί'')ν. 

^ Αρειομανΐται, οί. ( :=: Άρειομανεϊς ;) 
Εύγ. Βούλγ. 
^ ΑρειοπαγιτίΗώς . Άκρ. 24 Ίουν. 91. 
άρειοτόλμως. Χ. Παμπ. 43. 
Άρεογραφία, ή του Πλανητου "Αρεος. 
Γ. Χ. Παπαγεωργίου. 82. 

Άρεόθνμος, ο Ρήγας Βελεστινος . Π. 
Θεοδ'-ορίδ. 52. 
^Αρεομανεΐς. οί Δαν. Φιλιπ. 
' Αρεος και Αρεως πεδίον, το . Ούτω 
πολλοί των ήαετέρων άπό ετών μετέφρασαν 
τον έν Παρισίοις οΐι&πιρ (1β ΜαΓδ,ένω τό ορ- 
θόν είναι «πεδίον του Μαρτίου (μηνός δηλ.) 
επειδή έπί των Μεροβιγγίων βασιλέων των 
Φράγκων έγίνοντο τον Μάρτιον έκεϊ αί με- 
γάλαι του λαοΰ συνίλεύσεις. Τούτο τουλά- 
χιστον λέγει ή του ϋϊίΙοί.,ΕηϋγϋΙορβάίθ πιο- 
άθΓΠθ. "Ομως δε κατά τήν κοινήν έκδο/ήν 
της λέςείος. τήν ένθυμίζουσαν τόν έν Ρώμη 
ποτέ Οϋΐηραδ ΜαΓΐία3,ε•/ομεν και ήμεϊς τώ- 
ρα έν Αθήναις τό προς άρκτον και ανατολάς 
της Πόλεως, ένθα ό στρατών του ίππικοϋ, 
πεδίον του 'Ά ρ ε ο ς , μιμούμενοι, όπως και 
έν άλλοις πολλοίς, τους ξένους. 
Άρεούπολις, τι έν τή ανατολική Μάνη 
146] 



' Αεροφρονέο> 



άρθρόρροια 



(έ-αρ/ία Οιτύλου). Έφ. Κυβ. — Ι. Δ. Στα- 
(χατάκ. 46. — Έν τοις Λες. της άρ/ . γλοίσ. 
υπάρ-/ει Άρ ε ο πολίς τις της Πετραίας Α- 
ραβίας, ή άλλως 'Ραββάθ[Αωβα, τά. ή νΰν 
ΚαΙ)1)ίΐ1ι έν τοις Φραγκικοϊς •/άρταις. 

^ Αρεοφρονέω -ώ. Δαν. Φ;λ'.ζ. 

"Άρεόφρων, 2. Δαν. Φιλιτ:. 

Άρεταίειον, το. Έ-ιγραφή -/ρυσο'γρα- 
7:τος ετΛ τοΰ' νοσοκο[Αείου •/ειρουργικής καΐ 
γυναικολογικής κλινικής έν Αθήναις, ίδρυ- 
θέντος εκ κληροδοτήΐΑατος Θεοδο^ρου 'Λρε- 
ταίου. Άστυ 14 Ίαν. 96. 

άρεταμαρτωλίδεοηαθόφθεγμα, το Ι ν 
|-Λυ6ιστορή[α.ασι φραγκικοί;. Σ. Α. Κ. η1. 
'ΗριελήΟη έξεπίτηδε; ή δάσυνσις του ;τρο^- 
του ταΰ έν τή λέίει. 

άρετο&ρι.θής,2. Ταιχ-. — Άκρ. 23 Νο- 
εμ6ρ. 89. 

άρετοφυλαπες, οί. τχ έσωφορια, Γαλ. 
ρ:ίνΓ(1θ-νθΓΐ;ιι . Είρ. Άσ. 74. 

άρηϊφθόγγως. Κ. Παπαρρηγο'π. 

άρθράπια, τά. υποκορ. του άρθρα εφη[χε- 
ρίδο>ν. Έαπερ. Άκρ. 15 Δεκ. 97. — "Ιδε 
καϊ άρΟρίδιον και διαφοράκια. 
= αρθραλγία, ή. Σ/. Λεβ. λ. 61. — Πα- 
νελλήν. σύντοοφ. 91. 

άρθραλγός 2. Άκρ. 14 Σεπτ. 94 έν 
έπιφυλ. 

=: άρθράξοιν, ό" γένο; σιτοειδων φυτών. 
Σ/. Λ:β. λ. ΰΐ. \ 

* άρ•&•ρίδιον, το'. (έν έφη;χερίσι, λεξικοΐς 
κτλ. ) . Σ. Α. Κ. 75.— Ν. Δραγ. 79.^ — 
Ή λέξις τό πάλαι δεν έσήιχαινε [Βέβαια ο, τι 
νυν. 

= άρθρίνη^ ή. γένος ΐΑίχρών [χυκήτ^ον. Σ/• 
Αεβ. λ. 61. 

= αρθριον, το. (υποκοριστ.) έν τή φυτολο- 
γία. Σ/. Αεβ. λ. 61. 

άρθριτισμός^ ό. Σ. Κανέλλης έν Άκρ. 4 
Δεκ. 98. 

— άρθρδ^οτρνς, ό. (φυτολογ. ) γένος πτε- 
ρίδων. Σ"/. Αεβ. λ. 61. 
= αρϋρόγαστρος, 2. ( τάγαα άρα/νίδων.) 
Σ•/. Α£6. 61. 

άρθρογραφέω - ώ. (έν έφηαερίαιν'. ) 

άρβρο)'ρα9ί>ί7^ατα, τά. (έν έφημερίσιν) . 
"Ωρα.— Παλιγ. — Έ[;ι. Τοίδ. 93. 

αρθρογραφία, ή. (έν έφη|χερίσιν. ). Γ. 
Σουρής. — Κ. Παλα[χ. — 'Λκρ. 2 Άπρ. 
93.— Πλ. Ε. Δρακ. 95.— Άγ. Βλ. λ. 97. 

άρθρογραψίπός ^ 3. ( άλαζονεύ[Αατα ). 
Άστυ 27 Ιαν. 95. 

αρθρογραφιπώς. Έστ. έφ. 28 Αϋγ. 96. 

άρθογράφος^ 2. Θ. Φαρ[Λ. 49. — Κ. 

[ 



Οίκ. 49. —Σ. Α. Κ. 56. —Π. Πεοβ. 61. 

— Άστυ 24 - 5 Σεπτ. 92. — Έστ.' έο. 21 
Όκτ. 95. — Άγ. Βλάχ. λ. 97. 

—■ άρθροδάχτυλος, ό. γένος χ,οΧεοΓ.-ίοων. 

Σ•/. Α£β. λ. 61. 

= άρθρόδεσμος, ό. γένος φυτών. Σ/. Λεβ. 

λ. 61. 

= αρθρόζωα, τχ κα•. άοθο^οτά. Αία. Νον. 

73. — Π. Ψαρ. 84. 

άρθροθνλακος, ό. (ζ(οολογ. ). Τ. Ε. 
Δρακ. 49. 

άρθροθνλακώδης, 2. Γαλ. &Γί;1ΐΓ0ΐηβ- 
ηίη^έ. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

— αρθροκάκη^ ή. Ί(ϋ. Όλ. — Σ/. Λεβ. 
λ. 61.— Ν. Κοντοπ. λ. 89. 

άρθροαααίαί, αί του γόνατος. Άλ. Στα- 
αάδ. 66. 

= άρθροκακολογία, ή. ( ΐατο.) Σ/. Λεβ. 
λ.^31. 

άρθροπεραιώδης, ή' άρθρο'κερως. Γαλ. 
£ΐΓΐ1ΐΓθοέΓ£ΐ1. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άρθροκερατιόκαρπα. τά. (φυτολογ.) 
Η. Χέλδρ. έν έγκυκλ. λε?. 
= άρθροκέφαλα, τά. τάγαα [χαλακοστρά- 
κ'ι^ν. Σ/. ι\.εβ. λ. 61 . 

— άρθρόκλαδον, το. γένος βρύων. Σ"/. 
Λεβ. λ. 61. 

άρθροκλόηος, ό. ( άρθρο)ν των έν έφη;Αε- 
ρίσιν ;. » Έφ.» 18 Ίουν. 89. 
=άρθρόκνημον, το'. γένος 7ηνοπο[δο] ει- 
δών φυτών. Σ"/. Λεβ. λ. 61. 

άρθροκρΐται, οί έπικρίνοντε; οίρθρα έφηίΑε- 
οίδων. Πιωία 24 Μαίου 95. — Πρβλ. Ά- 
στυ 25 Μαίου 95. 

άρθρολογία, ή. (άνατο[Α. ). Έγκυκλ. Λε^. 
Ν. Γ. Π. — Δ. Δ. Πο-χιόνης, 92. 

άρθρολόγος, ό. ( = άρΟογράφος έν έφη[Αε- 
ρίσιν.) Άκρ. 31 Μάρτ. 93. 

άρθρόμακρον , το. γένος κολεοπτέρων. 
Σ/. Αεβ. λ. 61. 

άρθρο μεμβράνη, η. Δ. Α. Μαυροχορ. 36. 

— άρθρομηνιγγΐτις, ή. Σ/. Λεβ. λ. 61. 
άρϋροηάθειαι, αί. Ν. Π. Παρίσ. έν 

« '.λκαδηαία υ 12 Ίαν. 88. 

άρθροπέδη, ή. Γρ. Χαντσ. 70. 
=άρθρόηοδα, τά. ύποδιαίρεσις τών άρ- 
θρίοτών ζώων. Π. Ψαρ. 84. — Μ. Α.'Ιση- 
γον. 77. -^ 2) φυτολογ. Σπ. Μηλ. — Άγ. 
Βλα-/. λ. 97.• 

=άρθρόπτερον, το. γένος κολεοπτέρων. 
Σ/. Α£β. λ. 61. 
=άρθροηνωσις, ή. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

άρθρόρροια, ή. ον. νόσου έφη[λεριδογρά- 
φων (!) « Έφ. » 10 Ίουν. 93. 

147] 



άρθροσιαλικαΐ 



αρυτερήνεμος 



άρθροσιαλιχαι ;Α£[Λζράναι, αι. Π. Ψαρ. 
8Ί. 

άρθροσίελον, ή'άρθρικόν υγρον, το. Αΐ[^. 
Νον. 7.•!. 

^άρθρόσταχυς, Ό. γένο; φυτών σιτοίΐ- 
οών. Σ/. Λεβ. λ. 61. 

=άρθρόστενον, το. γενο: /.ολεο-τέρων. 
Σ-/. Α^ζ. λ. (11. 

= άρ•&•ροστήμ{ον, ό. γίνο; φυτών Σ/. 
Λεο. λ. Β1. 

= άρ&ρόστυλα. τά. (φυτολογ. ) Γαλ. λγ- 
ΙΙίΓΟδί^Ιεβδ. χ.'.ναροί'.δή φυτά. Σ"/ . Λίβ. λ 01 . 
=άρθροατυλίς, η. γίνο; κυ-ίφοειδών φυ- 
τών. Σ/. Λ:β. λ. 01. 
= άρθρότομον^ το. γίνο: φυτών. Σ"/. Λι6. 

λ. 01. 

= αρθρονρον,-Ί. γίνο: έλαίνΟων. Σ"/. Λιο. 
λ. (11. 

άρθρωδίακόί, •'!. Γαλ. αΓίΙιοοϋίΐΐΓίΐΙ. Σ/. 
Λεζ. λ. ΟΙ. 

αρθρωτά, τά. (ί^ώα, τά και άρθροζίοα.) 
Λ':ο.. Νον. 7.Ί. —"π. Ψαρ. 84. 

'Αριανός, .'τ. ( γίνος τη; Ασία;). Β. Ψ'.- 
λάκ. ίν Έατ. ίΟ Φεζρ. 9Ί. 

άριδηλοϋσθαι. Π. Χιοίτ. 411. 

άριθμητηρ, ό. Γαλ. οοιηρίί;ΐΐΓ ( πίθοίΐ- 
ηΐίριβί. ηαηΐθΓοίβπΓ. Αγ. Βλ. λ. 07. 

άριθμητήριον, το. σκευο; 1ν τοΓ; σ/ο- 
λείο'.ί. Ηλ. Σχ.ορο. ',ΙΜ. 
*άριθμητής,ό. ( ίν τοϊ: x.λά^^[^.α7ι τή; άρ'.Ο- 
αητιχ.τ,; ) Εΰγ. Βούλγ. 05. — Κ. ΚουΐΑ. 
Γ2. ΊΙ λες. ίν τί] άρ-/. γλ. δεν εΐ/ε τήν εΐ- 
δικήν ταύτην σηαασίαν. 

όριθμογραφέω - ώ. άρ'.θ[^.ογραφο•^ντα'. αϊ 
οικία;. \λδ. Κορ. — Σκαρλ. Βυζ. 02. 

άριθμογράφος, ό. « Έφ. υ "25 Φεβρ. 90. 
— 'Λ/.ρ. 2(1 'Λ-ρ. 92. 

άριθμοδεΐχται ηλεκτρικοί τών δ'οαατίίον 
Ο'. ίν !;ενοδο•/£ίθ'.; .... 

άριθμοδίφης, ό. Άκο. Ο Νο. 92 και 7 
'Α-ρ. 9Ί. 

άριθμοχρατία, ή . Λ. Ν. Βερν. 

όριθμολογέω -ώ. Γαλ. ηαιηέΓοίΘΓ. Ό- 
νοο.. ναυτ. 58. — Άγ. Βλά/. Αεξ. 97. — 
Πρβ. άριΟο.ο 1 η α ε ι ο' ν ο). 

αρίθ^ολό^'ί^σίς, η .Άκρ. 2^^ Δεκ. 92. 

αριθμολογία, η. Άρ. Οϊκ. — Ήλ. Κα- 
νελλο'π. 87. 

άρίθ^Μολοί/ίκόί, .'!. Παλ'.γ. 21 Νο. 91. 
άριθμολόγιον, το. Γαλ. 1β τδΐβ ηαηιβΓΟδ 

Τ)νοο.. ναυτ. 58. — Ν. Κοντο". Αε?. 

89.— Άγ. Βλά/. λεξ. 97. 
αριθμομαντεία, ή. ΑΟ. Σταγ. 
άριθμόμετρον. το. ον. οργάνου σ/ολεια- 

[ 



κοΰ. Έλ. φιλολ. Συλ. Κστ-λεως, 73 — 4. 

άριθμοπίνακες, οί. ΕΐοΠί; Ιν Άκρ. 5 
Ίουλ. 90. 

άριθμοποιέω - (7κ «Έφ. » 2 Ίαν. 90. 

άριθμοποίησις, ή. « Έφ. » 2 Ιαν. 90. 

άριθμοηόλεμος, ό. Παλιγ. 15 Ιαν. 91. 
— «Έφ. » 21 Φεορ. 91.— Άκρ. 21 Ίαν. 95. 

άριθμοσημειόνω. άριΟ[χοσηρ.ειωθώσι. ά- 
ριΟ;^.οσηι^.ειο)αενον. Γαλ. ηπαιβΓοΙβΓ . Έλ. 
κιόδ . 

άριθμόσημον, το. (τοΟ πλοίου.) Γαλ. 
1β ηαιηβΓΟ οίίϊοίβΐ. Όνο[Α. ναυτ. 58. — 
Άγ. Βλα/. λε?. 97 : ημιηεΓΟ (1 οΓάΓβ. 

άριθμοσκόηος, ο. « Έφ. » 24 Όκτ.90. 
-{-άριθμοατατίατικη,τ^. Άκρ. 19 Δεκ. 96. 

άριθμότης, ή ( ! ). Δ. Μαζαρ. 66. 

άριθμόφό&ος, 2. « παύτατε να είσθε 
άρ'.Οαοφο'βοι. » ίιίοΐιί εν Άκρ. 5 Ίουλ. 96. 

^Αρικράτεια, η. όν. κύρ. γυναικά; ττλα- 
στόν έν δρά|χατι «Άγιδι » του Ά. Ί. Άν- 
τ^)νιάδου 75. 

άρινίκας, ό. Μην. Μιν^οίδ. έν (οδί) άρ- 
■/αϊκη ει; Κάναριν. .30. 

Άριο Ιατΐέτειος, ή Ίαττετο Ασιατική φυ- 
λή. '.νριοΊα-ετίδαι. ΆριοΊα-ετικο'ς, 3. — 
Ταύτα τα όνοαατα ό Ίΐρ. Βασιάδη; τώ 
1863, έν τώ Έλ. φιλολ. Συλ. Κστπλείο; 
έτ:ροτεινε (οια του ΐ' σ ό ; ) ώ; καλλίονα καϊ 
όοθότερα άντϊ τών ΊνδοΕϋρ'οπαϊκός και 
ΊνδοΓερο.ανικο;. 

ΆριοΙΙελασγικός, 3. Β. Ψιλάκ. έν 
Έστ. 11 Σεπτ. 94. — 'Ίοε καΙΆρυοι. 

ΆριοΠελασγοί, οί. Β. Ψιλάκ. ενθ. άνωτ. 

άριστανδρία, ή. "Αλφ. έν Άκρ. 29 
Μαίου 9Ί . 

Άριστάρχειον κληροδοτη[Αα (του Νικολ. 
Άοιστάο-/ηβίη) υ-έο του Άθηνησιν Ωδείου. 
"Αστυ 23 Αύγ. 98. 

Άρισταρχικοί, ( ο5ς από Άριστάρ/ου 
του Σααο'Ορακος γραια[χατικοϋ' ) ονυ•/_ες, οί. 
Δ. Ν. Βερν. 00. — 2) Άρισταρ-/ικόν σύ- 
στηο.α αστρονομία; ( ώς άπο Άρισταρ•/ου 
του Σαμίου αστρονόμου ) " έδει να καλήται 
και δ•/ 1 του Κοπερνίκου. » Έμ. Ίιο. Κρη- 
τικίδη;, (18. 
Άριστείδειος 2. (άρετη). Ν. Ι. Σαρ. 65. 
άριστειονχος, 2 .Δ. Ν. Βερν. — Βρατσαν. 
(1Ί. — Ν. Κοντό-. λε?. 89 — Άγ. Βλά-/. 
λε^ 97. 

άριστέλαιον, το. ό'ν. φαρμάκου κατά 
τών -αΟών του οίρματο;. Α.Δ. Β. ίν ΙΙρομ. 



άριστερήνεμος, 2. (ναυ;. πλοίον ) Όνομ. 
;αυτ. 58. — 'νΥγγ. Βλ. λ. 97. 



148] 



αριστερογυρος 



αριστούχος 



άριστερόγνρος^ "2. (κρύσταλλο;). Γαλ. 
1ιιβνο§7''®- '^• Στρού'μπ. 80. 

άριστερόκωττοι . οί. Όνο|Α. ναυτ. 58. — 
•Λγ. Βλ. λ. 97. 

άριστερόπλοΗον σ/ ο'.νίον, το. Όνοα. ναυτ. 
.58. — 'Λγ. Βλ. λ. 97. 

άριστεροστάται, οί. (ναυτ. πυρ.) Γαλ. 
8βΓνΗηΐ8 άθ ^αιιοΐιβ. Όνορ.. ναυτ. .58. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 
αριστερόστροφος, ^. Β. Λάκ. 61. — Λ. 
Σπαθάρ. 8(1. 

άριστερότης, ή. (τη; /εφος). Άκρ. 11 
Μάρτ. 98. — Πρβλ. τό έξή;, δ κάλλων. 
άριστεροχειρία,Τ). Γ. Μακκά;. 74. 
άριστερότοιχοι, οί. (ναυτ.) Γαλ. 1);ν- 
ΐ50Γ(1<αίδ. 'Λλ. Βλ. λ. 97. 
άρίστευσις, τ;. Σττ. Ζαιχτ:. 1ν ΓΙανδ. 60. 
άριστο€άθμιος, 2. Νέα έφ. 28 Νο. 86. 
— Άκρ. 
άριστοδαίδαλος, 2. (δάκτυλο•..) Ήλ. 
Τανταλ. εν Ν. Πανδ. .57. 
άριστοδημοΗρατικός, 3. (διατάξει;.) 
Άν. Πολυζ. .59. — Πρβλ. άριστοκρατ ι κ 0- 
δ η [Α ο κ ρ α τ ι κ ο ν . 

άριστοδοξία. ή. Γαλ. ορίίαιίδηΐθ. Ίω. 
Ν.Βαλ. 71. 
άριστόδοξος, 2. Γαλ. ορίίαιϊίίίβ. 
άριστοέπεια, ή. Σπ. Ζα|α.π. έν Πανδ. 60. 
άριστο κ ι α ηία , ή έν Νέο) Φαληρω. 
Άκρ. 9 Ιουλίου 89. — Ή λέξις έποιη- 
θη κατάσυνη/ησιν -ρό; τό άριστο κ ρ α τία, 
ώς εκεί συ/ναζο'ντων [χάλλον των άριστο- 
κοατικων και κλε-το[χένων πλειο'τερον παρχ 
των ξενοδο/Γον. 

^ αριστοκράτης, ό. Γαλ. ΕήδΙοοΓαΙβ. 
Δ. ΣτροΟμ-. 32.— Άλ. ΣοΟτσ. 39.— 



Π. 



Ίω. Ίσ. Σκυλ. — Ί(ο. Κα- 



οασ. 44.— Ά. Τ. 'Ραγκ. 66.— Ίω. Ν. 
Βαλ.— Άγ. Βλ. 73. — Γ. Νικηφορ. 80.— 
Ν. Κοντ. λ. 89. — Οϋ καλώς 'έ/ει ή λέξι;, 
ώς ηδη πολλοί πρό έτων παρεττίρησαν. ^Ητο 
δε τό πάλαι κύριον όνοιχα ανδρών ό Αρι- 
στοκράτη;" άλλ' άλλ(ι); έδοξε τοις Γάλλοι;, 
και η[Αεϊ;, σοι κύριε ! 

άριστοκρατίζο) . Κ. Λθ[χβ. — '71 Άκρ. 
9 Μάρτ. 9Ί. 

άριστοκρατικοδημοκρατικόν πολίτευ- 
[ί(χ τό τών Χίων Α. Μ. Βλαστ. 40. 

άριστοκρατικότης, ή. Άντ. Φραβασίλ. 
88.— ΊΙιχίφυλ. Άκρ. 7 Φεβρ. 98. 

άριστοκρατισμός, ό. Ε. Α. Σϊ|χ. 35. 

άριστοκράτισσα, ή. Ν. Κονε[χ. 73. 

άριστολοχιόμορφα. τά. (φυτολογ.) Αΐ[χ. 
Νον. 73. 

[ 



άριστολοχιόόδες γένος φυτών. Έλ. φι- 
λολ. Σύλ. Κστπλεως. 
αριστομαχήσας. ατ/. Πανελλην. σύν- 
-00^0. 92. 

άριστόνοια, ή. Κ. Άσ. 58, — Χιώτ.65. 

άριστοπαίκτης. ό. ([χουσικ.) Άλφας έν 
Άκρ. 15 Μάρτ. 94. 

άριστοηαίκτρια, ή . (έν τη αουσικη.). 
Άκρ. 31 Μάρτ. 94 και 30 Μαίου. 

άριστοηαιξία , τι . (έν τω •/αρτοπαιγνίω). 
"Αλφα; έν Άκρ. 8 Άπρ. '94'. 

άριστοποίησις, ή . Σπ. Τρικούπη;. — 
Έν τοϊς Λεξ. τή; άρ•/. γλ. υπάρ•/ει ά ρ ι- 
στό π ο ι ί α. 

άριστοπτνχιονχος . 2. « Έφ. » 25 Οκτ. 
88. — Πρβλ. ά ρ ι σ τ ο ϋ ■/_ ο ς. Άλλοιοτέ- 
ρα; δέ ση[χασία; πολιτικής τό αριστεί- 
ο Ο 7 ο ς 

ΆριστοτελΑρα&ικός, 3. (δόγαατα.)Κ. 
Κούα. 

Άριστοτελία, η. (φυτολογ.). Θ. Χελδρ. 
90. 

^ΑριστοτελικΑλεξανδρινός, 3. (σύστη- 
[χα. ) Κ. Κού;Α. 

^Αριστοτελικοσχολαστικός, 3. (φιλο- 
σοφία. ) Κ. Κούΐλ. 

Αριστοτελιαμός, ό. Κ. Κούρ.. — Κ. 
Άσ. — Μαργ. Εϋαγ. 

άριστότενκτος, 2. ( βιβλίον. ) Ν. Δούκ. 

αριστοτέχνημα, το. Άδ. Κορ. (δς και 
ποοτιαα αυτό του άριστουογηιχατος. ) — Σ. 
Α. Κ. ■56. 

αριστοτεχνικός, 3. «Εφ.» 29 Δεκ. 86. 

— Άκρ. 88. 

άριστοτεχνικότης, ή . Άκρ. Ιίί και .31 
Μαίου και 10 Ίουλ. 89. 
άριστοτεχνικώς. Νέα έφ. 5 Νο. 87. 

— «Έφ.» 21 Ίαν. 92. — Άκρ 6. Άπρ. 
93. — Πρβλ. άριστοτε^νικώς. 

άριστοτεχνΐται, οί. Γ. Β. έν Άκρ. 21 
Μάρτ. 9Ί. 

άριστοτέχνις, η. Μαργ. Εύαγ. 86. 

άριστοτέχνως. Κ. Οΐκ. 30. — Ν. Γ. 
Ιίολ. 96. 

άριστοτυπία, η. ( έν τη φίοτογραφίίχ. ) 
Άν. ΓαΓιάδ. έν Νέα έφ'. 2 Νο. 93. — 
Άκρ. Ι Ίαν. 95. 

αριστουργηματικός^ .3. Άκρ. 1.3 Αύγ. 
86. 

άριατονργικώς. Φιλολογικ. Τηλέγρ. 17. 

αριστούχος, 2. (διδάκτωρ, δικηγο'ρος, 
τελειόφοιτος, διδασκάλισσα, ό λαβών βαΟ- 
[χόν άριστα) Έφ. 92. — Παλιγ. 6 Όκτ. 
93.— Άκρ. 28 Φεβρ. 94. 

149] 



'Άριστοφανίξοντες 



ΑρμενοΚαηπαδοΗΐΗος 



^Αριστοφανίξοντες, οι. ΆΟ. Ρουσοπ. 
65. — Ν. Καζάζ. 91. 
^Δριστοφανιχός., Ά, Ί. 'Ρ. Νερ. 13. 

άριστοφροσύνη, η. «άριστοφροσύνην 
-ροσ-ο'-ούΐΛίνος ό Πάπας » 'Ικ. Λάτρ. 55. 

άριστοφνΐα, ή. "Αλςρ. εν 'Λκρ. 30 
Μαίου 9Ί. — 'Τπάρ^ει εν τοις Λεξ. της 
άρ7 . έττίΟ. άριστοφυης. 

άριφανής, 2. Δ. Λ. Χαντσ. 54. 

άριφανώς. Δ. Α. Χαντσ. 54. 

^ Αρκεσιλαϊται δύνανται να ονομασΟωσι 
[Ααλλον, ό"/ 1 Καρτεσιανοί οί δείνα. Άναστ. 

ίερ. ο;•/.. ίΊ. 

άρχευθίτης, ό. ον. ποτού (ρακής) Γαλ. 
^βηίένΓβ και ^βηόνΓβΙΙβ. Σκαρλ. λε?. 56 
Άγ. Βλ. λ. '.»7. 

^Αρχία ^Ιωάννα, τι Γαλλϊς ηρωίνη 
^βίιηηβ ϋ' Αγο, ήν ζωσαν εκαυσαν οί "Αγ- 
γλοι τω 1431 έν Κουκη. Άκρ. 9 Άπρ. 93 
και 5 Αύγ. 94. 

άρχουδοχτόνος . 2. Έφ. Συίητησ. Ι 
Σεπτ. 9Ί. 

άρχτανατολιχός, 3. Γ. Ν. Λεβ. 69. 

— Προλ . ά ρ κ τ ι κ ο α ν . και ά ρ κ τ ο α ν . 
άρχταπηλιώτης, ό. Ν. Κοντ. λ. 89. 
άρχτιδεύς,ό.Άχο. 8 Αύγ. 88. έν έπιφυλ. 
άρχτιχοανατολιχός, ό. εν 'Αθηναίω77. 
άρχτιχοανατολιχώς . Α. Φατσ. 62 
άρχτιχοδντιχώς . Κυρ. Καπετ. 08. 
άρχτοανατολιχός, 3 . Κ. Κροκ. 56. 
άρκτοανατολιχώς. Δ. Γ. Παπαγεωρ- 

γίου 90. 

άρχτοδεΐχται ^Αθίγγανοι, οί. Φ. έν 
Όμτ;ρ(,,, 74. 

άρχτόδερμα, το. Κ. Άσ. 58. 

άρχτοδυτιχός, 3 . Δ. Α. Μαυροκορο. 

— Ι. Ν. Αεβ. — Δ. Μαργαρ. 49. — Σπ. 
Τρικούπ. 

αρχτοζέφυρος , Ό 

άρχτοκόμαρο. Φοίβος 1 Άπ ρ. 95 
άρχτοχόμος Ό. Φλοξ, 80. 
άρχτοχνων, ό . Κ. Μητσοπ. έν Ποομ. 
90. 
άρχτομαχία, ή. "Αστυ Ι Νο. 95. 
άρχτόμυς, ό. ( ζωολογ. ) Π. Ψαρ. 84. 

— Κ. Μητσοπ. 91, — Ν. Χ. Άποατο- 
λίδ. 94. 

άρχτοπίθ'ηχος,Ίί κατίύτατος πάντων των 
πιθήκων . Έλ. φιλολ. Σύλ. Κστπλείο; 
85. — Άλ. Δ. Βάλβ. έν Προα. 18 
Φεβρ. 90. 

άρχτοπολιχαΐ /ώραι, αι. Άν.Πολυζ. 



(ως έκτης λέξεω^• ΒαβΓ ) Νέα Πανδ. 1 
Αύγ. 60. 

^Αρχτοηόταμος^Ό. Στ. Σταθοπ. 54 

ίίρχς (!) Δ. Μαζαρ. 66. 

^Αρμαγεδδών, (ό ; ) όν. έφη[χερίδος αναρ- 
χικής ( του Ίγο. Άρνέλλου και τοΰ' Άθ. 
Χριστογιαννοπούλου ) εκδιδομένης έν Πά 
τραις τω 1896. Νικο'λ. Δ. Βαλλώσης 
δικηγο'ρος Πατρεΰς έ'γραψεν έν τοις Και- 
ροΐς Αθηνών τής 10 Νο. 96 τάδε• «Ή 
λέξ. 'Αρ[χ. είναι συνθηματική, εΐκονίζουσα 
βεβαίως τοίις σκοπούς τοΰ' άρ"/ηγοϋ' και ως 
συνθηματική, άπο'κρυφος τοις πολλοίς, εϊ- 
λημμένη έκ τής Παλαιάς Γραφής, και Άρ- 
μαγεδών εννοείται. Το'πος σφαγής.» — Έγώ 
ζητήσας έν τοις κοινοΐς λεξικοϊς του' Άθ. 
Σακελλαρίου, του Γάλλου ΟΗίΐδδΕη^, του 
'Ανθ. Γαζή (έκδο'σ. του ετ. 835) δεν ευρον 
τοιαύτην λεξιν . "Ιδε και 'Αρνελλισταί. 

άρμαλίοθήχη , ή. Γαλ. ΟΓθάβηοβ. Σ/. 
Αεβ. 61. 

-^άρμαριό (ντουλαπό) σχήμα μνημεία 
μάλλον ή ναϊδιο'σ/η'Αα ( &6(ϋοη1ίΐβ). Σ. 
Α. Κ. 71.^ 

άρματιχόν, το'. (στράτευμα.) Δημ. Γα- 
λαν. — 'Εσ-/ημάτισται κατά τά' ίππικο'ν, 
έλεφαντικο'ν. 

άρματοδρομιχός, 3. Άκρ. 11 Ίουν.91. 

άρματοϊπποδρομία, ή. Άκρ. 21 Απρ. 89. 

άρματομαχία., ή. "Αγ. Καπ. — Το ρήμα 
άρματομα/έω ΰπάρ^/ει έν τοις Λεξ. τής 
άρχ. γλ. 

άρματοηοιός, ό άρματα τρο/ήλατα 
ποιών. 'Ρ. Βελ. 

-+-άρματωλίχός,3. Αγ. Βλ. λ. 97. 
— Έστ. έφ. 30 Μάρτ. 97. — Άκρ. 3 
Άπρ. 97. 

-{-άρματωλισμός, ό. Αλ. Σούτσ. 39. 

— Άρ. Βαλαιορ. 

"Άρμενίδες, αί' κοινώς Αρμέ ν ισσες. 
Έλ. φιλολ. Σύλ. Κστπλ. 63. — Ίωακ. 
Βαλαβ. 89. 

Αρμενικός, 3. κοινώς Αρμένικος. 
Π. Καρολίδ. έν Άκρ. 27 Σεπτ. 95. — 
Έστ. έφ. 24 Σεπτ. 95. —«Έφ.» 26 
Σεπτ. 95. — Έν τώ του Ρβρβ λεξ. των 
κυρ. ονομάτων είίρηται [ίό^^ον το Ά ρ με- 
ν ι α κ ο ς . 

Άρμενο Αραβικός. 3. (τύπος προσιόπου) 
Έστ. έφ. 13 Όκτ.^95. 

Αρμενοκαθολιχοί, ο'ν κοινώς Άρμενο- 
κατολικοι. Σκαρλ. Βυζ. 62. 



ΆρμενοΚαπηαδοκιχός, 3. Π. Καρο- 

'Αρκτότιολις, ή έν Ελβετία πο'λις ΒβΓη λίδ. 85. 

[150] 



ΑρμενοΚουρδικός 



άρνογλωσσοειδη 



^ΑρμενοΚονρδικός, 3. Άτρεϋς εν Έστ. 
εφ. 27 Όκτ. 95. 

^Αρμενο>ίτόνος, ό Σίακήο πασιάς Ά/.ο. 
13 Ίουλ. 9Γ.. 

^Αρμενολόγος, ό. Α. Π. Κεραιι. 84. 

— Άκρ. 21 Σεπτ. 95. 
Άρμενόπαις, ό. Άκρ. 2 Αύγ. 90. 

— Έστ. εφ. 28 Σεπτ. 95. 
ΆρμενοΡωμαϊκαι (=Χάϊ Χουροϋιχ) 

κοινότητες, αι. Π. Καοολίδ. έν Άκο. 27 
Σεπτ. 95. 

^ΑρμενοΤουρχίσμός,ό. Άκρ. Μάρτ. 90. 
Αρμενονττάλληλοι, οι. Άκρ. Όκτ. 95. 

Άρμενόφιλοι,οΙ. ΓΙριοία 11 Σεπτ. 96. 
Αρμενόφωνοι "Ελληνες, οί. Π. Κα- 
ρολίδ. έν Άκρ. 27 Σεπτ. 95. 

αρμολόγημα, τό. ( οΐκοδοιχ. ) ΆρI^^οδιο^ 
Βλά/. έν -/ειρογρ. 89. 

άρμονίζω [^-έλη, ιχελωδίας Βυζαντινής. 
Στ. Δ. Στα[χατιάδ. έν Έστ. 28 Μάρτ. 
93 χαί έν Έστ. είκονογραφηΐΛ. 26 Φεβρ. 
95. — "Ιδε και άραονιστης, άραο'νιαις, άο- 
[χονισμο'ς. 

άρμονικότης, ή. Ν. Ι. Σαλ. 

άρμονιογράφοι, οί. (έν τ^ Χριστιανική 
γραίχματολογία. ) Εϋγ. Βούλγ. 

άρμονιοδρομονσα ψυ/η. Άκρ. 31 
Δεκ. 91. 

άρμόνιον,τό. ον. αουσικου όογάνου.Άκρ. 
10 Δεκ. 86. —Στ. Δ. ' Σταριατιάο. 
έν Έστ. 28 Μάρτ. 93.— Άστυ 10 
Ίουν. 96. 

άρμονιοξόος ρυκάνη, η απλώς• άριχονιο- 
ξοΌς, Τ|. Γρ. Χαντσ. 70. 

άρμονιοφωνία, ή. Άκρ. 4 Απρ. 94. 

άρμόνισις, ή. (ιιελωδιών). Σ. Σπάθης 
έν Άκρ. 2 Μάρτ. 95. 

άρμονισμός, ό. ([Αουσικ.) Στ. Δ. Στα- 
!^.ατιάδ. έν Έστ. 28 Μάρτ. 93. 

άρμονιστής ο. Στ.Δ.Στααατ. έν Έστ. 
εΐκονογρ. 26 Φεβρ. 95. 

άρμοσία, ή. (των ν ορδών τοίν αουσικών 
οργάνων. Α. Σπαθαρ. 86. — 'Ιί λέξ. έν 
τοις λεξ. της άρ•/.γλ. ε-/ει όίλλην ση[Αασίαν. 

άρμοστεΐον^ το'. οίκος ί] άρ/εϊο,ν άριχο- 
στοΟ, του έντη προϋην πολιτεία της Επτα- 
νήσου. — Σπ! Ν. Βασιλ. 96. 

άρ^οσΓ£•υω'εΙ[χαι άρυ.οστης.Σπ.Ζα[χπ.64. 

* άρμοστιχός, 3. (έπεαβάσεις οίον άρ- 
αοστοϋ. ) (ΐΈφ.» 12 Ίουλ. 94. 

Αρνελλισμός, ό. Άστυ 11 Ιαν. 97. — 
"Ιδε και τό έξης. 

^Αρνελλισταί, οί του Ίο>. Γεωργαντο- 
πούλου, η Γεωργακοπούλου, του και Άρ- 

'[ 



νέλλου θρησκοληπτικοΰ έκ Πύργου της Πε- 
λοποννήσου και οί του μαθητού αΰτου Άθ. 
Χριστογιαννοπούλου τοΰ έξ 'Ολυαπίας, οπα- 
δοί, εκδίδοντες καΐ έφηιχερίδα αε τίτλον 

Έβραϊκόν και ιχυστηοιοίδη Άρμ.αγεδδών. 
Γ. Β. έν Άκρ. 10 Όκτ. 96. "Ιδε και 
Άστυ 11 Ίαν. 97. — Νεολογ. Πατοών έν 
Πρωία 9 Νο. 98. 

άρνησΕ'λληνες, οί. Ίο^.Πύολ. έν Ήλιω 
1 Άπρ. 88. 

άρνησέορτοι, οί τ ας έπϊ τη ένηλικιώσει 
τοΰ οιαδο'/ου Κωνσταντίνου έοοτας οίο^ού- 
αενοι ώς νοιχίαως γενοαένας. Άκο. 13 
Δεκ. 86. 

αρνησιδικία, ή. Ίο'ν. κο^δ. 40. — Π. 
Καλλιγ. 58.— Ν. Κοντ. λε?. 89. — Άγ. 
Βλ. λε?. 97. 

άρνησιδοξία,τ,. Γ. Ν. Χατζηδ. 86. 

άρνησίδοξος, 2, Δ. Ν. Βερν. 

άρνησιεθνής, 2. Παλιγ. — Έε. 88. — 
Έστ. έφ. 5 Δεκ. 95. 

άρνησιεθνία, η. Άνατολ. Έπιθεο^ρ. 83 

άρνησιθρησκεία, ή. Κ. Κούρι. — Ν. 
Κοντ. λεξ. 89. — Όρθοτέρα γραφή ή 
άρνησιθρησκία, ην είδα έν « Έφ.» 13 'Ιαν 
89 και έν Άκρ. 2 Άπρ. 93 και έν Άγ 
Βλ. λ. 97. 

αρνησίθρηοκος^ 2. Σκαολ. λ. 56. — Ν 
Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άρνησίχοσμος, 2. Ά. Π δα. 1 Άπρ. 92 

αρνησικυρία, ή. τό πάρα Φράγκοι; έν 
τη πολιτική γλοίσση έκφραζοιχενον διά του 
Λατινικού ρηαατος νβίο. Άν. Πολυζ. 59. 
— Άθ. Χ. Τοντ. 76.— θ. Φλογ. 76.— 
Θ. Φλογ. 76.— Νέα Ήα. Τεογ. Μαοτ. 
96\— Άγ Βλ. λ. 97. 

άρνησιόμηρος, ό. (κατά τό άρνησί/ρι- 
στος.) Ν. Πετρης 74. 

άρνησιπατρία, ή. Άνώνυ[Α. έν δράιχατι 
ηΧαοίδηαο; ό Σάαιο;, » 32. — Παλίγ. — 
Άκρ'. 2 Άπρ. 93. ' 

άρνησίπατρις, ό. Σπ. Ζα\ιτΛλ. 64. — 
Γ. ΆΟ. Λεονάρδ. 85. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άρν);σίπονία, ή. (εργατών. )Ίω.Σοϋτσ. 69. 

άρνησιχρηματία, ή. Χ. Πααπ. 43. 

άρνησιχριστία,τ,.Κ. Α'3. — Αγ. Βλ. λ. 97. 

άρνητιχοερωτηματιπώς . (γραααατικ. ) 
Γ. Δούκ. 55. 

άρνήτρια, 7]. Άνώνυα. έν δράαατι « Χα- 
ρίδημος ό Σάαιος, » 32. 

άρνιοπωληταί, οί. Άκρ. 16 Φεβρ. 95. 

άρνογλωσσοειδη φυτά, τά. Δ. Ν. Κε- 
φαλόπ. και 1\ Ι. Τσατάλ. 97. — Πρβλ. 
τό έξης- 

151] 



άρνογλωσσώδες 



Άρσαχειάς 



άρνογλωσσώδες γένος φυτίον, το Λατι- 
ν.στ'. Οηλ. οο1ϋ1ιίϋ»ϋθαβ, ~ληθ. Έλ. φιλολ. 
Σύλ. Κστ-λ. ,^4._ 

άρνοδέρματα, τά. κοινώς άρνιακά. Έλ. 
■/(.ίδ. — 'Α/.ρ. 6 Άπρ. 95. — Νέα ήα. 
Τεργ. 5|17 Ίουν. 98. 

άροειδή, τά. (φυτολογ. ) Λατ. £ΐΓθίάβ&θ. 
Θ. Γ. Όρφ. Γ)9 -/.αί 70. 

άρόμορφα, τά. ( φυτολ. ) Λί[χ. Νον. 73. 
Άροτειστί,ίΓ.ί^^. ( Ηπ,ΓΟΙββ Ιαηςα^β δβΓειιη- 
ροΓβ) Κατάλογ. ΈΟν. βίβλίοθ. 'Λθην. 83. 
άροτριχός, 'λ. (ζεύγος) 'Λλ. ΣοΟτσ. 39. 
άροτρι ώ σιμός, 2. Α. Ν. Στούτ:. 84. — 
^Ητο εν τώ [ν.βλί(;) του Στούπη [χε ο [χικρόν 
ή τονισι^ένη •συλλαβή, χαΟώς δηλ. εν χιαιν 
Ιχδο'σεσι του Σοφοκλέους φέρεται τό άρ οσι- 
αος τό έν ττ] Άντιγοντ). 
άροτρόφος, 2. Δαν. Φιλιτ:. 
άρονραϊΉός, 3. των άρουραί<ον ιχυίον. λ. 
Χρηστοβασ. έν Άκρ. 2'ΐ Μαίου 92. 

άρονραιοκτόνος, 2. ( ά-οτελέσ[^.ατα, ) 
Νέα έφ. 22 Άκρ. 92. "Ετι δε άρουραιοκτο- 
νοι, οί. Χ. Χρηστοβασ. έν Άκρ. 24 Μαίου 
92. — Ή λέξις αΰτη, ώς και ή προηγου[^.έ- 
νη και ή έ7:θ[χένη, έπλάσθησαν άφοΰ τον 
Μάοτιον τοΐί92έν Ηεσσαλίαέφάνησαν αρου- 
ραίοι ι^ΰς έν τοις άγροϊς βλα7:τικώτατοι των 
σπαρτών. 
άρουραιομάχοι, οί. Γ. Σουρής 92. 
άρονραρχία, ή' άγραρ/ία, ή' γεαρ/ία, η 
Γαλλιστί ίέοάίΐΐϊΐθ. Δ. Νίτσου έν Έρ;α.ί) 
λογί(ο. — Λυται αί λέξεις οέν έ[χβήκαν εις 
χοινήν '/ρήσιν. Πρβλ. τιίΑαρκοτισαο'ς. 
= άρπα, τι. Γαλ. Ιι&Γρβ, ον. [χουσικου ορ- 
γάνου. Σκαολ. λί?. ^)(') έν έοα. — Άγ. Βλ. 
λεξ. 97. ^ 

άρπαγισθέντες, ατ/. (^οι' αρπάγης έλ- 
κυσθέντες ; ) Φλόξ έν αεταίρράσει Νάνας του 
Ζολά, 80. ' 
άρπαγόΘιος, 2, 'Ικ. Γ. Λάτρ. 55. 
άρπαγοδίοικησία, τι. Άκρ. 1 Όκτ. 95. 
άρπαγομανία, τ,. Άκρ. 8 Αύγ. 96. 
άρηαγοτνραννος, Ό. Κ. Οΐκ. 30. — Α. 
Μ_. Βλαστ. 40. 

= Αρπαγών , όνος, ό. ον. κύρ. πλαστον έν 
τη κιοριιοοία Αν»Γθ του Μολιέρου. — Άλ. 
Σούτσος 39. — Ό Ίοί. Ίσ. Σκυλίσ. τό 
άπέοωκε οιά του Έξηνταβελονης. 

άρπαπτιπότης, ή. Ε. Καστοο/. έν Άθη- 
ναίω 81. — Ν. Κοντ. λεξ. 89. — Πλ. 
Δροίκ. 8ϋ. — "Ελληνέν Άκρ. 2 Φεβρ. 94. — 
Άγγ. Βλ. λ. 97. 
άρ7ΓακΓθ«Γαίρίκόν(!)σύστηυ.α, το. Άκρ. 
16 Φεβρ. 92. 

[ 



άρπάκτρια, ή. Σ. Α. Κ. 51. 
άρπαξίθρονος, 2. Ν. Σ. 'Ρίζου 56. 
'Αρποκρατικός, 3. (σιγή). « Έφ. » 8 
Ίουν. 91. 

άρράττιστος 2. Κ. Οΐκ. 
άρραφίδωτος, 2. (βιβλία.) Εφ. Κυβ. 
αρραχις, 2. Άκρ. \Ί Νο. 85. 
άρρεν αγ ωγ εΐον . το. (κατά τό προηγου- 
αένω: πλασΟέν παρθεναγ(ογεϊον. ) Άκο. 18 
Μάρτ. 89 — Άστυ 24 Άπρ. 98 .-^ Θα 
ήτο [Αάλλον άντίστοι/ος τούτου λέξις τό θη- 
λεαγωγεϊον, αν πάντως ητο γρεία νέων ονο- 
ιχάτοιν. 
άρρενίτης, ό. (7_η[-ΐ•.) Άν. Κ. Χρηστ. 87. 
άρρενογονικη γρααί^.ή συγγενείας . Λεξ. 
νοαοτί'/ν. Ί(Ι. 
άρρενοκτονία, ή. Εύγ. Βούλγ. 
άρρενομανία, ή. Αδ. Κορ. 29. 
άρρενοπαρθεναγωγεΐον , έν τώ κατχ τόν 
νθ(α.όν Σηκουάνα ορφανοτροφείου Πρεβώ. 
Παλιγ. 23 Αύγ. 94. 

άρρενοποίησις, τ,, της γυναικός, Γαλ. 
ιη£ΐδοιιΗηΪ8&Ιΐοη άθ Ια ίβηιαίθ. Άκρ. 12 
Ίουλ. 96. —Άστυ 15 Ίουλ. 96. —Πρβλ. 
έξαρρενισίλός. 
αρρενόπτερις. ή. ( φυτολ. ) Θ. Άφεντ.76. 
αρρενόφωνος, 2. (γυναίκες). Τ. Ε. 
Δρακ. 49. 
άρρενατοηοίητος,^Ι. Α./.Ο. 23 Νο. 95. 
άρρηταθεμιτογράφος, 2. ό γράφων ά ρ- 
ρ α τ α Ο έ ;α α τ α , ώς κοινώς λέγονται. 
Ακρ. 9 Αύγ. 92. 

άρρητίνωτος, 2. Κατάλογ. εκθετών Δ' 
'Ολυαπιάδος 88. — Σπ. Παγαν. 
άρρυθμο - έρρυθμος, 2. ( λάληίΑα πέρ- 
δικος. ϊ,/ο: κωδ(όνϋ)ν.) Χ. Χοηστοβασ. έν 
Άκρ. 10 και 2() Μαίου 90. 
άρρυμοτόμητος, 2. 'Έγγοαφ. κυβερντ^σ. 
84.^^ 
άρρυμούλκητος , 2. Γ. Σουρής 91 . 
άρρυτίδωτος, 2. Ακρ. 6 Σεπτ. 87. 
άρρωστικό'ς, 3. Κ. Κού[χ. — Εν τοις 
Λεξ. της άρ/αίας γλ. κείται τό άρρωστη- 
[χατ ικο'ς. Τανΰ'ν [Αετα/ειρίζονται πολλοί 
τό φιλάσθενος και το ασθενικός. 

άρρωστολογία, ή. Στ. Ξέν. έν Άκρ. 18 
Νο. 92. 

« άρρωστοποιεΐον θα γίνη ό Βώλος ένε- 
κα κτλ. )) Άκρ. 20 Μάρτ. 88. 

Άρσακειακά. τά. (κατά τα άρ/αΐα Κερ- 
κ υ ο α ι κ ά. ). ' Άστυ 1 9 Μαοτ. 94 . — 
Άκρ. 24 Αύγ. 98. 

Άρσακειάς, η' Άρσακιάς, ή. [χαΟτ|τρια 
του έν Άθτ^ναις Αρσακείου παρθεναγωγείου, 

1 52 ] 



"Άραάκειον 



αρτιητωτος 



Γ. Σουοής 87. — « Έφ. » 1 Απριλίου 91. 
Ν. Ι. Σ-ανδ. εν Έσ-. 'Λκρ. 15 Δεχ.. 97. 

^Αρσάκειον, το έν Άθτίναις παρθεναγω- 
γεΐον ττ|ς Φιλεκπαιδευτικής εταιρίας, κληθεν 
άπό τοΰ' ονοΊ^.ατος τοΟ' Αποστόλου Άρσάκη, 
ου ττ( δαπάντ) εκτίσθη τω 1852. 'Λρσάκειον 
και έν Πάτραις. Άκρ. 30 Μαίου 94. — 
Καιροί 1.5 Όκτ. 96. — Άρσάκειον και έν 
Κέρκυρα. 

^Αρσαχειότιτλοι οιδασκάλυσαι. Στεφ. 
Ξένο; έν Βρετ. άστ. 1.3 Φεβρ. 92. 

άρσεναργνρίτης, Ό. (κρυσταλλολογ.) Κ. 
Μτ,τσοπ. 90. 

Αρσενιάδης, ό. ον. κύρ. οικογεν. 

άρσενίαι, οί. ( 7η;^ι. ) Γαλ. αΓ36ηί&Ιβδ. 
Θ. ΊΙλ. 

άρσενικικός^ 3. (-/αλκο'ς. ά[χ[χώνιον. επί 
αλάτων.) Ίω. Πύρλ. — Θ. 'Αφεντ. 76. 

— Άγ. Βλ.λεί. 97. 
άρσενιχοΰχος, 2. ("/ηΐ-"••) Ξ. Λάνδ. 

— Γρ. Χαντσ. — Ίω. Πύρλ. — Θ. 'Α- 
φεντ. 76. — Άγ. Βλ. Λεξ. 97. 

άρσενίΗοφαγία, ή. Εγκυκλ. λεξ. 

άρσενιχοφάγοί^ οί. Θ. 'Αοεντ. 76. — 
"0[χη2ος, φυλλάδ. Ε'. 76. — Έγκυκλ. 
Χεξ. _^Άστυ 7 ;ΐουν. 96. 

άρσενικώδες οξύ. (7ηα.)Τηλ. Κοαν. — 
Δ. Πετρίν.— 'Αν. Κ.'Χρηστ. — Άγ. Βλ. 
λίξ. 97. 

άραενιοϋχος, 2. (/ηα.). Σπ. Παγχν. 93. 
= άρσενίται, οί. ( /ηα. ) Γαλ. «,ΓδβηίΙββ. 
Θ. Ήλ. — Άν. Κορδ. 88. ^ 

άραενιώδες όξύ. (■/.'ΊΗ•• ) '^• Λάνδ. 40. 

άρσενοπνρίτης. ό. {'/^'\[^■■) Άν. Κ. 
Χρηστ. 87. 

άραιχάκοσμος κονις, ή προς θεραπειαν 
της των ποδών βοιοαιδροίσειος η οσιχιδρο^- 
σεως έφευρεθεΐσα υπό Σολ. Xω!^.ατιανο•^. 
Άκρ. 9 Άπρ. 87. Έν οε τω φύλλο) της 8 
Μαίου 89 παρατίθεται και ΛατινιστΙ τό 
δήθεν Έλληνικόν της κο'νεως ονοαα τοδε' 
ρηΐνϊδ 3η1,ϊΙ)ΓθΐηΐάΓθΙΐοιΐδ (=κο'νις άντι- 
βρωρ.ιδρ(οτική. ( !! ) 

*αρσις, ή. Έν τή /ρηαατιστική• ά,ρ σ ε ω ς 
γ ρ α IX [Α ά τ ι α, τα ΓεραανιστίΕίιιΙοβδαη^δ- 
5θΗβΐηβ. Σ. Π. Σκιάδας έν Παρνασσού 
τεύ•/. 9 Μαίου 95. — "Ιδε και Άγ. Βλ. λ. 
97, ΙνΟα και άλλαι σηιχασίαι της λέξεως. 

'Αρταΐος, ό κάτοικος 'Άρτης, κοινώς Άρ- 
τηνο'ς. Άκο. 30 Μαίου 94. — Άστυ 4 Νο. 

94.— Έστ. έφ. 23Νο. 96. 

άρταηοϋήκη, ή. Ν. Έπ. έν Άστει 7 
Αύγ. 9.-,. 

Άρτεμιάδης, Ό. ον. κύρ. οικογεν. 

[ 



άρτεμονίς ή. Γαλ. Ιβ ρβΐίΐ ίοο, ή κοι- 
νώς τουοκετίνα. Όνομ. ναυτ. 58. — Άγ. 
Βλ. λ. 97. 

άρτεμονΐται, οί. (ναυτ.) Γαλ. ^&1)ίβΓδ 
θβ 1)ε£ΐιιρΓβ (;άβ£οο.) Άγ. Βλ. λ. 97. 

Αρτεσιανά φρέατα, τα κληθέντα οϋτως 
εκ τή; Γαλλικής έπαρ/ία; ΑΓίοίδ. Σ/. Λεβ. 
λεξ. 61. — Άν. Σουλης 84. — Άλλ' Ιν 
τή Έφ. του λαού 23 Αύγ. 50 έτυπο^Οη άρ- 
θρον 'Αακρον, καθ' δ τοιαύτα φρέατα ήσαν 
γνο3στχ έξ άρ'/αιοτάτίϋν χρονών έν Αΐγύ- 
πτω και άλλα•/ ου. 

άρτηριϊτις, (Ιοίτο.). Σπ. Μπαλάν. — "Ιδε 
και άρτηρ ΐ τ ι ς. 

άρτηριοσκλήρννσις, ή. (ΐατρ.). 'Ρ. Ν. 
Β. έν Εγκυκλ. λ. 90. Εν δε λογοδοσία Πα- 
νεπιστη[χίου 95 υπό Σ. Μαγγίνα έγράφη" 
άρτηριοσκλήρ ω σις. 

άρτηρΐτις, ή. ( ΐατρ.). Ίω. Όλ. 

"Άρτηοιανά φρέατα, τά. Άγ.Βλ. λ. 97. 
— 'Ίδε Άρτ ε σιανά. 

α άρτι§ε§λημένη (!) θεωρία του Φαλλιχε- 
ι:ά'ύίο.» Φραγκ. Ζαι^βάλδ. 72. 

άρτίγδαρτος, 2. Ά. Μωραϊτίδ. 88. — 
Ή λέξ. 071 κακή. 'Άν έγράφετο γρα[α.;χατι- 
κο^τερον, δηλ. γωρίς τό γ, δεν θα ήτο τόσον 
σας-ή: ή σηαασία της. 

άρτιδάκτνλα, τά. (ζωολογ.) Φ. Ι. έν 
Έγκυκλ. λ. 

άρτίδροπος, 2. Σπ. Μηλ. 93. — Έν 
τοις Λεξ. τής άρ7_^. γλ. κείται τό έπίθ. άρ- 
τιδ ρ ε π ή ς. Έν δε τω Ν. Κοντ. λεξ. 89 
εύρηται τό άρτ ί Ο ρ ε π τ ο ς, δπερ προτΐ[Αώ. 

άρτιεπέού - ώ . Κ. Οίκ. 30. 

άρτιενρετος, 2. Σκαολ. Γκίκας. — Κ. 
Άσ. 

αρτικαής, 2. Ξ. Λάνδ. 48. — Ύπ. 
έν τοις Λες. τής άρ7. γλ. τό άρτίκαυ- 
στος. 

άρτικατα^υθισθέν. [^.τ/_. Ξ. Λάνδ. 40. 

άρτικεκαυμένος. [Ατ/. Ξ. Λάνδ. 40. 

άρτίκτητος, 2. Σπ. Ζαι^.π. 

άρτίλουστος,-^. Άκρ. 27 Σεπτ. 92. 

άρτιλύτρωτος, 2. Σπ. Π. ΛάίΑπρ. έν 
Ίίστ. έφ. 19 Μάρτ. 94. 

αρτιμέλεια^ ή. Άκρ. 1 Σεπτ. 80. 

"Αρτιον όρος, τό έν Γεριχανία ΗίΐΓζβθΙ)ίΓ- 
^6. Στ. ΣταΟοπ. 54. 

άρτίπαστος, 2. (ΐ/.Οΰς κτλ.) Σκαρλ. 
λ. 56. 

άρτίπλαστος, 2. Αίο^ν. 

άρτίπτωτος, 2. (βρο7ή.) Άκρ. 12 
Σεπτ. 88. 
153] 

Ιΰβ' 



αρτισκαφής 



άρχαιρδιφία 



άρτισκαφής, 2. (τάφος.). Κ. Ε. Χα- 
τζηπετρ. έν "Αστει 24 — 5 Ίουν. 92. — 
Ύγ.. εν τοις Λεξ. της άρχ. γλ. το ά ρ τ ί- 
σκαπτος" άλλ' έπροτι^τ^Οη έδώ, ό εις η ς 
τύπος, όπως και έν τω άνίοτέρω άρ τι- 
κ α τί ς, απλώς και μο'νον ί'να δυσκο룕^ω[^.εν 
εις τους πολλούς την της γλοίσσης μετα/εί- 
ρισιν. 
άρτισκεναστος, 2. Ξ. Λάνδ. 40. 
άρτίσπορος, 2. (φυτά.) Μ. Μητσάκ. 
άρτίτικτος^ 2. (βρέφη.) Εΰγ. Βούλγ. 
έν Άδολες-/, φιλοθ. τ6[ΐ. α'. σελ. 224. — 
Τό ορθόν είναι ά ρ τ ίτ ο•/, ο ς, ο καί εγουσι 
τα Λεξικχ της άρ•/. γλοίσσης. 
αρτίφυτος, 2. Αρ. Ι. Προβελ. 70. 
άρτο§ιομήχανος , ό. 'Λκρ. 14 Λΰγ. 88. 
άρτόγαλον, το Τουρκιστί τσιουρέκι. Ί. 
II. Μηλιο'π. 75. 
άρτοδοτεΐον, το. Γαλ. ρϋπβίβπβ. Γ. 
Θεο/αροπ. 34. 

άρτοδότειρα, ή. Φαίαξ έν Έστ. έφ. 8 
'Απρ. 94. 
άρτοειδης^ 2. ( σωο,άτια έ? οπτής γης 
άρ/αία.) Σ. Λ. Κ. 
άρτοκαρπόδενδρα,τά. Άκρ. .5 Απρ. 93. 
αρτόχαρσιος^ ό. Λ. Καφταντζ. 49. — 
Στ. ΣταΟοπ. .5Ί. — Ξ. Λάνο. 63. 

άρτοκλασΐται, οί. « κύριοι άρτοκλασϊται 
των 32 σωιχατείί-ον]». ΒαΙΙ-άο^ ανταπο- 
κριτής έκ Πατρών έν Άκρ. 31 Οκτ. 93. — 
"Αδηλος εις έ[ΐέ ερ.εινεν ή σηαασία της λέ- 
?εως. 
άρτολογία, ή. Άκρ. 17 Νο. 89. 
άρτοπλαστικός^ 3. (σκεύη. ) Κ. Κουρουν. 
έν Άρ/. έφ. ΆΟην. 96. 
άρτοποίησις, ή. (του σίτου.). Άκο. II 
Μάρτ. 91. 

άρτοπωλικός, 3. Η. Φλογαίτ. έν Βύ- 
ρ(')νι 76. 
άρτοηώλις, ή. — ΈψέχΟη υπό Κ. Σ. 
Κοντού τώ 74 έν τώ Λογ. Έρρ.η ό τονι- 
σ[ΑΟς ούτος της λέςεως, διο'τι οί αρχαίοι 
ελεγον ή άρτο'πωλις. Άλλ' ερωτώ έγο^' γί- 
νεται ό άρ/αϊος τονισ[ΑΟς εϋπρο'σδεκτος την 
σημ.ερον εις τα ώτά [χας ; 
άρτοφαγία, ή. Άκρ. 9 Νο. 86. 
άρτόχρους, 2. Α. Δ. Μιοραίτίδ. 92. 
"Αρνοι, οί. (=Αγ7&3.; ον. έθνους. Π. 
Περράκης έν Όρ.ηρο) 73. 

άρυταινοεπιγλωττικός^ 3. (έξογκοίσεις. 
πτυ/αί. σύνδεσαοι.) Γ. Καραιχητσ. 79. 
— Την λέξ. ταύτην άπη'ντησα έν τη Πα- 
θολογική ανατομία τοϋ Θ. Άφεντ. (54) γε- 
γραι^μένην οίνευ των συλλαβών τ α ι ν ο ή 

[ 



έκ σφάλματος τυπογραφικού, ή επίτηδες 
οίίτω συντετμημένην υπ' αύτοΰ τοϋ συγ- 
γραφέως, φεύγοντος τό μακροσκελές της λέ- 
ξεως. 

άρχαιέμποροι, οί. Ά. 'Ρ. 'Ραγκαβ. 48. 
^ Προλ. άρ/α ι οπ ρ άτη ς . 

άρχαϊκότης, ή. ( — άρ/αίσμος). Δ. Ι. 
Μαυροφρύδης 61. — Έψέ/Οη ή κατά ταύ- 
την την σημασίαν '/ρήσις της λέίειος υπό 
[Δ. Ν.] Β[ερναρδάκη] εν Πανδοίρχ τομ. 
2 του 61, σελ. 93. Νομίζω δμως έγοϋ, ότι 
δύναται να μένη εις /ρησιν προς δη'λοισιν 
άρ/αϊκοΰ ηΟους, τρο'που, αντί τοϋ τό ά ρ- 
/ α ι κ ό ν μετά γενικ. πτοίσ. και ή'δη /ρών- 
ταί τίνες τη λέξει οίίτως, άφου ?.αλώς κα- 
κώς ήγαπήθησαν το'σον έν τοις καθ' ή μας 
■/ρο'νοις αί εις ι κ ο' τ η ς λέξεις. Περί τού- 
τ(.ον Ί'δε όσα έν γένει εκτίθενται έν « Ψευ- 



οαττικισμου ελεγ•/Γ<)» υπο 



[Δ. Ν. 



Βερναρδ. ] σελ. 74 - 77. Πρβλ. καί την 
έξης λέξιν. 

αρχαϊκοτροπία, ή. δίιηία έν Άκρ. 24 
Φεβρ. 94. — Περιεργοτέρα του δέοντος λέ- 
ξις. Δεν μ' αρέσκει. 

«άρχαϊ'λα ανυπόφορος καί ναυτιοίδης», ή. 
Έμ. 'Ροίδ. 93. 

άρχαιο§ριθής, 2. (πατρίς ημών). Σ. 
Α. Κ. 87. 

άρχαίθ€ρόντητος . 2. "Αστυ 8 Φεβρ. 95. 

άρ;^αίθ/'ερ/*ανίσΓί.Μ.Δέφνερ έν Πανδ.71 

άρχαιόγλωσαος , 2. Γ. Ν. Χατζιδ. έν 
Έγκυκλ. λεξ. 

αρχαιογνωσία, τ^. Γερμ. ΑΙίθΓίΙιιιιηκΙίΐια- 
άθ. Π. Χιώτ. 1849. —Δ. Μαυροφρ. 61. 
— Π. Π. Ραζέλος 70. —Π. Καββαδ. 84. 

άρχαιογνώσΐης, ό. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 63. 
Γ. Ν. Χατζιδ. 98. 

αρχαιογνωστικός, 3. ( εγκλήματα ). 
«Έφ.» 1 Αύγ. 88. 

άρχαιογονικός, 3. (παράδοσις). Δημ. 
Γαλαν.— Π. Χιώτ. 59. 

άρχαιόγραμμος, 2. (κατατομαί προσώ- 
που). βιι11-(1ο(,' έν Άκρ. 26 Φεβρ. 94. 

άρχαιογραφικός, 3. (επιτροπή, πληρο- 
φορίαι.) Φοαγκ. Ζαμβάλδ. 72. — Μ. Ι. 
Γεδ. 85. 

άρχαιοδιαλεκτικός, 3. ('Λορφαί γλοίσσης.) 
Π. Χιώτ. 59. 

άρχαιοδιφέω -ώ . 8ϊιιπη έν Άκρ. 5 
Φεβρ. 95. 

άρχαιοδίφης, ό. Δ. ΠληΟωνίδ. — Ρ. έν 
Νέχ ΙΙανδ. Ίουν. 57. — Φίλ. Ίω. 71 — 
'Εμ. 'Ροίδ. 77. 

άρχαιοδιφία, ή. Β. έν Άκρ. 16. Δεκ. 90. 
154] 



αρχαιο8ιφικ6ς 



άρχαιοπώΧης 



άρχαιοδιφικός, 3. Β. Ψιλάζ. Ιν 'Εστ. 

11 ΣεΓ.τ. 94. — Έ-ι αύτοΌ. 19 Δε/.. 96. 

— "Ι(:ον εν Ά/.ρ. 7 Ά-ριλ. 98. 
άρ;ΐ^α«(5^ο^θ{, οί 'Ρωστιστί λεγοαενοι 

σταροβέρτσοι. Άν. Δ'-Οα/,δ. Κυο. — Πιστό- 
τερα ιχετάφρασις θα ήτο Άρ/αιοπιστοι, διότι 
β ε ρ α ή -ίστις' άλλα φαίνεται, δτι κατά 
τα έτερο'δοξοι , ορθόδοξοι Ιπροτι^λτίθη τό 
. . . δ ο ?0 ι. 

άρχαιόζηλος. ?. Στ:. Π. Λάια,πρ. 

άρχαιοΕλληνιχός, 3. "Αλφα; εν Άχο. 
22 Φεβρ. 94. Έτι 22 Δεκ. 95." 

άρχαιοθήχη, ή. (= Μουσεϊον ). Μ.Σ/ιν. 
εν τω «Θεατί]». — Τανΰ'ν ή λέξ. Ιν ^/ρήσει 
συνηθιος δια τας θηκας (άριχάρια] των άρ- 
■/αίων, ογι δια την οΐκοδοαη'ν. 

άρχαιοθραϋσται,ο[.<ι'Έι<:ξ>.» 17 Μάρτ. 95. 

άρχαιοΐδρνμένη (!) [χονη . Άκο . 29 
Σε-τ. 94. 

άρχαιΟΗαλλιτεχνιαόν Μουηεΐον έν Βιέν- 
νη. Τίπαβδ έν Άκρ. 5 Αύγ. 96. 

άρχαιοκαπηλεία, ή. Κ. Δ. Μυλ. 84. 

άρχαιοκαπηλεΐον, το. «Έφ.» 31 Ίουλ. 
88. — "Λστυ 17-8 Αύγ. 9ΐ.— Άκο. 15 
Μάρτ. 93. 

άρχαιοκαπηλικός, 3. ( πν.ίΊΖχΚο., έίΑπο- 
ριον.) Άκρ. 21) Μαίου 88 και ο Φεβρ. 98. 

— άρ•/αιοκαπηλικα όρνεα έν Κύποοί. Ν. 
Λανίτης έν Εστία 30 Σεπτ. 96. 

αρχαιοκαπηλικώς. Σωτ. Παπαγεωργ. 
εν Έστ. 5 Ίουν. 9Ί. 

άρχαιοκαττηλοθηρία , ή . « Έφ . » Μαρτ .95 . 

αρχαιοκάπηλος, ό. Άνδο. Μουστο?. — 
Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 42.— Τ. Νερ. 74. 

άρχαιοκατά€ατος, 2. (γλώσσα.) Σπ. 
Ζα|^1-έλ. 64. 

(ίάρχαιοκατόηληκτα ίίϋλαατα». Επιγρα- 
φή εϊκο'νο; σατυρικής κατά της άρ'/αιοκα- 
πηλείας έν τω Άστει της 29 Μαίου 88. 

άρχαιοκατασκευασταί, οί. Άκρ. 23 
Μαίου 88. 

άρχαιοκλοπεία, η. «Έφ.» 12 Φεβρ. 
88. — ΌρΟο'τερον θα έγράφετο δια του ι ή 
παραλήγουσα. 

άρχαιόκλοτζικός, 3. Γ. Κωνστριντινίδ. 
Μακεδ. 89. 

άρχαιοκλότΐος^ δ. «Εφ.» 3 Άπριλ. 88. 

άρχαιοκρΐται^ οί. Κ. Άσιόπ. 43. 

άρχαιολατόμοι, οί έν λο'φοις άρ/αιοθεν 
διασγ|αοις λατοι^-οϋντες ασεβώς. Κ. Κοντο'π. 
έν Χρο'νο) Αθηνών, 85. 

άρχαιολατρεία, ή Π. Χΐ'ότ. 49. — Σπ. 
Ζα[Λπέλ. 60. — 'Λντ. Μηλιαρ. 88. 

άρχαιολεξία, η. Σπ. Ζα|^.πέλ. 59. 

11 



άρχαιόλησζτος, 2. Άν. Χρηστίδ. έν ΚΤ' 
τοια. Έλ. φιλολ. Συλ. Κ|πολεο3ς. 

άρχαιολογεΐον. το. «Μι/. Σίδηρις Δη- 
αητρίου έν ονο'αατι Σάιχιος» έν επιστολή 
προς ήαας εκ "/ώρας Σάαου, τη 28 Νο 83. 

άρχαιολογήματα, τά. ΆΟ. Χοιστοπ. 33. 
— Σπ. Ζααπέλ. 64. -Ι. Χ. Δραγάτσ. 

άρχαιολόγικότης, ή. Άκρ. 4 Μαίου 87 
καί 11 Όκτ. 96: ξυλοσ/ιστικαί άρ/αιο- 
λογικοτητες έν Ελλάδι. 
*άρχαιοΧογικώς. Έλ. Κοίδ. — Σ. Α. Κ. 
45.— -Δ. Άλ. Χαντσ.— Π. Το;χπ. 6'.••.— 
'Αγ. Βλ. λ. 97. — Τό έπίρ. τοΰ'το εϋρηται 
ηδη παρ' Εύσταθίω τω Θεσσαλονίκης (είς 
'Οδύσ. σελ. ''915, 35) ώς είδα ιχετα την έν 
ετει 1883 εκδοσιν της Συναγίυγης |χου τών 
άΟησαυρ. κτλ. έλλην. λέξεων. 

άρχαιομάθεία^ ή. Κ. Κούα. 26. — Κ. 
Άσο^π.— Ήλ. Σταθο'π, 57.— Ίω. Καοασ. 
66.— Σ. Α. Κ. 73. —'Αγ. Βλ. λ. 97. ' 

αρχαιομαθής, 2. Θ. Άφεντ. 68. — Σ. 
Π. Λά|χπρος. 

αρχαιομανία. ή. Δ. Γρ. Κααποΰρ. 89. 

άρχαιομάχοι, οί. Γ. Χρυσοβέργης. 

άρχαιόμορφος, 2. ΆΟ. 'Ρουσοπουλος. 

άρχαιομύστης, ό. Χ. ΚαλωταΤος 79. 

άρχαιονομοδίφης, ό. Αιών. 

άρχαιοπαιδεία, ή. Κ. Άσίόπ. 43. 

άρχαιοπαίδεντος, 2. Σ. Α. Κ. 51. 

άρχαιοΠερσικός^ 3. Κ. Σ/ιν. 45. 

άρχαιόπιστοι, οί. ('Ρωσ. σταροβε'ρτσοι) 
Σ.Α.Κ. 90. 

άρχαιόηνενστος, 2. (στι/οπλοκοι). Π. 
Νιρβ. έν Άίτει 27 Άπριλ. 94. 

άρχαιοπολέα>-Μ . Γοούλ. έν Λκο. 20 
Φεβρ. 94. 

αρχαιοπραγματογνώμονες, οί. (!) Πρα- 
κτικά Κακουργοδικείου έν Άκο. 15 Όκτ. 
96\ 

άρχαιοπρατέω - ώ. Σ. Α. Κ. 87. 

άρχαιοπράτης, ό. Σ. Α. Κ. 77 καί 80. 
— Πρβλ. άρ/αιο π ώ λ η ς. 

άρχαιοπρέηεια . ή. Δ. Ι. Μαυροφρ. έν 
Φιλίστ. 61. — «Έφ.» 25 Μαίου 92.— 
Άκρ. 5 Άπρ. 93. — Κ<οστ. Παλαα. έν 
"'Λστει 10 Άπρ. 98. 

άρχαιοπροσκυνηταί, οί. "Ιων έν Άκο. 
7 Άπρ. 98. 

αρχαιοπτέρυγες, οί. ( παλαιοντολογ. ). 

Κ. Μητσο'π. έν Προ|Α. 16 Σεπτ. 90.— 

Νιρβ. έν Άστει 30 Ίουλ. 94, έν έπιφ. — 

Γ. Ν. Χατζιδ. 95. 

άρχαιοπώλης, ό. Άλ. Έυ.. Κοντολέων 

87. — Άλ. Βλ. λ. 97. 
55] 



αρχαιοσαυροι 



άρχιαγελάρχαι 



άρχαιόσανροι^ οί. ( -αλαιοντολογ.) Αιια. 
Νον. 7;ι 

άρχαιοσέ€αστος, 2. (τε1^.ενο^). Σ. Λ. 
Κ. 51. 

άρχαιόσεμνος, 2. Σ. Λ. Κ. ΊΊ και 78 
εν Φιλί^τορ'.. 

άρχαιοσπόριον, τό. ( φυτολογ. ) Σ~υρ. 
Μηλ. 1ν Έγ/.υχλ. λ. 

αρχαιοσυληταί, οί. 'Λχρ. 30 Ίουν. 9Γ). 

αρχαιοσυλί'α, τ;. 'Λ/.ρ. 10 Σε-χ. 90. 

άρχα^οσνλλέκτα^, οί. Συ]Αβολαιον .... 
εν 'ΛΟηνχ•.:. Πρβλ. τό έ?ής. 

άρχαιοσυνάκταί, οί. Λ. Λιούίχας. 

άρχα(θΐίχθ5, 2. (/ώρος.) Σβώλος δ'Ί. 

άρχαιοφιλία, ή. Λ. Γέλβερτ Ιν Ά/.ρ. 13 
Ίουν. 91. — Πρόκλος έν Άτλ. 12 Σε—. 96. 

άρχαιόφιλοι^ οί. "0[Αηρος 78. — Σ ( ω- 
τηριάοϊ,: ; ) έν Έστ. εφ. 12 Ίαν. 95. 

άρχαιόφρονες, οί. Χρυσαλ. 

άρχα^οφνλακ^κός, 3. Άκρ. 26 Μαίου 91 . 

άρχαιοφνλαξ, ό. Χρυσαλ. 63. 

αρχαΐσταί, οί. Π. Χιοίτ. 29. — Έρ.. 
Ί'οίδ. 88. 

άρχαϊστί. Π. Χιο^τ. 87. 

αρχαϊστικός, 3. Έ[λ. 'Ροίδ. 93. 

άρχαίτιος, 2. Στ. Ξεν. 90. — Πρβλ. 
άρ•/ ι α ίτ'.ος. 

αρχάνθρωπος, ό. Κ. Κούιχ. 

άρχαριακός, 3. ( ιχαθηματα. ) Έηγραφή 
βιβλίου εκδοθέντος έν Ναυ-λίω το 1839. 

άρχε^ουλία. ή. Φ. Β. έν 'Λκρ. 7 Ιαν. 
96. —Πρωία 9 Ίουν. 97. 

άρχεγονιάται, οί. (φυτολογ.) Σ. Μηλ. 

άρχεγόνως. Δ. Πετρούλ. 67. 

άρχέξωα, η άνιττοζοία, τα Φραγκιστί 
ρΓοΙοζοα. ΊΙρ. Μητσο'-. 81. 

αρχειακός, 3. (εγγραφον. ) Σ. Π. Λάιχ- 

άρχειοδίφης, ό. Δελτ. Έστ. 4 Δεκ. 88. 
— "Αστυ 25 — 6 Φεβρ. 92. ^ 

άρχειοθήκαι, αί. Έφ. Κυβ. — Σ. Π. 
Αάα-ρ. 

άρχειοφυλακεΐον, το. Π. Χιώτ. — Κ. 



Καραπάν. 82. — Έφ. Κυβ. 85 — Π. Κ. 
Γρατσιάτ. 88. 

άρχειοφύλαξ, Ό. Άγ. Βλά/. 67. — Ν. 
Κοντό-, λ. 89. 

άρχεκκήρνχτος., 2. Λε?. νοίΑοτε^ν. 40. 

άρχεπαγής, 2. ( τύ-οι. )Ά. Μουστοξ. 

άρχεπαναστάτης, ό. Λες.νοΐΑοτε/ν. 40. 
— Πρβλ. άρ•/ [ £ -αν. 

άρχέπλαατος, 2, (ουσία.) ΊΙρ. |Μη- 

αρχεσί§ονλος, 2. Ε-. Κ. Κυριακ. 92. 

άρχεσπόριον, τό. Γ. Ν. Χατζιδ. 98. 
=άρχενς, ό. Οϋτως ώνοιχάσθη υ-ό του 
Παρακελσου ή ενεργητική δύναιχ'.ς, ήτοι τό 
τ:νεΰ[^.α τό ζωογονούν τό στοι/εΐον, άρ•/3Ϊς 
-ληθυντικώς οί κατά Ίωάννην Έλαόντον 
Ν. ΚοτΓ. 76 έν Ίστορ. φιλοσοφίας, τό[χ. 
γ'^σελ. 479 — 482. 

άρχηγάρχης, ό. ( !) ό Θ. Π. Δ. «Έο. β 
6 Φεβρ. 95. 

άρχηγεΐον, το. Ελ. Κοίδ. 

άρχηγεμονίαι Ί'ουαουνικαί. Δαν. Φιλί-. 

άρχηγεμονικώς. Δαν. Φιλί-. 

άρχηγεμών.1 καί άρ•/ιηγε(χών Αυστρίας, 
Γέρα. ΕγζΗθγζο^. Γ. Ζαβίρ. 

άρχηγεσία., ή. Άκρ. 19 Ίουλ. 92. 

άρχηγενω. άρ/ηγεύοντες. αΈφ.» 24 
Μαίου 94. — 'Τπ. έν τοις λεξ. της άρχ. 
γλ. ρήΐΑα άρ7ηγ ε τ ε ύ ω. 

αρχηγία, ή. Σκαρλ. λ. 56. 

άρ;(};^ινα,ή.(-ολεα.ιστών).'Ακρ.9'Οκτ.97. 

άρχηγίς, τι. (ναΰ'ς, έο' ής ό άρχ^ηγός ναυ- 
τικής μοίρας) Άκρ. 1 'φεβρ. 98." 

άρχηγίσκος, ό. Εο. 88. — Άκο. 8 
Φεβρ. 94. 

άρχηγΐτις, ή. ον. νόσου των πολιτικών, 
ης οάορ.ακον αί έκλογικαί κάλπαι. Τοξο'της 
17 'Ν0.96. — Πρβλ. τό έξης. 

άρχηγόμανία, ή. Άθ. Χριστό-. 

άρχηγόσανροι. οί. (παλαιοντολογ. ). Κ. 
Μητσό-. 91). 

άρχιαγελάρχαι., οί. ( έν τοις -ολιτιχοϊς 
κό[χΐΑασιν ). Άκρ. 1 Αύγ. 94. (*) 



(*) Τοιαΰται λέξεις, εχουσαι δηλ. δίς τό αρχ., είναι έν τη Συναγωγή ταύττ) ετι 
αί έξης" άρ-/ιαυλάρ•/ης, άρ•/ιγυ[Ανασιάρ•/ης, άρ/ιδασάρχης, άρ/ιδη'ιχαρχος, άρ•/ιεράρ-/ης, 
άρ•/ικθ[χ;χατάρ•/ης, άρ-/ικορδονάρ•/ης, άρ"/ιναυαρ•/εϊον, άρ'/ιναυαρ"/έω, άρ"/ιναυαρ/ία, άρ- 
■/ιναύαρ7ος, άρ7ΐ-λοίαρ7ος, άρ/ιπολεΐΛάρ-ζαι, άρ7ΐσπειράρ7ης, άρχισυναλλαγάρ/ης, άρ- 
7ΐσυνδυασ|Αάρ7ης, άρ7ΐτελετάρ7ης, άρ/ιτοπάργης, άρ•/ιτσελιγκάρχης, άρ"/ιτσιυ.πουράρ- 
•/ης, άρ•/ιφρούραρ"/ος, άρ•/ι•/ρεωκο-άρ•/ης. Δύο δε [χόνας τοιαύτας, αν άσφάλτ(ος ήρεύ- 
νησα, 'έχουσι τά της άρ-/. γλ. Λεξικά, κ' έκείνας εκ τών κάτω χρο'νων, εκ τώ^ Ώριγένους 
και Ζο^σίαου συγγραιχιχάττον, τόν άρ•/ιφύλαρ•/ον και τόν αργιγίΧίαργοΊ, λέξεις, ως υπο- 
θέτω, της έπισ^αου Κυβερνητικής γλώσσης. 

1156 1 



άρχιαγροφύλακες 



αρχιγυμνασιαρχης 



άρχίαγροφνλακες, οί. Έφ. 29 Όκτ. 91. 

άρχιαγύρτης-, Ό. «Έφ.» 10 Ίουν. 93. 
— άρ•/ιαγύρτις, ή. «Έφ.» 91. 

άρχιαθίγγανος, οί. 'Λκρ. 11 Αύγ. 88. 

άρχιαθλητής, 6. 'Λ/.ρ. 26 Αύγ. 91. — 
Γ. Π. έν "Αστα 7 Μαίου 96. 

άρχιάθλιος, 3. Άχ.ρ. 23 Μάρτ. 92. (*) 

άρχιαιρετικός, ό. Κ. Παπαρ. 71. 

άρχιαίτιος. 2. 'Α/.ρ. 29 Όκτ. 93 και 
8 Ίαν. 9.ϋ. 

άρχιαλάατωρ^ ό. Στ. Ξεν. εν Βρετ. άστ. 
28 Νο. 91. 

άρχιαμαξηλάτης, ό. Άκρ. 3 Όκτ. 9δ. 

άρχιαμαξοατοιός, ό. Α. Χουριαουζιάο. 73. 

άρχιαμαρτωλός, 3. ο Εφ.» 22 Ίουλ. 90. 

άρχιαναρχικός, 3. Κιοστ. Παλαα. έν 
Έστ. 16 Φεβρ. 92. 

άρχιαναστενάρης, ό. Α. Χουρ[χουζιάδ. 
73. — "Ιδε Αναστενάρια έν τίο οΐκείω το'πω 
της Συναγωγί,; ταύτης. 

άρχιαναστηλωτής, ό. Άκρ. 7 Ιαν. 91. 

άρχιανίκανος, 2. "Αστυ 1 Αύγ. 94. 

άρχιανιχνευτής, ο. Άκρ. 15 Ίουν. 97. 

άρχιαντιπολιτενόμενοι, οί. «Εφ.» 9 
Φεβρ. 90. 

άρχιαντισημίτης, ό. «Εφ.» 3 Μαίου 91. 

άρχιαπεργός, ό. Άκρ. 7 Ίουλ. 94. 

άρχιαπογοητευμένος. [ατ/. Άκρ. 4 
Φεβρ. 89. 

άρχιαποθηκάριος, ό. Άκρ. 4 Ίουλ. 95. 

άρχιαατοστάτης^ ό. Σπ. Τρικούπ. 

άρχιαρθρογράφος, ό. ( έν έφηΐΛερίδι -ο- 
λιτικί|. ) «Έφ.» 5 Μαίου 91. 

άρχιαρτοδότης, ό. Γ. Τ^ουσιάδ. 48. 

άρχιαστρονόμος, ό. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άρχιαστυνόμος, ό. Θ. Παπάζ. — Κ. 
Άσ. — ΆΟ. Σακελ. 90. 

άρχιαστνφνλαξ , ό. Άχρ. 9. Απρ. 96. 

άρχιατάσθαλος, 2. Άκρ. 26 Άπρ. 91 
και 1 Σεπτ. 92. 

άρχιατρεΐα^ τα πάρα τοϊ'ς άρ/ηγείοις τοΰ 
στοατού'. Άκρ. 13 Άπρ. 86. — Βασ. διάτ. 
15 Μάρτ. 97. 

άρχιατρεύω. ίψΐ άρ/ίατρος. Σπ. Μαυ- 
ρογέν. 85. —Ν. Κοντ. λ. 89. 

αρχίατρος, ό. Έφ. Κυβ. — Σπ. Μαυρο- 
γέν. 85. 

άρχιανλάρχης, ό. «Έφ.» 2 Μαίου 89. 

άρχιαυλικοί οί. Άκρ. 29 Οκτ. 94. 

άρχιαχθοφόρος, ό. 



άρχι€αθμονχος, της Μασοίνικής στοάς 
ήτο ό -/εδίβης της Αιγύπτου Τεοφίκ. «Έφ.» 
4 Ίουν'. 92 

άρχι€άρ€αρος, 6. Έλ. '/ρον. 25. 

άρχι^ασανιστής, ό. Άν. Γούδ. 

αρχιξέ^αίος, 2. Άκρ. 26 Νο. 90. 
-\-άρχι6εζίρης ό. Σπ. Τρικούπ. 60. 

α.ρχι€ι€λιοψνλαξ, Ό. Σπ. Μαυρογεν. 
-\-άρχι€ιολιστής, Ό. Άκρ. 17 Άπρ. 96 

αρχι€ι,ομήχανοι, οί. Άκρ. 14 Μάρτ. 89. 

άρχι€λάξ ό δείνα. Βλ. Γαβρ-.ηλίδ. 79. 
— Άκρ. 10 Ίουν. 93. 
-\-άρχι€όνζοι, οί. «Έφ.» 93. 

άρχιΘουλεντής, ό. (^άρ/ιτύιχβουλος. ) 
Δηυ.. Γαλχν. — Κατ' όίλλην δε ση[χασίαν ή 
λέ?. έν Άκρ. 13 Ίαν. 90. 

άρχιγένεθλος, 2. 

^ Αρχιγένεια σ/ολεΐα και παρθεναγωγεία 
έν Έπιβάταις της ιχεσημβρινής Θράκης 
διατηρούιχενα έκ κληροδοτηαατος του ΐατροΰ 
Άρ/ιγένους Σαράντη, δς έξέδωκε βιβλίον 
υγιονοαίας τώ 1841 έν Παοισίοι^. Καιοοί 
16 Όκτ. 9.5. 

άρχιγενέτης, Ό. Π. Ξενάκ. 72. 

αρχιγεν-ης, 2. Δ. Βρετο'π. έν Ό[Αηρω 
73. — Ύπηρξε το πάλαι κύριον ιατρού 
ονο|^.α Άρ'/ιγένης, δ καίτις των καθ ' ημάς 
ιατρών προσέλαβε προς τω Σαράντης, ό 
έκδοϋς έν Παρισίοις τω 1841 ύγιονοαίαν. 

αρχιγέννητος^ 2. Κ. Σάθ. έν Χρυσαλ. 66. 

άρχιγεωμέτρης,ό. Ή[χερολ. Άνατολ. 03 

άρχογεωργός, Ό. Άδ. Κορ. 
-{-άρχιγιανίτσαρος, ό. Βασ. Ψιλάκ. έν 
ΆναγνίόσίΑα'-ιν Εταιρίας Έλληνισιχοΰ, 94. 

άρχιΓκέκας, ό Η. II. Λ. Εφ. 97. 

άρχιγλυκισματοποιός, ό. Άστυ 8 
Όκτ. 95. 

άρχιγραμματεία, ή. Έλ. /ρον. 24. — 
Άστυ 3Αύγ. 95. — Πρωία 28 Μάρτ. 97. 

άρχιγραμματενοντος τοΰ δείνα. Ν. 
Σπηλ. — Έπ. Κ. Κυριακ. 92. 

άρχιγραμματενς, ό.Ν. Σπηλ. — Όεΐιέί^ηβ 
λεξ. — Ν. Κοντοπ. λε?.89.— Άγ. Βλά/. 

άρχιγραφειοκράτης, ό. Άκρ. Φεβρ. 90. 

άρχιγραφεύς, ό. Λε5. νοιχοτεχν. 4θ. — 
Άγ. Ρ.λ. 87. ^ 

άρχιγυμνασιάρχης, ό. Έφραίιι ίεροια.ο- 
να/. 1683, παρά τω Π. Τριανταφυλ. έν 
τω βιβλίω : Οί φυγάδες, σελ. 1 19. 



(*) Τοιαύτης συνθέσεως λέξεις, (χέ το ά ρ χ^ ' δηλ. και έ π ί Ο ε τ α, όποΐαι έν τ^ 
Συναγωγή ταύτη άνεγράφησαν πολλαί, δεν ήσαν συντίθεις έν τη άρ•/αία γλώσση. 

[157] 



άρχιγνμνάόίόν 



αρχιεηίΐίχοηιχος 



άρχιγνμνάσιον το έν Ίίοαννι'νοι;. Μπά^ 
λάν. Βϊ^ιλό-. 

άρχιδακτνλονργός, ό. Άκο. 20 'Α~ο. 
92 χαί 4 Ίαν. 97. 

άρχιδασάρχης, ο. Ά/.ο. 29 'Ιάν. 89. 

άρχιδασονόμος, ό. Άθ. Σακελ. 90". 

άρχιδασοφνλαξ, ό. Έφ. Κυβ. 

άρχιδειλός, ό. Άκρ. 22 'ϊαν. 95. 

άρχιδενδροκόμος, ό. "Λστυ 1.5 Ίαν. 94. 

άρχιδεσμοφνλαξ^ ό. Ίω. Πατάκ. 

άρχιδημαγωγός, ό. Άκρ. 25 Δεκ. 9(3, 
και 30 Ά-ρ. 93. 

άρχιδήμαρχος, ό. Ήλ. Δασσαοτ^τ. έν 
'Λκρ. 1'ι Ίουν. 87. — Άκρ. 31 Μαίου 95. 

άρχιδημευτης -ρωθυτζουογο':, ό. Άκο. 
9 Φίβρ. 91. 

αρχιδι^μιος^ Ό. 'Ιω. Καρασ. 67. — Άν. 
Πολυζ. 70. — Στ. Ξεν. 

άρχιδημοχόηος, 2. 'Λνδρ. Λασκαρ. 86. 
ίίάρχιδημόσιοι και δηαοτιοί και υποδηΐΛΟ- 
σιοι χελώνα; παρά 'Ρωα.αίΌ•.ς ». Δ. Ν. 
Δάρβ. έν έκδ. Κέβητος Θηβαίου ::ίνακος 
καϊ Έ-ικτητου έγ/ειριδίου τώ 1799, σελ. 
123. 

άρχιδ^ά&ολος, ό. "Αγ. Βλ. 64. -— Στ. 
Ξεν. 90. 

άρχιδιαδηλωτής^ ο. Άκρ. 17 Σε-χ. 90. 

αρχιδιαχονία, ή. Γεδ. 88. — Στ. Ξέν. 
εν Βρετ. άστ. 19 Νο. 91. 

αρχιδιάαονος. ό. Μελετ. Πηγάς. Γεδ. 88. 

άρχιδιαφθορεύς^ 6. Στ. Ξέν. έν Βρετ. 
άστ. 20 Δεκ. 91. 

άρχιδιαχειριστής, ό. «Έφ.» 11 Φεβρ.88. 

άρχιδιδασπαλία, η. Γ. Γεννάδ. 25. 

άρχιδιδασκαλικός, 3. (καΟέδοα.) Έοα. 
λογ. 11. 

άρχιδιερμηνενς^ ό. (-ρεσβείας). Άκο. 
25 Φεβρ. 96. 

άρχιδιευθνντής, ό. « Έφ. » 11 Φεβο. 
88. — Άκρ. 19 Ά-ρ. 92. 

άρχιδιεφθαρμένος. ;ατ/. Άκο. 21 Ίουν. 
94 καϊ 13 Ίουλ. 96. 

άρχίδιχαστήζ, ό. Λεξ. νοαοτ. 40. — 
ΊΙλ. Τανταλ. 68.— Στ. Ξεν. 90. 

αρχιδικηγόρός, 6. Στ. Ξέν. 72. 

άρχιδιοίΗητής, ό. Π. Δ. [χετάφο. έν 
Λονδρα 40, σελ. 889. 

άρχίδιοργανωτής, ό. Άκο. 21 Μαίου 
91. 

άρχιδιορθωτής, ό Γ. Χατζιδ. 

άρχιδινλιστής, ό. Όδ. Μαργαρίτ. 90. 

άρχιδοκός ααρμαρίνη, η. Γαλ. ΕίΓοΙιί• 
ΐΓ»νβ. Γ. Χρυσοβέργ. 
-\-άρχιδόκτωρ. δ. Άστυ 16-7 Νο. 92. 



άρχεδολοφόνος, 2. Στ. Ξέν 58. 
-\-άρχιδουκάτον, το. Βιβλίον Καισαρο- 
βασ'.λ'.ζη πατέντα, 791. 
--\-άρχιδονκενω. ΆΟηνα 21 Δεκ. 32. 
-\-άρχιδουκικός. 3. Άκρ. 16 Φε€ρ. 89. 
-\-άρχίδονΗΐσσα, ή. Β'.βλίον Καισαρο- 
βασιλική πατέντα, 791 . — ΤϊιηβδΟή έν Άκο. 
4 Ίουν. 96. 

+άρχίδουξ, ό. Ίταλ. ΛΓοίάαοα. ΓερίΑ. 
ΕγζΙιβγζο^. Τΐπιβδοη έν Άκρ. 4 Ίουν. 96. 

άρχιΔρνΐδης. ό. (παρά τοις άρχάίοις 
Γαλάταις.) Δ. Α. Κορο^χ. 85. 

αρχιδνοηρεστημένος. ρι^τ/. Άκρ. 4 
Φεβρ. 89. 

αρχιεΘραϊστί' ύπερβαλλόντως καθ' Έ- 
βραϊκόν -.ο''^~ον. Άκρ. 13 Ίαν. 88. 

άρχιεκατομμυριοϋχος, 2. Άκρ. 21 
Φεβρ. 90 κα• 28 Δεκ. 92 και 24 Ίουν. 94. 

άρχιεκτελεστής, ό. (=άρ/(δτί;χιο;. ) Ίω. 
Καρασ. 07. — Άκρ. 1 Όκτ. 95. 

άρχιελεγκταί, οί. Άκρ. 30 Ίουλ. 89. 
— 'Άστυ Μ Μαίου 94. 

άρχιέλλην, ό. Γ. Ν. Χατζιδ. 

άρχιεμ§αλωματής, ό.Άκρ. 20 Σεπτ. 90. 

άρχιεμπειρικός, ο. Παλιγ. 26 Σεπτ. 
92. — Άκρ. 13 Άπρ. 93. 

άρχιενδιαφερόμενοι^ οί. «Έφ.» 90. 

άρχιένοχος, 2. Άκο. 12 Αΰγ. 86 και 19 
Αυγ. 91 και 18 Δεκ. 94. και 18 Άπρ. 97. 

άρχιεξελεγκτής, ό. Ήιχερολο'γ. Ανα- 
τολή; 83. 

άρχιεξολοθρευτής, ό.Ά^ρ. 12 Αΰγ. 92. 

άρχιεπαίτης, ό. Στ. Ξέν. έν Βρετ. άστ. 
13 Νο. 91. 

άρχιεηαναατάτ-ης^ 6. Σπ. Τρικούπ. 60. 

άρχιεπιθεωρητής, ο. Έφ. 91. 

ά.ρχιεπί§ονλος, Ό. Άθηνα 5 Μάρτ. 3?. 

αρχιετΐίλεκτος, 2. Άκρ. 14 Αΰγ. ίί2. 

άρχιεηιμελητής^ ο. Νέαί έφ. 5Νο. 87. 
— Ακρ. 16 Μάρτ. 96. 

άρχιεπιμελήτρια, ή. Πρακτ. φιλεκπαιδ. 
εταιρία; 89 — 90. — Έστ. έφ. 9 Φεβρ 
97. έν έπιφυλ. 

άρχιεπίσ-ημον όργανον έφηαεριδογραφι- 
κον. Άστυ 27 Ίουν. 95. 

άρχιεπισκοηεία, ή. Ν. Κοντοπ.λε^. 89. 

αρχιεηισκοπεΐον,~όΛ\.. Κούιχ. — Άκρ. 
2 Αΰγ. 94.— Σπ. Δε Βιάζης έν Παρν. 
φυλλαδ. 12 Αΰγ. 94. 

άρχιεπισκοπεύων. ατ/. Θ. Φάρα 

άρχιεπισκοπήσας. [χτ/. Μητροφάν. 
Γρήγορα;, 760- — 'Ίδε Νεοελ. φιλολογ. 
Α. Π. Βρετοΰ. αέρ. α'. σελ. 15 ί. 

άρχιεηισκοηικός,'λ.Ηίόγ.\.ΒΊ[>.τζός, 69. 

158} 



άρχ*£3ΐΐστΛτης 



ά^χικαπεταναιοί 



άρχιεπιστάτης^ ό. "Αττυ 14 Φεβρ. 95. 

άρχιεσζιστολενς, ό. "Εγγραφ. Οκουργείου 
ναυτικών 86 καΙ 94. — 'Ράϊνεκ έν "Αστει 
17 Νο. 96. 

άρχιεπι,τελάρχης, ό. Έσπερ. Άκρ. 28 
Μαίου 97. 

άρχιεπίτιμος -ροεορος, ό. Στ. Ν. Λρα- 
γούμ. έν Έστ. εφ. ]Π Μάρτ. 96. 

άρχιεπιφυλλιδογράφος, ό. "Αττυ 20 
Μάρτ. 91. 

αβχίείτόπταί, οί. Άκρ. 21 Σεπτ. 96. 

άρχιεραχοτρόψος^ Ό. Έτ:. Στα[Αατ. 96. 

άρχιεράρχης^ ό. ΧρύσανΟ. Ίεροσολύ(Χ'ον 
7.. εν Έλ. φίΛολ. συλ. Κστ-λ. 64.- Ν. 
Σπανό, έν Άκρ. 26 Ιαν. 93. 

αρχιερατεία, η. Επιγραφή αονης τίνος, 
τού έτους 1735, έν « Φηυ-Τ) », ή[/.ερολογίο) 
του 1887. — ϋβ1ιβς[αβ λεξ. Γραικ. κ. Έλλ. 

άρχιεράτευσις, τ,. Κ. Οϊκ. 

άρχιερατενων, ό. Επιγραφή [χονής τίνος, 
166(Ί. έν « Φή[ΑΤ) », ή[Αερολογίω τοΰ 1887. 

— ΰβΐιβειιιβ λεξ. Γραικ. κ. Έλλ. 
άρχίερατίχόί. 3. ΤΥβί^. λε^. 796. 
άρχιερατιχώς. "Εγγραφον πατριάρ^^ου 

Κστπλ. 1698. — Έτερον εγγρ. [μητροπό- 
λεως Ααρισσης 1795. 

άρχιεργάτης, ό. άρχιεργάτις καϊ άρ/ι- 
εργάτρια, ή. Άκρ. 1 καϊ 9 Ίαν. 87 και 
ΐ''.Ι 'ΐ'ουλ. 94. — Άττυ 6 Φεβρ. 95. 

άρχιερίδιον, το. Άδ. Κορ. 

άρχιεργοστασιάρχης, ό. 'Εγκο'λπ. ναυτ. 
ή [Αε ρ ο λογ. τοϋ 97. 

άρχιεροττραξία, ή. Γρηγο'ρ. Ε' Πα- 
τρ'.άρ/. Κ^τπλε'υς έν άφορισ;χ(Τ) τοΰ 1821. 

άρχιεροττρεπεστάτη προ'σοψις του πάπα 
Ρώυ.τ,ς. Άρσέν. Μονεαβααίας, 1534. 

άρχιεταίρα. ή. Στ. Ξέν. έν Βοετ. άστ. 
5 Δεκ. 91. ■ ^ 

άρχιεταιριστής, ό. Στ. Ξέν. 88. 

άρχιενεργέτης, ό. Στ. Ξέν. 89. 

άρχιευνοονμενος, ό. Άκρ. 27 Μάρτ. 93. 

άρχιευσε€ής, 2. «'Εφ.» 26 Αύγ. 89. 
αάρχιενταξίαν άς ονοι^άσοίμεν τόν έν 
Άγγλια άρ/ιουίκ». Άκρ. 27 Φεβρ. 94. 

άρχιεφημέριος^ ό. «'Εφ.» 5 Ίαν. 90. 

— "Αστυ ϋ — 1 Σ επτ . 91.- Άκρ . 1 
Αύγ. 9δ, έν έπιφυλ. 

άρχίεχθρος,ό. ΓερίΑ.ΕΓζίβΐηίΙ. Κ. ΚούΐΑ. 

— Γ. Μ. ι;:, έν Έστ. έφ. 10 Μαίου 9•>. 
άρχιζενγίτης, ό. ( έν γείοργικί] ι/ολί].) 

Νέα 'Ελλά:, ήαερολο'γ. τοΰ 94. 

άρχιζωοκλέπτης,ό. Άκρ. 31 Μαίου 91. 

άρχιηγεμονική, ('Ιταλ. άαβϋΐθ) βιβλιο- 
θήκη Ψλιυρεντίας. 

[1 



αρχιηγετης, ο. (πολιτικού κομιχιχτος. ) 
Άκρ. .:! λι/.. 90. 

άρχιηγονμενοι, οί. ((Αοναστηρίων.) Τί- 
ιηβδ. έν Άκρ. 4 'Ιουν. 96. 

άρχιηλίθίος, ό. Θ. Βελλιαν. 89. 

άρχιημέτερος ό δείνα. Άκρ. 30 'Ιουν. 90. 

— Ή λέξις αναφέρεται εις τους ηή|Αετέρους)) 
τοΰ Θ. Π. Δ. όπως τους γράφει συ/νά 
ή Πρωία, [χάλιστα έν τοις ετεσι 97 και 98. 

άρχιήρως, ό. Άκρ. 30 'Ιουν. καϊ 2 
Φεβρ. 92.— 'Άστυ 8Μαρτ. 94. 

άρχιΗ' ψαιστος Γεριχανος, ό τηλεβολο^ν 
τε/νίτης Κρουπ. Άκρ. 9 'Ιουν. 90. 

άρχιθαλαμηπόλος, ό. Γεο. Μαυοογιάν. 

— 6ν. Πανδ.Η5 Νο. 69 — Ν. Κο'ντ. λ. 
89. — Άγ. Βλ. λ. 97. 

άρχιθαλάμιος, 2. Κυρ. Καπετ. 08. 

άρχιθέαινα, ή καΰ 'ϋυ.ηοον ποέσβα Οεχ 
"Ηρα. Άλ. Πάλλης 92. ' 

άρχιθερμαστής, ό. Άκρ. 17 'Ιουλ. 88. 

άρχιθερσίτης. ό. Άο. Κορ. 20. 

άρχίθηρίον ό ανΟοίϋπος. Ν. Π. Παοί- 
ση; 86. 

άρχιθησαυροφνλαξ . '<} έν Αγγλία. 
Άστυ 10 Ίαν. 96. 

αρχι,θρααεΐς^ οί. Άκρ. 7 Ίουλ. 94. 

άρχιθνρωρός, ό. Ίω. Καρασ. — Άθ. 
Παλαιολο'γ. ήαερολο'γ. 83. 

άρχιϊδιότροηος, 2. Άκρ. 20 Ιαν. 92. 

άρχά'δρυτής^ ό. 'Άστυ 10 — 1 Ίουν. 93. 

άρχά'εροκήρυξ, ό. «Εφ.») 15 Σεπτ. 92. 

άρχιί'ησονΐτης^ ό. Νέαήα.91. 

άρχιΐπτιοκόμος, ό. Ιΐανδ. 15 Νο. 63. 

— Αγ. Βλ. λ. 97. 
άρχικαγγελλαρία, ή. Ίω. Ινυλέτ. 41. 

-{-άρχικαγγελλάριος, ό. Γερμ. ΕΓϋΙίαη- 
■Δβι. Γ. Ηεο/αροπ. 34. — 'Κζ>. Κυβ. 35. 

— Ίω. Κωλέτ. 4 1 . — Έν Άκρ. 19 Όκτ. 
94 έγράφη" άρ•/ικαγ κ ε λ άριος. Καϊ άλλοι 
γράφουσι [Αε το κ τήν λέξιν ( όπερ ορθότερα 
γραφή, 6/ 1 δε τα δύο γγ), άλλα δια τί πα- 
ραλείπουσι το δεύτερον λ, ένω το απαιτεί ή 
, λατινική λες. οαηοβίΐί ; 

■ 'ι άρχικαδης, ό. «Έφ.» Φεβρ. 95. 

άρχικάθαρμα, το. (υβριστική κατ' αν- 
θρώπου λ^ςις. ) Πρωία 14 Αύγ. 98. 

άρχικαθηγητής . 6. Στ. Ξέν. έν Βρετ. 
άστ. 7 Φεβρ. '.).'. 

άρχιχαχόπιστος . 2. ΙΙαλιγ. 2 Φεβρ. 94. 

άρχίΗαλλιεργτιτΎΐς, ό. ΙΙαπαγιαννακοπ. 
έν ]': = . 21 Μαίου 87. 

άρχίχαλλι,τέχνης^ ό. "Οι^ηρος. 
^άρχίκαπεταναΐοί, οί. Άκρ. 15 ^νπρ. 
95. ΑύτοΌι. ό έν. άρ. άρ•/ικαπετ ά ν ι ο ς. 

59 ] 



άρχικάπηλος 



άρχιμανδρεΐον 



άρχιχάπηλος. ό. Στ. ^ιεν. εν Βοετ. 
άστ. 5 Λ£/.. 91. 

άρχικαηνοδοχοκαθαρισταΐ δύο {τ.οΧ:- 
-.'.ν.οί, δηλ.) Άχ.ρ. 27 Σε-τ. 93. 

αρχίΗαπνοηώλης^ ό. Γ. Σουρής 92. 
-\-άρχίκαρδινάλίος^Ό. Γ. Θεο/αρο'τ:. 34. 

άρχικαταδότης, ό. 'Λ/.ρ. 3 Δεκ. 86. 

άρχιπατασκεναστής, ό. Νεα έο. 8 
Όκτ. 90.^ 

άρχικατάσκοττος . ό. 'Α/.ρ. 1 Όκτ. 9.ί. 

άρχικαταστροφεύς, ό. Άκρ. 20 Αύγ. 
86 και 17 α:-;. 98. 

άρχικατεδαφιστής, ό. Ακο. 10 Μα- 
ίου 9-2. 

άρχικατηγορούμενος,ό .' Α/.^ . "Ιουλ. 98. 

άρχικελευστής. ό. Έφ. Κυβ. 

άρχικητζονρός, ό. Άγ. Βλ. λ. 97. 

άρχικλέπτης. ό. «Εφ.)) 21 Μχρτ. 88. 

άρχικλέπτρια. τ,. Στ. Ξεν. εν Βοετ. 
άατ. 21 Δεκ. 91. 

αρχίκληρικός, ό. Άκρ. 14 Αΰγ. 9δ, εν 

άρχικλητήρ^ 6. 

άρχίκλίέανεύί, ο. (έν στρατ'.'οτ. άρτο- 
-οιείιο. Κάιρο•. 15 Μάρτ. 93. 

άρχικοινοίνισταί, οι. (οίον ό Λασαάλ 
καΐ άλλοι.} Άκρ. 22 Αύγ. 86. 
-\-^ Αρχικό λαός, ό. άρ/ηγό; Κολάων, των 
-αρά τοΐ:. . . , . Άδ. Κορ. 23. 

άρχικολυμ§ητής, ό. Άκρ. 29 Αΰγ. 91. 

άρχικομματάρχης, ό. (-). Βελλ-αν. έν 
Άκρ. 86. 

-{-άρχικορδοναλήπασσα δικτατορλειλά- 
αα ! κλ/,τ. πτωαι: ονοαατος γεν. άο^εν. 
Τωατ,ό: 2Ν Σ:-τ. 96. ' 
-|-άρ;(^ίκορδθϊ'άρ;ί?;?, ό. Άκρ. ^ί Μα- 
ίου 91. 

-\-άρχικορδονάς, ό. Άκρ. 2 Ά-ρ. 92. 
Η-αρχικορ<5ονάτθ5, ό. Άκρ. 21 Μάρτ. 9δ. 
-]-άρχικορδονικός, 2. Ά^τυ 8 — 9 Μαοτ. 
92 και 25 Ίουν. 95. 

-\-άρχικορδόνιος, ό. Άκρ. 6 Ίουλ. 91. 
-—άρχοκορδονιστής, ό. Άκο. 12Μαοτ. 
91.— «Έδ.« -23 Μαίου 91. — Άίτυδ— 
9 Όκτ. 91. 

άρχικοσμηματογράφος, ό. Άκρ. 17 
Ίουλ. ί>8, έν έπιςυλ. 

άρχικοσμήτωρ^ ό. (έν τοίς Ολυα-ιακ. 
ί'(Μ•. τοϋ 96). Έστ. έφ. 7 Μάρτ. 96 

άρχικοϋκκος, ό. Θ. Γ. Ορφ. 58. 

άρχικονρενς, ό. Ιό. Φ-.ληα. — Σ". 
Τρικουπ. 

άρχικοϋφος, 3. (κυβερντ|της.) Άκρ. 3. 
Ίουν. 89. 



ό. Μάρκ. Μουσοΰοος. 



αρχικρατωρ, 

1516. 

άρχικρίτης,ό. Χ. ίΐα-αδο'-. — Στ. :ιέν. 

άρχικτηνοτρόφος, ό. Στ. Ξέν. 

άρχικτίστης ό. Αε?. νοαοτε/ν. 40. — Γ. 
Μ.ΒιΓ. 8ί. 

άρχικν^ερνήτης, ό. (ναυτικ.) Έγκολ-. 
ναυτ. τ,αερολ. του 97. 

άρχικντταρον, τό Λατινιστϊ τά/α γρα- 
οοαενον ιαοηβΓβ =υ.οντ|οης ; ρΓοίίΐιηοθΙ)& 
Δ. Ν. Πα-αοασιλο'-. 82. 

άρ;(^ίκωλυσίερ}'ία, ή. Άκρ. 6 Αύγ. 90. 

άρχικωλυσιεργός, ό. Άκο. 19 Φεβο. 
90.— Ά^τυ 5 Μάρτ. 94. ' 

άρχικωμωδός. ό. «Έο.» 28 Ιουν. 90 
κα! 11 Ί'εβρ. 92. 

άρχικωπηλάτης, ό. Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άρχιλαθρέμπορος, ό. Ακο. 3 Φεβρ. 
89 και ιΟ Ίουν. 93 και 15 Σεπτ. 95. ' 

άρχιλάμας ό έν τη -/(/ιοα της Ασίας 
θιοέτ. ΌΆΤΆΐηοί έν Άκρ'. 2=^ Μάρτ. 96. 

άρχιλε^ητοποίός, ό. Έβ. Κυβ. 

άρχιλεξικογράφος (ό Ήυΰ/ιος.) Κ. Άι. 

άρχιλεπτουργός^ ό. 

άρχιληξιαρχεΐον, τό. Γ. Α. Μαυρο- 
κορδ. 46. 

άρχιλτ]σταντάρτης. ό. Ε-. Κ. Κυοι- 
ακιδ. 92. 

άρχιλΐίσταρχος,ό. Ήλ. Σ. Σταθοπ. 57. 

άρχιλ-ήστρια, η. Άκρ. 7 Ίουλ. 9Ί. 

άρχιλ-ηστρικός, 3. (έτα-.οία.) "Ελλην 
έν Άκρ. 1 Φεβρ. 94. 

άρχιλιθουργός. ό. Ά. Ρ. 'Ραγκ. 79. 

άρχιλιμενοκλέπτης, ό. Άκρ. 8 Σε-τ. 90. 

άρχιλιμενοφνλακες, οί. Βασιλ. διάτ. 
Α•>,-. 96. 

αάρχιλογάς ό ΔηαοιΟένης.» Κά-ας έν 
Άκρ. 26 Ίαν. 98. — "Εστω δ'.α λογ|σαόν 
του γράψαντος ή λέ?ις ή ανευλαβής. 

αρχιλογιστής, ό. Α'-ών. — ΊΙαερολο'γ. 
Ανατολή; 83. — ΆΟ. Σακελ.90.— Άκρ. 
4 Χο. 95. 

άρχιμάγιστρος, ό. (τοΰ Τευτον.κοΰ έν 
Αυστρία τάγυ.ατο;). Άκρ. 8 Αύγ. 94. 

αρχιμαιευτήρ, ό. Παλιγ. 30 Αύγ. 90. 

άρχιμαικήνας, ό της Βαυαρίας βασιλεύς 
.\ουδοβϊκος ό α'. Μαργ. Δηα. 88. 

άρχιμαλάκιον, το. (κωα. λέίις.) «Έφ.» 
23 Ίουν. 93. 

-\-άρχιμαλλιαρός, ό -ροεςάρ/ιον τώνκλη- 
Οέντ'ον ι^αλ/.ιαρών, αίρέσεως νέας γλ'οι- 
σική; και ποιητικής τερατοίδους παρ' ηαϊν. 

άρχιμανδρεΐον, το. Δ. Ι. Μαυοοιρ. 6?. 
-Άν. Γουδ. 69. — Σ-. Π. Άραβ. 95. 
160] 



αρχιμαντις 



αρχιπέλαγος 



άρχιμάντις, ό τταρα Τούρκοι; αοϋνετζία- 
Γτατηζ. Ί(ο. Φ'.λτία. 

άρχιμαστοροσννη,τΓ^. (!) Άχρ. 2 Δε/.. 98. 

^Αρχιμεγαρενς, Ό. 'Λ/.ρ. 19 Μάρτ. 9'2. 

άρχιμέγας θ")ρτ,ττ|;, ό. Άκρ. 18 Νο. 89. 

άρχιμελισσονργό'ς. ό. Νέον ττνίΰαα Δξ- 
ζεαορ. 93. 

άρχιμεταλλενς και άρ/ίαεταλλευτη;, ό. 
Π. Τρ'.ανταφυλλίο. 70. 

άρχιμεταφραστης, 6. 'Λκο. 7 Φεβρ. 
90. — "Αατυ20 Όκτ. 97. 
=αρχιμετρία, 'τ^. Μδχίπιιιιη, δίνβ ίΐη:1ιΐ- 
ιηβΙπ&, 1799. Β'.ολίον φ-λοτοφικόν του 
(-)ωρίλοου. Κ. Κούα. 

άρχιμηδενιστής, ό. Άκρ. 1 Όκτ. 86. 
— Κ. ΙΙαλαα. έν Εστία 16 Φεβο. 92.— 
Στ. Ξί'κ 94. 

άρχιμηχανιχός, ό. Μετάφρ. 'Τ~οκο'αη- 
το; Βραζελοντ,ς. εν Πανδ. 

άρχιμηχανορράφος, ό. 'Λκρ. 14 Φεβρ. 
9ν'. — Άστυ 14 — 5 Φεβρ. 9'). 

άρχιμιΗρο^τολιτιxός^^. 'Λκο. Λϋγ. 91. 
-{-άρχι,μολλάς, ό. Άκρ. 2 Λυγ. 92. 

άρχιμονσειωτής, ό. Ίταλ. ο^ρο ηαηδαί- 
ϋΐ8ΐίΐ. Άστυ 16 .\ύγ. 93 και 27 Ίαν. 95. 

άρχιμονοίχοδιδάσκαλος^ ό. Άκο. 23 
Νο. 91. 

αρχιμουσικός, ό. Έφ. Κυβ. — Άο. Π. 
Κουρτ. - Έστ. εφ. 14 Όκτ. 95. 
-\-άρχιμονφτής, ό. Δ. Γ. εν Παλιγ. 14 
Σε-τ. 9ί. 

άρχιμνξα. η. ό κατ χ τον φυσιοοίφην 
Οΐίβη γερααν'.'.στί υΓΒοΙιΙβίιη. Στ. Βάλβ. 
έν Προα. 

άρχιμνοΐαγωγός. ό. Έφ. 93. 

άρχιμωρίαι, αί. '^^κρ. 19 Σεζτ. 90. 

άρχιμωρός, 2. Άκο. 3 Ίουν. 89. — Ά- 
στυ 8 Ίαν. 98. 

άρχιναυαγοί, οί. (πρωθυπουργοί.) Άκρ. 
2 Μαίου 9.>. 

άρχιναναρχεΐον^ το. Άκρ. 17 Οκτ. 89. 

άρχιναναρχέω - ώ. Σ". Μαυρογεν. 85. 

άρχιναυαρχία, ή. Στ:. 'Γρικούπ. 

άρχιναναρχος, ό. "Ερ(•ραφ. Έλ. κυ- 
βερντ^σ. 25. — Κ. Κοΰα. 32. — Κ. ΓΙα-αρ- 
ρηγο'π. 53. — Κ. Σ άΟ. 94. 

άρχινανχληρος^ ό. 'Ιον. κοίδ. 

άρχινανπηγιχός, 3. Άκρ. 29 Απρ. 92. 

άρχινανηηγός . ό. Άκρ. 29 Άπρ. 92. 

άρχινεπροθάπτης, ό. «Έφ.» 26 Αύγ. 89. 

άρχινηστεντής, ό Σούτσης. Ά/.ρ. 31 

Ίαν. 9•Λ 

άρχινομοφύλαξ, ό πάρα Τούρκοι: σέϊ/- 
ουλ- '.σλάα. Ίΐλ. Τανταλ. 68. 



άρχινοσοκόμος^ Ό. Έφ. Κυβ. — Άγ. 
Βλ. λ. 97 

άρχιξνλινος, 2. (ποωθυπουογο';.) Άκο. 
27 Άπρ. 93. 

άρχιξνλοσχίσται,οΐ. Άκρ. 21 Μάρτ. 93. 

άρχιξυλουργός, ό. 'Έ,ζ. Κυβ. — Ποωια 
20 Ίουλ. 96. 

άρχιοδηγός, ο. Άκρ. 1 Ιαν. 87. 

άρχιοδοντοϊατρός, ό. (σκιοπτικτ; λεξ.) 
Άστυ 14 Σεπτ. 93. 

άρχιοδοστάτης, ό. Έφ. Κυβ. 

άρχιοιη ματιάς, ό. Άκρ. 2^ Ίαν. 95. 

άρχιοίΗονομολόγοι, οί. Άκο. 29 
Άπρ. 62. 

άρχιοιχονόμος, ό. Στ. Ξεν. 72. — 
Έβδοα.ά; 86. 

άρχιοπλίτης, ό και όπλονο'ΐΑος, Γαλ. 
οβρίΐ&ΐηβ ά'&Γαΐθ8. Ονοα. ναυτ. 58. — 
Άγ. Βλ. λ. 97. 

άρχιοτιλοποιός, ό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άρχιορχηστρίς, τ,. Άκρ. Ι Ο Αύγ. 92. 

άρχιπαίχτης, ό. Άστυ ν3 Νο. 86. 

άρχιπαλαισταί, οί. Πρ(ο!α 30 Νο. 96. 

άρχιτιανονργος , 2. Άκο. 30 Άπο. 92 
και 13 Άπρ. 93. 

άρχυταραλήπτης, ό. « άρ/ιπαραληπτα 
σ'.δηροδρο'αου υπουργέ. » Άκρ. 21 Άπρ. 93. 
(άρχιπαράξενος -ίτ\οζ.» Τω. Ψυ/άο. έν 
Άστε•. 25 Ίαν. 95. 

άρχιπαράφρων, 2. Άκρ. 5 Δεκ. 86. 

άρχιτταραχαράκτης ό. Α/.ο. 26 Ιαν. 92. 
'άρχιτνατριώτης. ό. Άκρ 1 4 Ιαν. 89. 

— ΊΙ λες. ευρτ,ται έν τιο βιβλίο» Ίησου 
του Ναυτ| ''κεφ. κα'. ) κατ' αλλην /] την 
νε'υτερικήν παρ'/,αϊν σηαασίαν. 

άρχιπαυσανίας, (ό Η. Π. Δ.)ίΈ3.') 
Φεβρ. 92. — Πρβλ. Παυσανίας. 

αρχιπέλαγος. -.6. Μελέτ. γε«γρ. 728. — 
Εΰγ. Βούλγ. 778, Ιν Αΐγιναία του 1831. 

— λΥβί^. λ. 796.— Κυο. Καπετ. 08. — 
Ν. Σπηλ. —Στ. ΣταΟοπ. 54.- Σχαρλ. 
λ. 56.— Ν. Κοντ. λ. 89. —Άγ. Βλ. λ. 

97.— ΌΝ. Σπάθης έν Κρίσε•. βιβλίων 
γείογραφίας, τη δτ,αοσιευθ-ίσΓ, έν τη Έφηα. 
της Κυβερνί^σ. τοΟ' 1886 ^γραύε συ;αφ(ι1- 
νίος, ώς βλέπο), τοις έν τω ΟοηνβΓδίΐΙίοηδΙβ- 
χίΐΐοα του ΗΓΟϋΙίΙΐϋΐΐδ λεγοαένοις, ο'τι η λέ- 
ξ'.ς έγενετο υπό των Φράγκοιν αΓοΐρβΙ&^ο 
ΕίΓοΙηρβΙ, κατά παρη/ησιν και διαφθοράν 
έκ του Αβ^ΐορϋΐα^ο, ήτοι έκ τοΰ' Αιγαίου 
πελάγους, δι' ο και νυν οί Γάλλοι καλοΰσι 
κατ ' έξο/ήν τό Αιγαίον πέλ. £ΐΓθ1ιίρβΙ. Άλλα 
και προ τοϋ' ΣπαΟή έγράφη τοϋτο παρ' 
όίλλων. 



161 1 



11 



αρχιηενθην 



αρχισυκοφαντης 



άρχιτζενθήν, ό πρώτος των εν τί) Σφ'Ί" 
αίοιδογραφία λειτουργούντ^ον πευΟτ^νων,δηλ. 
των φραγκιστι καλουιχενίον ρε-ορτερ. 
Έστ. 19 Άπρ. 92. 

άρχιπηλονργός^ο. Νέα Πανδ. Δεκ. 71. 

άρχιτζιεστής, Ό. Έφ. Κυβ. — 'Λκρ. 
2Γ. Ίουν. 89. 

άρχιπίθηκος^ ό. Θ. Τσι/.οπ. εν Άκρ. 
11 Μάρτ. 91. 

άρχιπλάστης^ ό. Κ. Α. Λυκορτ. 92. 

αρχιπλοίαρχος , ό. "Εγγραφ. "Τδρας. — 
'Λκρ. 31 Μαίου 96. 

άρχιστνενματιστής.ό. 'Λκρ. ?4 Οκτ. 91. 

άρχιττοιητής. ό. Κ. 'Λσ. 53. 

άρχυτοιμάντορες, οί. Ν. Θεοτ. εν ττ) 
προσφ^ονησει τοΰ' ΚυριακοδροΐΛΐ'ου του εις 
τους πατριάργας. 

άρχιηοιμαντορία, ή. Θεοκλ. Βί^^πος 69. 

άρχυιοιμενάρχης,ό. Έπί του [μητροπο- 
λίτου 'ΛΟηνών εγράφη υπό Γ. Π. εν "Λστει 
10 Φεβρ. 96, ν(7α)ς δε και υπό άλλων προ- 
τεοον. Έν τ^ Καινή διαΟτίκτ] οαίος [Αονον 
άρ•/[πθίΐχην έκλι^Οη ό Χρίστος. 

άρχιστοιμενικός, 3. (ευλογία. ) 'ΛΟ. Ο. 
Λυκιαρδοπ. !^7. 

άρχιττολεμάρχαι οί. 'Λκρ. 10 Αϋγ. 92. 

άρχιπολιτοφύλαξ , ό. Στ. Ξε'ν. 72. 

άρχιπποκόμος, ό. Κυρ. Καπετ. 08. 

άρχυιρεσ§υτερΐΗό'ς, 3. (βακτηρία, άξί- 
ο_>αα. ) 'Γ]ρρ.. Λούντζ. 56. 

άρχιπροαγωγός, ό. (σκανδάλον/.) 'Λκο. 
26 Φεί•:ρ. 93. ^ 

άρχυζρογυμναστής,ό. Π. Θ. Κολοκοτρ. 
63. — ΊΙο.ερολο'γ. Λνατολή'ς του 'ε'τους83. 

άρχιπροδότης, ό. Σπ. Ζα|α.π. 

άρχιπροεδρεία, ή. 'Λκρ. 15 Νο. 90. 

άρχιπροΐστάμενος, ό. 'Λκρ. 1 Νο. 88. 

άρχυτροκάτοχος, του της ΈΟν. Τρα- 
πίζη: διοικητού. 'Λκρ. ;'5 Όκτ. 92. 

άρχιπροοδεντικός ό Κ. Καοαπάνος. 
"Λστυ 12 Νο. 93. 

άρχιπρώτίστος, 3. 'Λκρ. 9 Νο. 86. 

αρχιπνγμάχος, ό. Στ. Ξέν. 90. 

αρχιιτνλωρός, ό. Στ. Ξέν. εν Βρετ. 
άστ. 5 <1>:ορ. 92. 

άρχιπνριτιδοποιός, ό. Γρ. Χανττ. 47. 

άρχιτζνριτιδονργός, ο. Γρ. Χαντσ. 47. 

άρχιπνρο^ολητής., ό. Λ. Μελετοπ. 88, 

άρχιτζνρο^ολιστής, ό. Ν. Σπηλ. — Σπ 
Μαυρογέν. 85. 

άρχιπνροσκεναστής, ό. Γρ. Χαντσ. 
47. — Πρβλ. καϊ τα έξης τρία. 

άρχιπνροτέχνης, ό. 'Λκρ. 23 Νο. 91. 

άρχιπνροτεχνίτης, ο. Γρ. Χαντι. 47. 

ι 



άρχυινροτεχνονργός, ό. Έφ. Κυβ. — 
Γρ. Χαντσ. 47. 

-\-άρχιρονσφετλης,ό. «Έφ.» 6 Φεβρ. 95. 
-[-άργιροναφετολόγος, ό. Άκο. 22 
Φεβρ.''.Ι3. 

-\Γαρχιρρα§ινεία, ή. «Έφ.« 1 Νο. και 
15 Λύγ. 91. 

-\-αρχιρρα€ΐνος , ο. Γοί^^^^. Σοο. 80 — 
Έφ. 

-{-άρχιρραμπαγάδες οί πρ(ι)Ουπουργοί. 
'Λκρ. 2 :\Ια!ου 93. 

άρχιρράπτης, ό. Παντολ. Βάλβης 80. 

άρχιρριζοστιάστης, ό. Δ. Θ. Σωμεριτ. 
88. 

άρχιρρωσσιστής, ό. 'Λκρ. 6 Λύγ. 90. 

αρχισαλπιγκτής, ό. Έφ. Κυβ. — Γρ. 
Χαντσ. 

-\-αρχισατανας, ό. Στ. Ξέν. 91. 
Αταρχισατράπης, ό. Κ. Οίκ. 
-\-άρχισατραπία, ή. Κύριλλος Άδοια- 
νουπο'λεως, 12. 

άρχισεμνότυφος•, 2. (ή Λγγλική κοι- 
νωνία.) 'Ριζοσπ. έν 'Λκο. 21 Ίουν. 96 και 
3Ό Σεπτ. !)8. 

άρχισημαιοφόρος. ό. Κυο. Καπετ. 08. 

— Άκρ. 14 '.\πρ. 93. 
άρχίοιδηροκόπος, ό. Γρ. Χαντσ. 47. 
άρχισιδηρονργός, ό. Λ. 'Λργυριάδ. 85. 

— Άκρ. ! Ίαν.89.— Έστ.11Μαρτ.90. 
άρχισιτοκόμος, ό. Κυρ. Καπετ. 08. — 

Έν τοΐ^ς Λε?. της άρ•/. γλ. σιτοκοΐΑΟς 
δεν ευρίσκεται, άλλα ιχο'νον σι τ ο ποιος 
και ά ρ ■/ ι σ ι τ ο π ο ι ο' ς . 

άρχισκηνογράφος. ό. 'Λκρ. 13 Νο. 96. 

άρχισκώληξ, ό. Θ. Τσικοπ. έν 'Λκρ. 
11 Μάρτ. 91. 

άρχισσταρακτική [Ι) άνακοαυγη'. 'Λκρ. 
28 Μαίου 92. 

άρχισπάταλος, 2. 'ΙΙλ. Συνοδ. 86. 

άρχισττειράρχης ό Τουρκιστί [χπας ιχπου- 
λούκαπαση;. Εΰγ. Βούλγ. 01. 

άρχιστασιαστής, ο. Λν. Γούδ. 69. — 
Έστ. έφ. 4 Δεκ. 96. 

άρχιστασιώτης, 6. Π. Χκότ. 63. 

άρχισταυροφόροι ζηλωταί, οί. «Έφ.» 
14 Άπρ. '.ΙΊ. 

άρχιστοιχειοθέτης, ό. Εφ. Κυβ. 

άρχιστρατηγεΐον , το. 'Έγγραφ. Έλλην. 
Κυ'^ερνησ. 27.— Σκαρλ. Βυζ. 62. 

άρχιστρατηγέω-ιο. ήρ/ιστρατηγει. Σπ. 
Μαυρογέν. 85. 

άρχιστρατηγικός, 3. (στολή. ) Χ. Χρη- 
στοβ. έν 'Λκρ. 10 Ίαν. 94. 

άρχισυκοφάντης, ό. 'Λκρ. 18 Σεπτ. 90. 
162] 



άρχισυλλέκτης 



αρχινπονομευτής 



άρχισνλλεΗτης,ό .Γ θί\.οο\\βοί&\ιτ βη ϋ1ιε£. 

άρχισύμ^ουλος^ Ό. Άκο. 19 Μαοτ. 92 
/.αϊ 18 'Α-ρ. 97. 

άρχισυμμορίτης. ό. Παλ-.γ. — Άκο. .3 
Μαίου και ί.3 Νο. 91. 

άρχισυμπένθεροί, οί.Στ:. Ζαα-ελ. 

αρχίσιιναλλα^'σρχαί, οι. υ-ουργοί δια 
συναλλαγής κυβερνώντες. 'Λκρ. 1 Ίουν. 
93. — "Ιδε και το έ^ης. 

άρχισνναλλαγεύς, ό. Άκο. 19 Φεβρ. 
94. — Πρβλ. τόέ^τ,ς. 

άρχισυναλλαγίας, ό. Γ. Π. εν Άκρ. 
28 Μαίου 94. 

άρχισννδνασμάρχαι, οι. έν βουλευτικαΐς 
έκλογαί'ς. Άκρ. 1 Λεκ. 80. 

άρχισννεδρος (;) του Κα'.ρίσ[χοΰ. Βελ- 
τίωι. .53. 

άρχιαυνεργός. ό. Γ. Χαντσ. 47. 

άρχισυνήγορος, ό. Στ. Ξέν. έν Βρετ. 
άστ. 28 Νο. 91. 

άρχίσυντάκταροί "ήί όευτοοαλλοϋί, ό. 
Άκρ. 26 Άπρ. 92. 

αρχισυντάκτης, ό Γαλ. Γβθ&οΙεπΓ βη 
οΗβί". Η. Πα-άί. 49. — άο/ισυντάκτιο, ή. 
Άκρ. 7 Αύγ. 89 καϊ 30 Σε-τ. 91.— άρ- 
/ισυντάκτρ'.α, ή. Άκρ. 18 Δεκ. 95. 

άρχισννταξις, ή. ( Iφηι^.εοίδο^ ) Νέα έφ. 
23 Σε-τ. 91. 

άρχοσννωμότης, ό. Άνοίνυα. ιχεταφρ. 
Σαλλουστίου, 43. — Π. Χιο^τ. 58. — Ίω. 
Καρασ. — Π. Γρατσ. 

άρχισφαγενς, ό. Άλ. ΣοΟτσ. 54. — 
«Έφ.» 6. Αύγ. 98. 

άρχιοφνρηλάτης, ό. Γρ. Χαντα. 47 

άρχισφυροκό^ζος, ό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άρχισχεδιαστής, ό. (έν έργαστηρίω) Γ. 
Β. έν Άκρ. 21 Μάρτ. 94. 

άρχισχοινο€άτης. ο. Άκρ. 18 Άπρ. 
86.- Ά^τυ 31 Δεκ. 94 έν έπ^φυλ. 

άρχισχολαστικός, ό. Άκρ. 14 Ά-ρ. 93. 

άρχισωτήρ, ό. (σκω-τικίος δια τον Χ. 
Τρικού-ην.; ΈΐΓ.εο. Άκρ. 18 Λϋγ. 93. 

άρχιταμίας, Ό. Άδ. Κορ. 

άρχιταραξίας. ό Άκρ. 22 'Α'ρ'. 92. 

όρχιταραχοποιός, 2. Άκρ. 6 'Οκτ. 90. 

άρχιτανρομάχος, ό. ( =πρί[Αα σττάδα. ) 
Άκρ. II) Ίουλ. 94. 

άρχιτεκτονίζονσα (τοι/ογραφία, ποι- 
κιλαατογραφία). τ,. Π. Καββαδ. 84. 

άρχίτεκτόνίσσαί (γυναϊκε: ) αι. Άκρ. 
8 Όκτ. 95. 

άρχιτελετάρχης, ό. Αιών 23 Ίουν. 87. 
— Ιίαλιγ. 25 Όκτ. 88. — «Έφ.» 2 
Μαίου 89. 

[Ι 



άρχιτελίκός, 3. (έννοια.) «Ό άο'ρΐ[χα- 
τος» 17 Σε-τ. 89. ^ 

άρχινεχνίτης^ ό. Ίω. Βηλαοά;. — Έφ. 
Κυβ.— Λε?. νο[χοτε-/ν. 40. — Γρ. Γ. 
Πα-αδο'-. 

άρχιτεχνονργοί, οι. ( =οαα7:ρικάνται. ) 
Κυρ. Κα-ετ. 08. 

αρχιτιμαριονχος, ό. Σ". Ζα[ΐ-. 64. — 
Πρβλ. 7.0/ ιτ - ά ρ •/ α ι. 

αρχιτίμιος, 3. «Έφ.» 26 Αύγ. 89. 

άρχιτοκογλνφος, Ό. Άκρ. 12 Ά7:ρ.94. 

αρχιτοπάρχαΐι οί. Γαλ. δΐιζβΓίΐΐηδ, Ν. 
Σ-ηλ. Ό Σκαρλ. Βυζ. έν τω Γαλλοελλην. 
λεξ'.κω του ( 1856) την Γαλλική ν λέ^ιν 
αποδίδει δια των <(αρ"/ων τιααρκότης, 
ε•/ων άλλους υ-οτελεϊς, κυριάρ•/ης»" άλλοι 
δε άλλως. Εννοείται δε, ό'τι [α.ο'νον εκείνη 
ή λεξις θά [χείνη εις κοινήν -/ρησιν, ώς καλή, 
ην οί -λεϊττοι έγκρίνίοσιν, και άν τυ•/όν 
ήθελε είναι -/ειρίστη. 

άρχιτραγίκή (!) φο)νή.Άκρ. 28 Μαίου 92. 

άρχιτραγωδία Σακεσ-ήρειο^. "Ελλην έν 
Άκρ. 24 Ίαν. 9Ί. 

άρχιτραηεζίτ-ης, Ό. Άκρ. 16 Όκτ. 91. 

— Έφ. τυζητ. 11 Μαοτ. 95. 
άρχίΤρικονπιατής,ό. «Έφ.» 27 Ά-ρ. 

92. 

άρχιτροφός. ή. Άκρ. 31 Ίαν. 93. 
-\-άρχιτσελίγγάρχης ,Ό .^ Κ-/.0 . 12 Άτ:ρ.9;). 
-[-άρχιταέλιγγας, Ό. άο/ιτσελιγγάδες, οί. 
Άκρ. 9 Ά-ρ. 95. 

-^άρχιτσιμπουράρχης, ό. Άν. Γεννάδ. 
έν Άκρ. 12 Άπρ. 95. 

άρχιτνμπανιστής^ Ό. Γρ. Χαντσ. 47. — 
Ν. Κοντ. λ. 89. — Άγ. Βλ. λ. 97^ 

άρχίτνποποιός^ Ό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άρχιτνρρανος., Ό. Ν. Α. ΜαραΟών. 35. 

— Άκρ. ;^,η Ά-ρ. 93. 

άρχιν€ριστής, Ό. «Έφ.» 8 Νο. 90. 

άρχινγιεινολόγος, ό Προύστ των Παρι- 
σίων. Άκρ. 11 Α•ϋγ. 94. 

άρχινδραυλικός, Ό. «Εφ.» 1 Σεπτ. 89. 

άρχινδροφόρος, ό Τουρκιστί σακατζής ο 
εν τώ τάγμ.ατι των γενιτσάρο^ν. Σ. Τσιοα- 
νο-.'85. 

άρχινλοτόμος, ό. •Ι•υλλάδ. δίκης Κ. 
Σαυ.ίου έκ του Νεολογου Πατρών 98. 

άρχινπάλληλος, ό Κλ. Νικόλα ιδ. 89. 

άρχιϋπενθννος., ό. 'Λκρ. 16 Απρ. και 
1 Μαίου 93. 

άρχιϋποκριτής, ό. Άκρ. 6 ΊαΛ 89 
και 26 Άπρ. 92. 

άρχιϋηονομευτής., ο. ( έπί κλοπή.) Ακρ. 

17 Μάρτ. 89. 



63 



αρχινπονομοποιος 



άρχοτέλείαι 



αρχινπονομοποιός.ο.ΑΐΜ'^ 16 Σεπτ. 87. 

άρχινστουργός, Ό. (=-ρωθυπουργος. ) Κ. 
'Λσ. \\. 

άρχιϋποψήφιος, ό. Άκρ. 13 Ίαν. κα• 
10 Μάρτ. ί»Γ). 

άρχιΦαλστάφφαι,οΊ όις ό Φάλσταφφ τό 
έν δ^α'Α. τοϋ ΣαχΕσ~τίοου κωαι/.όν ποο'- 
σ'οπΌν.' Άκρ. •2Γ, Ά-ρ. 92. 

άρχιφαρμαποηοιός^ ό.Έγγραφ. Έλλην. 
ΚυοΞρντίτ. .37. 

άρχιφατριαστής, ό, Έλ. Χρον. 25. 

αρχιφανλότ-ης, ή. "Λττυ 6 Άπρ. 94. 

άρχί^ίενακοποίός, ό. ( του Φαοαώ ττ,: 
Λ'.γύ-του.) Σ. Π.Λάαπρ. Ιν Έγκυκλ. ).£?. 

άρχιφέναξ, ό. Στ. Ξεν. 

άρχί9!'ίλά»'0ρα)7Τθ5, 2. Άκρ. 20 Αϋγ. 86. 

άρχιφιλαρμονιχός, 3. Πατριώτης εν 

Ά/ρ. 20 Ά-ρ. 92.— Έτ-. 26 Ίουλ. 93. 

άρχιφιλελεύθερος, ό. Άκρ. 7 Αύγ. 90. 

άρχιφιλέλλην ό λόρδος Βύρων. Στ. 
Ξέν. 88. 

άρχιφιλικοί, οί περί τον Έ[^^. ϊάνθην, 
Γ. Αεβέντην, Παν. Σέκερην, τους της Φι- 
λικής Εταιρίας άνδρας. Στ. Ξεν. 90. 

άρχιφιΧισταΐος, ό. Άκρ. 10 Ίουλ. 91. 

άρχιφιλόμουσος, ό. Άκρ. 1 Ίουλ. 93. 

άρχιφιλόπατρις, ό. «Έφ.» 26 Αύγ. 89. 

άρχιφιλόσοφος ό Άρι^ττοτέλης. Μ. 
Δτ,[χ. 7ΙΙ. — Πρβλ. φιλοσοφάρ-/ης. 

όρχιφιλόφρων, 2. Ά^τυ 1 Φεβρ. 96. 

άρχιφροντιστής, ό. Άκρ. 9 Νο. 92 
και 8 Δεκ. '.'.'ΐ. 

άρχιφρούραρχος, ό. Σ". Τρικού-. 60. 

άρχι,φρουρός. Ό. Άκρ. 23 Άπρ. 88. 

άρχιφυγόδίΗΟΐ, οι. Άκο. ΙΟ Αύγ. 92 
κα; 31 Μάρτ. 93. — Άστυ 30 — 1 
Μάρτ. 93. 

αρχιφνλακεία. ή. Άκρ. 12 Μαίου 90. 

άρχιφυλακεΐον , το. "Αστυ 22 — 3 
Νο. 111. 

άρχιφυλαχή, ή. Γρ. Χαντσ. 47. 

άρχιφνλαξ, ό και ή. Άκρ. 4 Ίουν. 94. 

άρχιφωστήρες, οι. Άκρ. 8 Φεορ. 94. 

άρχιχανδακωταί, ο•., (έν τη -ολιτικη.) 
'.λκ^. !.') Ά-ρ. χαί 16 Όκτ. και 8 
Λ:κ. 93. 

άρχιχαρτοχΚέαττης, ό. ( έν τιο -αιγνιο).) 
Κοαιστή; άγγ£λιών. 

άρχιχαρτοπαιατεΐον, το. 'Ρα;^-. 84. 
-(-«&Ζ*χ«χ«ι"'7?• '>■ ^• Βακαλο'-. 67. — 
Άκρ. 11 Σ£πτ. 93. 

ο-ρχιχειροϋργος, ό. Έλ. Χρον. 25. — 

-λκρ. 21 Ίουν. 96. εν έπιφυλ. 

άρχιχημικός, ό. Άκρ. 16 Φεβρ. 96. 

[1 



«άρχιχόλειοι καΐ Άρ/ιλο/ειοι φράσεις και 
λίΐίΐζ.)) Άδ. Κορ. 11. 

άρχιχοροδιδάσχαλος,ό.Ά/.ο.23 Νο. 91. 

άρχιχρεωκοττάρχαι ΰ-ουογοί, οί. Άκρ. 
1 Ίουν. 93. 

άρχιχρεωχόπος, 2. Παλιγ. 2 Φεβρ. 94. 

άρχιχρηματισταί, οί. "Αστυ 8 — 9 
φ£βρ. 92. 

άρχιχρνσοχόος, ό. Λες. νοιχοτε/ν. 40. 

άρχιχντης^ ό. (στοιχείων τυπογραφι- 
κών. ) «Έΰ.» 10 Ίουν. 89. —Νέα έφ. 28 
Μάρτ. 93. ' 

άρχίχωνευτής., ό. Γρ. Χαντσ. 47. 

άρχιχωροφνλαξ, ό. Σ". Τρικούπ. 60. 

άρχιψάλτης, ό. Έλ. /ρον. 25. — Τί 
Ε/ρειάζετο : υπάρχοντος προ'παλαι εις κοι- 
νήν ■/ ρήτ'.ν του π ρ ί) τ ο ψ ά λ τ υ ; 

άρχιψενστης, Ό. Άκρ. 2δ Ίουν. 89 και 



30 Άπι. 92 καΐ 



1 Όκτ. 94. 

η• πρωτογέρον- 



Άδ. 



Τουοκιστϊ κοτΓιάαπασήδες. 
Κορ'. 32. 

άρχοθηρας, ό. Ά. 'Ρ. 'Ραγκ. 45. 

άρχοθηρία, τ,. 

άρχοχήλη, η. Ίω. Όλ. 53. 

άρχολάτρης, ό. Ά. Τ. Ταγκ. 45. 

άρχολιπαρία, ή. Παλιγ. 1 Ίουν 90. 

άρ;{;οΑυταρικ(5$, 3. (ατασθαλία, λύσσα.) 
Αιών 15 Χο. 86. 

άρχολογία, η περί των φιλοσοφικών άρ- 
"/ών. Ευγ. Βούλγ. 

άρχολνσσοϋ,ανής, 2. Άστυ 23 — 4 
Φεβρ. 92. 

αρχομανής, 2. Ν. Ι. Σαι. 70. — «Εφ.» 
23 Αύγ. 91. ^ 

άρχομανία, ή. Ίω. Περβάν. 65. — Ανα- 
τολή 2 Ιαν. 94. — "Ηλιος Ίω. Πύρλα 1 
Ίουν. 94. 

άρχομανιχός, 3. (σκέψεις) Άντ. Ι. 
Άντ. έν Νέα Έφ. 23 ή 24 Άπρ. 95. 

αρχοντίσχος., ό. Ίοί. Καρασ. — Ειχ. 
Τοίδ. 72. 

άρχοντισμός, ό. «Έφ. 23 Φεβρ. 90. 

άρχοντοδιορισμοί, οί. ( ^άρ/αιρεσίαι. ) 
ΆΟ. Χριστοπ. 33. ' 

άρχοντολογιχός .'^ .( τάξις, επιρροή κττ. ) 

Ε. .\. Σ.α. — Π. Γρατσιάτ. — Π. Χιώτ. 

αρχοντοπρεπώς. Μ. Περδ. 

άρ;ΐ^θΓ£λείαί, αϊ. άρ/ αϊ και τέλη συγγρα- 
φών, τα έν τοις παλαιοϊς -/ειρογράφοις, τα 
σηι^ειούαενα υπό των βιβλιογράφων έν ταϊς 
άναγραφαΐς ή τοις καταλο'γοις. Α. Π. 
Κερ. έν Παραρτήαατι ιστ'. το'μου τοϋ' 
Έλλην. φιλολ. Συλ. Κστπλεως, 85. 
64] 



αρχοτυφια 



άσε§ασία 



αρχοτυφια, τ;. Άδ. Κορ. 29. 

άρώδες γίνο; φυτών. Έλ. φιλολ. Σύλ. 
Κστ-λ:ω:. 

άρωμαζέλαιον, το. «Έφ.» 94. 

άρίοματέμποροι, οί. "Αστυ 5 Φεβρ. 9δ. 

άρωμάτισις^ ή. Μ. Στεφανίδ. εν Ποου.. 
■2-.' Μάρτ. 92. 

άρωμάτισμα, το. Θ. Γ. Όρφ. 59. 

άρωματισμός, ό. Β. έν Ό[^.τ^|ρω 75. 

άρωματόγεναζα γαλακτο;χ.7:ούρε/.α, τά. 
Άκρ. 9 Άπρ. 95. 

άρωματόδενδρα^ τά. Έστ. έφ. 9 Νο. 
95. έν έπιφυλ. 

άρωματολογία, ή. ( χ.ατ' άντιφραστ'.κόν 
£ϋ--;ηο•''7;^•όν άντ'. βρο_)α.ολογία. ) Έφ. 

άρωματομαν ία, ή. Άκρ. 4 Ιαν. 96. 

άρωματοπληθής,'2.(( Έ,:^.η21 Μαίου 90. 

όρωματόπνονς, 2. 30 Μαίου 94. 

άρωματοπονεΐον,τό. Β. έν Ό[Αηοω 75. 
— Άκρ. 2;!Σε-τ. 94. 

άρωματοποαα , ή. Β. έν Ό;Αηρω 75. 

άρωματοηοιός, Ό. Θ. Ήλ. 07. — Β. 
έν Όα/,ρο). 75. 

Άρωματόατυργος^ ό. Οϋτως ιχεταφρά- 
σαντες έκάλεσαν Βαυαροί τίνες λο'γιοι την 
πολ'.ν λνϋΐκΙϊαΓ^ τιο 1890. — "Ιοε «Έο.» 
2 Ίουλ. 90. 

άρωμαιοπωλεΐον, το. Π. Χ'.ώτ. 49. — 
Ν. Κοντ. λ. Ν'.Ι. — •Αγ. Βλ. λ. 97. 

άρωματόσφαιρα [μεθυστική λουλουδιών. 

άρ<οματόφιλο^, οί. "Αστυ Β Ίουλ. 98. 

άρωματοφνλάχιον, το. "Αστυ 17 — 8 
Μαίου 9.Ί. έν έ-'.φυλ. 

Άσακεστιειρία, ή. Κόριννα. 

'Ασαχέσστειρος, ό. Κόριννα. 

άσαχχάρωτος, 2. Σ/. Αεβ. λ. ΠΙ. 

άσανϊδωτος, 2. Έφ. 90. 

άσ^εσταμίαντος, ό. Αν. Κορδ. 88. 

άσ&εστιαΗός,'ό. (/ηα.) Γ. Α. Κρίν. 80. 

άσ€εστΐΗΟς, 3. 'Ρ. Βελ. 

ασέεστίον, το. ("/,^ιΐ-"••) Θ. Άφεντ. 76. 

άσ^εστιοϋχος, 2. (/ηΐΑ. ). — Πρβλ. 
άσοεστ ο ϋ/ος. 

ασβεστίτης, ό. ( ορυκτ. ) Αγ. Βλ. λεξ. 97. 

άσ€εστιώδης, 2. — 'Τπ. έν τοις Αεζ. 
ττ,ί άρ"/.γλ(όσ. τό άσοεττ (ό δ•/|;, έκ γλοισ- 
ααρίϋΐν. 

άσ^εοτοαμμοΗονία, η. Λ. Ί'ίλ. 90. — 
Πρβλ. τό ::/,;. 

άσ6εστοα/Μ/*οκονία|[*α,τό.Άρ|χοδ. Βλά/ . 
έν -/ειρογράφ;» έκΟέσ^'. ~ρός την έν Άθην. 
άρ/α•ολ. Έταιρίαν. 

άσβΈστό^αλα, τό, Πρωία 30 Μάρτ. 97. 

άσ^εστογαλάχτωμα,τό,'ΚΊ. Σούλης 84. 



άσβεστό5ετο?, 2. (ογκόλιθος.) Άκρ. 27 
Ί•,υλ. 94. 
άσ^εατοχάμινον, τό. ν^βί^βΐ λε?. 796. 

— Αε?. νομοτε/ν. 40. — 'Αγ. Βλ. λεξ. 71 
και 97. — Ή λέ?. φαίνεται ώς της κοινής 
αυνηθείας• άλλα δεν ε'ιααι βέβαιος. Συ/ να 
δε γοάοεται τοίοα ή άσβεστοκά [Αίνος, οίον 
'Αν.' Κ. Αααβ. 85. 

άσ^εστοκαϋται, οί. Κ. Πα-αρρηγόπ. 

άσ§εστοχονία, ή. Αν. Κ. Δααβ. 85. 

ασ€εστοχονίαμα, τό. Κ. Κ. Πιο- έν 
Πανδ. Ι Φεβο. 59. — 'Αν. Κορδ. — 'Αν. 
Κ. Λααο. 85'.— Χρ. Τσούντ. 93. 

άσΘεστόλενχος 2. Π. Δ. Ζάν. 68. 

ά.α€εστολι,θΐΗΟς. 3. ( στρώαα γης κτλ.) 
Ί Ι ρ . Μ ηταό- . 8 ' . — 'Αν'. κ . Χρηστ . — 
"Αν. Κορδ. 83. — Νικ. ΓερίΑ. έν Έπετηρ. 
Παρναστοΰ", ϊτ. α'. 97. 

άσ6εστόλιθος, ό. Κ. Ίσηγόν. έν Ό|^.η- 
ρο), 74.— 'Αν. Κ. Λααβ. 85. — 'Αγ. 
Βλ. λε?. 97. 

άσ§εστοπαραγ<αγοί, οί. Άκρ. Ίουλ. 94. 

άα§εστοπλαΗΟχτιστος, 2. Δ. Φίλ. 83. 

άσ§εστ03τλινθος, ή. Χρ. Τσούντ. 93. 

άα^εστοττοιεΐον , τό. Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

— Πρδλ. άσβ;7τ ουρ γεϊον. 
άα6εστοποιέω -ώ. Σκαρλ. Αε?. 56. 
άσ^εστοποίησις,^ ή. Γαλ. οβίοΐηβ,ΐίοη . 

Σκαρλ. λεί. 56. — Στ. Ξέν. 

άσ§εστοστοιΐα,, η. Αγ. Βλ. λεξ. 97. 

άσέεστοτιοιός, ό. Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άσΘεστοσάχχαρον , τό. Έγκυκλ. λες. 

άσ§εστουργεΐον, τό. Σκαρλ. λεξ. 56. — 
Χ. Κοντ. λίξ. 89.— Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άσ€εστονργία, ή. Σκαρλ. Βυζ. 82. 

άσ^εστονργός, ό. Ν. Κοντ. λεξ. 89. — 
Αγ. 1!λ. λ:ξ. '.Ι7. 

άσ§εατ ο ϋ χος 2. Π. Μ"αρ. 

άσ^εστοφίτης, ό. Γαλ. ορίιΐϋ.τίοβ. Σ/. 
Αεβ. λεξ. 01. 

άσ^εστοχαλχίτης, ό. (ορυκτολογ. ) Αν 
Κορδ. 88. 

άσ§εστόχρίσις, ή. ",\στυ 13 Αυγ. 93. 

ό.σ6εστόχριαμα, τό. 

άσ^εστοχρίστης, ό. Παλιγ. 25 Ίουλ. 86. 

— Φ. Παρασκ. !)2. — "Αστυ 12 Νο. 94. 
άσ€εσίόχριστος, 2. Άκρ. 4 Σε-τ. 04. 
άσ§όλημα, τό. Σ/. Αεβ. λεξ. 61. 
άσ§ολοξέσται, Σαβογιάρδοι, οί έν ΙΙαρι- 

σίοι:. ΊνΛ.Ί'οίο. (Ι!]. 

άσ€ολοσχεηης, 2. 'Ρέτγκεν έν Άκρ. 2 
Μαίου 9(;. 

άσε§ασία, η. Αε?. νο[Αοτε•/ν. ΊΟ. — Π. 
Χκότ. 63. 
1651 



άσε€οάδικος 



ασκιαγραφητος 



άσε€οάδιχος, ?. Ίοίσ. Μοισ. 

άαε§ογραφία^ τ,. «Έφ.» 15 'Λπρ. ΓΙ?. 

άσεισμόφο^ος. 2. 'Λ/.ρ. "24 'Λ;:ρ. 9Ί. 

άσ£λ}'θ/ΐίαν57?. 2. 'Λκρ. 29 'Ιουν. 9.!. 

ασελίίϊοί, 2. (φύλλα ,^ιβλίου. ) 2\. Μά[Α. 
81 — Προλ. τό έξης. 

άσελίδωτος, 2. (εύλλα [ί-.ολίου. ) Έλ. 
Ο'.λολ. Συλ. Κΐτττλ.— Ά.Π. Κερ. 91. 

άσεμνογραφία, ή. "Λστυ 30 — 1 Μα- 
ίου 9;-!. 

άσεμνολογεϊν . Κραναό; εν "Λ^τει β 
Φ;βρ. 9Γ,. 

άσεμνολογία, ή. Γ. Β'.'Γ. — Σία. Με- 
νάοδ. έν ΆΟτ,νί; τοα. 'ττ'. τεύ/. |ί('. /.α! 
γ'! ετ. 94. 

άσεμνότης, ή. Αγ. Βλ. λ. 97. 

ασετυλε νίον, το. άέριον εφευρεΟεν υτιό 
τοϋ .\[Αερ;/.ανοΟ Ουέλτοινο;, φωτ'.ιτίκώτε- 
ρον των [^έ'/ρ'. τούδε. Πρόοδο; Ηρακλείου 
Κρητηί 12 Ίαν. 97, ενΟα [Αακρόν -ερί 
αύτοΰ άρθρον. "Ιδε και. τό έςτ,ς, ο Ισως 
είναι τό αυτό. Προοηλον δε, ότι εν ταΐς 
δυσΐ λεξεσι ή ρίζα είνα; τό Λατ-.ν.κόν 
ΗοβΙιιυι (=οξος.) 

άσετυλίνη, ή. (/ηΐ•»•. ) Άκρ. 13 Όκτ. 
9Γ.. —Πρωία 9 Ίουλ. καί 9 Όκτ. 98. 

άσημαντότης, τ,. '.\ο•;Λθδ. 

άσημασία, τ,. Αλ. Σοΰτσ. 39. — Κ. 
ΣαΟ. 9Ί. 

άσημουργός, ό. ( ^άργυρο-οιο'ς. ) 89. 

άσημόφθογγος. 2. (εωναί.) 'Αο. Ι. 
Προοελ. 72. 

άσησιτίΗος^ 3. Αν. Κ. Χρηστ. 

άσηπτίνη, ή. ("/.η[-ΐ..)- "Ο. 'Λ. Τουσόπ. 
έν Έγκυκλ. λε?. άσηψίνη δε εγράφη έν 
Άκρ. 10 Ιαν. 96, ώς οάρ|χακον νέον κατά 
τη; φΟίσεως. 

*άσήπτως. @. 'Αφεντ. — Τήν λέ?. ταύ- 
την άνέγνο_)ν ου -ρό -ολλοϋ -α'^' Ιωάννη 
τω Τζέτζη έν 'Αλληγορ. Ίλ. Π.' 258. ' 

Άσθενιάδης, ό. ον. κύρ. οίκογεν. 78. 

άσθενικότης, η. 

άσθενολόγιον, το. (της άνΟοιοπότητοί. ) 
'Ακρ. Γ. Ίαν. 91. 

άσθενοτροφεΐον, το. Έλ. κ(όδ. — Ή 
λες. εκεί άπαντα "αρα τό ν ο σ ο κ ο α ε ί ο ν. 
'Λγνοω δε, άν σηιχαίνει τι διάφορον. 

άσθενοφόρος, 2. ( ά;Ααξα'.. ) Έφ. Κυβ. 

άσθενόφωτος, 2. ( σο^ι^ατα ουράνια. ) 
«Έφ.» 17 Ίαν. 88. 

άσθενωπία. ή. 'Αν. 'Αναγν. 78. 

Άσιανισμός, ό. ( έν τη γλώσαη.) Κ. 

ο•κ. ;ιπ. 

Άσιανιστής, ό. Σ/. Λεο. λες. 01. 



Άσιανοευρωπαικός^ 3. Π. Καρολ. 90. 
Άσιανολογία, ή. Άκρ. 30 Μάρτ. 90. 
^ Ασίανολογιαός^ 3. Άκο. 30 Μαοτ. 

90.— II. Καρολ. 92. 

^Ασιανολόγοι^ οι. Έλ. φιλολ. ιύλ. 
Κστπλ.— Ί. Ν. Λεβ. 09. 

^Ααιαν άφρονες, οί. Στ. Ξέν. έν Βρ. 
άστ. 10 Λεκ. 91. 

Άσιανώς. Στ. Ξέν. έν Βοετ. άστ. 15 
Νο. 91. 

' Ασιατίζειν. (ούδετ.) «Έφ.» 25 Μαοτ. 
90.— Άλ. θ. Φίλαδ. 96. 

Ασιατισμός, ό. Α. Ν'.κ. καί Χ. Γρηγ. 
68. — Σπ. Μαυοογέν. 85.— «Έφ.»27 
Δεκ. 89. — Έστ.'έφ. 24 Σε-τ. 90. 

Άσιατισταί, οί. Δ. 'Ραζης, 74. 

^ Ασιατιστί. Π. Καρολίο. 89. 
= άσιλιλίνη. η. (/ηυ..) Άν. Κ. Χρηστ. 67. 

^Ασιοδίφης, ό.Δ. 'Ραζής έν Έλ. φιλολ. 
Συλ. Κστ-λ. 73. 

άσκάνδαλος, 2. Ά. Χριστο'τ:. 33. 

ασκαπτος, 2. Σ. Α. Κ. έν Πρακτ. 
Άρ/α•ολ. εταιρίας 90. 

άσκελίστως τρέ•/ειν τήν όδόν των θείων 
εντολών. Σύνοψι; ίεοά . έ'κδ . Βενε- 
τίας 64. 

^ Ασκεπίδης, ό. ον. κύρ. οίκογεν. έν 
ΊΙ;χ£ρολ. Ανατολ. 83. 

άσκεητολόγος, 2. Σ/. Αεβ. λ. 61. 

άσκεπώς. Ακρ. 11 Ιαν. 88. 

άσκήνωτος, 2. Σπ. Τρικούπ. 60. 

ασκηπτρος-, 2. Δ. Γουζ. 

άσκηστρα^ τά. (κατά τα πάλαια δίδα- 
κτρα, εϋρετρα, ΐατρα, κάρτρα κττ.). Άν. 
Κ. .Χρηστ. — Άλλ' έκ του ασκέ ω έπρεπε 
νϊ γίνη ά σ κ η τ ρ α, άλλοΐα δΐ είναι τα 
παλαιά κ ό α ι σ τ ρ α καί σ ώστ ρ α, ώς 
καί τό νεωτερικόν ασφάλιστρα, α 
έ/ουσι το σ ή το ζ έν τω τοΰ ρη[Λατος 
Οέαατι. — Ευρον δε ίίστερον έν Άκρ. 2ο 
Σεπτ. 91 έν έγγραφοι φοιτητών του Πα- 
νεπιστη|α.ίου το ά σ κ η τ ρ α άνευ του σ. 
Οϋτ<ι) καί έν εκθέσει επιτροπής έν τη πρυ- 
τανική λογοδοσία του 93. 

άσκητεία, ή. Θ. Βελλιαν. 89. 

άσκητικότης, ή. Θ. Βελλιαν. 89. — 
Τίπιβ-ί εν '.\κο. 14 Άπο. 96. καί 8 Δεκ. 
98. — Πρβλ. 'τό έ?ής. 
= άσκητισμός, ό. Κ. Άσ. 58. — Είρ. 

Ασ. — Γ. Δ. έν Ό[^.ηρο), 73. 

άσκητοφανής, 2. (αορφή άνΟροίπου. ) 
Άκρ. 23 Ίουλ. 92. 

ασκητρα, τά. — Ίοε άσκη στ ρ α. 

άσκιαγράφητος. 2. Σ. Α. Κ. 

;6] 



άσ'>ίΐδιόφνλλα 



ααηροπροσ<οπία 



άσκιδιόφνλλα, τά. ( 3υτολογ. ) Λατ. 
ιηπουΐΕπαβ. Οτ,λ. Θ. Γ. Όρφ. 52. 

άσκιώδης, 2. {ίστος εν τί) φυτολογία.) 
Γαλ. ηΐΓΪοιιΙίΐίΓβ. Αΐ^ι. Νον. 73. 

Άσχληπιαδόμορφα ιυτά. τά. Λια. 
Νον. 73. ^ 

άσκογόνιον, το. Λ. Κουτ3θυ.τ,το'~. 

άσκοειδής, 2. 'Λ/ . Πο:;τολάκα:. 
=άσκομνκητες, οι. ( φυτολογ. ) Κρί- 
σεις ,3•.οΛ;ων Δ'. Όλυα-'.άδ. 88.— Ν. 
Κ. Γίοααν. έν Προα. 3 Ίουν. 90. 

άσποτρύτιας, Ό. όν. -οντ'.ζοϋ. Iο^. Βηλ. 

— Πάνυ -ζο'^γ^&ς έττοίηΟη κατά τό -α- 
λαιο'ν αϋλοτρύη;, ό. 

άσκονζητεί. έ-;ρ. 'Α/.ρ. 29 'Α-ρ. 92. 

— "Ο/ι κακώς ή/ΰΟ'σα λέξις, Οά είτζοΰν 
τίνες, άλλο'. δέ' ή ι^εν φωνή φωνή Ία- 
κοίβ, αϊ οέ '/Ξΐρες /.^ΐρες Ήταΰ. 

άστίυρόστρωτος, 2. (οροιχο;. ) Γ. Π. 
έν "Ά7Τ£•. 30 Α£κ. 96. 

άσκωλιαδόν . έ-ίρ. — Έν τ^ Συναγωγή 
ιχου των άΟησαυρ. κτλ. τω 1883. ετέθη το 
ά α κ 10 λ ι α σ τ '. έκ Μανουήλ τοϋ Φίλη. 

^Ααλανίδης, 6. όν. κύρ. οΐγ.ο^^νκ 

ασματήρίον, το. 

άσματογραφία^ ή. 

άσματογραφικός, 3. 

'.Ασ^αΓθόί5ασκαλθί,οί τοΰ Βάγνερ. Μοϊ- 
κΙβΓίϊη^βΓ. "Ά^τυ 14 Σε-τ. 98. 

άσματοχωμωδία, η. Όο. Μελαγ•/ ρινός 
έν'Άκρ. 13 Αυγ. 96. 

ασματολαθροκοιτεΐα, τά. Στ. ^έν. έν 
Βρετ. άττ. ΐυ Λεκ. 91. 

ασματολογία, ή. Κ. Οίκ. — Δ. Π. 
Ί'αγκ'^"• 90.— Α. Π. Κερ. ΘΊ. 

άσματολόγιον, το'. Ίταλ. ο&ηζοηϊβπβ 
Ε'ίρ• Άσ. 87. — "Αστυ.— Άκρ. 23 Μα- 
ίου 94, έν έ-'.φυλ. 

άσματομεΐιρρντόφθογγος βίβλος, ή. 
ονοαασία Στι/τ,ραρίου, έκόοΟεντος εν ετει 
1774. — "1δε_;Κατάλογον -/ειρογράφ^υν υ-ό 
Γ. ΚρέΐΑου. — Έ-ετηρ. ΙΙαρν. 98. 

άσματομελωδεΐν. έν Όαηρω. 77. — 
ασαατοαΞΛίοοοϋνται. Έ'ετηρ. Ιίαρν. 98. 

^Ασμοδαΐκός, 3. Ε[χ. 'Ροίδ. 

άσμνριστος, 2.|υ.ή λειανθείς Οία σαύρι- 
δος. Έφ. Κυο. — "Ε~ρεί:εν Ι'σως να γρα- 
φΟη άσαυ ρ ί δ ιστος. 

άσοφέω - ώ.2Άδ. Κορ. 10. — Καλή ή 
λέξ. 'Γ~άρ/ει δε έν τοις Λεξ. της άρ-/. 
γλ. τό σύνΟετον ιχόνον ρήιχα ξυνασοφέ ω, 
έκ των Εΰρι-ίδου Φοινισσών, στ. 394, ο 
ώς καλώς ε/ον -αρεδέ"/οντο οί έκδόται 
Π(ίρσων και Δίνδορφ, ό δε Βαλκεναίρ 

[16 



άα.οέβαλλε περί του όρΟοΰ της γραφής, 
άτο7:ο^ς κατά τον Δ. Ν. Βερναρδάκην, 
χαί κατ' έ[αε δε. 

άσοφίστεντος,2."Α'^^:^^ 1 1-12 Ίουλ. 92. 
(^ασπα,ης, ή. Ίταλ. ρΐρεΓίηϋ 1^^{ιη^α. έ? 
ί■^-^,^ και κ'.ισηρεως έκρηςε-.ς έν Ηηραιία». 
Ιω. Δεκ-.γάλ. έν Χρυσαλ. 30 Δεκ. 66. 
Αγνοών τήν καταγοίγήν της λέ?εως, και 
ιδίως αν είναι λαϊκή, άρκοΟααι ν' άναγρά- 
ψ(ο τά έ?ης του' αΰτοΰ' Δεκιγάλλα ( έκ Χρυ- 
σαλ. 30 Όκτ. 66): έκ τών έν Θήρα και 
θηρασία ττιβάδων ή στρ^ϋΐλάτων ασπης κα- 
ταικευάζουσι τήν ~ρός οϊκοδομήν κονίαν, 
τοσούτον έπ'.Γητητον δια τα υδραυλικά έργα. 

άσπαλακίζειν. Δ. Α. Χαντσ. 54. 

άστταλακοειδή , τά. ( νθ)θλογ. ) Λατ. 
ίΕίρϊάίΐβ. Π. Πααζ:. 9?. ' ' 

άσηαλακοθήρας, ό. "Αγ. Βλ. 87. 

άσπαραγικός, 3. (οξύ.) Γ. Α Κρίν. 30 

άσπαραγίνη, ή. (/ηιχ.). Ζ. Λάνδ. 42. 
— Γ. Α. Κρίν. 80. — Γεωργ. πρόοδος 93. 

άσπαραγόμορφα, τά. (ϊυτολογ.) .Αία.. 
Νον. 73. 

αατταραγόχρους. 2. Αν. Κορδ. 

αστζαράκτοις. Κ. Ποίπ, 53. 

άσττάρτως, Ν. Δούκ. 

άσπαοίόλιθος, ό. ( όρυκτολογ. ). Κ. 
Μήτσο-, εν Έγκυκλ. λεξ. 

άσ3τίδο6ράγχία, τά. (ζωολογ. ). Έγ- 
κυκλ. λες. 

άστίίδοδοΰηως , ΙτΛί. Στ. Ξεν. έν Βοετ. 
άστ. 1Γ) Νο. 91. ' 

άσπιδοθρανστης. ό. Γέρα. δοΐήΐά^ϊρίΐΐ- 
ί6Γ. 'Εα. 'Ροίδ. 88. 

άσπιδόλιθος ααγνησιοαιγής ααρααου- 
γία:. ό. Κ. Μητσοπ. 90. 

άσπιδομαντεία, ή. Άκρ. 28 Φεβρ. 95. 

άσπίδόνενρος., 2. ( βοτανικ. ) Γαλ. 
ρβΙΙΐηβΓνβ. Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άσπιδοσαμίνη .1 ή. Χ. Χ. έν Έγκυκλ. λ. 

ασπιδόαηερμα, τό.( φυτολογ. ) Θ.Χέλδρ. 

άσττιδοαπερματίνη, ή. Χ. Χ. έν Έγ- 
κυκλ. λες. 

άσπιδοσπερμίνη, ή. (φαραακολογ. ) Χ. 
Χ. έν Έγκυκλ. λεί. 

άσπιδόφυλλος, 2. (βοτανικ.) Γαλ. 
8οαΙΐίο1ίό. Άγ. Βλ. λεξ. 97. 

άσπιδόω - ώ. άσπιδω{ΐένος. 'Ακο. 25 
Μαίου 94. . 

άσπόνδνλος, 2. (ζώα.). Σπ. Μαυρο- 
γέν. 63. —Νον. 73. 

άσπροπροσωττία, ή. 'Ακρ. 12 Δεκ. 
95. — 'υ άσ-ροπρόσιυπος είναι της κοινής 
λαλιάς. 



άσπώδης 



άοτόρεστα 



άσηώδης, ?. {ιτΑίζ γης ήφαίστιος εν 
Ηηρα χ.αί Θηρασία. ) Ίμ. Δεκιγάλ. έν 
Χρυσαλ. 30 Όκτ. ΓιΟ. — Δηλώ, οτι ένεκα 
του επιθέτου τούτου, τοϋ' βεβαίως υπο λο- 
γίου -ε-οιη[ΐ.ένου, κατε/ίόρισα και την 
οί σ τ: α ν άνωτέριυ, ην ιδε. 

'Ασσαμιατί. ε-ιρ. Κατάλογ. ΈΟν. βι- 
ελιοϋηκης 83. 

^Ασσυριογράφος. Ό. Ίζ. Γ. Λάτρ. 5δ. 
=^Άσσνριολογία, τ,. Λ. Π. Κερ. 19. — 
Σπ. 11. Λάϋ.πρ. 92. 

^ Ασσνριολογιαός., '?ι. Λ. II. Κερ. '.ΙΙ 

Αοσνριολόγοι οί. Λ. II. Κερ. 81. — 
Σ-. II. Λά;^.-ρ. ί)2. 

' ΑσσνροΒα§νλωνιαΗΟς, 3. Π. Καρο- 

λίδ. υ-Ί. 

^ ΑοσνροΒα€νλώνιος, 2. Γ. Παντα- 

ζίο. 811. 

^Αοταχίδης ό. όν. κύρ. -λαστο'ν. θ. 
Γ. Όρφ. 

άστακοειδώς ώ-λισ[χένος. 'Λκρ. 11 
Ίουλ. 88. 

άσταχόμορφος, 2. Λκρ. 9 Ίαν. 89. 

άστακώδης, 2. 'Κφ. Μαίου 97. 

άστατιχός^ 3. (βελόνη, σύστηρια. ) Β. 
Λάκ. 61. 

άστανρωτος, 2. Σ. Λ. Κ. 9Ί. 

άσταχνχροος, 2. Στ. Ξέν. εν Βρετ. 
άστ. 29 Ίαν. 92. 

άοτεγία, η. Έφ. 89. — Πρβλ. τό έξης. 

άστεγοαννη, ή. Άκρ. 17 Μάρτ. 93. 

άατειο§(ομολοχίχώς. Σ/. Λεβ. λε?. 01. 

άστειογραφία Κοντειος,η.Έ[Α. 'Ρθ(δ.93. 

άστείογράφοι Κοντικοί, οί. 

άστειολόγημα, το. 'Λγ. Βλ. ΟΊ. — Δ. 
II. Γε'.ιργαντοπ. 78. 

άστ ε οσωτήριος, 2. 'Λκρ. 6 Ίουλ. 87. 
— Άλλ' έν τοις Λεξ. της άρ-/ . γλ. τΛ^τιχ 
τα έκ του αστεος σύνθετα 'έ'/ουσι το 
ύ ψιλον. 

άστερεοποίητος, 2. Δ. Κ. Ιίαπαγεωρ- 
γίου 89. 

^Αστεριάδης, ό. όν. κύρ. οΐκογεν. 

άστέρινος, 3, (σκήπτρον. άλφάβητον) 
49. — Γερ. Μαυοογιάν. 
')άατερο€ριθής, 2. Έατ. έφ. 22 Σεπτ. 

5, έν έπιφυλ. 

αστερογέννητος, 2. "Λστυ 22 — 3 
Μάρτ. 93. 

άστερόγραητον βιβλίον, το τοΟ' οΰοανου. 

Ά. ν. Ί'αγκ. 75. 

άστερογραφία, ή. Η. Καίρ. 49. 

άστεροδρόμον άρ[Αα, το. 'Λκο. 15 
Μάρτ. 97. 



— άστεροΐδων σύστηο.α, το. ( Γαλ. ίΐδίβ- 
Γθί(1β8. ] Δ. Λ. Χαντσ. — ΈπίΟ. άστε- 
ρ ο ε ι δ ή ς καί ά σ τ ε ρ (ό δ η ς υπάονουτιν 
έν τοις Λες. της άρ-/. γλοίσσης' ό δε γρά- 
ψας άστερ ο ίδίον, θα ηθελεν ίαίι)ς την 
όνοιχαιτικήν πτώσιν του ένικοϋ θηλυκώς 
άστε ρ ο ί' ς. 

άστεροϊχϋνς, ό. ( ζ(οολογ. ) Έστ. 15 
Δεκ. 91. 

άστεροχτύπημα, το. Δ. Ι'ικέλ. !)5. 

άστερόλαμπεν . ρ. /ρόνου παρατατ. γ'. 
προσ. II. Σούτσ. 63. 

άστερόλιθος. ό. Γ. Κ. Στρατηγ. 97. 

άστερόμορφος, 2. 

άστερόπλεχτος, 2. (στέφανος. ) Φραγκ. 
Σκούφος 1681. 

άστεροποίκιλτος, 2. 'ΛΟηναίκή 9 Σε-τ. 
89. — 'Ίδε καί άστρ ο ποίκιλτος. 

άστεροσχοπεΐον. το. Γ. Κ. Βούοης 
.Ί8. — Ψίλ. Ίω. 49.— Σ. Λ. Κ. 53.' — 
Σκαρλ. λ. — Ν.Κοντ.λ. 89. — Άγ. Βλ. 
λ. 97. — Πρβλ. άστροσκο'πιον. 

άστεροατάτης, ό. Έγκυκλ. λ. 

άστεροστατίχη συσκευή, ή. Ν. Έπι- 
σκοπ. έν "Λστει 1 Νο. 98. 

άστεροστέφανος, 2. (νύξ.) Σ. Μελισ- 
σην. Γ)9. 

αστερόχτιστος, 2. Πεο. ΚαλοΟάκ. 78. 

— Έστ. έφ. 18 Όκτ. 9'/. 
άστεροστόλιστη θάλασσα . Ν . Δα- 

αιαν. 91. 

άστεροχρυσοηοίχιλτος, 2. 'Λκρ. 27 
Όκτ. 9'(. 

άστερωννμία, ή. Κ. ()ΐκ. .)8. 

άστίατρος^ ό. Ούτ'ος έγράφη πεντάκις η 
λέίις έν 'Λκρ. 16 Ίουν. 92, έν δε Έφ. 
Κυβ. άστυ ιατρός, ώς καί έν αλλαις έφη- 
αερίσι καί έν τω του 'Λγ. Βλ. λ. 97. 

άστιγματιχός^ 3. Δ. Κοκ. 

— αστιγματισμός^ ό. νόσος όοΟαλαικη. 
"Λστυ 5 Νο. 90. 

άστικάτης ή. Δαν. Φιλιπ. 

άστίχτως. 'Λο. Κορ. 

άστίλ^ωτος^ 2. Έλ. κο')δ. — Ν. Κοντ. 
λ. 89. — Έστ. 14 Λύγ. 94. 

αστιλπνος, 2. Ν. Κ